← Κύπρος

RPM SERVICES EUROPE LIMITED ν. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2560/20, 24/6/2021

RPM SERVICES EUROPE LIMITED ν. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2560/20, 24/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A176 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαδοπούλου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2560/20 Μεταξύ: RPM SERVICES EUROPE LIMITED Ενάγοντες - Αιτητές και

  1. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ
  2. ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ Της ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ Εναγομένοι - Καθ'ων η Αίτηση Αίτηση από τους Ενάγοντες ημερ. 10.11.2020 για Προσωρινό Διάταγμα Ημερ.:24 Ιουνίου,
  3. Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: Δρ. Π. Κούρτελλος Για την Εναγόμενη αρ. 1 - Καθ'ης η Αίτηση: κ. Σ. Κάσινος ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων διατάγματα τύπου «Norwich Pharmacal» και άλλα συναφή διατάγματα. Την 10.11.2020, στο πλαίσιο Mονομερούς Aιτήσεως, εξεδόθησαν προσωρινά διατάγματα φίμωσης και απαγόρευσης καταστροφής ενώ διετάχθη η επίδοση της Αίτησης σε σχέση με τα λοιπά αιτητικά. Με την υπό εκδίκαση Αίτηση οι Ενάγοντες - Αιτητές εξαιτούνται τα πιο κάτω: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τους Εναγόμενους 1 και/ή 2 - Καθ' ων η Αίτηση και/ή τoυς αξιωματούχους και/ή αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους και/ή υπηρέτες και/ή πληρεξούσιους αυτών και/ή καθ' ένα εξ αυτών όπως εντός δέκα

(10)ημερών από την επίδοση του διατάγματος σε αυτούς:
  1. Ετοιμάσουν και/ή προβούν σε ένορκη αποκάλυψη και/ή παρουσιάσουν και/ή καταθέσουν στο Δικαστήριο και/ή επιδώσουν στους Δικηγόρους των Εναγόντων Ένορκη Δήλωση η οποία θα παρουσιάζει και/ή αποκαλύπτει και/ή δηλώνει και/ή εμπεριέχει όλα τα στοιχεία και/ή πληροφορίες που είναι στην εξουσία και/ή έλεγχο και/ή φύλαξη και/ή κατοχή τους τα οποία σχετίζονται με και/ή αφορούν στις Εταιρείες UCS Financial Ltd και/ή UCS Group Ltd και/ή με οποιοδήποτε πρόσωπο και/ή πρόσωπα αναγνωριστούν ως οι απώτεροι και/ή τελικοί δικαιούχοι αυτών, η οποία: (α) Να αναφέρει και/ή δηλώνει όλους τους τραπεζικούς λογαριασμούς των UCS Financial Ltd και/ή UCS Group Ltd είτε στο όνομα των, είτε ως πραγματικούς κατόχους και/ή ιδιοκτήτες και/ή ως απώτερους τελικούς δικαιούχους (BENEFICIAL OWNERS) που διατηρούσαν και/ή διατηρούν με τους Εναγόμενους 1 και/ή 2 - Καθ' ων η Αίτηση. (β) Να δηλώνει τα ονόματα και/ή πλήρεις λεπτομέρειες των διευθύνσεων και/ή τις εθνικότητες και/ή τους αριθμούς διαβατηρίων των προσώπων που δηλώνονται και/ή παρουσιάζονται ως οι μέτοχοι και/ή οι τελικοί και/ή απώτεροι δικαιούχοι (beneficial owners) των UCS Financial Ltd και/ή UCS Group Ltd. (γ) Να αναφέρει και/ή δηλώνει και/ή αποκαλύπτει όλα τα έγγραφα που κατατέθηκαν και/ή υποβλήθηκαν στους Εναγομένους 1 και/ή 2 από και/ή για λογαριασμό των UCS Financial Ltd και/ή UCS Group Ltd για το άνοιγμα των τραπεζικών λογαριασμών τα οποία αναφέρονται και/ή καλύπτονται από την παράγραφο Α 1 (α) ανωτέρω συμπεριλαμβανομένων αλλά χωρίς περιορισμό αντίγραφα εταιρικών εγγράφων, διαβατηρίων, καταπιστευμάτων, ψηφίσματα μετόχων ή Διοικητικών Συμβουλίων και/ή οποιονδήποτε άλλων εγγράφων που έχουν σχέση με το άνοιγμα και/ή την λειτουργία των εν λόγω λογαριασμών, εκ των οποίων εμφαίνονται και/ή δηλώνονται και/ή αποκαλύπτονται οι τελικοί δικαιούχοι (ULTIMATE BENEFICIARIES) και/ή οι πραγματικοί κάτοχοι και/ή ιδιοκτήτες και/ή οι απώτεροι πραγματικοί δικαιούχοι (ultimate beneficial owners) των εν λόγω τραπεζικών λογαριασμών και/ή η πραγματική ταυτότητα και οι πλήρεις διευθύνσεις των φυσικών προσώπων που δηλώθηκαν ως τελικοί δικαιούχοι (ULTIMATE BENEFICIARIES) των μετοχών των UCS Financial Ltd και/ή UCS Group Ltd ως και τα ονόματα και οι πλήρεις διευθύνσεις των διαχειριστών και/ή εξουσιοδοτημένων αντιπροσώπων και/ή των εχόντων δικαίωμα υπογραφής και/ή κίνησης των εν λόγω Τραπεζικών Λογαριασμών (SIGNATORIES). (δ) Να δηλώνει και/ή αποκαλύπτει κάθε μεταφορά και/ή έμβασμα και/ή πληρωμή και/ή είσπραξη και/ή κατάθεση και/ή χρέωση και/ή πίστωση που έγινε αναφορικά με τους τραπεζικούς λογαριασμούς που καλύπτονται από την παράγραφο Α 1 (α) ανωτέρω ως και τις οδηγίες που εδόθησαν και/ή τα έγγραφα που κατατέθηκαν στους Εναγομένους 1 και/ή 2 για να γίνουν οι σχετικές πληρωμές και/ή εμβάσματα από τους UCS Financial Ltd και/ή UCS Group Ltd και/ή τα εξουσιοδοτημενα αυτών πρόσωπα και/ή τους μετόχους και/ή οι τελικούς και/ή απώτερους δικαιούχους (BENEFICIAL OWNERS) αυτών από την 26 Iουνίου 2019 και εντεύθεν.
