← Κύπρος

Σταυρή κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Αρ. Αγωγής: 5209/15, 29/6/2021

Σταυρή κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Αρ. Αγωγής: 5209/15, 29/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A180 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5209/15 Μεταξύ: 1.ΧΧΧΧ Σταυρή

  1. ΧΧΧΧ Μουστάκη Εναγόντων και Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Εναγομένων Ημερομηνία: 29.6.21 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες/Αιτητές: κκ. Χρήστος Πουργουρίδης & Σία ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη/Καθ' ης η αίτηση: κκ Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΔΕΠΕ ........... Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε αίτηση που υποβλήθηκε από την πλευρά των Εναγόντων, από τώρα και στο εξής «οι Αιτητές», στις 19.10.20 με την οποία εξαιτούνται τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης. Η υπό κρίση αίτηση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση της ΧΧΧΧ Χρίστου, δικηγορικής υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των Αιτητών, από τώρα και στο εξής «η Χρίστου», και στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στην Δ.25, θθ.1-6 και Δ.48, θθ.1-9 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Σημειώνεται ότι την υπό κρίση αίτηση διέπει η Διαταγή 25 ως αυτή είχε πριν την πρόσφατη τροποποίηση της. Η υπό κρίση αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση της Εναγόμενης/Καθ' ης η αίτηση. Με Ειδοποίηση Ένστασης που καταχωρήθηκε εκ μέρους της προβάλλονται δώδεκα λόγοι ένστασης. Η Ειδοποίηση Ένστασης συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του ΧΧΧΧ Χριστοφίδη, λειτουργού στην Καθ' ης η αίτηση και δεόντως εξουσιοδοτημένου από την τελευταία να προβεί στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, από τώρα και στο εξής «ο Χριστοφίδης». Στην ένορκό της δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση η Χρίστου αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Κατά την προετοιμασία του δικηγόρου των Αιτητών κύριου ΧΧΧΧ Φασουλιώτη για την ακρόαση της 27.10.20 διαπιστώθηκε ότι η παράγραφος 36 της Έκθεσης Απαίτησης δεν παρέθετε πλήρως και με τις δέουσες λεπτομέρειες τις θέσεις των Αιτητών σε σχέση με την καταχρηστικότητα των συγκεκριμένων ρητρών της επίδικης συμφωνίας δανείου όπως η Νομολογία επιτάσσει. Εξ' ου και η υποβολή της υπό κρίση αίτησης. Με την αιτούμενη τροποποίηση καμία ανεπανόρθωτη βλάβη δεν θα προκληθεί στην άλλη πλευρά. Αντίθετα αν δεν επιτραπεί η τροποποίηση οι Αιτητές δεν θα είναι σε θέση να παρουσιάσουν όλα τα σχετικά γεγονότα που υποστηρίζουν τις αξιώσεις τους με αποτέλεσμα να πληγούν καθοριστικά τα συμφέροντά τους. Στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:
  2. το αιτούμενο διάταγμα με την μορφή που επιζητείται είναι παράτυπο, ανεπίτρεπτο και κατά παράβαση των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, της Νομολογίας και της πρακτικής του Δικαστηρίου
  3. ελλείπει από την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση μαρτυρία η οποία να δικαιολογεί την χρησιμότητα ή αναγκαιότητα των ισχυρισμών που επιδιώκονται να προστεθούν στην Έκθεση Απαίτησης με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να μην δύναται να κρίνει κατά πόσο η υπό κρίση αίτηση δικαιολογείται. Η ένορκος δήλωση είναι ανεπαρκής, αόριστη, ατεκμηρίωτη και δεν διαφαίνεται με αυτή η αναγκαιότητα έκδοσης του αιτουμένου διατάγματος. Συνεπώς σε περίπτωση μη έγκρισής της οι Αιτητές δεν θα υποστούν ζημία ή βλάβη
  4. οι Αιτητές γνώριζαν και ήταν σε θέση να γνωρίζουν από την αρχή τους ισχυρισμούς που με την υπό κρίση αίτηση επιδιώκουν να προσθέσουν στην Έκθεση Απαίτησης
