← Κύπρος

ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ν. ΔΗΜΟΣ ΛΕΜΕΣΟΥ κ.α., Αγωγή αρ. 2567/2018, 3/8/2021

ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ν. ΔΗΜΟΣ ΛΕΜΕΣΟΥ κ.α., Αγωγή αρ. 2567/2018, 3/8/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A191 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 2567/2018 Μεταξύ: ΧΧΧΧ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ Ενάγουσα και

  1. ΔΗΜΟΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
  2. ΤΜΗΜΑ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ ΥΔΑΤΩΝ δια μέσου του ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εναγόμενοι και ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΝ ΛΕΜΕΣΟΥ-ΑΜΑΘΟΥΝΤΑΣ Τριτοδιάδικοι και ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εναγόμενος 2 Ημερομηνία: 03.08.2021 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κα Χ. Κωνσταντίνου για ΕΥΑΓΟΡΑΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ Για Εναγόμενο 1: κ. Χ. Μελίδης με κα Μ. Βασιλείου για ΗΛΙΑΣ ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ Για Εναγόμενο 2: κ. Α. Μελάς, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Για Τριτοδιάδικους: ΚΩΣΤΑΣ Π. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα καταχώρισε αγωγή με την οποία αξιώνει από τον Δήμο Λεμεσού, Εναγόμενο 1, και από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας υπό την ιδιότητά του ως ο αντιπρόσωπος της Κυπριακής Δημοκρατίας περιλαμβανομένου του Τμήματος Ανάπτυξης Υδάτων, Εναγόμενο 2, ποσό €2.300,00, για ζημιά που ισχυρίζεται ότι υπέστη. Αναφέρεται σε ολοκληρωτική καταστροφή του οχήματός της με αριθμό εγγραφής ΧΧΧΧ, όταν την 17.02.2018 στάθμευσε σε δημοτικό χώρο στάθμευσης στην οδό Χριστόδουλου Χατζηπαύλου στη Λεμεσό, λόγω έντονης βροχόπτωσης που προκάλεσε πλημμύρα ή ανεξέλεγκτη ροή επιφανειακών υδάτων εντός του χώρου στάθμευσης. Καταλογίζει στους Εναγόμενους 1 και 2 αμέλεια ή και παράβαση των νόμιμων καθηκόντων τους και δικογραφεί σχετικές λεπτομέρειες. Ενώ η Ενάγουσα περιέλαβε την πλήρη Έκθεση Απαίτησής της στην οπισθογράφηση του Κλητηρίου Εντάλματος που εξέδωσε, χρησιμοποίησε τον Τύπο 1 για το ειδικά οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα που προνοεί η Δ.2,κ.1 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Ο Εναγόμενος 1 καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης την 04.12.
  3. Ο Εναγόμενος 2 καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία την 30.11.2018, χωρίς οποιοδήποτε περαιτέρω διάβημα. Στο μεταξύ, η διαδικασία προχώρησε. Ο Εναγόμενος 1, κατόπιν διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 20.12.2018 για παράταση του χρόνου καταχώρισης της Έκθεσης Υπεράσπισής του, για το οποίο υπέβαλε αίτηση, την καταχώρισε την 04.01.2019, και Απάντηση στην Υπεράσπισή του καταχωρίστηκε από την Ενάγουσα την 10.01.
  4. Έπειτα, ο Εναγόμενος 1 προσεπικαλέστηκε για κάλυψη ή αποζημίωση ή συνεισφορά το Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντας, που με τη σειρά του εμφανίστηκε στη διαδικασία την 15.03.
  5. Ο Εναγόμενος 1 καταχώρισε Έκθεση Απαίτησης εναντίον του Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντας την 29.05.2019, Έκθεση Υπεράσπιση στην οποία καταχωρίστηκε την 23.09.2019 και ακολούθως Απάντηση στην Υπεράσπιση την 25.09.
  6. Το Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντας προσεπικαλέστηκε περαιτέρω για κάλυψη ή αποζημίωση ή συνεισφορά τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Παρά το γεγονός ότι ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας είναι ο Εναγόμενος 2, έγινε χρήση της διαδικασίας τριτοδιαδίκου και ονομάστηκε ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας (Εναγόμενος 2) παράλληλα και «Τεταρτοδιάδικος». Στο εξής, θα αναφέρεται απλά ως ο Εναγόμενος
  7. Στο μεταξύ, ο Εναγόμενος 1, με κλήση για οδηγίες ημερομηνίας 25.09.2019, την 09.12.2019 έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου την υπόθεση για οδηγίες αναφορικά με την απαίτησή του εναντίον του Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντας, ως προς την οποία τα δικόγραφα έχουν συμπληρωθεί. Την 09.12.2019, που το Δικαστήριο επιλήφθηκε της υπόθεσης μεταξύ του Εναγόμενου 1 και του Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντας, έδωσε οδηγίες για ένορκες αποκαλύψεις εγγράφων, ορίζοντας την υπόθεση για περαιτέρω οδηγίες την 03.02.