  2. Διάταγμα διαττάτον τους Εναγομένους 1 και/ή 2 - Καθ' ων η Αίτηση και/ή τους Διευθυντές και/ή τον γραμματέα και/ή τους αξιωματούχους και/ή τους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες αυτών να παρουσιάσουν και παραδώσουν αντίγραφα στους Δικηγόρους των Εναγόντων όλων των εγγράφων που έχουν στην φύλαξη και/ή έλεγχο τους και που μαρτυρούν τα όσα αναφέρονται στις υπό παραγράφους Α (α) έως (δ). Β. Συμπληρωματικό και/ή επικουρικό Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να επιτρέπει την χρήση οποιωνδήποτε εγγράφων και/ή πληροφοριών και/ή στοιχείων θα αποκαλυφθούν από τους Εναγόμενους 1 και/ή 2 - Καθ' ων η Αίτηση και/ή από οποιονδήποτε εξ αυτών, στο πλαίσιο διαδικασίας διαιτησίας και/ή στα πλαίσια αστικών διαδικασιών υφιστάμενων και/ή που ήθελε καταχωρηθούν και/ή προωθηθούν υπό των Εναγόντων, είτε εντός είτε εκτός δικαιοδοσίας. Γ. Ενδιάμεσο απαγορευτικό Διάταγμα του Δικαστηρίου (διάταγμα Φίμωσης/ Gagging order) το οποίο να απαγορεύει και/ή εμποδίζει τους Εναγόμενους 1 και/ή 2 - Καθ' ων η Αίτηση και/ή τους αξιωματούχους και/ή αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες αυτών και/ή οιονδήποτε φυσικό και/ή νομικό πρόσωπο ενεργεί εκ μέρους των από το να πληροφορήσουν και κοινωνήσουν, πλην των νομικών των συμβούλων, καθ' οιονδήποτε τρόπο σε οποιοδήποτε πρόσωπο και ειδικά στα πρόσωπα στα οποία αφορά η παρούσα και/ή στους διευθυντές και/ή αντιπροσώπους και/ή μετόχους και/ή απώτερους τελικούς δικαιούχους (ultimate beneficial owners) αυτών και/ή οποιοδήποτε πρόσωπο συνδέεται μετά των πιο πάνω αναφορικά με την έγερση και/ή προώθηση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή διαδικασίας και/ή της παρούσας Αίτησης από τους Ενάγοντες - Αιτητές μέχρι την αποκάλυψη και/ή την παράδοση των εγγράφων και/ή στοιχείων και/ή πληροφοριών τα οποία καλύπτονται από την παράγραφο Α ανωτέρω, και των υποπαραγράφων αυτής, και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου και/ή μέχρι τελείας ακροάσεως της παρούσας Αίτησης (περιλαμβανομένης και τυχόν εφέσεως που ήθελε καταχωρηθεί κατά της τελικής απόφασης του Δικαστηρίου). Δ. Ενδιάμεσο συμπληρωματικό και/ή επικουρικό και/ή προληπτικό διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει και/ή εμποδίζει τους Εναγόμενους 1 και/ή 2 - Καθ' ων η Αίτηση και/ή τους αξιωματούχους και/ή αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες αυτών και/ή οιονδήποτε φυσικό και/ή νομικό πρόσωπο ενεργεί εκ μέρους των από το να καταστρέψουν και/ή αλλοιώσουν και/ή τροποποιήσουν και/ή αποκρύψουν τα έγγραφα και/ή τα στοιχεία και/ή τις πληροφορίες που καλύπτονται από την παράγραφο Α, ανωτέρω, και τις υποπαραγράφους αυτής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου και/ή μέχρι τελείας ακροάσεως της παρούσας Αίτησης (περιλαμβανομένης και τυχόν εφέσεως που ήθελε καταχωρηθεί κατά της τελικής απόφασης του Δικαστηρίου)». Η Αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.28 Θ.Θ. 1-5, 6, 11, 12, Δ.39, Δ.48 Θ.Θ. 1, 2, 3, 7-9, 10-13, Δ.49, Δ.55, Δ.58 και Δ.64 Θ.Θ. 1-2, στα αρ. 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στα αρ. 29, 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου - Ν.14/60, στο άρ. 22 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, στο αρ. 5 του περί Επισήμων Γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμο Ν. 67/88, στον περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμος του 2007 - Ν. 188(Ι)/2007αρ.3, 4, 27, 46, 47, 59, 60, 61, 63, 64, 65 και 68, στα αρ. 70, 72, 73, 130 -139 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, στα αρ. 2, 3, 34, 36 - 39 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, στα αρ. 27, 29, 73,105, 111, 112, 158-169 και 180 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, στα αρ. 3 και 7 του ΚΕΦ. 9, στα αρ. 1 - 4