  5. η εσφαλμένη δικογράφηση δεν αποτελεί δικαιολογία για την τροποποίηση δικογράφου μετά την πάροδο, μάλιστα, τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος
  6. η υπό κρίση αίτηση δεν θα πρέπει να επιτραπεί μετά την πάροδο τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος αφ' ης στιγμής αυτή στοχεύει στην καθυστέρηση της διαδικασίας και της εκδίκασης της υπόθεσης
  7. η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε με πρωτοφανή, υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση και συγκεκριμένα 6 χρόνια μετά την καταχώρηση της αγωγής και 4 χρόνια μετά την καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης. Η καθυστέρηση δεν μπορεί να δικαιολογηθεί την στιγμή που οι νέοι ισχυρισμοί ήταν γνωστοί στους Αιτητές από την αρχή και οι Αιτητές δεν έδωσαν οποιαδήποτε ικανοποιητική εξήγηση γι' αυτήν, αλλά ούτε και για την αναγκαιότητα της τροποποίησης
  8. η διαπίστωση του δικηγόρου των Αιτητών κατά την προετοιμασία του για την ακρόαση περί της ανάγκης για τροποποίηση δεν δικαιολογεί από μόνη της την έγκριση της υπό κρίση αίτησης. Συνεπώς η υπό κρίση αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου και δεν εδράζεται επί καλόπιστης προσπάθειας παρουσίασης στο Δικαστήριο όλων των αναγκαίων γεγονότων
  9. η υπό κρίση αίτηση αποτελεί προϊόν δεύτερης σκέψης, όπως και οι ίδιοι οι Αιτητές παραδέχονται, προκειμένου να συμπληρώσουν τα κενά της υπόθεσης τους αλλά και για να καθυστερήσουν την εκδίκαση της αγωγής. Αν έγνοια των Αιτητών ήταν να εξυπηρετήσουν το συμφέρον της δικαιοσύνης και να θέσουν όλα τα σημαντικά στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου, τότε, θα υπέβαλλαν την υπό κρίση αίτηση σε προγενέστερο στάδιο
  10. το γεγονός ότι οι Αιτητές δεν έδωσαν εξήγηση για την καθυστέρηση και δεν δικαιολόγησαν την αναγκαιότητα της τροποποίησης καταμαρτυρεί πρόθεση για κωλυσιεργία και όχι γνήσια προσπάθεια από μέρους των Αιτητών να θέσουν όλα τα επίδικα ζητήματα ενώπιον του Δικαστηρίου
  11. υπό το φως των ανωτέρω η υπό κρίση αίτηση δεν είναι γνήσια και δεν γίνεται καλόπιστα και προς κάλυψη πραγματικής ανάγκης. Είναι εμφανές ότι σκοπός της υπό κρίση αίτησης δεν είναι η προστασία των δικαιωμάτων των Αιτητών και η παρουσίαση όλων των αληθινών και πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης, αλλά η εισαγωγή νέων αναληθών και παραπλανητικών ισχυρισμών, οι οποίοι αν είχαν ίχνος πειστικότητας θα έπρεπε να δικογραφηθούν από τους Αιτητές από την αρχή, με αποτέλεσμα να προκαλείται περαιτέρω καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής
  12. η υπό κρίση αίτηση δεν γίνεται καλόπιστα και για να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου τα αληθινά και πραγματικά γεγονότα αλλά για να καθυστερήσει η υπόθεση και για να συμπληρώσουν οι Αιτητές τα κενά τους
  13. η καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου αφού έχει ως μοναδικό σκοπό την καθυστέρηση και τον εκτροχιασμό της δικαστικής διαδικασίας υπό την έννοια ότι οι Αιτητές έπρεπε να περιλάβουν τους νέους ισχυρισμούς στην υφιστάμενη Έκθεση Απαίτησης η οποία καταχωρήθηκε το 2ΧΧ7 και δύο χρόνια μετά την καταχώρηση του κλητηρίου εντάλματος. Οι Αιτητές είχαν πολύ χρόνο για να συλλέξουν τα αναγκαία για την υπόθεσή τους στοιχεία και να τα περιλάβουν στην Έκθεση Απαίτησής τους
  14. η αιτούμενη τροποποίηση θα επιφέρει δυσμενή αποτελέσματα στην εκδίκαση της υπόθεσης και κατάφωρη αδικία στην πλευρά της Καθ' ης η αίτηση και την απονομή της δικαιοσύνης
  15. η αιτούμενη τροποποίηση δεν θα βοηθήσει στην αποτελεσματική εκδίκαση των επίδικων θεμάτων και δεν είναι αναγκαία ή ουσιώδης στην υπόθεση και σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Αντίθετα θα περιπλακεί και επιβαρυνθεί η υπόθεση με αχρείαστους ισχυρισμούς, ανυπόστατες θεωρήσεις και εκ των υστέρων σκέψεις με αποτέλεσμα την πρόκληση αχρείαστης καθυστέρησης στην εκδίκαση της υπόθεσης, την πρόκληση εξόδων και την καθυστέρηση στην εξασφάλιση δικαστικής απόφασης