  8. Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, την 26.11.2019, καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης στην απαίτηση του Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντας, υπό διαμαρτυρία, χωρίς περαιτέρω διάβημα. Καταχώρισε και Έκθεση Υπεράσπισης στην απαίτηση της Ενάγουσας την 09.12.2019, και Απάντηση στην Υπεράσπισή του καταχωρίστηκε την 13.12.
  9. Ενώ είχαν συμπληρωθεί τα δικόγραφα για τους Εναγόμενους 1 και 2 όσον αφορά την απαίτηση μεταξύ της Ενάγουσας μετά και την καταχώριση της Απάντησης στην Υπεράσπιση του Εναγόμενου 2 την 13.12.2019, η Ενάγουσα δεν εξέδωσε κλήση για οδηγίες για την απαίτησή της· μέχρι και σήμερα. Την 28.01.2020, εξέδωσε ειδικά οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα κάνοντας χρήση της Δ.2,κ.6 ΚΠΔ. Δι' αυτού, αναδιατύπωσε το όνομα του Εναγόμενου 2 ώστε αυτό, από «Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων δια μέσου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας» να είναι «Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας», αναγράφοντάς το ως τροποποιημένο τίτλο. Αναδιατύπωσε και την οπισθογραφημένη Έκθεση Απαίτησης, ιδίως τις παραγράφους 3 και 4, χωρίς να αλλάζει το εξ αρχής δεδομένο, ότι ενήγαγε τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για πράξεις ή παραλείψεις του Τμήματος Αναπτύξεως Υδάτων. Ενώ δεν φαίνονταν προωθείται η απαίτηση της Ενάγουσας, προωθούνταν ενώπιον του Δικαστηρίου η απαίτηση του Εναγόμενου 1 εναντίον του Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντας, ως προς την οποίαν έγιναν και οι ένορκες αποκαλύψεις εγγράφων την 03.02.2020 και την 31.01.2020 αντίστοιχα, και η οποία ορίζονταν κατ' επανάληψη για οδηγίες, αναμένοντας την προώθηση των λοιπών διαδικασιών. Το Δικαστήριο, διαπιστώνοντας ότι η υπόθεση περιπλέχθηκε διαδικαστικά, κάλεσε τους συνήγορους όλων των διαδίκων να ενημερώσουν ως προς τα διαβήματα που γίνονται για την προώθηση της υπόθεσης ενός εκάστου. Δεν ήταν επιθυμητό να θέσει μία υπόθεση του 2018, ταχείας εκδίκασης, εκτός πινακίου (όπου και πάλι θεωρείται εκκρεμής) μέχρι να τεθεί, εάν κάποτε τεθεί, η απαίτηση της Ενάγουσας ενώπιον του, ούτε να απορρίψει την αγωγή χωρίς να ακούσει την Ενάγουσα, αλλά ούτε και να προωθούνται διαδικασίες χωρίς να είναι γνωστό εάν και πώς προωθείται η απαίτηση της Ενάγουσας, από την οποίαν όλες οι άλλες διαδικασίες εξαρτώνται. Όρισε την υπόθεση, για τον σκοπό αυτό, την 07.04.2021, και έπειτα την 14.09.