(1), 18, 19, 21, 25, 25Α, 26 και 29 του περί της Ρύθμισης των Εταιρειών Παροχής Διοικητικών Υπηρεσιών και Συναφών Θεμάτων Νόμο Ν. 196(Ι)/2012, στα αρ. 2Α, 29 του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου (66(I)/1997), στο κοινό δίκαιο και το δίκαιο της επιείκειας (equity law), στις αρχές που σχετίζονται με τα διατάγματα τύπου και/ή φύσης Norwich Pharmacal και/ή τις νομολογιακές αρχές της Bankers Trust Co v. Shapira και/ή στις αρχές του εντοπισμού και/ή ιχνηλάτησης (tracing principles) ως και επί της εγγενούς εξουσίας και πρακτικής του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση στην οποία προβαίνει η XXXXX XXXXX Κουσταή εκ των δικηγόρων των Εναγόντων. Η κα Κουσταή αναφέρει ότι οι Ενάγοντες είναι ιδιωτική εταιρεία ιδρυθείσα στην Μάλτα με μέτοχους τις επίσης Μαλτέζικες εταιρείες E- Management Ltd και Harbour House Holding Limited. Τελικός δικαιούχος των εταιρειών και διευθυντής τους είναι ο κ. XXXXX XXXXX Behr. Οι Ενάγοντες ασχολούνται με την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών με ειδικότητα στην πληροφορική και παρέχουν υπηρεσίες στην συνδεδεμένη με αυτούς εταιρεία Realm Entertainment Limited. Η τελευταία αποτελεί εταιρεία τυχερών παιχνιδιών. H εταιρεία Zapiro Trading Ltd είναι Κυπριακή εταιρεία με διευθυντή τον κ. XXX Δημοσθένους και μέτοχο την εγγεγραμμένη στα BVI εταιρεία Phoenix Assets Groups Limited. Μέτοχοι πλειοψηφίας της Phoenix είναι δύο εταιρείες επίσης εγγεγραμμένες στα BVI, οι Hamilton United Limited και Oselia Services Limited, οι μετοχές των οποίων κατέχονται από εταιρεία παροχής υπηρεσιών προς όφελος του κ. XXX Δημοσθένους ως τελικού δικαιούχου. Η εταιρεία CFS - ZIPP Limited είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στο Ηνωμένο Βασίλειο, και είναι εξουσιοδοτημένο ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος και δραστηριοποιείται στον χρηματοοικονομικό τομέα και ιδίως στην χρηματοοικονομική διαμεσολάβηση, άσκησε δε το δικαίωμα της για εγκατάσταση και ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στην Κύπρο. Όπως φαίνεται από το δημόσιο μητρώο, η ZIPP έχει δηλώσει, μεταξύ άλλων, σαν αντιπρόσωπο της την Zapiro από την 13.10.2016 αλλά από την επίσημη ιστοσελίδα της Financial Conduct Authority του ΗΒ φαίνεται ότι η σύνδεση μεταξύ ZIPP και Zapiro έχει τερματιστεί από τις 18.2.
  1. Το γεγονός αυτό προκάλεσε τις υποψίες των Εναγόντων περί δολίου και απατηλού σχεδίου και οδήγησαν σε καταχώριση της αγωγής αρ. 263/20 εναντίον των Zapiro, XXX Δημοσθένους, ZIPP και XXX Hunter. Όσον αφορά στο υπόβαθρο γεγονότων της πιο πάνω αγωγής, η κα Κουσταή επεξηγεί ότι οι Ενάγοντες την 13.7.2016 είχαν συνάψει συμφωνία με την Zapiro δια της οποίας οι τελευταίοι συμφώνησαν όπως επιτρέψουν στους Ενάγοντες την χρήση του λογισμικού τους που διευκολύνει την δημιουργία, διαμονή και αποδοχή ηλεκτρονικών προσωπικών αναγνωριστικών αριθμών (ΕΡΙΝ). Οι κωδικοί αυτοί είναι ένας μοναδικός 16ψήφιος αριθμός με συναφή αξία και ημερομηνία λήξης που μπορούν οι πελάτες να ξοδέψουν για αγορά αγαθών και υπηρεσιών. Οι Ενάγοντες θα παρείχαν στους πελάτες τους περιορισμένο φάσμα αγαθών και υπηρεσιών σε αντάλλαγμα της αξίας που σχετίζεται με το ΕΡΙΝ. Η Zapiro θα αναλάμβανε την επεξεργασία των διαδικτυακών πληρωμών των πελατών των Εναγόντων, θα κρατούσε 4.75% επί της αξίας συναλλαγής και θα πλήρωνε το υπόλοιπο στον καθορισμένο λογαριασμό των Εναγόντων. Το 2018 η τράπεζα που η Zapiro χρησιμοποιούσε τέθηκε σε διαχείριση από την Κυβέρνηση της Μάλτας και οι Ενάγοντες κατάφεραν να αποκτήσουν δικό τους ηλεκτρονικό πορτοφόλι (e-wallet account). Ζήτησαν από την Zapiro να αποπληρώσει το οφειλόμενο σε αυτούς ποσό που κατά την 26.6.2019 ανέρχετο σε €5.276.246,
