← Κύπρος

SPANIAS GARAGE LTD ν. FRESHWAY SUPPLIES LTD, Αρ. Αγωγής: 1647/12, 30/6/2021

SPANIAS GARAGE LTD ν. FRESHWAY SUPPLIES LTD, Αρ. Αγωγής: 1647/12, 30/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A192 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Στ. Λουκίδου-Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1647/12 Μεταξύ: SPANIAS GARAGE LTD, από Λεμεσό Εναγόντων και FRESHWAY SUPPLIES LTD, από Λεμεσό Εναγομένων Και ΧΧΧΧΧΧ ΑΝΤΩΝΙΟΥ Τριτοδιαδίκου ------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 30.6.2021 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες: κ. Σ. Θεοφάνους για Ν. Πιριλίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε Για Εναγόμενους: κ. Χρ. Φλώρου για Λ. Λυσσάνδρου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τριτοδιάδικο: Καμία εμφάνιση Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν και είναι εταιρεία με έδρα των εργασιών της την Λεμεσό, η οποία ασχολείται και/ή λειτουργεί ως γκαράζ, προσφέροντας κυρίως υπηρεσίες ισιώματος οχημάτων. Η αξίωση τους εναντίον των Εναγόμενων είναι για το ποσό των €1,414.50, ως συμφωνηθείσα και/ή εύλογη αμοιβή για τις εκ μέρους τους προσφερθείσες προς τους Εναγόμενους υπηρεσίες ισιώματος και/ή άλλως του οχήματος υπ' αρ. εγγρ. ΧΧΧ Χ53. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης, οι Εναγόμενοι κατά ή περί τον Μάιο του 2011, ανάθεσαν στους Ενάγοντες την επιδιόρθωση και/ή ίσιωμα του οχήματος τους, τύπου βαν, υπ' αρ. εγγ. ΧΧΧ Χ53 (στο εξής «Το Όχημα»), έναντι συμφωνηθείσας και/ή εύλογης αμοιβής. Στα πλαίσια της συμφωνίας τους με τους Εναγόμενους, προσέφεραν στους τελευταίους τις εν λόγω υπηρεσίες ισιώματος του οχήματος και/ή αντικατάστασης και βαφής της πόρτας και του φτερού του οχήματος και εξέδωσαν για τις υπηρεσίες τους και/ή για εξαρτήματα και/ή άλλως, το τιμολόγιο υπ' αρ. 0427 ημερ.06/06/2011 για το ποσό των €1,414.50 συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ. Οι Εναγόμενοι ανέλαβαν όπως πληρώσουν εντός εύλογου χρόνου από της έκδοσης του τιμολογίου το αναφερόμενο ποσό, εντούτοις μέχρι σήμερα δεν πλήρωσαν κανένα ποσό. Οι Εναγόμενοι με την έκθεση υπεράσπισης τους αρνούνται τους ισχυρισμούς των Εναγόντων. Ισχυρίζονται ότι ουδέποτε ανέθεσαν στους Ενάγοντες οποιαδήποτε εργασία και/ή επιδιόρθωση και/ή ίσιωμα του οχήματος τους, έναντι συμφωνηθείσας και/ή εύλογης αμοιβής. Ειδικότερα αρνούνται ότι συμφώνησαν άμεσα ή έμμεσα και/ή δια αντιπροσώπου, προφορικά ή γραπτώς με τους Ενάγοντες και ότι τους προσφέρθηκαν οι ισχυριζόμενες υπηρεσίες και/ή εργασίες και/ή εξαρτήματα. Αναφέρουν ότι ουδέποτε υπήρξαν πελάτες των Εναγόντων, τους οποίους δεν γνώριζαν κατά τον ουσιώδη χρόνο και ουδέποτε υποσχέθηκαν με οποιονδήποτε τρόπο την εξόφληση του ισχυριζόμενου τιμολογίου. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι εάν ήθελε αποδειχθεί ή ευρεθεί ότι οι Ενάγοντες δικαιούνται σε ικανοποίηση των αξιώσεων τους ή οποιασδήποτε από αυτές, θα πρέπει να καταβληθούν από τον ΧΧΧΧΧΧ Αντωνίου, ο οποίος, συνεπεία αμελούς οδήγησης του οχήματος, προξένησε σε αυτό ζημιές και ανέλαβε πλήρη ευθύνη και/ή την επιδιόρθωση του και την καταβολή όλων των σχετικών εξόδων. Διαζευκτικά, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε εναντίον λανθασμένου προσώπου και/ή θα έπρεπε να καταχωρηθεί εναντίον του ΧΧΧΧΧΧ Αντωνίου, ο οποίος ήταν και είναι αποκλειστικά υπεύθυνος και υπαίτιος για την επιδιόρθωση του οχήματος και την πληρωμή των εξόδων. Παραθέτοντας δε σχετικές λεπτομέρειες οι Εναγόμενοι δηλώνουν την πρόθεση τους να καλέσουν τον Αντρέα Αντωνίου ως τριτοδιάδικο στη διαδικασία. Οι Ενάγοντες με την απάντηση τους στην υπεράσπιση αρνούνται τους ισχυρισμούς των Εναγόμενων. Μεταξύ άλλων ισχυρίζονται ότι η αγωγή τους έχει καταχωρηθεί εναντίον των ορθών προσώπων και σε κάθε περίπτωση έχουν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των Εναγόμενων, προσωπικά και/ή ως αντιπροσωπευόμενοι και/ή άλλως. Σε περαιτέρω απάντηση, ισχυρίζονται ότι ο εν λόγω ΧΧΧΧΧΧ Αντωνίου προσήλθε στο γκαράζ με το όχημα ιδιοκτησίας των Εναγόμενων, υπό την ιδιότητά του δε ρητά ως υπάλληλος και/ή αντιπρόσωπος των Εναγόμενων συμφώνησε και τους ανέθεσε την επιδιόρθωση του οχήματος για λογαριασμό κατονομαζομένου κυρίου και συγκεκριμένα των Εναγόμενων έναντι εύλογης αμοιβής και περαιτέρω ζήτησε την έκδοση του σχετικού τιμολογίου επ' ονόματι των τελευταίων. Στη βάση της πιο πάνω συμφωνίας επιδιόρθωσαν και/ή ίσιωσαν το εν λόγω όχημα των Εναγόμενων και παρείχαν τα εν λόγω υλικά και/ή εξαρτήματα, τέλος δε εξέδωσαν και παρέδωσαν το τιμολόγιο τους στους Εναγόμενους οι οποίοι το παρέλαβαν άνευ οποιασδήποτε διαμαρτυρίας. Η πλευρά των Εναγόμενων με την άδεια του Δικαστηρίου εξέδωσε ειδοποίηση προσεπίκλησης Τριτοδιαδίκου στον ΧΧΧΧΧΧ Αντωνίου και μεταξύ τους ανταλλάγησαν δικόγραφα. Στην έκθεση απαίτησης τους εναντίον του τριτοδιάδικου αναφέρουν ότι κατά ή περί τον Μάιο του 2011 ο τελευταίος οδήγησε το όχημα τους αμελώς και κατά παράβαση των υπό των Νόμων και Κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων του και συνέπεια της αμελούς οδήγησης του εν λόγω οχήματος προκάλεσε και/ή προξένησε ζημιές στο όχημα και ανέλαβε πλήρη ευθύνη για την επιδιόρθωση του και την καταβολή όλων των σχετικών εξόδων, χωρίς οποιαδήποτε μεσολάβηση και/ή ανάμιξη των Εναγόμενων. Ο τριτοδιάδικος με την έκθεση υπεράσπισης του αρνείται ότι το τροχαίο ατύχημα προκλήθηκε συνεπεία της αμελείας και ή της παράβασης των καθηκόντων του προκαλώντας ζημιές στο όχημα των Εναγόμενων. Είναι ισχυρισμός του ότι ουδέποτε ανέλαβε είτε προφορικά, είτε γραπτώς την πλήρη και/ή μερική ευθύνη για την επιδιόρθωση του οχήματος και ούτε ποτέ ανέλαβε και/ή υποσχέθηκε και/ή αποδέχτηκε με οποιονδήποτε τρόπο την καταβολή των σχετικών εξόδων. Επιπρόσθετα ισχυρίζεται ότι ουδέποτε έλαβε μέρος σε οποιαδήποτε συμφωνία με τους Ενάγοντες και/ή μεσολάβησε και/ή προσέγγισε τους Ενάγοντες για επιδιόρθωση του οχήματος, αλλά οι ίδιοι οι Εναγόμενοι με δική τους πρωτοβουλία και μόνον ανάθεσαν στους Ενάγοντες την επιδιόρθωση του οχήματος τους έναντι συμφωνηθείσας αμοιβής και διά τούτο, οι τελευταίοι εξέδωσαν και σχετικό τιμολόγιο για τις υπηρεσίες που προσέφεραν στο όνομα των Εναγόμενων και όχι στο όνομα του ίδιου. Επιπρόσθετα ισχυρίζεται ότι αποκλειστικά υπεύθυνοι για την επιδιόρθωση του οχήματος και την πληρωμή των σχετικών εξόδων είναι μόνον οι Εναγόμενοι. Ο ίδιος ως αναφέρει εργαζόταν κανονικά ως υπάλληλος της εταιρείας των Εναγόμενων κατά την περίοδο από 10/05/2010 μέχρι και τις 31/12/2010 όπου και τερματίστηκε και/ή έπαυσε η εργοδότηση του. Μετά από ρητές οδηγίες και/ή τη συγκατάθεση και/ή σαφή έγκριση των Εναγόμενων του παραχωρήθηκε το αναφερόμενο όχημα ιδιοκτησίας των τελευταίων για να το χρησιμοποιεί για τις μετακινήσεις του στα πλαίσια των εργασιών που του ανέθεταν καθημερινά. Κατά/ή περί τις 04/11/2010, κατά την εκτέλεση της εργασίας του με βάση τις οδηγίες και/ή την ρητή και/ή εξυπακουόμενη συγκατάθεση των εργοδοτών του, ήτοι των Εναγόμενων, κι ενώ οδηγούσε το ως άνω όχημα, ενεπλάκη σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα χωρίς να φέρει ο ίδιος καμία ή/και μερική και/ή αποκλειστική και/ή συντρέχουσα ευθύνη και/ή αμέλεια για την πρόκληση του. Κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε το εν λόγω όχημα ενεργώντας ουσιαστικά ως αντιπρόσωπος των Εναγόμενων και για λογαριασμό τους, στα πλαίσια των συνήθων εργασιών του που εκτελούσε μετά από οδηγίες των εργοδοτών του. Σημειώνεται ότι ο Τριτοδιάδικος μετά από την απόσυρση του δικηγόρου που τον εκπροσωπούσε συνέχισε να εμφανίζεται ο ίδιος προσωπικά στην διαδικασία. Ακολούθως όμως και πριν από την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης εγκατέλειψε τη διαδικασία και έπαψε να εμφανίζεται. Ως αποτέλεσμα τούτου η απαίτηση των Εναγόμενων εναντίον του παρέμεινε προς απόδειξη στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας που διεξάχθηκε μεταξύ των Εναγόντων και Εναγόμενων. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία, ο ενάγων (στην περίπτωση ανταπαίτησης ο εναγόμενος) έχει το γενικό βάρος να αποδείξει στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι η δική του εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι. Η αρχή αυτή έχει επαναληφθεί στην απόφαση Χρυσάνθη Χρύσανθου και Σταύρος Φραντζή ν Αντρέα Φραντζή

(2010)1Β Α.Α.Δ.1295. Όπως διευκρινίσθηκε στην υπόθεση Μαρσέλ κ.ά ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1(B) Α.Α.Δ 1858 - «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).». Το νομικό ή γενικό βάρος δεν πρέπει όμως να συγχέεται με το αποδεικτικό βάρος απόδειξης. Το πρώτο είναι πάντοτε στους ώμους του ενάγοντα και δεν μεταφέρεται. Το ειδικό βάρος απόδειξης υποδηλώνει το βάρος που έχει ένας διάδικος να παρουσιάσει ικανοποιητική μαρτυρία για την υποστήριξη ενός επίδικου θέματος ή ενός θέματος που είναι σχετικό, έτσι ώστε το δικαστήριο να καλέσει την άλλη πλευρά να απαντήσει. Περαιτέρω επισημαίνεται η σημασία της δικογραφίας στην πολιτική δίκη. Χαρακτηριστικά είναι τα όσα λέχθηκαν στην Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ 24 στις σελ. 28-29. Πρόσφατα επαναλήφθηκε στην Dairy King Ltd v. Οργανισμού Κυπριακής Γαλακτοκομικής Βιομηχανίας, Πολ. Έφ. 272/10, ημερ. 21.7.16 ότι τα επίδικα θέματα καθορίζονται από τα δικόγραφα και όχι απ' ό,τι εισηγείται η μαρτυρία οποιουδήποτε μάρτυρα, ούτε και είναι επιτρεπτό σε διάδικο κατά τη δίκη να προβάλλει ζητήματα και θέσεις που δεν έχουν δικογραφηθεί προηγουμένως, παρέχοντας έτσι σε αυτόν την ευκαιρία να ελίσσεται κατά το δοκούν. (βλ επίσης Φελλά κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Εφ. 94/10 και 158/10, ημερ. 28.9.15 και Βαριάνου ν. Βορκά
(2010)1 Α.Α.Δ. 1541). Όπως λέχθηκε στην ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ v. HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD, Πολιτική Έφεση Αρ. 64/2011 ημερ.16 Ιουνίου, 2016: «το Δικαστήριο δεν ασχολείται με θέματα τα οποία δεν δικογραφούνται και στην περίπτωση που παρεισφρήσει μαρτυρία εκτός δικογράφων την αγνοεί (Χαραλάμπους ν. Κούτα
(1997)1 Α.Α.Δ. 23, Παπαγεωργίου ν Κλάππα.