  10. Στο μεταξύ, βάσει αίτησης του Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντας, η υπόθεση τέθηκε στο ενδιάμεσο ξανά ενώπιον του Δικαστηρίου, για οδηγίες ανταλλαγής δικογράφων μεταξύ του Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντας και του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Το Δικαστήριο έδωσε και τέτοιες οδηγίες, αλλά όρισε την υπόθεση ορίστηκε για έλεγχο την 29.06.2021, στο μεταξύ καλώντας εκ νέου τους συνηγόρους των διαδίκων να τοποθετηθούν για το ίδιο προαναφερόμενο ζήτημα. Κράτησε την υπόθεση κοντά του μέχρι να υπάρξει η ανάλογη ανταπόκριση. Σημειώνεται πως Έκθεση Απαίτησης του Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντας εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας καταχωρίστηκε την 15.04.2021, στην οποία, μέχρι στιγμής, δεν καταχωρίστηκε δικόγραφο του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Την 08.07.2021 ήταν που κατέστη εφικτό και οι συνήγοροι όλων των εμπλεκόμενων διαδίκων εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, για τις απαραίτητες εξηγήσεις. Τότε οι συνήγοροι των Εναγόμενων 1 και 2 εισηγήθηκαν ότι θα πρέπει να απορριφθεί η αγωγή της Ενάγουσας γιατί η Ενάγουσα δεν εξέδωσε κλήση για οδηγίες μέχρι σήμερα. Δεν θεωρούν, οι Εναγόμενοι 1 και 2, ότι μπορούσε η Ενάγουσα να εκδώσει τροποποιημένο Κλητήριο Ένταλμα βάσει της Δ.25 ΚΠΔ για να διορθώσει τον Τύπο του Κλητηρίου Εντάλματος ή για να αναδιατυπώσει το όνομα του Εναγόμενου 2 και, σε κάθε περίπτωση, ισχυρίστηκαν, ακόμα κι αν δικαιούνταν να το πράξει, και πάλι, από τον χρόνο που το έπραξε μέχρι και σήμερα, δεν εξέδωσε κλήση για οδηγίες, ενώ οι ίδιοι ουδέποτε παρέλειψαν να καταχωρίσουν Έκθεση Υπεράσπισης. Η θέση της Ενάγουσας, από την άλλη, ήταν ότι δικαιούνταν να προβεί στο διάβημα εκείνο με χρήση της Δ.25 ΚΠΔ. Θεωρεί ότι, με την καταχώριση του τροποποιημένου Κλητηρίου Εντάλματος, που σε κάθε περίπτωση δεν παραμερίστηκε και υφίσταται, τα δικόγραφα αναγκαστικά επανάνοιξαν, και οι Εναγόμενοι 1 και 2 παρέλειψαν να καταχωρίσουν τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης σε αυτό το τροποποιημένο Κλητήριο Ένταλμα. Γι' αυτό και την 05.07.2021 καταχώρισε και αίτηση για απόφαση εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2, λόγω παράλειψης καταχώρισης Έκθεσης Υπεράσπισης. Η πλευρά του Εναγόμενου 1 και της Ενάγουσας κατέθεσαν και γραπτώς την όλη επιχειρηματολογία τους, και είναι υπόψη του Δικαστηρίου ό,τι έχει από μέρους τους λεχθεί. Ως έχουν σήμερα οι διαδικαστικοί κανονισμοί, σύμφωνα με τη Δ.2,κ.
  11. ΚΠΔ, κάθε αγωγή ενώπιον του Δικαστηρίου, εκτός εάν προνοείται διαφορετικά, αρχίζει με Κλητήριο Ένταλμα. Προβλέπονται δύο τύποι Κλητηρίου Εντάλματος, ο Τύπος 1 και ο Τύπος
  12. Αμφότεροι ενημερώνουν το πρόσωπο που ενάγεται ότι κινήθηκε αγωγή εναντίον του για την απαίτηση ή και την αξίωση που υπάρχει στην οπισθογράφηση (γενική ή ειδική), και τον καλούν να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου με τον καθορισμένο τρόπο, ειδάλλως, σε περίπτωση παράλειψής του να εμφανιστεί, η διαδικασία δυνατόν να προχωρήσει στην απουσία του. Στον Τύπο 2 υπάρχει πρόσθετα και η προειδοποίηση ότι, σε περίπτωση παράλειψης του εναγόμενου να καταχωρίσει Έκθεση Υπεράσπισης εντός 14 ημερών από την τελευταία ημέρα που θα πρέπει να εμφανιστεί στη διαδικασία, ως ορίζει και η Δ.21,κ.1

(1)ΚΠΔ, δυνατόν, και πάλι, να προχωρήσει η διαδικασία και να εκδοθεί απόφαση εναντίον του. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην Δ.2,κ.6 ΚΠΔ, και σε όλες τις άλλες περιπτώσεις που δεν εξαιρούνται με βάση την Δ.2,κ.6
(4)ΚΠΔ (λίβελλος, συκοφαντία, κακόβουλη δίωξη, κ.λπ., υποθέσεις που ενέχουν το στοιχείο του δόλου), το Κλητήριο Ένταλμα μπορεί, κατ' επιλογή του Ενάγοντος, να είναι ειδικά οπισθογραφημένο (specially indorsed), και να περιέχει την πλήρη Έκθεση Απαίτησής του ή την θεραπεία που αξιώνει, σύμφωνα με τον Τύπο 2. Συνάγεται, εκ της Δ.2,κ.6
(4)ΚΠΔ, ότι στις υποθέσεις που εξαιρούνται (π.χ. λίβελλος κ.λπ.), θα πρέπει υποχρεωτικά να χρησιμοποιείται γενικά οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, σύμφωνα με τον Τύπο
  1. Σύμφωνα με τη Δ.20,κ.