  2. Στο πλαίσιο της αγωγής αρ. 263/20 εξεδόθη απαγορευτικό διάταγμα εναντίον των Zapiro και Δημοσθένους που τους απαγορεύει να μεταφέρουν οποιοδήποτε ποσό βρίσκεται κατατεθειμένο σε τραπεζικούς λογαριασμούς σε τράπεζες είτε εντός είτε εκτός δικαιοδοσίας μέχρι του πιο πάνω ποσού. Οι Ενάγοντες έχουν ενημερωθεί από τρίτα πρόσωπα ότι η Zapiro απέστειλε ειδοποίηση σε συνεργάτες της ότι αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα που την καθιστούν αφερέγγυα και θα προχωρήσει με εκκαθάριση. Στην προαναφερόμενη αγωγή καταχωρίστηκαν ενστάσεις στο προσωρινό διάταγμα τόσο από τους εκεί Καθ'ων η Αίτηση όσο και από εταιρείες στις οποίες είχε δοθεί άδεια να παρέμβουν. Στην εν λόγω αίτηση παρέμβασης αλλά και στις ενστάσεις των εταιρειών που παρενέβησαν γίνεται αναφορά σε δύο Κυπριακές εταιρείες, τις UCS Group Limited και UCS Financial Limited. Συγκεκριμένα λέχθηκε ότι οι παρεμβαίνοντες αλλά και η ZIPP μέσω των υπηρεσιών πληρωμών που τους πρόσφεραν οι εταιρείες UCS διατηρούν καταθέσεις σε λογαριασμό ως ποσά πελατών με την ZIPP ύψους €1.061.178,78 και ζήτησαν όπως τυχόν χρηματικά υπόλοιπα που τους ανήκουν εξαιρεθούν από το διάταγμα παγοποίησης. Οι Ενάγοντες, ισχυρίζεται η κα Κουσταή, τίποτε δεν γνωρίζουν για την σχέση των τρίτων μερών με την ZIPP ή των εταιρειών UCS ή τους τελικούς δικαιούχους αυτών προκειμένου να διαπιστωθεί αν όντως τα τρίτα αυτά μέρη αποτελούν ανεξάρτητα πρόσωπα που δεν σχετίζονται ευθέως με τους Zapiro, Δημοσθένους, ZIPP ή UCS και κατά πόσο η διαδικασία παρέμβασης έγινε σε μία προσπάθεια να εξαιρεθεί εκ της πλαγίου οδού το ποσό των €1.061.178,78 από το βεληνεκές του διατάγματος. Οι ανησυχίες των Εναγόντων περί σύνδεσης των πιο πάνω προκύπτουν από έρευνα που έγινε στο LinkedIn του κ. Δημοσθένους όπου φαίνεται ότι υπάρχει σύνδεση αυτού με τον όμιλο UCS αφού διετέλεσε μέλος του εκτελεστικού συμβουλίου της UCS Financial Group Inc, που είναι Αμερικάνικη εταιρεία στην ιστοσελίδα της οποίας ο κ. Δημοσθένους δηλώνεται ως υπάλληλος αυτής. Η UCS Financial Limited παρείχε το eMoney Safe Wallet, του οποίου όμως ανεστάλησαν οι δραστηριότητες και η UCS Financial Limited χρησιμοποιεί το προϊόν 'instakasa'. Η Ομνύουσα εισηγείται ότι οι ομοιότητες μεταξύ των προϊόντων 'paykasa' της Zapiro και 'instakasa' και 'moneysafe' της UCS Financial Limited, σε συνδυασμό με την σύνδεση του κ. Δημοσθένους με τις εταιρείες UCS, οδηγεί σε μεγάλη και υπαρκτή πιθανότητα οι εν λόγω εταιρείες να έχουν λάβει μέρος στην αδικοπραγία που έχουν υποστεί οι Ενάγοντες και που οδήγησε σε ζημιά ύψους €5.276.246,
  3. Ειδικότερα, οι Ενάγοντες ανησυχούν κατά πόσο ο κ. Δημοσθένους διατηρεί 'κανάλι' προκειμένου να μετακινεί κεφάλαια. Είναι η θέση της κας Κουσταή ότι οι Ενάγοντες χρειάζεται να λάβουν στοιχεία και πληροφορίες μέσω των οποίων να αναγνωρίζονται όλοι οι πραγματικοί αδικοπραγούντες και να προσπαθήσουν να εντοπίσουν και αποδείξουν την αλυσίδα των επιβλαβών γεγονότων ώστε να ληφθούν δικαστικά διαβήματα εναντίον όλων των συμμετεχόντων. Δεν μπορούν να αποκλείσουν το ενδεχόμενο, εισηγείται, να συνέργησαν και άλλα άτομα στην αδικοπραξία που έχουν υποστεί ενώ αναζητούν να ιχνηλατήσουν περιουσιακά στοιχεία τα οποία τους ανήκουν. Οι Εναγόμενοι αρ. 1 και 2 αρνήθηκαν να απαντήσουν στα ερωτήματα τους επικαλούμενοι το τραπεζικό απόρρητο. Αναγνωρίζει η Ομνύουσα ότι οι Ενάγοντες δεν έχουν οποιαδήποτε απτά στοιχεία που να υποδεικνύουν με βεβαιότητα με ποιες τράπεζες συνεργάζονται οι Zapiro, ZIPP, Δημοσθένους και UCS και ζητά από το Δικαστήριο να κάμψει το απόρρητο και να διατάξει την αιτούμενη αποκάλυψη. Σκοπός των Εναγόντων, δηλώνει, είναι η χρήση των πληροφοριών για να προωθήσουν δικαστικές διαδικασίες στην ημεδαπή εναντίον οποιουδήποτε προσώπου έχει εμπλακεί στην αδικοπραγία και να επιδιώξουν όλα τα απαραίτητα νομικά μέτρα προκειμένου να μετριαστούν οι απώλειες και να φέρουν ενώπιον της δικαιοσύνης όλους τους αδικοπραγούντες που εμπλέκονται. Θα είναι δε υποχρεωμένοι να χρησιμοποιήσουν τις πληροφορίες μόνο σε αστικής φύσης διαδικασίες. Την 11.12.2020 τόσο η Αίτηση όσο και η αγωγή εναντίον της Εναγομένης αρ. 2 αποσύρθηκαν. Η Εναγόμενη αρ. 1 καταχώρισε Ένσταση στην Αίτηση η οποία στηρίζεται βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.28 Θ.