  16. η υπέρμετρη καθυστέρηση που προκαλεί η υπό κρίση αίτηση δημιουργεί υπέρογκα έξοδα και θέτει την Καθ' ης η αίτηση σε υπέρμετρη αδικία και ανεπανόρθωτη ζημία η οποία δεν μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Επίσης παραβλάπτει τα συνταγματικά δικαιώματα της Καθ' ης η αίτηση για εκδίκαση της υπόθεσης σε εύλογο χρόνο. Είναι εισήγηση του Χριστοφίδη ότι για όλους τους πιο πάνω λόγους η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν ο καθένας την θέση του διαδίκου που εκπροσωπεί. Η παλαιά Δ.25, θ.1 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας επί της οποίας βασίζεται η αίτηση προβλέπει πως: «Το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οποιοδήποτε από τους διαδίκους να μεταβάλει ή να τροποποιήσει την οπισθογράφηση του ή τα δικόγραφα με τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες αυτές οι τροποποιήσεις θα γίνουν αν είναι αναγκαίες για σκοπούς καθορισμού των πραγματικών ζητημάτων που αμφισβητούνται μεταξύ των διαδίκων». Το αίτημα τροποποίησης εγγράφων προτάσεων επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου αναλύθηκαν εκτενώς σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Οι αρχές αυτές έχουν καλά θεμελιωθεί και αποτελεί πλέον αξίωμα ότι ανεξάρτητα από την οποιαδήποτε αμέλεια ή απροσεξία που έχει επιδειχθεί στα δικόγραφα ή το καθυστερημένο της προτεινόμενης τροποποίησης, αυτή, κατά κανόνα επιτρέπεται όταν μπορεί να γίνει χωρίς να επέλθει αδικία στην άλλη πλευρά. Θεωρείται ότι δεν υπάρχει αδικία αν μπορεί να υπάρξει ικανοποιητική αποζημίωση της άλλης πλευράς με την επιδίκαση των εξόδων. Αποτελεί, επίσης, γενική αρχή ότι πριν την έναρξη της δίκης είναι ευκολότερο να επιτραπεί η τροποποίηση, ενώ μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας το Δικαστήριο δεν επιτρέπει με ευκολία την τροποποίηση, ιδιαίτερα, όταν η αναγκαιότητα για την τροποποίηση διεφάνη από πριν και δεν ζητήθηκε έγκαιρα. Όσο πιο καθυστερημένο είναι το στάδιο υποβολής της αίτησης τόσο και πιο μεγάλο είναι το βάρος που έχει να αποσείσει ο αιτητής πριν επιτραπεί η σκοπούμενη τροποποίηση. Η αρχή που επιβεβαιώθηκε στην υπόθεση Associated Leisure Ltd and Others v. Associated Newspapers Ltd

(1970)2 All ER 754 έχει υιοθετηθεί και στην Κύπρο σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου μεταξύ των οποίων οι Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 CLR 1, Δόμνα Χριστοδούλου v. Α. Ι. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 934 και Saba & Co (TMP) v. TMP Agents
(1994)1 AAΔ 426. Στην πιο πάνω αναφερόμενη Αγγλική υπόθεση ο Λόρδος Denning ανέφερε σχετικά τα ακόλουθα: «I start with the principle well settled that an amendment ought to be allowed, even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Ξεκινώ από την αρχή, η οποία είναι καλά θεμελιωμένη, πως η τροποποίηση θα πρέπει να επιτρέπεται έστω και αν υποβάλλεται καθυστερημένα αν είναι αναγκαία για να αποδοθεί δικαιοσύνη ανάμεσα στους διαδίκους νοουμένου ότι οποιαδήποτε δυσχέρεια που προκαλείται εξ' αιτίας της μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα». Στην υπόθεση Στέλιος Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd and another
(1989)1 AAΔ.33 συνοψίζονται οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι αρχές αυτές είναι οι ακόλουθες:
  1. «Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
  2. Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης . συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
  3. Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή, ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση του διατάγματος.