  2. ΚΠΔ, στις περιπτώσεις όπου εκδίδεται ειδικά οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, δεν χρειάζεται περαιτέρω Έκθεση Απαίτησης, εκτός εάν το Δικαστήριο διατάξει σχετικά. Στις άλλες περιπτώσεις, θα πρέπει να καταχωριστεί ξεχωριστό δικόγραφο Έκθεσης Απαίτησης. Για το ποια πρακτική σημασία μπορεί να έχει ακόμα ο διαχωρισμός των Τύπων στο Κλητήριο Ένταλμα, κάποια καθοδήγηση δίνει και η Φαλέκκος ν. Χριστοφίδη
(2013)1(Γ) Α.Α.Δ. 2534, 2539-2545, που έτυχε και πολύ πρόσφατης επανάληψης στην Παπακοκκίνου ν. Makaza Construction Ltd, ECLI:CY:AD:2021:A351, Πολ. Έφ. 27/2014, ημερομηνίας 22.07.2021. Στην προκειμένη περίπτωση, η Ενάγουσα ακολούθησε τον Τύπο 1 όσον αφορά την ενημέρωση που παρείχε στους Εναγόμενους κατά την κλήτευσή τους, ωστόσο οπισθογράφησε πλήρως την Έκθεση Απαίτησής της, σε σχέση με την οποία δεν προβλέπεται υποχρεωτικός τύπος Κλητηρίου Εντάλματος, εφόσον οι νομικές της βάσεις είναι η αμέλεια και η παράβαση νόμιμου καθήκοντος. Οι Εναγόμενοι εμφανίστηκαν στη διαδικασία χωρίς να έχει προκληθεί οποιαδήποτε σύγχυση ή αδικία, και δεν φαίνεται στο Δικαστήριο να ανέμεναν, οι Εναγόμενοι 1 και 2, ότι θα καταχωριστεί από την Ενάγουσα και Έκθεση Απαίτησης ή περαιτέρω Έκθεση Απαίτησης, εξαιτίας του Τύπου του Κλητηρίου Εντάλματος που χρησιμοποίησε, αλλά ούτε και να νόμισαν ότι, ελλείψει της ειδοποίησης του Τύπου 1 σε σχέση με την παράλειψη καταχώρισης Έκθεσης Υπεράσπισης εντός 14 ημερών, δεν θα έπρεπε να καταχωρίσουν τις Εκθέσεις Υπεράσπισής τους· δεν επηρεάστηκαν δυσμενώς. Και οποιοσδήποτε τυχόν επηρεασμός τους θα ήταν ενδεχομένως αντιμετωπίσιμος με σχετική διαταγή ως προς τα έξοδα (π.χ. της αίτησης της Ενάγουσας για απόφαση λόγω παράλειψης καταχώρισης Έκθεσης Υπεράσπισης). Ο Εναγόμενος 1 καταχώρισε την Έκθεση Υπεράσπισής του, όπως και ο Εναγόμενος 2, ο τελευταίος κατόπιν αίτησης της Ενάγουσας για απόφαση λόγω παράλειψης καταχώρισης υπεράσπισης, χωρίς οποιοσδήποτε να θέσει σχετικό ζήτημα. Φρονώ πως δεν υπήρξε τέτοιο ελάττωμα στην έναρξη της διαδικασίας της αγωγής που να επηρεάζει ουσιωδώς τη διαδικασία ή και ως προς το κύρος της (άλλωστε δεν θα ήταν δυνατόν να ακυρωθεί η διαδικασία λόγω λανθασμένου εναρκτήριου μέσου), και στο μεταξύ εξελίχθηκε θεραπεύοντας οποιοδήποτε ελάττωμα. Συναφώς, ακόμα κι αν είχε εγείρει, ο Εναγόμενος 1, σχετικό ζήτημα, υπό τύπο προδικαστικής ένστασης στο δικόγραφό του, δεν ήταν λόγος αυτός να οδηγήσει την Ενάγουσα σε κάποιαν απόφαση να προβεί σε διόρθωση, πόσω μάλλον δια της Δ.25 ΚΠΔ, όπως θα εξηγηθεί και στη συνέχεια. Έπειτα, εφόσον ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας εμφανίστηκε στη διαδικασία, ως ο Εναγόμενος 2, και δεν υπήρξε οποιαδήποτε σύγχυση σε σχέση με το ποιος ενάγεται και υπό ποια ιδιότητα, δεν ήταν αναγκαία κάποια διόρθωση στη διατύπωση του τρόπου αναγραφής του ονόματός του, πόσω μάλλον, και πάλι, δια της Δ.25 ΚΠΔ. Ο Εναγόμενος 2, σημειώνεται, και ο ίδιος ήγειρε προδικαστική ένσταση, λέγοντας ότι δεν τηρήθηκαν οι πρόνοιες του άρθρου 57 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 και/ή ότι ενάγεται λανθασμένο πρόσωπο, οδηγώντας την Ενάγουσα στην απόφαση να χρησιμοποιήσει τη Δ.25 ΚΠΔ· λανθασμένα, κατά