Θ. 1-4, Δ.48 Θ.Θ. 1-7, Δ.64, στο αρ. 29 του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου (Ν.66(Ι)/1997), στα αρ. 4 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στα αρ. 29, 31, και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/1960, στον περί της Προστασίας των Φυσικών Προσώπων Έναντι της Επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και της Ελεύθερης Κυκλοφορίας των Δεδομένων αυτών Νόμο του 2018 (Ν.125(I)/2018), στα αρ. 3 και 22 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.9, στην σχετική νομολογία, στις αρχές της επιείκειας και του κοινοδικαίου και στην σύμφυτη εξουσία, διακριτική ευχέρεια και πρακτική του Δικαστηρίου. Σε αυτήν προβάλλονται 7 λόγοι ένστασης τους οποίους κρίνω χρήσιμο να παραθέσω αυτούσιους: «
  4. Η Ελληνική Τράπεζα δεν μπορεί νομίμως να αποκαλύψει αυτά που ζητά η Ενάγουσα λόγω του ότι δεσμεύεται από συμβατική και/ή άλλη σχέση εμπιστοσύνης και/ή λόγω του ότι υποχρεούται να τηρεί τραπεζικό απόρρητο σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 29 του Περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου, Ν.66(Ι)/1997και/ή λόγω του έχει καθήκον εχεμύθειας, εμπιστευτικότητας και δέουσας επιμέλειας.
  5. Οι πληροφορίες τις οποίες ζητά η Ενάγουσα από την Ελληνική Τράπεζα αποτελούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, σύμφωνα με την έννοια του άρθρου 2 του περί της Προστασίας των Φυσικών Προσώπων Έναντι της Επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και της Ελεύθερης Κυκλοφορίας των Δεδομένων αυτών Νόμος του 2018 (Ν. 125(I)/2018)και δεν μπορούν να αποκαλυφθούν και/ή τυγχάνουν προστασίας σύμφωνα με τις διατάξεις της σχετικής νομοθεσίας.
  6. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 και/ή της επί του θέματος νομολογίας και/ή δεν έχει αποδειχθεί ότι η μη αποκάλυψη των αιτούμενων πληροφοριών θα δημιουργήσει ανεπανόρθωτη ζημιά στην Ενάγουσα.
  7. Δεν υπάρχει μαρτυρία ή ισχυρισμός για ανάμειξη της Ελληνικής Τράπεζας σε κάποια αδικοπραξία.
  8. Αν τυχόν εκδοθεί οποιοδήποτε εκ των αιτούμενων διαταγμάτων, το χρονικό περιθώριο των 10 ημερών είναι υπερβολικά και/ή αδικαιολόγητα σύντομο και θα πρέπει να τεθεί χρονικό περιθώριο τουλάχιστον 60 ημέρες από την επίδοση του διατάγματος.
  9. Αν τυχόν εκδοθεί οποιοδήποτε διάταγμα εναντίον της Ελληνικής Τράπεζας, θα πρέπει να συνοδεύεται από ρητή υποχρέωση της Ενάγουσας: 6.
  10. Να μην χρησιμοποιήσει εναντίον της Ελληνικής Τράπεζας σε οποιαδήποτε διαδικασία οποιοδήποτε στοιχείο, έγγραφο ή πληροφορία περιέλθει εις γνώση της ή στην κατοχή της ή εις γνώση ή στην κατοχή των δικηγόρων της, και 6.
  11. Να αποζημιώσει πλήρως την Ελληνική Τράπεζα για οποιαδήποτε τυχόν ζημιά αυτή ήθελε υποστεί λόγω της συμμόρφωσής της με οποιοδήποτε διάταγμα ήθελε εκδοθεί καθώς και για όλα τα έξοδα που θα υποστεί η Ελληνική Τράπεζα για σκοπούς συμμόρφωσης, συμπεριλαμβανομένων των δικηγορικών και διοικητικών της εξόδων.
  12. Το λεκτικό κάποιων εκ των αιτητικών είναι αδικαιολόγητα και/ή ανεπίτρεπτα ευρύ και/ή ασαφές και/ή δεν μπορεί να ερμηνευθεί με βεβαιότητα και/ή θα προκαλέσει σύγχυση και/ή αδυναμία και/ή δυσκολία πιστής συμμόρφωσης. Ειδικότερα, σε περίπτωση έκδοσης οποιουδήποτε εκ των αιτούμενων διαταγμάτων, οι ακόλουθες φράσεις θα πρέπει να απαλειφθούν: 7.
  13. Παρ.Α.1: «με οποιοδήποτε πρόσωπο και/ή πρόσωπα αναγνωριστούν ως οι απώτεροι και/ή τελικοί δικαιούχοι αυτών» 7.