(1991)1 Α.Α.Δ. 24)». Για την πλευρά των εναγόντων κατέθεσε ο διευθυντής τους ΧΧΧΧΧ Σπανιάς. Από την πλευρά των Εναγόμενων κατάθεσε ο διευθυντής τους ΧΧΧΧΧΧ Βλαδιμήρου και η Λειτουργός του Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων ΧΧΧΧΧΧ Παπαμιχαήλ. Κατατέθηκε επίσης αριθμός τεκμηρίων αναφορά στα οποία γίνεται εκεί όπου τούτο κρίνεται αναγκαίο. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας οι συνήγοροι των δύο πλευρών κατέθεσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις με τις οποίες υποστήριξαν τις θέσεις της πλευράς που έκαστος εκπροσωπεί. Ο δικηγόρος των Εναγόντων κάλεσε το Δικαστήριο να αποδεχτεί ότι ο Τριτοδιάδικος κατά τον επίδικο χρόνο ενήργησε ως αντιπρόσωπος των Εναγόμενων και υπό την ιδιότητα του αυτή έδωσε τις σχετικές οδηγίες για την επιδιόρθωση του οχήματος για λογαριασμό των τελευταίων. Από την άλλη πλευρά είναι η εισήγηση του δικηγόρου των Εναγόμενων ότι με τη δοθείσα μαρτυρία δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε ευθύνη των τελευταίων για την πληρωμή του αξιούμενου ποσού που αφορά την επιδιόρθωση του οχήματος. Ο ΧΧΧΧΧΧ Σπανιάς κατέθεσε στο Δικαστήριο γραπτή δήλωση που απετέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του (Έγγραφο Α). Μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι ο τριτοδιάδικος κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν υπάλληλος των Εναγόμενων, κάτι που το γνωρίζει διότι είχε συνεργαστεί με τους Εναγόμενους και στο παρελθόν. Κατά τον Μάιο του 2011 ο τριτοδιάδικος ενώ ήταν υπάλληλος των Εναγόμενων και εκτελούσε χρέη οδηγού του οχήματος, προσήλθε ως αντιπρόσωπος των τελευταίων στο γκαράζ των Εναγόντων και τους ανέθεσε την επιδιόρθωση του οχήματος προς όφελος των Εναγόμενων. Περαιτέρω υπό την ως άνω ιδιότητα του συμφώνησε όπως οι Ενάγοντες προσφέρουν τις υπηρεσίες τους έναντι εύλογης αμοιβής. Ο ΧΧΧΧΧΧ Βλαδιμήρου, διευθυντής των Εναγόμενων, ο οποίος κλήθηκε τηλεφωνικώς από τον Τριτοδιάδικο, έδωσε ρητές οδηγίες στους Ενάγοντες όπως εκδώσουν το σχετικό τιμολόγιο στο όνομα των Εναγόμενων. Οι Ενάγοντες στα πλαίσια της πιο πάνω συμφωνίας τους με τους Εναγόμενους προσέφεραν τις υπηρεσίες τους επιδιορθώνοντας το όχημα και εξέδωσαν το τιμολόγιο ημερ. 6.6.2011 για το ποσό των €1,414.50 (τεκμ 3). Οι Εναγόμενοι αποδέχθηκαν και παρέλαβαν από τους Ενάγοντες το τιμολόγιο, χωρίς να διαμαρτυρηθούν, δημιουργώντας την πεποίθηση στους Ενάγοντες ότι θα εξοφλούσαν αυτό άμεσα και ή εντός εύλογου χρόνου. Περαιτέρω οι Εναγόμενοι δεν διαμαρτυρήθηκαν για το γεγονός ότι ο ίδιος ο Τριτοδιάδικος συμφώνησε μαζί τους για την επιδιόρθωση του οχήματος και έδωσε τις σχετικές οδηγίες, με αποτέλεσμα να πιστέψουν ότι ήταν αντιπρόσωπος τους και ότι ενήργησε μέσα στα πλαίσια της πληρεξουσιότητας του. Οι Ενάγοντες καλέσαν επανειλημμένα τους Εναγόμενους τόσο προφορικά όσο και γραπτά με επιστολή των δικηγόρων τους ημερ. 14.2.2012 (τεκμ 4) η οποία επιδόθηκε στις 29.2.2012, όπως εξοφλήσουν το οφειλόμενο ποσό του προαναφερθέντος τιμολογίου. Οι Εναγόμενοι παρά τις υποσχέσεις τους αρνήθηκαν να προβούν στην εξόφληση του τιμολογίου και παρέλειψαν να καταβάλουν το ποσό των €1,414.
  1. Ο Σπανιάς απαντώντας σε ερωτήσεις του δικηγόρου του ανέφερε ότι όταν μεταφέρθηκε το όχημα στο γκαράζ των Εναγόντων από τον Τριτοδιάδικο, ο τελευταίος κάλεσε στο τηλέφωνο τον ιδιοκτήτη του οχήματος τον Κύριο Βλαδιμήρου, με τον οποίο συνομίλησε και ο ίδιος στο τηλεφώνημα αυτό και του επιβεβαίωσε ότι οι Εναγόμενοι θα πληρώσουν το κόστος της επιδιόρθωσης του οχήματος. Το όχημα όπως ανέφερε έφερε αυτοκόλλητα με την επωνυμία της εταιρείας των Εναγόμενων. Ερωτηθείς να εξηγήσει ποια ήταν η επαγγελματική συνεργασία που αναφέρει στην γραπτή δήλωση του ότι είχαν στο παρελθόν οι Ενάγοντες με τους Εναγόμενους, ανέφερε ότι η εταιρεία των Εναγόμενων προμήθευε το γκαράζ με καθαριστικά τα οποία μετέφερε ο Τριτοδιάδικος ως οδηγός των Εναγόμενων και ένεκα τούτου γνώριζε και τον κ. Βλαδιμήρου. Κατάληξε στο συμπέρασμα ότι ο Τριτοδιάδικος ήταν υπάλληλος των Εναγόμενων και εκτελούσε χρέη οδηγού ένεκα του ότι, ο τελευταίος ενώπιον του κάλεσε στο τηλέφωνο τον εργοδότη του και αφού κατά το εν λόγω τηλεφώνημα συνομίλησε μαζί του και ο ίδιος αυτός του έδωσε οδηγίες να προχωρήσει με την επιδιόρθωση του οχήματος. Διευκρίνισε επίσης ότι έδωσε στον Τριτοδιάδικο για να το παραδώσει στους ιδιοκτήτες του οχήματος, αντίγραφο και όχι το πρωτότυπο του τιμολογίου. Ακολούθως αφού επικοινώνησε μαζί με τους Εναγόμενους τηλεφωνικά τότε του ανέφεραν ότι δεν προτίθενται να πληρώσουν για την επιδιόρθωση του οχήματος. Σε ερώτηση αν τον ενημέρωσαν οι Εναγόμενοι ότι τα έξοδα επιδιόρθωσης όφειλε να τα καλύψει ο Τριτοδιάδικος, απάντησε πως είχαν διαφορές μεταξύ τους σε σχέση με το ποιος όφειλε να πληρώσει το τιμολόγιο. Αντεξεταζόμενος απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις ανέφερε ότι όταν μεταφέρθηκε το όχημα στο γκαράζ το παρέλαβε ο ίδιος. Αποκαλούσε το πρόσωπο που του παρέδωσε το όχημα προς επιδιόρθωση δηλαδή τον Τριτοδιάδικο, ως τον «οδηγό» του οχήματος λέγοντας ότι δεν γνωρίζει το όνομα του. Σε σχετική ερώτηση ανέφερε ότι η πεποίθηση του πως ο οδηγός του οχήματος ήταν υπάλληλος των Εναγόμενων, στηρίχθηκε στον τρόπο που αυτός μίλησε με τον εργοδότη του στο τηλέφωνο. Ισχυρίσθηκε πως όταν συνομίλησε και ο ίδιος στο τηλέφωνο με τον εργοδότης του οδηγού, αυτός του είπε ότι ο οδηγός ήταν υπάλληλος του. Επανέλαβε δε τη θέση του ότι συνεργάσθηκε στο παρελθόν με τους Εναγόμενους καθότι προμήθευαν το γκαράζ με είδη καθαριστικών. Όταν του υποβλήθηκε πως η φύση των εργασιών της εταιρείας των Εναγόμενων ήταν η πώληση καφέ και όχι καθαριστικών, ανέφερε πως οι Εναγόμενοι προμήθευαν το γκαράζ με διάφορα προϊόντα. Αποδέχθηκε ότι ο διευθυντής των Εναγόμενων ουδέποτε επισκέφθηκε το γκαράζ και ανέφερε πως γνώριζε ότι οι