τη γνώμη μου. Λανθασμένα γιατί η Δ.25,κ.1 ΚΠΔ, παρότι αναφέρεται σε τροποποίηση «Κλητηρίου Εντάλματος», δεν εννοεί σε οποιαδήποτε περίπτωση την αλλαγή του προκαθορισμένου τύπου του Κλητηρίου Εντάλματος, ώστε από Τύπος 1 να γίνει Τύπος 2, αλλά την οπισθοφράφηση που φέρει το Κλητήριο Ένταλμα, είτε ως γενικά είτε ως ειδικά οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, αναλόγως του τι χρησιμοποιείται σε κάθε περίπτωση για την έναρξη της δικαστικής διαδικασίας· του περιεχομένου του που αφορά στην απαίτηση ή την αξίωση του προσώπου που ενάγει. Στις περιπτώσεις όπου τροποποιείται η Έκθεση Απαίτησης, είτε είναι ειδικά και πλήρως οπισθογραφημένη είτε εκτίθεται σε ξεχωριστό δικόγραφο Έκθεσης Απαίτησης, ενώ υπάρχει ήδη καταχωρισμένη Έκθεση Υπεράσπισης σε αυτήν, δυνατόν η τροποποίηση στην οποία προέβη ο ενάγων να δημιουργεί την ανάγκη τροποποίησης και της Έκθεσης Υπεράσπισης του εναγόμενου. Είναι σε τέτοια περίπτωση μόνον που δημιουργείται η ανάγκη να υποβάλλεται «τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης». Δεν είναι υποχρεωμένος, ο εναγόμενος, να τροποποιήσει και ο ίδιος το δικόγραφό του, ακόμα και όταν δεν χρειάζεται, επειδή ο ενάγων τροποποίησε το δικό του. Και η ίδια η Δ.25,κ.1
(2)ΚΠΔ, στο δεύτερο εδάφιο, αναφέρει πως «όπου ο εναγόμενος τροποποιεί το δικόγραφό του», γιατί δεν είναι υποχρεωμένος ο εναγόμενος να τροποποιήσει το δικόγραφό του σε κάθε περίπτωση, μόνο και μόνο επειδή ο ενάγων τροποποίησε το δικό του δικόγραφο. Δεν είναι δυνατόν ο ενάγων να ακυρώνει, με την τροποποίησή του, υπερασπίσεις εναγόμενων ή να τους χρεώνει διαδικαστικές παραλείψεις, πόσω μάλλον όταν οι εναγόμενοι, βασιζόμενοι στις υπερασπίσεις τους, ενεργοποίησαν περαιτέρω διαδικασίες. Νοείται πως, εάν υπάρχει μέρος της απαίτησης του ενάγοντος που δεν καλύπτεται από την υφιστάμενη υπεράσπιση του εναγόμενου, ο ενάγων έχει το δικαίωμα να αποταθεί για έκδοση απόφασης ως προς αυτό το μέρος, λόγω παράλειψης υπεράσπισης, εάν φυσικά δικαιολογείται, ή σε κάθε περίπτωση να θεωρήσει ότι κάποιοι δικογραφημένοι ισχυρισμοί του έχουν παραμείνει αναντίλεκτοι, εάν δεν απαντώνται στο δικόγραφο του εναγόμενου με τον τρόπο που διαλαμβάνουν οι διαδικαστικοί κανονισμοί. Στην προκειμένη περίπτωση, οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν θεώρησαν ότι θα πρέπει να καταχωρίσουν «τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης». Καθόλου αδικαιολόγητα, εφόσον η «τροποποίηση» που επέφερε η Ενάγουσα, ακόμα κι αν θεωρούνταν πως καλώς χρησιμοποίησε τη Δ.25 ΚΠΔ, δεν ήταν τέτοια που να αλλάζει την πραγματική εκδοχή, την εκδοχή δηλαδή ως προς τα γεγονότα που συνθέτουν την απαίτηση και αξίωσή της ή ακόμα και ως προς τις λεπτομέρειες αμέλειας ή παράβασης νόμιμων καθηκόντων που καταλογίζει στους Εναγόμενους 1 και 2, και που οι τελευταίοι ήδη αρνούνται. Ακόμα κι αν οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν το δήλωσαν οπουδήποτε ότι δεν επιθυμούν να καταχωρίσουν «τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης», για να γνωρίζει η Ενάγουσα - και δεν υπάρχει θεσμοθετημένη διαδικασία ο εναγόμενος να δηλώνει ότι δεν επιθυμεί να τροποποιήσει, αλλά εξυπακούεται ότι δεν