  14. Παρ.Α.1(α): «είτε ως πραγματικούς κατόχους και/ή ιδιοκτήτες και/ή ή ως απώτερους τελικούς δικαιούχους (BENEFICIAL OWNERS)»» Η Ένσταση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση του κ. XXX Σεργίου, εκ των υπαλλήλων της Εναγομένης αρ. 1 τράπεζας, ο οποίος αναφέρει ότι η τράπεζα δεν μπορεί να συγκατατεθεί στα αιτήματα των Εναγόντων αφού δεσμεύεται από υποχρέωση εμπιστοσύνης προς τους πελάτες της αλλά και υποχρέωση τήρησης του τραπεζικού απορρήτου. Στο πλαίσιο του καθήκοντος για τήρηση των αρχών της εχεμύθειας, εμπιστευτικότητας και δέουσας επιμέλειας προς τους πελάτες της δεν μπορεί να αποκαλύψει οποιεσδήποτε εμπιστευτικές ή απόρρητες πληροφορίες. Εισηγείται περαιτέρω ότι δεν έχει αποκαλυφθεί οποιαδήποτε μαρτυρία που να δείχνει ότι η Εναγόμενη αρ. 1 έχει αναμειχθεί με οποιοδήποτε τρόπο (αθώα ή μη) στην επίδικη αδικοπραξία ώστε να την έχει διευκολύνει. Εισηγείται επιπλέον ότι, αν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, αυτά θα πρέπει να περιοριστούν με τον τρόπο που παραθέτει. Αμφότεροι οι συνήγοροι αγόρευσαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους. Συγκεκριμένη αναφορά σε επιμέρους εισηγήσεις αυτών θα γίνει πιο κάτω στην παρούσα όπου κριθεί απαραίτητο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στην διαδικασία αιτήσεων για προσωρινό διάταγμα το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την επιτυχία της αίτησης. Σε περιπτώσεις όπου αυτό που επιζητείται είναι διάταγμα αποκάλυψης πληροφοριών και εγγράφων το οποίο εμπίπτει στις αρχές της Επιείκειας όπως καθιερώθηκαν από την απόφαση Norwich Pharmacal Co and others v. Commissioner of Customs and Excise
(1973)2 All E.R. 943 πρέπει επιπλέον να πληρούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται από τη Νομολογία. Σημειώνεται ότι το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας ούτε οδηγείται σε εξαγωγή συμπερασμάτων αξιοπιστίας γιατί αυτό είναι κάτι που θα συμβεί κατά το στάδιο της δίκης (Jonitexo Ltd v. Adidas
(1983)1 CLR 263, Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248). Οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, και οι αρχές που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων με βάση το εν λόγω άρθρο, είναι οι ακόλουθες: (α) Να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση κατά την δίκη (β) Να υπάρχει πιθανότητα ο Αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία (γ) Το ότι χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Αν ικανοποιούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις το Δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. (βλ. Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 CLR 557) Όσον αφορά στην πρώτη προϋπόθεση, έχει λεχθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν της κατάδειξης μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα. Η δε δεύτερη προϋπόθεση, ήτοι η ύπαρξη πιθανότητας ο Ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία, αναφέρεται σε κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Ο Αιτητής απλά πρέπει να καταδείξει ότι έχει μια ορατή δυνατότητα επιτυχίας (Odysseos v. Pieris Estates and Others, πιο πάνω, στη σελ.569 και επόμενες). Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Επιπλέον, κρίνω χρήσιμο να παραθέσω απόσπασμα από την Avila Management Services Ltd v. Frantisek Stepanek κ.α. (πιο πάνω) στην οποία και παρατίθενται οι νομικές αρχές που διέπουν την εξέταση αιτημάτων για έκδοση διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal: «Το κοινοδίκαιο, εύπλαστο και εύκαμπτο, βοηθούμενο πάντοτε από τις αρχές της επιείκειας, δεν σταμάτησε ποτέ να εξελίσσεται, να αναδιπλώνεται και να προσαρμόζεται στις εκάστοτε απαιτήσεις του οικονομικού και κοινωνικού γίγνεσθαι της Αγγλικής κοινωνίας. Μέσα από αποφάσεις εξέχοντων νομικών, διαμορφωνόταν πάντοτε, αργά, προσεκτικά και σταθερά, το υπόβαθρο εκείνο που παρείχε ανάλογα το οπλοστάσιο ή την ασπίδα στην αντιμετώπιση των ραγδαία εξελισσόμενων καταστάσεων, τοπικών και παγκόσμιων. Τα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal εμπίπτουν σ' αυτή τη διάπλαση του δικαίου, επηρεάζοντας όλες τις χώρες που εφαρμόζουν τη φιλοσοφία του Αγγλοσαξωνικού δικαίου. Από το 1871, με την υπόθεση Upmann v. Elkan [1871] L.R. 12 Eq. 140, αναγνωρίσθηκε η ύπαρξη δικαιοδοσίας που επιβάλλει καθήκον σε άτομο που αναμείχθηκε με αδικοπραξίες άλλων ώστε να τις διευκολύνει, παρά το γεγονός ότι μπορεί να μην έχει το ίδιο προσωπική ευθύνη, να παραχωρήσει τη βοήθεια του δίδοντας πλήρεις πληροφορίες, αποκαλύπτοντας και τα ονόματα των