ζημιές στο όχημα προκλήθηκαν από ατύχημα στο οποίο ενεπλάκη ο οδηγός του. Επιβεβαίωσε επίσης ότι μετά την επιδιόρθωση του οχήματος το παρέδωσε στον οδηγό του όπως και το αντίγραφο του επίδικου τιμολογίου. Υπέθεσε ότι οι Εναγόμενοι έλαβαν το τιμολόγιο εφόσον επικοινώνησε μαζί τους και αρνήθηκαν ότι οφείλουν να πληρώσουν. Δεν απέκλεισε μάλιστα το ενδεχόμενο το τιμολόγιο να μην παραδόθηκε ποτέ στους Εναγόμενους. Ερωτηθείς δε σχετικά με τη δήλωση που έκανε κατά την κυρίως εξέταση του, αρνήθηκε ότι υπήρχαν διαφορές μεταξύ του Τριτοδιάδικου και των Εναγόμενων. Ο διευθυντής των Εναγόμενων ΧΧΧΧΧΧ Βλαδιμήρου (ΜΥ1) κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του (Έγγραφο Β). Σε αυτή, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι η εταιρεία των Εναγόμενων ασχολείται με την εμπορία και πώληση καφέ σε όλη την Κύπρο. Προς τούτο κατέθεσε στο Δικαστήριο αντίγραφα που εκτύπωσε από μέσα κοινωνικής δικτύωσης τα οποία οι Εναγόμενοι χρησιμοποιούν για σκοπούς διαφήμισης (τεκμ 6). Απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς των Εναγόντων αναφέρει πως οι Εναγόμενοι ουδέποτε ανέθεσαν σε αυτούς την επιδιόρθωση του οχήματος και ουδέποτε συμφώνησαν μαζί τους για την εκτέλεση οποιονδήποτε εργασιών προς όφελος τους. Ο ίδιος ουδέποτε συνομίλησε τηλεφωνικώς με τον Σπανιά και ουδέποτε τον είχε συναντήσει στο παρελθόν. Αναφέρει επίσης ότι οι Εναγόμενοι ασχολούνται με την πώληση καφέ και ουδέποτε είχαν οποιανδήποτε συνεργασία με τους Ενάγοντες σε σχέση με την προμήθεια καθαριστικών. Σε σχέση με το όχημα ο Βλαδιμήρου αποδέχεται πως ήταν ιδιοκτησίας των Εναγόμενων. Αναφέρει πως κατά τον Νοέμβριο του 2010, ο Τριτοδιάδικος, ΧΧΧΧΧΧ Αντωνίου, τον οποίο γνωρίζει ένεκα του ότι κατά τον ίδιο χρόνο αυτός του είχε πωλήσει ένα αυτοκίνητο τύπου Smart, οδήγησε το όχημα των Εναγόμενων. Συγκεκριμένα, την ημέρα που μετέβηκε ο Αντωνίου στο γραφείο του για να του παραδώσει το όχημα τύπου Smart, ήτοι περί τον Νοέμβριο του 2010, ζήτησε να οδηγήσει το όχημα των Εναγόμενων το οποίο βρισκόταν στο χώρο των γραφείων τους με σκοπό να παραλάβει τα παιδιά του από το σχολείο. Χωρίς δεύτερη σκέψη και λόγω του ότι του είχε μόλις παραδώσει το όχημα τύπου Smart το οποίο οδήγησε για να έρθει στα γραφεία των Εναγόμενων, του είπε ότι μπορεί να το οδηγήσει για τον σκοπό τον οποίο ανέφερε και ακολούθως να το επέστρεφε. Ωστόσο, κατά την οδήγηση του οχήματος ο Αντωνίου λόγω αμέλειας του, ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα, με αποτέλεσμα την πρόκληση ζημιών επί του οχήματος. Ο Αντωνίου δεν ήταν εκ των εργοδοτούμενων των Εναγόμενων καθ' οποιονδήποτε χρόνο και ουδέποτε εκτελούσε καθήκοντα ή εργασίες κατ' εντολή ή προς όφελος των Εναγόμενων. Όταν κλήθηκε και μετέβηκε στον χώρο του ατυχήματος και είδε τη ζημιά του οχήματος, ανέφερε στον Αντωνίου ότι δεν επιθυμούσε την επιδιόρθωση του λόγω του ότι το κόστος των ζημιών θα ήταν μεγαλύτερο από την αξία του. Ο τελευταίος όμως επειδή ευθυνόταν για την πρόκληση του ατυχήματος ανέλαβε να το επιδιορθώσει με δικά του έξοδα. Ακολούθως καμία άλλη ενημέρωση έτυχε τόσο ο ίδιος όσο και οι Εναγόμενοι σε σχέση με το όχημα. Προς τούτο κατέθεσε στο Δικαστήριο κατάσταση της άδειας κυκλοφορίας του οχήματος (τεκμ. 7), την οποία εξασφάλισε από το Τμήμα Οδικών Μεταφορών της Κυπριακής Δημοκρατίας και η οποία αποδεικνύει ότι οι Εναγόμενοι δεν προβήκαν σε επανέκδοση της άδειας κυκλοφορίας του οχήματος από το έτος 2011 και μεταγενέστερα. Οι Εναγόμενοι ως αναφέρει δεν γνωρίζουν κατά πόσο ο Αντωνίου ανάθεσε στους Ενάγοντες την επιδιόρθωση του οχήματος, αφού, οι ίδιοι δεν τον εξουσιοδότησαν για κάτι τέτοιο και δεν συμφώνησαν για την επιδιόρθωση του. Επιπρόσθετα ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι δεν παρέλαβαν ούτε αποδέχτηκαν οποιοδήποτε τιμολόγιο από τους Ενάγοντες και ουδέποτε συμφώνησαν με οποιονδήποτε τρόπο για την εκτέλεση των αναφερόμενων εργασιών από τους Ενάγοντες αλλά και για την αμοιβή των τελευταίων. Οι Εναγόμενοι δεν παρέλαβαν το όχημα από τους Ενάγοντες και ως εκ τούτου ουδέποτε αποδέχτηκαν την εκτέλεση των ισχυριζόμενων εργασιών από αυτούς. Τέλος είναι η θέση του πως σε περίπτωση που κριθεί ότι οι Ενάγοντες δικαιούνται να λάβουν οποιοδήποτε ποσό σε σχέση με την απαίτηση τους, τέτοιο ποσό θα πρέπει να το λάβουν από τον Αντωνίου, ο οποίος είναι το πρόσωπο που ανάλαβε την πλήρη ευθύνη για το εν λόγω ατύχημα και την υποχρέωση να επιδιορθώσει το όχημα με δικά του έξοδα, χωρίς την ανάμειξη και χωρίς την συνεισφορά των Εναγόμενων. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΥ1 απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις επανέλαβε ότι οι ζημιές του οχήματος ήταν μεγαλύτερες από την αξία του. Γι' αυτό δήλωσε στον Τριοδιάδικο ότι δεν επιθυμούσε την επιδιόρθωση του και του ζήτησε να το πετάξει αλλά ο τελευταίος παρόλα αυτά ανέλαβε την επιδιόρθωση του. Ανέφερε πως από τον Νοέμβριο του 2010 που έγινε το ατύχημα δεν γνωρίζει που βρισκόταν το όχημα το οποίο οι Εναγόμενοι ουδέποτε παρέλαβαν. Όταν έλαβε την επιστολή των Εναγόντων δήλωσε στην αστυνομία ότι το όχημα δεν βρίσκεται στην κατοχή των Εναγομένων και το 2013 ζήτησε την διαγραφή του από την Αρχή Αδειών. Η ΜΥ2 εργάζεται ως λειτουργός στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Ανέφερε ότι οι Εναγόμενοι είναι εγγεγραμμένοι στο αρχείο που τηρείται στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων όπου και καταγράφονται τα πρόσωπα που εργοδοτεί. Σύμφωνα με το εν λόγω αρχείο κατά την περίοδο Σεπτεμβρίου του 2010 μέχρι Σεπτέμβριο του 2011 δεν φαίνεται ο Τριτοδιάδικος Αντωνίου να ήταν εργοδοτούμενος των Εναγόμενων. Προς τούτο κατάθεσε σχετική κατάσταση που εκτύπωσε από το αρχείο που τηρείται στην υπηρεσία της (Τεκμ 8). Η μαρτυρία της ΜΥ2 ήταν τυπική και σημειώνεται από το στάδιο αυτό ότι γίνεται αποδεκτή. Κατά την