επιθυμεί, εάν δεν το πράξει - δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι παρέλειψαν να καταχωρίσουν γενικά υπεράσπιση, εφόσον είναι καταχωρισμένα τα δικόγραφά τους, οι Εκθέσεις Υπεράσπισής τους, τις οποίες το Δικαστήριο δεν θα αγνοήσει απλά επειδή η Ενάγουσα αποφάσισε να εκδώσει, σε διαδικασία που έχει ήδη αρχίσει και φτάσει σε στάδιο προδικασίας, τροποποιημένο Κλητήριο Ένταλμα, για τους σκοπούς που το έπραξε. Όφειλε, η Ενάγουσα, ακόμα κι αν καλώς χρησιμοποιούσε την Δ.25 ΚΠΔ, απλά να προωθήσει την απαίτησή της, εάν δεν τροποποιούσαν και οι Εναγόμενοι 1 και 2 τα δικά τους δικόγραφα εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας. Όπως, όμως, προαναφέρθηκε, το Δικαστήριο θεωρεί λανθασμένη και την από μέρους της Ενάγουσας χρήση της Δ.25, κ.1 ΚΠΔ, για τους σκοπούς για τους οποίους έγινε η χρήση της, δηλαδή για να διορθωθεί ο Τύπος του Κλητηρίου Εντάλματος και για να αποσαφηνιστεί ότι είναι ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας που ενάγεται ως Εναγόμενος 2 και όχι το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων. Εάν η Ενάγουσα θεωρούσε ότι υπάρχει λάθος ή ελάττωμα στη διαδικασία, θα έπρεπε να αποταθεί στο Δικαστήριο, έργο του οποίου είναι να διορθώνει οποιαδήποτε λάθη ή ελαττώματα στη διαδικασία, όπου υπάρχει περιθώριο διόρθωσης, ή και να εκδίδει ανάλογες διαταγές. Συναφώς προβλέπουν και οι Δ.25,κκ.5,6 ΚΠΔ και Δ.64 ΚΠΔ. Δεν νομιμοποιείται, η Ενάγουσα, να διορθώνει από μόνη της διαδικασίες ή τύπους που θεωρεί ελαττωματικούς ή λανθασμένους, απαντώντας ή ακόμα και προς αφαίρεση του εδάφους προδικαστικών ενστάσεων ή υπερασπιστικών ισχυρισμών των αντιδίκων της. Αντίστοιχα, ελαττώματα της διαδικασίας ως αυτή εκτυλίσσεται ενώπιον του Δικαστηρίου δεν εγείρονται δια προδικαστικών ενστάσεων στα δικόγραφα (άλλο ρόλο εξυπηρετούν τα δικόγραφα και οι προδικαστικές ενστάσεις σε αυτά), ούτε είναι δυνατόν να αποπροσανατολίζουν ή και να δημιουργούν περιπλοκές, όπως συνέβη στην παρούσα περίπτωση. Ακόμα κι αν ίσχυε η εκδοχή που προδικαστικά ήγειρε ο Εναγόμενος 2 στο δικόγραφό του, ότι ενάγεται λανθασμένο πρόσωπο, παρόλο που εμφανίστηκε ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας και πρόβαλε ουσιαστική υπεράσπιση, η Δ.25 ΚΠΔ δεν προσφέρεται για αντικατάσταση διαδίκων· υπάρχουν συναφείς διαταγές για τέτοιο σκοπό, που χρησιμοποιούνται και με την συμμετοχή του Δικαστηρίου. Η τροποποίηση των δικογράφων που γίνεται δια της Δ.25 ΚΠΔ χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου υφίσταται για να τελειώνεται ο δικογραφημένος λόγος των διαδίκων χωρίς την ανάγκη να εμπλέκεται το Δικαστήριο. Ωστόσο, δεν η Δ.25 ΚΠΔ δεν είναι δεκτική καταχρήσεων και δεν χρησιμοποιείται για να εξυπηρετούνται οποιουδήποτε άλλοι σκοποί, περιλαμβανομένης της διόρθωσης λαθών σε σχέση με την έναρξη της διαδικασίας ή τα πρόσωπα που περιλήφθηκαν στην αγωγή ως εναγόμενοι. Ωστόσο, συμμερίζομαι και τη θέση της Ενάγουσας (έναντι στην οποίαν όμως είναι η ίδια έπραξε αντίθετα με τα λεγόμενά της) ότι δεν ενήγαγε λανθασμένο πρόσωπο, επειδή απλά ανέγραψε με έναν διαφορετικό τρόπο τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας στη θέση του Εναγόμενου 2, σε μια προσπάθειά