αδικοπραγούντων. Η αρχή αυτή υιοθετήθηκε από τη Βουλή των Λόρδων στη Norwich Pharmacal - ανωτέρω -, η οποία στη συνέχεια εφαρμόστηκε και αναπτύχθηκε σε σειρά άλλων υποθέσεων, όπως την P v. T Ltd [1997] 1 WLR 1309. Σ' αυτήν, η Norwich Pharmacal επεκτάθηκε έτσι ώστε η αποκάλυψη εναντίον εναγομένου να είναι δυνατό να προσφέρει στον ενάγοντα τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει τους καρπούς της αποκάλυψης για να εγερθεί αγωγή εναντίον τρίτου προσώπου έστω και αν δεν θα ήταν δυνατό να διακριβωθεί χωρίς τις πληροφορίες, κατά πόσο το τρίτο αυτό πρόσωπο, διέπραξε αστικό αδίκημα εναντίον του ενάγοντα. Περαιτέρω, στην Ashworth Hospital Authority v. MGN Ltd [2002] UKHL 29, η Βουλή των Λόρδων αποφάσισε ότι ως θέμα αρχής δεν χρειάζεται η δικαιοδοσία αποκάλυψης να περιορίζεται στην αποκάλυψη της ταυτότητας του αδικοπραγούντος εναντίον τρίτου προσώπου που αναμείχθηκε στην αδικοπραξία μόνο σε υποθέσεις αστικών αδικημάτων, αλλά η δικαιοδοσία αυτή είναι γενικής φύσεως, στο δίκαιο της επιείκειας, εφαρμόσιμη οποτεδήποτε ένα πρόσωπο, εναντίον του οποίου διατάσσεται η αποκάλυψη, αναμείχθηκε («mixed up») σε παράνομες ενέργειες που επεμβαίνουν και παραβιάζουν τα νόμιμα δικαιώματα του ενάγοντα. Και ενώ αρχικά το διάταγμα εκδιδόταν με αναφορά στην αναγκαιότητα αποκάλυψης της ταυτότητας του αδικοπραγούντος, στην πορεία μετεξελίχθηκε ώστε να είναι δυνατή και η συλλογή διαφόρων σχετικών πληροφοριών, (Mercantile Group (Europe) AG v. Aiyela [1994] Q.B. 366). Στην Carlton Film Distributors Ltd v. VCI Plc [2003] EWHC 616, η αρχή επεκτάθηκε ακόμη περαιτέρω ώστε να είναι δυνατή η εφαρμογή της σε προτιθέμενη αγωγή παραβίασης συμβατικών υποχρεώσεων. Η υπόθεση αφορούσε την αποκάλυψη πληροφοριών από τρίτο άτομο το οποίο κατασκεύαζε εμπορεύματα εκ μέρους του προτιθέμενου εναγόμενου στην αγωγή που θα εγειρόταν, ώστε ο προτιθέμενος ενάγων να μπορούσε να διαμορφώσει με ακρίβεια την αξίωση του. Οι προϋποθέσεις εξέτασης και έκδοσης διατάγματος Norwich Pharmacal συνοψίστηκαν στην Mitsui & Co Ltd v. Nexen Petroleum UK Ltd [2005] EWHC 625, όπου λέχθηκε ότι: «(i) a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer; (ii) there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; and (iii) the person against whom the order is sought must: (a) be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; and (b) be able or likely to be able to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued.» Σε μετάφραση: «(i) πρέπει να έχει λάβει χώραν ή κατ' ισχυρισμόν να έχει λάβει χώραν μια αδικοπραξία από ένα τελικό αδικοπραγούντα, (ii) πρέπει να διαπιστώνεται ανάγκη για την έκδοση διατάγματος ώστε να είναι δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος και (iii) το πρόσωπο εναντίον του οποίου επιδιώκεται η έκδοση πρέπει: (α) να έχει αναμειχθεί κατά τρόπο που να έχει διευκολύνει την αδικοπραξία και (β) να είναι σε θέση ή πιθανόν να είναι σε θέση να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες που θα καταστήσουν δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος». Βεβαίως, η δυνατότητα έκδοσης του διατάγματος τελεί πάντοτε υπό την αίρεση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου το οποίο δεν θα ικανοποιήσει το αίτημα εάν οι πληροφορίες μπορούν να ληφθούν με κάποιο άλλο διαθέσιμο τρόπο ή το Δικαστήριο δεν πεισθεί ότι υπάρχει πράγματι πρόθεση έγερσης αγωγής εναντίον του αδικοπραγούντος. Περαιτέρω, το Δικαστήριο θα ζυγίσει παράγοντες όπως τη σοβαρότητα της συμπεριφοράς του κατ' ισχυρισμόν αδικοπραγούντος, (Interbrew SA v. Financial Times Ltd The Times 4.1.2002). Το ζητούμενο δεν είναι η ευκολία ή η επιθυμία λήψης των πληροφοριών, αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος. Εάν υπάρχουν γεγονότα τα οποία χρήζουν διερεύνησης κατά τη δίκη, δεν θεωρείται πρέπον να εκδοθεί διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal επί αιτήματος πριν την ίδια τη δίκη. Το διάταγμα δεν αποσκοπεί στην απλή ικανοποίηση της λήψης στοιχείων για σκοπούς περιέργειας». Όπως δε αναφέρθηκε στην Aldi Μarine Ltd v. Rual Trade Ltd κ.α., Πολ. Εφ. 182/12 και 184/12 ημερ. 18.1.2016, με βάση το δίκαιο της επιείκειας δεν αποκλείεται η έγερση αγωγής εναντίον προσώπου που εμμέσως εμπλέκεται σε αδικοπραγία ή που κατέχει πληροφορίες οι οποίες θα μπορούσαν να βοηθήσουν τον ενάγοντα να εγείρει δεύτερη αγωγή εναντίον των προσώπων που παραβιάζουν τα δικαιώματά του. (βλ. επίσης Mitsui & Co Ltd v Nexen Petroleum UK Ltd
(2005)3 All ER 511, Ramilos Trading Limited v Valentin Mikhaylovich Buyanovsky
(2016)EWHC 3175, Nikitin v Richards Butler κ.α.