αντεξέταση της υποβλήθηκαν σε αυτή μόνο γενικές ερωτήσεις σε σχέση με την ασφάλιση προσώπων που εργάζονται ως εξωτερικοί συνεργάτες. Ανέφερε ότι σε τέτοια περίπτωση τα πρόσωπα αυτά ασφαλίζονται ως αυτοτελώς εργαζόμενοι. Σε κάθε περίπτωση σημειώνεται ότι ο Τριτοδιάδικος στην έκθεση υπεράσπισης του δεν ισχυρίζεται ότι καθ' οιονδήποτε χρόνο ήταν εξωτερικός συνεργάτης των Εναγόμενων, αλλά ούτε και προσκομίσθηκε τέτοια μαρτυρία από τους Ενάγοντες. Πριν προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας σημειώνονται τα ακόλουθα που είτε απετέλεσαν κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών είτε δεν απετέλεσαν αντικείμενο αμφισβήτησης και συνεπώς γίνονται αποδεκτά. - Η νομική οντότητα των διαδίκων ήτοι ότι πρόκειται για εταιρείες περιορισμένης Ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένες και με έδρα των εργασιών τους στη Λεμεσό. - Ότι η εταιρεία των Εναγόντων ασχολείται και/ή λειτουργεί ως γκαράζ προσφέροντας κυρίως υπηρεσίες ισιώματος οχημάτων - Ότι ο Σπανιάς είναι ο διευθυντής των Εναγόντων και ο Βλαδιμήρου o διευθυντής των Εναγόμενων. - Ότι το αναφερόμενο όχημα κατά τον επίδικο χρόνο ήταν ιδιοκτησία των Εναγόμενων. - Ότι οι Ενάγοντες επιδιόρθωσαν το αναφερόμενο όχημα. - Ότι η αμοιβή των Εναγόντων για τις προσφερθείσες εργασίες επιδιόρθωσης του οχήματος ανέρχεται στο ποσό των €1,414,50 για το οποίο και εξέδωσαν το τιμολόγιο τεκμ
  2. Επίδικο θέμα προς επίλυση παραμένει συνεπώς το κατά πόσο οι Εναγόμενοι ανέθεσαν στους Ενάγοντες την επιδιόρθωση του οχήματος και συνεπώς ευθύνονται για την αποπληρωμή του ποσού του τιμολογίου. Ακολούθως και στην περίπτωση που οι Εναγόμενοι κριθούν υπεύθυνοι το Δικαστήριο θα εξετάσει την απαίτηση των τελευταίων εναντίον του Τριτοδιάδικου. Στην προκειμένη περίπτωση κάθε πλευρά καλείται να αποδείξει την υπόθεση που δικογραφεί και προς τούτο λαμβάνεται υπόψη η μαρτυρία που προσκομίστηκε στο πλαίσιο της συγκεκριμένης αξίωσης, όχι όμως και η μαρτυρία που προσφέρθηκε στο πλαίσιο της άλλης αξίωσης, είτε αυτή είναι η αγωγή είτε η αξίωση του εναγόμενου εναντίον του τριτοδιαδίκου. Απόφανση δε του κατά πόσο ο τριτοδιάδικος έχει οιανδήποτε ευθύνη, προϋποθέτει ότι ο εναγόμενος έχει ήδη κριθεί υπεύθυνος. Όπως σημειώθηκε στην υπόθεση Γεωργίου ν. Φιλιαστίδη και Μανώλη
(2013)1 Α Α.Α.Δ526: «αν ο εναγόμενος δεν έχει ευθύνη, το δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να καθορίσει τις υποχρεώσεις του τριτοδιαδίκου έναντι της ενάγουσας, εφόσον δεν υφίσταται μεταξύ τους η απαιτούμενη άμεση δικονομική σχέση». Μέσα από την έκθεση απαίτησης διαφαίνεται ότι αιτία ή και/η βάση αγωγής αποτελεί η κατ' ισχυρισμό σύναψη συμφωνίας παροχής υπηρεσιών μεταξύ Εναγόντων και Εναγόμενων για την επιδιόρθωση του οχήματος έναντι εύλογης αμοιβής. Η μαρτυρία του Σπανιά για τους λόγους που εξηγούνται στη συνέχεια δεν κρίνεται ικανή να τεκμηριώσει τις θέσεις των Εναγόντων. Καταρχήν θα πρέπει να σημειωθεί ότι με την μαρτυρία του ουσιαστικά υποστήριξε δύο εκδοχές. Αφενός υποστήριξε την εκδοχή ότι οι Εναγόμενοι συνήψαν την επίδικη συμφωνία μέσω του υπαλλήλου τους, που κατά τον επίδικο χρόνο ενεργούσε ως αντιπρόσωπος τους, θέση που όπως και πιο πάνω αναφέρεται υποστηρίχθηκε και στο στάδιο των αγορεύσεων. Αφετέρου υποστήριξε ότι η συμφωνία έγινε απευθείας με τους Εναγόμενους και συγκεκριμένα μέσω του διευθυντή τους Βλαδιμήρου. Τα όσα ανέφερε όμως, κυρίως με τη γραπτή δήλωση του, για να υποστηρίξει τη θέση ότι η επίδικη συμφωνία με τους Ενάγοντες έγινε μέσω του αντιπροσώπου των Εναγόμενων δεν συνάδουν με τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης, όπως αυτοί περιγράφονται πιο πάνω και συνεπώς δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά. Στην έκθεση απαίτησης τους οι Ενάγοντες ισχυρίζονται συγκεκριμένα ότι, κατά ή περί τον Μάιο του 2011 οι Εναγόμενοι τους ανάθεσαν την επιδιόρθωση του οχήματος τους, έναντι συμφωνηθείσας και/ή εύλογης αμοιβής και ανέλαβαν να πληρώσουν εντός εύλογου χρόνου το ποσό του τιμολογίου που εξέδωσαν για τις επίδικες υπηρεσίες. Όπως διαπιστώνεται μετά την καταχώρηση της έκθεσης υπεράσπισης των Εναγόμενων, οι Ενάγοντες με την απάντηση τους για πρώτη φορά αναφέρουν ότι ο ΧΧΧΧΧΧ Αντωνίου δηλαδή ο Τριτοδιάδικος, προσήλθε στο γκαράζ των Εναγόντων με το όχημα ιδιοκτησίας των Εναγόμενων και υπό την ιδιότητά του ως υπάλληλος και/ή αντιπρόσωπος των τελευταίων συμφώνησε και ανέθεσε στους Ενάγοντες την επιδιόρθωση του. Ενώ δηλαδή με την Ε/Α τους οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι συμφώνησαν για την επιδιόρθωση του οχήματος απευθείας με τους Εναγόμενους, με την απάντηση τους δόθηκε μία διαφορετική εκδοχή όπως πιο πάνω περιγράφεται. Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Borna Alikhani v. Προδρόμου
(2012)1Α Α.Α.Δ. 657, "η απάντηση ("reply"), δεν αποτελεί το ορθό δικογραφικό forum για να προβληθεί αξίωση, ούτε να διαφοροποιήσει τα γεγονότα που περιβάλλουν την αξίωση και σίγουρα δεν προσφέρεται ως εφαλτήριο τροποποίησης, (δέστε Bullen & Leake: Precedents of Pleadings, 12η έκδ. σελ. 106 και 108 και Odgers on Civil Court Actions, 24η έκδ. σελ. 271-273)». Τα πιο πάνω επαναλήφθηκαν στη απόφαση, στην οποία παράπεμψε και ο δικηγόρος των Εναγόμενων, EUROGAL SURVEYS LTD, v. D. TRADE INTERNATIONAL LTD,