  4. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο όμως αυτό η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.» Στην υπόθεση Δόμνα Χριστοδούλου v. Α.Ι. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 934 αναφέρθηκε πως: «Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σύγχρονη Νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί σε χρήμα». Στην υπόθεση Geto Trading Import-Export Ltd v. Το Πλοίο Μ/V Vladimir Vaslyayev (aρ. 4)
(1993)1 ΑΑΔ 714, λέχθηκε - στην σελίδα 716 - πως: «Ο κυρίαρχος λόγος που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για να επιτρέψει τροποποίηση, είναι να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του τις πραγματικές επίδικες διαφορές». Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704 προβάλλεται η σύγχρονη τάση αντιμετώπισης του θέματος: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής . Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγοντας της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει την διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια». Η αρχή που διακηρύχθηκε στη Δόμνα Χριστοδούλου v. Α.Ι. Χριστοδούλου κ.α., πιο πάνω, περιορίσθηκε από μεταγενέστερη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέας Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560, όπου στη σελίδα 562 της απόφασης λέχθηκε πως: «Όσο φιλελεύθερη και να δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας είναι το σύνολο των περιστατικών και η εισήγηση των εφεσειόντων στην έκταση που την θέλει να ασκείται μόνο με αναφορά στο επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης, ανεξάρτητα, δηλαδή, από οτιδήποτε άλλο, δεν μας βρίσκει σύμφωνους». Παρά το γεγονός ότι στο θέμα της τροποποίησης επικρατεί, όπως προκύπτει από την Νομολογία, μια φιλελεύθερη τάση, ιδιαίτερα, όταν αυτή υποβάλλεται πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, δεν παύει, εν τούτοις, να εξακολουθεί να υφίσταται η υποχρέωση του αιτητή να δικαιολογήσει τους λόγους για τους οποίους υποβάλλει το αίτημα συμπεριλαμβανομένης και οποιασδήποτε τυχόν καθυστέρησης στην υποβολή του. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Κ. Σιακόλα
(2002)1 ΑΑΔ 223 τονίσθηκε ότι είναι η θέση της Νομολογίας ότι όπου υπάρχει καθυστέρηση απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης. Αναφορικά με το θέμα της καθυστέρησης υποδεικνύονται τα ακόλουθα. Στην υπόθεση Στέλιος Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd and another
(1989)1 AAΔ.33 λέχθηκε ότι το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση του διατάγματος. Η Νομολογία κατέδειξε, επίσης, ότι τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί παρά την ύπαρξη και μεγάλης ακόμα καθυστέρησης νοουμένου ότι αυτή κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλες οι πραγματικές διαφορές. Στην υπόθεση Ε. Φιλίππου Λτδ v. Compass Insurance Co Ltd
(1990)1 AAΔ 24 αίτημα για τροποποίηση που υποβλήθηκε στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων και αφού είχε ολοκληρωθεί η αγόρευση της μιας πλευράς επιτράπηκε. Στην υπόθεση Astor Manufacturing & Export Co. κ.α. v. Leventis Company (Nigeria) Ltd και άλλοι
(1993)1 ΑΑΔ 726 λέχθηκε ότι: «Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας» Και στην υπόθεση Geto Trading Import-Export Ltd v. Το Πλοίο Μ/V Vladimir Vaslyayev (aρ. 4)
(1993)1 ΑΑΔ 714 - στην σελίδα 716 - ότι: «Ο κυρίαρχος λόγος που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για να επιτρέψει τροποποίηση, είναι να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του τις πραγματικές επίδικες διαφορές». Στην υπόθεση Ε. Φιλίππου Λτδ v. Compass Insurance Co Ltd
(1990)1 AAΔ 24 που πιο πάνω μνημονεύεται αναφέρθηκαν - στην σελίδα 26 - τα ακόλουθα: «Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο παράγων ο οποίος δεσπόζει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία τα οποία συνθέτουν και προσδιορίζουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης εξισορροπούνται μετά από την συνεκτίμηση των συμφερόντων των διαδίκων και των ευρύτερων συμφερόντων της δικαιοσύνης για τελεσφόρο επίλυση όλων των συναφών διαφορών μεταξύ τους και των συμφερόντων του δημοσίου στην εξασφάλιση της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης». Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704 λέχθηκε, πως: «Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγοντας της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει την διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια». Για την σημασία της καθυστέρησης στην υποβολή αιτήματος για τροποποίηση δικογράφων χαρακτηριστικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Saba & Co (TMP) v. TMP Agents
(1994)1 AAΔ 426: «Μένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Η σημασία του ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης ............... Στην Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560, όπου το Εφετείο θεώρησε πως η χρονική διάσταση αποτελούσε παράγοντα που δεν επέτρεπε αποδοχή του αιτήματος για τροποποίηση, κατ' ουσία τη συνάρτησε, όπως προκύπτει από το ιστορικό, με την έλλειψη καλής πίστης που εκ προοιμίου καθιστούσε αδικαιολόγητη την καθυστέρηση». Καθίσταται έκδηλο από τα πιο πάνω ότι ο παράγοντας καθυστέρηση εξετάζεται σε συνάρτηση με τους ουσιαστικότερους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο και οι οποίοι είναι (α) η προβολή των αληθινών και πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης και, κατ' επέκταση, ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς, (β) η γνησιότητα του αιτήματος και (γ) ο τυχόν δυσμενής επηρεασμός στα δικαιώματα του καθ' ου η αίτηση. Η καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος είναι αδιαμφισβήτητα μεγάλη. Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 23.12.15 και η Έκθεση Απαίτησης στις 18.12.