(2007)All ER 129). Σε περιπτώσεις όπου, όπως και στην παρούσα, εκείνο που ζητείται είναι η έκδοση διατάγματος είδους Norwich Pharmacal, η πρώτη προϋπόθεση αφορά ουσιαστικά στην εξέταση του κατά πόσο υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση ότι έχει λάβει χώρα κάποια αδικοπραξία και αν οι Εναγόμενοι είναι πρόσωπα που είτε έχουν αναμειχθεί ή υποβοηθήσει στην τέλεση των παράνομων πράξεων. Σημειώνω ότι οι σε περιπτώσεις αγωγών αποκάλυψης και ιχνηλάτησης η πρώτη και δεύτερη προϋπόθεση του αρ. 32 είναι κατά κάποιο τρόπο αλληλένδετες. Η Εναγόμενη αρ. 1 προβάλλει την θέση ότι δεν υπάρχει ούτε σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση αλλά ούτε πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής σε σχέση με την ίδια αφού δεν έχει αποδειχθεί η διάπραξη κάποιας αδικοπραξίας εναντίον των Εναγόντων και ούτε γίνεται αντιληπτό πως η Εναγομένη αρ. 1 έχει αναμειχθεί σε μια τέτοια αδικοπραξία κατά τρόπο που να την έχει διευκολύνει. Πράγματι η σύνδεση της Εναγομένης αρ. 1 προβληματίζει. Όπως φαίνεται από την Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση οι ίδιοι οι Ενάγοντες δέχονται ότι: «.Οι Αιτητές δεν έχουν οποιαδήποτε απτά στοιχεία που να υποδεικνύουν με βεβαιότητα με ποιες τράπεζες συνεργάζονται οι Zapiro, κ. Δημοσθένους, ZIPP ή οι εταιρείες UCS .». Φαίνεται ότι η επιλογή της Εναγομένης αρ. 1 ως διάδικο έγινε με απλό γνώμονα το ότι αυτή δεν απάντησε σε επιστολή των Εναγόντων με την οποία να τους πληροφορεί ότι συγκεκριμένα πρόσωπα δεν διατηρούν λογαριασμό στην τράπεζα. Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα από το λεκτικό της παρ. 33 της Ένορκης Δήλωσης της κας Κουσταή, η οποία δηλώνει τα εξής: «Πληροφορούμαι ακόμη από τους συναδέλφους που χειρίζονται την υπόθεση των Αιτητών, ότι κατά την έκδοση του απαγορευτικού διατάγματος, ενημέρωσαν σχετικά διάφορα πιστωτικά ιδρύματα τόσο στην Κύπρο όσο και στο Ηνωμένο Βασίλειο, επισυνάπτοντας το διάταγμα για σκοπούς συμμόρφωσης σε περίπτωση που κάποια από τα μέρη (η Zapiro, ο κ. Δημοσθένους ή η ZIPP) διατηρούσαν τραπεζικό λογαριασμό (....). Όλα τα πιστωτικά ιδρύματα στα οποία γνωστοποιήθηκε το απαγορευτικό διάταγμα, πλην των Εναγομένων 1 και 2, ενημέρωσαν τους συναδέλφους ότι κανένα από τα προαναφερθέντα μέρη δε διατηρεί λογαριασμό με την τράπεζα τους, εξού και στην παρούσα έχουν περιληφθεί οι εν λόγω τράπεζες.». Όπως αναφέρθηκε στην Mitsui (πιο πάνω): «.it is clear that the exercise of the jurisdiction of the court under Norwich Pharmacal against third parties who are mere witnesses innocent of any participation in the wrongdoing being investigated is a remedy of last resort.The jurisdiction is only to be exercised if the innocent third parties are the only practicable source of information». Εκείνο που προκύπτει ξεκάθαρα από την Νομολογία είναι ότι απαιτείται όπως καταδειχθεί η σύνδεση των Εναγομένων, υπό την έννοια αυτοί να κατέχουν πληροφορίες λόγω της ανάμειξης τους ή της διευκόλυνσης που παρείχαν στην τέλεση της παράνομης πράξης. Στην υπό εξέταση περίπτωση δεν υπάρχει καμία μαρτυρία ότι η Εναγόμενη αρ. 1 κατέχει πληροφορίες λόγω ανάμειξης ή παροχής διευκόλυνσης στην αδικοπραξία. Εκφράζεται απλώς μία υποψία η οποία του δημιουργήθηκε ένεκα του ότι η τράπεζα δεν απάντησε στην επιστολή των Εναγόντων αρνούμενη ότι οι εταιρείες UCS διατηρούν με αυτήν λογαριασμούς. Συνεπώς αυτό που ζητείται με την Αίτηση είναι η εκμαίευση μαρτυρίας, πράγμα που εκφεύγει του εύρους εφαρμογής διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal. Tων πιο πάνω δεδομένων η Αίτηση δεν έχει πιθανότητες επιτυχίας και απορρίπτεται. Τα έξοδα δεν υπάρχει λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται υπέρ της Εναγομένης αρ. 1 - Καθ'ης η Αίτηση και εναντίον των Εναγόντων - Αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ............... Μ. Παπαδοπούλου, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.