της να διασαφηνίσει και δια του τίτλου της αγωγής ότι τον ενάγει για απαίτησή της εναντίον του Τμήματος Αναπτύξεως Υδάτων. Νοείται ότι, εάν κατ' ουσία έπρεπε να ενάγει τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ή όχι, για την επίλυση της συγκεκριμένης διαφοράς, είναι ζήτημα που δεν απασχολεί το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο, ούτε βεβαίως αποφασίζεται με αυτή την διαδικαστική απόφαση. Για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί, βάσει της Δ.64,κ.2 ΚΠΔ, ενόψει των διαπιστώσεων του Δικαστηρίου: (α) Το τροποποιημένο Κλητήριο Ένταλμα που καταχωρίστηκε από την Ενάγουσα την 28.01.2020 παραμερίζεται. Δεν ήταν ορθό και αναγκαίο διάβημα για τους σκοπούς που ανέφερε η Ενάγουσα, και έχουν εξηγηθεί προηγουμένως, και έχει πραγματικά περιπλέξει αχρείαστα τη διαδικασία. Η αίτηση της Ενάγουσας για απόφαση λόγω παραλείψεων των Εναγόμενων 1 και 2 να καταχωρίσουν Εκθέσεις Υπεράσπισης θα τύχει ανάλογου χειρισμού κατά την 14.09.2021, που είναι ορισμένη. (β) Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο αναγνωρίζεται πως οποιαδήποτε παρατυπία σε σχέση με τη χρήση του Τύπου 1 για την έναρξη της διαδικασίας έχει θεραπευτεί. (γ) Εκδίδεται διάταγμα δια του οποίου το όνομα του Εναγόμενου 2 διαβάζεται, σε όλα τα δικόγραφα και έγγραφα που έχουν καταχωριστεί στην αγωγή ως αυτά να έχουν εξ αρχής καταχωριστεί στο όνομα «Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας», και οποιαδήποτε δικόγραφα ή έγγραφα θα καταχωριστούν στο εξής θα αναφέρουν ως Εναγόμενο 2 τον «Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας», χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω διαδικασία. Η Δ.30,κ.1(γ) ΚΠΔ προβλέπει ως αναπόδραστη συνέπεια της μη έκδοσης κλήσης για οδηγίες από τον ενάγοντα εντός ορισμένης προθεσμίας την απόρριψη της αγωγής του επειδή, εκ της μη τήρησης της προθεσμίας αυτής, τεκμαίρεται η από μέρους του εγκατάλειψη της υπόθεσης, και η επιτακτική ανάγκη είναι πάντοτε η προώθηση των διαδικασιών ενώπιον του Δικαστηρίου και η εκδίκασή τους χωρίς καθυστέρηση. Εάν οι προθεσμία, ωστόσο, δεν τηρήθηκε λόγω αντικειμενικής αδυναμίας ή για καλό λόγο, το Δικαστήριο μπορεί να την επεκτείνει, με βάση τη Δ.30,κ.2(β) ΚΠΔ. Σε αντίθεση με ό,τι διαλαμβάνει η Χαραλάμπους ν. Γεωργίου ν. Αντωνίου, ECLI:CY:AD:2018:A173, Πολιτική Έφεση 185/2017, ημερομηνίας 18.04.2018, στην οποία παρέπεμψε ο κ. Μελίδης, καλώντας το Δικαστήριο να απορρίψει την απαίτηση της Ενάγουσας ως να μην έχει άλλη επιλογή, η Δ.30,κ.2(β) ΚΠΔ, αναφερόμενη μάλιστα και σε παρατατικό χρόνο («υπήρχε»), δίνει επιλογή στο Δικαστήριο. Με την τροποποίηση της 28.07.2017, η διατύπωσή της ρύθμισης αυτής άλλαξε, ώστε από εξαιρετική δυνατότητα σε απαγορευτικό κανόνα, που ήταν μέχρι τότε, να έχει γίνει κανονική δυνατότητα. Ουδέποτε ο σκοπός της Δ.30 ΚΠΔ ήταν να προκαλέσει αδικίες σε οποιονδήποτε εκ των διαδίκων. Στην προκειμένη περίπτωση, που τα δικόγραφα αναφορικά με όλους τους εναγόμενους έχουν κλείσει εντός 7 ημερών από τη συμπλήρωσή τους με το τελευταίο δικόγραφο της απάντησης στην υπεράσπιση του Εναγόμενου 2 που καταχωρίστηκε από την Ενάγουσα την 13.12.2019[1], η Ενάγουσα έπρεπε να