  1. Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 19.10.20, ήτοι 5 σχεδόν χρόνια μετά την καταχώρηση της αγωγής, 3 σχεδόν χρόνια μετά την καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης και 8 μόνο μέρες πριν την ορισθείσα ακρόαση της 27.10.
  2. Σύμφωνα με την Νομολογία όσο πιο αργά υποβάλλεται αίτημα για τροποποίηση τόσο περισσότερο αυξάνεται το βάρος για τον αιτητή να το δικαιολογήσει. Κρίνω πως η δικαιολογία που πρόβαλε η Χρίστου για την καθυστέρηση στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης δεν είναι αρκούντως ικανοποιητική λαμβανομένων υπόψη του μεγέθους της παρατηρηθείσας καθυστέρησης καθώς και της δυνατότητας για έγκαιρη αντίδραση αφού η υπόθεση είχε ορισθεί για ακρόαση ήδη τρεις φορές πριν τις 27.10.20 και συγκεκριμένα στις 10.5.19, 19.11.19 και 5.5.
  3. Επομένως ο τρίτος λόγος ένστασης στην έκταση που αφορά στα πιο πάνω ευσταθεί. Το πλέον δε επιλήψιμο στην προκειμένη περίπτωση είναι ότι κανένας απολύτως λόγος δεν δόθηκε από την Χρίστου περί της αναγκαιότητας της αιτούμενης τροποποίησης. Ο λόγος αποκαλύπτεται στην γραπτή αγόρευση του κύριου Φασουλιώτη, μόνο, που ως είναι σαφώς νομολογημένο δηλώσεις δικηγόρων κατά την αγόρευσή τους δεν υπέχουν μορφή μαρτυρίας και για τον λόγο αυτό δεν λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο (Βλ. Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα
(2002)1 ΑΑΔ 223 και King's Development Co Ltd v. Πηλέα
(2001)1 ΑΑΔ 733). Εναπόκειται στο Δικαστήριο να αποφασίσει αν η αιτούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία. Στην απουσία, όμως, εξήγησης ή στοιχείων που να καταδεικνύουν την αναγκαιότητά της το Δικαστήριο αδυνατεί να αποφασίσει για το σημαντικό αυτό ζήτημα. Δεν είναι αρκετή η θέση που διατυπώνεται στην πέμπτη παράγραφο της ένορκης δήλωσης της Χρίστου ότι μη έγκριση της υπό κρίση αίτησης θα πλήξει καθοριστικά τα συμφέροντα των Αιτητών. Η πιο πάνω θέση είναι απογυμνωμένη από τεκμηρίωση με αποτέλεσμα να μην παρέχεται η δυνατότητα για δικαστική ετυμηγορία. Επομένως ο έβδομος λόγος ένστασης ευσταθεί. Συνοψίζοντας η πλευρά του Αιτητή απέτυχε να δικαιολογήσει την αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης καθώς και την μεγάλη καθυστέρηση στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης. Η καθυστέρηση δε είναι τέτοια που δίδει λαβή για ανησυχία οπότε και κρίνω ότι ο 11ος λόγος ένστασης ευσταθεί. Υπό το φως των δοσμένων περιστάσεων και όσων πιο πάνω αναφέρθηκαν περιλαμβανομένης της πορείας της υπόθεσης - η υπόθεση ορίσθηκε για ακρόαση 4 συνολικά φορές με την τελευταία να αναβάλλεται λόγω της υποβολής της υπό κρίση αίτησης - αλλά και του ότι δεν καταδείχθηκε η αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης θεωρώ ότι έγκριση της υπό κρίση αίτησης θα έπληττε το δικαίωμα της Καθ' ης η αίτηση για εκδίκαση της υπόθεσης σε εύλογο χρόνο, δικαίωμα που καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου. Όλα τα πιο πάνω δικαιολογούν κατά την κρίση μου απόρριψη του αιτήματος. Συνακόλουθα η υπό κρίση αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εναγόμενης/Καθ' ης η αίτηση και εναντίον των Εναγόντων 1 και 2/Αιτητών αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας στην πιο πάνω αγωγή. (Υπ.) ............ Π. Μιχαηλίδης, A.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.