(2014)1Γ Α.Α.Δ 2258, όπου επίσης επισημάνθηκε πως η απάντηση, («reply») ως δικογραφικό όχημα, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως υποκατάστατο μιας ορθά και εξ αρχής δικογραφημένης απαίτησης. Λέχθηκε πως ο σκοπός της απάντησης είναι να απαντήσει στους ισχυρισμούς της έκθεσης υπεράσπισης και όχι να αλλοιώσει ουσιαστικά την πρωταρχική της θέση όπως καταγράφηκε στην έκθεση απαίτησης. Σε σχέση με το ζήτημα χρήσιμα θεωρώ τα ακόλουθα αποσπάσματα από την απόφαση EUROGAL τα οποία και παραθέτω αυτούσια : «Στον Odgers' Principles of Pleading and Practice 21η έκδ., σελ. 208-209, επεξηγείται ότι στο στάδιο της απάντησης επενεργεί για πρώτη φορά η αρχή της μη απόκλισης από την προηγούμενη δικογραφία. Όπως επί λέξει αναφέρεται: «It is at this stage that the rule against what is called "a departure in pleading" applies for the first time. A party shall not in any pleading make any allegation of fact, or raise any new ground of claim, inconsistent with any previous pleading of his." (Order 18, r.10; and see Herbert v. Vaughan [1972] 1 W.L.R. 1128).» Η ορθή πορεία είναι για τον ενάγοντα να τροποποιήσει την έκθεση απαίτησης του. «Όπως αναφέρεται και εξηγείται στο σύγγραμμα των Koffman & Macdonald: The Law of Contract, 6η έκδ., σελ. 498-499, παρ. 18.43-18.47, η συνομολόγηση σύμβασης με τη μεσολάβηση αντιπροσώπου είναι μια από τις μεθόδους περιορισμού της αρχής του «privity of contract». Όμως τα Δικαστήρια είναι διστακτικά στο να εφαρμόσουν σύμβαση με εξυπακουόμενη αντιπροσώπευση, απλώς και μόνο για να εξαγάγουν τέτοια σύμβαση. Πρέπει να αποδεικνύεται με μαρτυρία ότι ο αντιπρόσωπος έχει εξουσία από τον αντιπροσωπευόμενο να ενεργεί εκ μέρους του είτε ρητά είτε εξυπακουόμενα ως αποτέλεσμα της σχέσης των διαδίκων. Όταν υπάρχει αυτή η ρητή ή εξυπακουόμενη σχέση δημιουργείται «πραγματική» εξουσία αντιπροσώπευσης. Διαφορετικά μπορεί η αντιπροσώπευση να εγερθεί και υπό το φως των άλλων συνθηκών όποτε και μπορεί να ομιλεί κάποιος για «φαινομενική» («apparent») αντιπροσώπευση. Και περαιτέρω στο σύγγραμμα του Ewan Mckendrick: Contract Law, 6η έκδ., σελ. 163, αναφέρεται ότι: «It would cause great commercial hardship if a businessman who appointed an agent to enter into a contract on his behalf was prevented by the doctrine of privity from suing upon that contract himself. So the doctrine of agency exists to give the businessman such a right of action. An agency relationship arises where one party, the agent, is authorised by another, the principal, to negotiate and to enter into contracts on behalf of the principal. Once an agency relationship is created, the agent is thereby authorised to commit the principal to contractual relationships with third parties. Agency is now a specialized area o law....». Επομένως είναι πολύ διαφορετικός ο ισχυρισμός της άμεσης και απευθείας σύνδεσης των διαδίκων με συμφωνία και πολύ διαφορετική η σύναψη συμφωνίας μέσω αντιπροσώπου, εφόσον βέβαια αυτό αποδεικνύεται. Και ακριβώς στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην Cheeseline Ltd v. Ανθούλλης Θωμά & Υιοί Λτδ
(2014)1 Α.Α.Δ. 951, υπομνήσθηκε τόσο προς τους διαδίκους, όσο και προς τα Δικαστήρια, η «απόλυτη ανάγκη εκδίκασης στα αυστηρά πλαίσια των δικογράφων.». Εκεί πρόκειτο για υπόθεση όπου υπήρξε σύγχυση ως προς το πραγματικό επίδικο θέμα, όπου η δικογραφική απαίτηση αφορούσε συγκεκριμένα απλήρωτα τιμολόγια, ενώ η μαρτυρία και η απόφαση επεκτάθηκε και σε κατάσταση και υπόλοιπο λογαριασμού». Ο Σπανιάς, όπως και πιο πάνω υποδεικνύεται, κατά την μαρτυρία του έθεσε και ισχυρισμούς προς υποστήριξη της διαφορετικής εκδοχής ότι το όχημα μεταφέρθηκε στο γκαράζ για επιδιόρθωση από τον Τριτοδιάδικο αλλά η επίδικη συμφωνία έγινε απευθείας με τους Εναγόμενους και συγκεκριμένα μέσω του διευθυντή τους Βλαδιμήρου. Εκδοχή που επίσης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή για τους λόγους που εξηγούνται αμέσως στη συνέχεια. Μέσα από την μαρτυρία του, όπως αυτή περιγράφεται πιο πάνω, προκύπτει αβίαστα πως η πεποίθηση του Σπανιά ότι οι Ενάγοντες συνήψαν την επίδικη συμφωνία με τους Εναγόμενους βασίσθηκε μόνο σε δικές του εικασίες και υποθέσεις. Με την μαρτυρία του δεν έχει τεκμηριώσει ότι ο ίδιος συνομίλησε με τον διευθυντή των Εναγόμενων τηλεφωνικώς και ότι ο τελευταίος του έδωσε οδηγίες για την επιδιόρθωση του οχήματος και συμφώνησε να πληρώσει την αμοιβή των Εναγόντων. Παρόλο που δεν αμφισβητήθηκε άμεσα ο ισχυρισμός του ότι μίλησε τηλεφωνικώς με κάποιο πρόσωπο που κάλεσε από το τηλέφωνο του ο Τριτοδιάδικος, κατά την αντεξέταση του αποδέχθηκε πως δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο το πρόσωπο με το οποίο συνομίλησε ήταν ο διευθυντής των Εναγόμενων ή κάποιο άλλο πρόσωπο. Ο δε ισχυρισμός που πρόβαλε κατά την αντεξέταση του ότι όταν συνομίλησε με το πρόσωπο αυτό στο τηλέφωνο του είπε ότι ο οδηγός του οχήματος ήταν υπάλληλος του, βρίσκεται σε αντίφαση με την κυρίως εξέταση του όπου σε κανένα σημείο δεν ισχυρίσθηκε ότι το πρόσωπο με το οποίο συνομίλησε στο τηλέφωνο του ανέφερε ότι ο οδηγός του οχήματος ήταν υπάλληλος του. Σε αντίφαση δε με τα όσα ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση του, ότι δηλαδή οι Εναγόμενοι αποδέχθηκαν και παρέλαβαν το τιμολόγιο που εξέδωσαν οι Ενάγοντες, κατά την αντεξέταση του διαφάνηκε πως δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο έφτασε ποτέ στα χέρια των Εναγόμενων το αντίγραφο του τιμολογίου που παρέδωσε στον Τριτοδιάδικο, αφού, ερωτηθείς σχετικά ανέφερε πως «υποθέτει» ότι οι Εναγόμενοι έλαβαν το αντίγραφο του τιμολογίου. Η δε δήλωση του κατά την κυρίως εξέταση του περί υποσχέσεων των Εναγόμενων ότι θα εξοφλούσαν το τιμολόγιο, δεν συνάδει λογικά με τον ισχυρισμό του κατά την αντεξέταση του, ότι όταν επικοινώνησε τηλεφωνικώς μαζί τους τον ενημέρωσαν πως δεν προτίθενται να πληρώσουν για την επιδιόρθωση του οχήματος. Επίσης η θέση του ότι ο Τριτοδιάδικος κατά τον επίδικο χρόνο ήταν υπάλληλος των Εναγόμενων δεν έχει τεκμηριωθεί με οποιανδήποτε μαρτυρία και επιπρόσθετα κατέρρευσε τόσο από την μαρτυρία της ΜΥ2, όσο και από την μαρτυρία του ΜΥ1 που αξιολογείται στη συνέχεια. Δεν μπορεί επίσης να παραγνωρισθεί ότι ο Τριτοδιάδικος στο δικόγραφο του δεν ισχυρίζεται ότι κατά τον επίδικο χρόνο δηλαδή στις 11.5.2011 ήταν υπάλληλος των Εναγόμενων αφού ισχυρίζεται ότι η εργοδότηση του τερματίσθηκε στις 31.12.