καταχωρίσει κλήση για οδηγίες εντός 90 ημερών από την 20.12.2019. Η Ενάγουσα, ωστόσο, θεώρησε (λανθασμένα μεν, αλλά έπραξε κάτι, δεν αδράνησε) ότι μπορεί να προβεί σε τροποποίηση με βάση τη Δ.25 ΚΠΔ, εκδίδοντας τροποποιημένο Κλητήριο Ένταλμα, και έπειτα μεσολάβησαν και τα γεγονότα της πανδημίας και των περιοριστικών υγειονομικών μέτρων για την αντιμετώπιση της διασποράς του ιού Covid-19, που, ανεξάρτητα από τους χρόνους κατά τους οποίους λειτούργησε και διαδικαστικά η αναστολή των προθεσμιών με διάφορους τροποποιητικούς διαδικαστικούς κανονισμούς, δημιούργησε σε κάποιο βαθμό αντικειμενική αδυναμία συμμόρφωσης εντός του Μαρτίου του 2020, και μετέπειτα. Υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, δεν θεωρώ ότι λειτουργεί το τεκμήριο της εγκατάλειψης, ούτε διαφαίνεται οπουδήποτε πρόθεση εγκατάλειψης της υπόθεσης από την Ενάγουσα ή πεποίθηση από τους λοιπούς διαδίκους ότι εγκαταλείφθηκε, υπό τις περιστάσεις αυτής της υπόθεσης, ώστε η Ενάγουσα να πρέπει να «τιμωρηθεί» διαδικαστικά με απόρριψη της απαίτησής της. Μια τέτοια εξέλιξη θα δημιουργούσε κόστος και ταλαιπωρία, που, σε συνάρτηση και με το είδος και το ύψος της απαίτησης της Ενάγουσας και το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης αυτής, ιδωμένης και υπό το φως των συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων της Ενάγουσας, θα μπορούσε να θεωρηθεί ως δυσανάλογη παρέμβαση στο δικαίωμα της Ενάγουσας να προσφύγει στη δικαιοσύνη για τη διάγνωση της υπόθεσής της. Συντρέχει καλός λόγος το Δικαστήριο να επεκτείνει την προθεσμία έκδοσης κλήσης για οδηγίες από την Ενάγουσα. (δ) Η Ενάγουσα, εντός 15 ημερών από σήμερα, να εκδώσει κλήση για οδηγίες, η οποία να οριστεί την 14.09.2021 ώρα 8:30 π.μ., που είναι ήδη ορισμένη ενώπιον του Δικαστηρίου η κλήση για οδηγίες του Εναγόμενου 1 εναντίον των τριτοδιαδίκων. Η υπόθεση όσον αφορά την απαίτηση του Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντας εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας παραμένει για οδηγίες την ίδια ημέρα, 14.09.2021 ώρα 8:30 π.μ.. Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας (ας αποφεύγεται ο αδόκιμος όρος «τεταρτοδιάδικος» ακόμα κι αν χρησιμοποιείται mutatis mutandis η διαδικασία τριτοδιαδίκου για να εισαχθεί η απαίτηση του Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντας εναντίον του Εναγόμενου 2) να καταχωρίσει τυχόν υπεράσπισή του στο δικόγραφο του Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντας μέχρι τότε. Ο σκοπός της παρέμβασης του Δικαστηρίου είναι για να θεραπευτούν τα διαδικαστικά προβλήματα και να προχωρήσει το συντομότερο δυνατόν η εκδίκαση της απαίτησης της Ενάγουσας. Πρόκειται για απαίτηση ταχείας εκδίκασης, για να διαγνωστεί εάν οποιοσδήποτε εκ των προσώπων που μετέχουν στη διαδικασία αυτή φέρει οποιοδήποτε μερίδιο ευθύνης για τη ζημιά που ισχυρίζεται η Ενάγουσα ότι υπέστη το όχημά της. Αναμένεται ότι θα υπάρξει η συνεργασία όλων των συνηγόρων γι' αυτό τον σκοπό, χωρίς περιττές διαδικασίες και έξοδα. Καμία διαταγή για έξοδα. (Υπ.) .......... Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Βλ. και Δ.26,κ.11 ΚΠΔ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.