  1. Επίσης ο Σπανιάς δεν έπεισε για την αλήθεια του ισχυρισμού του ότι γνώριζε τους Εναγόμενους επειδή είχε συνεργαστεί μαζί τους στο παρελθόν. Αντίθετα μέσα από τα λεγόμενα του ήταν εμφανές ότι ο ισχυρισμός του αυτός τέθηκε σε μία προσπάθεια να πείσει ότι η επίδικη συμφωνία συνάφθηκε με τους Εναγόμενους. Κατά την αντεξέταση του δεν παρέμεινε σταθερός στη θέση του για το εν λόγω ζήτημα. Ενώ σε ερώτηση του δικηγόρου του ανέφερε ότι οι Εναγόμενοι προμήθευαν το γκαράζ με είδη καθαρισμού, ακολούθως κατά την αντεξέταση του και αφού του υποβλήθηκε ότι οι Εναγόμενοι δεν εμπορεύονται είδη καθαρισμού, αναθεώρησε τη θέση του λέγοντας γενικά και αόριστα ότι οι Εναγόμενοι προμήθευαν το γκαράζ με «προϊόντα». Λέγοντας αυτά μάλιστα απέφυγε να αναφέρει ότι γνωρίζει τον Βλαδιμήρου όπως ισχυρίσθηκε κατά την κυρίως εξέταση του. Τέλος σε αντίφαση για ακόμα μία φορά με την κυρίως εξέταση του, στο στάδιο της αντεξέτασης του ερωτηθείς σχετικά αρνήθηκε ότι υπήρχαν διαφορές μεταξύ του Τριτοδιάδικου και των Εναγόμενων σε σχέση με το ποιος όφειλε να πληρώσει για την επιδιόρθωση του οχήματος. Επιπρόσθετα σημειώνεται πως η δήλωση του Σπανιά για την εν λόγω διαφορά μεταξύ των Εναγόμενων και του Τριτοδιάδικου, δεν συνάδει λογικά με την εκδοχή που προσπάθησε να υποστηρίξει, ότι δηλαδή ο Βλαδιμήρου, διευθυντής των Εναγόμενων, τον διαβεβαίωσε πως οι τελευταίοι θα πληρώσουν για την επιδιόρθωση του οχήματος. Από την μαρτυρία του Σπανιά γίνονται βέβαια αποδεκτά όσα πιο πάνω σημειώνονται που είτε απετέλεσαν κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών είτε δεν απετέλεσαν αντικείμενο αμφισβήτησης. Από τη μαρτυρία του, δεδομένου ότι δεν αμφισβητήθηκε, γίνεται επίσης αποδεκτό πως το πρόσωπο που τον Μάιο του 2011 μετέφερε το όχημα στο γκαράζ των Εναγόντων και έδωσε οδηγίες για την επιδιόρθωση του ήταν ο Τριτοδιάδικος, καθώς και ότι ο τελευταίος παρέλαβε το όχημα μετά από την επιδιόρθωση του μαζί με το αντίγραφο του τιμολογίου τεκμ 3 που εξέδωσαν οι Ενάγοντες για την αμοιβή τους. Στη βάση όμως των όσων εξηγούνται πιο πάνω η υπόλοιπη μαρτυρία του Σπανιά δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται. Από την μαρτυρία Βλαδιμήρου, ΜΥ1, παρέμεινε αναντίλεκτη η θέση του ότι τον Νοέμβριο του 2010 ο Τριτοδιάδικος ενώ οδηγούσε το όχημα ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα με αποτέλεσμα να προκληθούν σε αυτό ζημιές. Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι στη Ε/Α των Εναγόμενων εναντίον του Τριτοδιάδικου αναφέρεται ότι το ατύχημα έγινε στις 11 Μάιου του
  2. Όπως όμως διαπιστώνεται και ο ίδιος ο Τριτοδιάδικος στην έκθεση υπεράσπισης του αναφέρει ότι το ατύχημα έγινε τον Νοέμβριο του 2010 και ως εκ τοιούτου γίνεται αποδεκτό. Εντούτοις ο ισχυρισμός του ότι η ζημιά ήταν μεγαλύτερη από την αξία του οχήματος δεν έχει τεκμηριωθεί με την προσκόμιση σχετικής μαρτυρίας και ή άλλα συγκεκριμένα στοιχεία. Αποτελεί καλά καθιερωμένη αρχή ότι οι μάρτυρες, προσφέρουν μαρτυρία επί γεγονότων και δεν επιτρέπεται να επιχειρηματολογούν ή να εκφέρουν τη γνώμη τους πλην συγκεκριμένων εξαιρέσεων οι οποίες εν προκειμένω δεν συντρέχουν. (βλ. Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές των κ.κ. Ηλιάδη και Σάντη σελ. 605 επ.). Στην παρούσα περίπτωση, ο ΜΥ1 σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν ισχυρίσθηκε ότι διαθέτει οποιεσδήποτε ειδικές γνώσεις εκτιμητή ζημιών οχημάτων ώστε να είναι σε θέση να υποστηρίξει και να τεκμηριώσει την προαναφερόμενη άποψη που εξέφρασε. Σε ότι δε αφορά τη θέση του ότι ο Τριτοδιάδικος ευθύνεται για την πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος, αυτή επίσης δεν έχει τεκμηριωθεί με την προσκόμιση οποιαδήποτε σχετικής μαρτυρίας. Επιπρόσθετα σημειώνω πως δεν ήταν πειστικός λέγοντας ότι μετά το ατύχημα απλά ζήτησε από τον Τριτοδιάδικο να πετάξει το όχημα. Αντίθετα και έχοντας υπόψη τους υπόλοιπους ισχυρισμούς του, λογικό και αναμενόμενο θα ήταν να απαιτήσει είτε την επιδιόρθωση του οχήματος είτε αποζημίωση. Η θέση του αυτή άλλωστε δεν συνάδει με την Έκθεση απαίτησης των Εναγόμενων εναντίον του Τριτοδιάδικου όπου αναφέρεται ότι ο τελευταίος συμφώνησε να μεταφέρει το όχημα σε γκαράζ και ανέλαβε να πληρώσει ο ίδιος για την επιδιόρθωση του. Επίσης αφήνει ερωτηματικά το γεγονός ότι ενώ, σύμφωνα με τα λεγόμενα του, παρά το ότι ο ίδιος ζήτησε από τον Τριτοδιάδικο να πετάξει το όχημα αυτός του δήλωσε ότι θα αναλάβει να το επιδιορθώσει με δικά του έξοδα, εντούτοις στη συνέχεια οι Εναγόμενοι ουδέποτε ενδιαφέρθηκαν να ενημερωθούν τι απέγινε το όχημα. Τα πιο πάνω που υποδεικνύονται αφήνουν κάποιες σκιές σε σχέση με τις μεταξύ των Εναγόμενων και του Τριτοδιάδικου δοσοληψίες και τυχόν διαφορές. Εντούτοις, στα ουσιώδη ζητήματα που αφορούν τα επίδικα θέματα, ο ΜΥ1 παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του οι οποίες και συνεπώς γίνονται αποδεκτές. Απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις παρέμεινε σταθερός στη θέση του ότι ο Τριτοδιάδικος ουδέποτε υπήρξε υπάλληλος των Εναγόμενων, καθώς και ότι ουδέποτε οι τελευταίοι συνεργάσθηκαν με τους Ενάγοντες προμηθεύοντας τους με καθαριστικά είδη, λέγοντας μάλιστα πως από όσο γνωρίζει κατά τον επίδικο χρόνο καθαριστικά πωλούσε ο Τριτοδιάδικος. Η θέση του ότι ο Τριτοδιάδικος δεν υπήρξε υπάλληλος των Εναγόμενων τεκμηριώθηκε άλλωστε και από την μαρτυρία της ΜΥ2 που έχει γίνει αποδεκτή. Αρνήθηκε σχετικές υποβολές που του έγιναν ότι, ο Τριτοδιάδικος μετέφερε το όχημα στους Ενάγοντες για επιδιόρθωση κατόπιν οδηγιών των Εναγόμενων, καθώς και ότι ο ίδιος συνομίλησε τηλεφωνικώς με τον Σπανιά και έδωσε την έγκριση του για να προχωρήσει με την επιδιόρθωση του οχήματος. Η θέση του αυτή ενισχύεται και από τα όσα αναφέρονται πιο πάνω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Σπανιά, που για τους λόγους που εξηγήθηκαν δεν έχει τεκμηριώσει ότι το πρόσωπο με το οποίο συνομίλησε στο τηλέφωνο ήταν ο διευθυντής των Εναγόμενων. Επιπρόσθετα ο Βλαδιμήρου ανέφερε χωρίς σε κανένα σημείο να κλονισθεί η αξιοπιστία του πως δεν γνώριζε τον Σπανιά και ουδέποτε συνομίλησε μαζί του, αλλά τον είδε για πρώτη φορά όταν άρχισαν να εμφανίζονται στο Δικαστήριο για την παρούσα υπόθεση. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό του υποβλήθηκαν διάφορες θέσεις τις οποίες αρνήθηκε και οι οποίες εν πάση περιπτώσει είναι σημαντικό ότι ουδέποτε τέθηκαν από τον Σπανιά όταν έδινε τη δική του μαρτυρία με αποτέλεσμα να παραμείνουν χωρίς υπόβαθρο. Οι συγκεκριμένες θέσεις ήταν ότι γνωρίζεται οικογενειακώς με τον Σπανιά, ο οποίος μάλιστα στο παρελθόν επιδιόρθωσε και όχημα προσωπικό δικό του, ότι το τιμολόγιο τεκμ. 3 στάλθηκε από το λογιστήριο των Εναγόντων με φαξ στους Εναγόμενους, καθώς και ότι ο Τριτοδιάδικος κατά τον επίδικο χρόνο ήταν πωλητής των προϊόντων με τα οποία εμπορεύονταν οι Εναγόμενοι και λάμβανε προμήθεια. Κρίνω δε κατάλληλο το σημείο αυτό για να υπενθυμίσω ότι, ο Τριτοδιάδικος εγκατέλειψε τη διαδικασία με αποτέλεσμα οι θέσεις που προβάλλει με την έκθεση υπεράσπισης του να παραμείνουν ατεκμηρίωτες αφού δεν υποστηρίχθηκαν με οποιανδήποτε μαρτυρία. Με βάση την αξιολόγηση της μαρτυρίας και τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα καταλήγω συνεπώς στα ακόλουθα ευρήματα. Οι Ενάγοντες και οι Εναγόμενοι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν και είναι εταιρείες περιορισμένης ευθύνης με έδρα των εργασιών τους τη Λεμεσό. Η εταιρεία των Εναγόντων ασχολείται και λειτουργεί ως γκαράζ προσφέροντας κυρίως υπηρεσίες ισιώματος οχημάτων. Κατά τον επίδικο χρόνο οι Ενάγοντες ήταν ιδιοκτήτες του οχήματος τύπου βαν, υπ' αρ. εγγ. ΧΧΧ Χ53, το οποίο κατά τον Νοέμβριο του 2010 με οδηγό τον Τριτοδιάδικο, ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα με αποτέλεσμα να προκληθούν σε αυτό ζημιές. Τον Μάιο του 2011 ο Τριτοδιάδικος μετέφερε το όχημα στο γκαράζ των Εναγόντων και έδωσε οδηγίες για την επιδιόρθωση του. Οι Ενάγοντες επιδιόρθωσαν το όχημα και το παρέδωσαν στον Τριτοδιάδικο μαζί με το αντίγραφο του τιμολογίου που εξέδωσαν για την αμοιβή τους η οποία και ανέρχεται στο ποσό των €1,414.
  3. Στη βάση όλων των πιο πάνω καταλήγω πως καμία αποδεκτή μαρτυρία δεν έχει τεθεί ενώπιον μου που να αποδεικνύει ότι οι Εναγόμενοι ανέθεσαν στους Ενάγοντες την επιδιόρθωση του οχήματος και συμφώνησαν να καταβάλουν την αμοιβή των τελευταίων. Αντίθετα με βάση τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή και τα ευρήματα μου καταλήγω πως ο Τριτοδιάδικος είναι το πρόσωπο που μετέφερε το όχημα στο γκαράζ των Εναγόντων και έδωσε οδηγίες για την επιδιόρθωση του ενώ ακολούθως το παρέλαβε από τους Ενάγοντες μαζί με το αντίγραφο του τιμολογίου. Το γεγονός της έκδοσης του τιμολογίου τεκμ. 3 στο όνομα των Εναγόμενων από μόνο του και ελλείψει άλλης αποδεκτής μαρτυρίας σε καμία περίπτωση δεν κρίνεται ικανό να στοιχειοθετήσει την αξίωση των Εναγόντων εναντίον των Εναγόμενων. Η έκδοση τιμολογίων δεν έχει αφ' εαυτών αυτοδύναμη αποδεικτική σημασία. Η ύπαρξη τους συνεκτιμάται με το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, (βλέπε Palatino Developments Ltd v. Telectronics Communication Ltd,
(2002)1(B) Α.Α.Δ. 962 και Θεόδωρος Θεοδώρου v. Χριστάκης Χ΄΄ Αντωνίου Ξυλουργικές Εργασίες Λτδ,
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1442). Τα τιμολόγια αποτελούν σημειώσεις η αξιοπιστία των οποίων συναρτάται με την γνώση και την αξιοπιστία του προσώπου που το εκδίδει. Τα γεγονότα που καταγράφονται σ΄ αυτά εφόσον αμφισβητηθούν, πρέπει να αποδειχθούν με την παρουσίαση θετικής μαρτυρίας, επαρκούς και αξιόπιστης, (βλέπε A.L. Mantovani and Sons Ltd v. Christic Travel and Tourism Ltd,
(1999)1(A) Α.Α.Δ 156,). Υπό το φως των πιο πάνω οι Ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν την υπόθεση τους εναντίον των Εναγόμενων και συγκεκριμένα ότι οι τελευταίοι ευθύνονται για την πληρωμή του ποσού που οι Ενάγοντες απαιτούν ως αμοιβή για την επιδιόρθωση του οχήματος. Ως αποτέλεσμα τούτου δεν μπορεί να καθοριστεί τυχόν υποχρέωση του Τριτοδιάδικου έναντι των Εναγόντων δεδομένου ότι απόφανση του κατά πόσο ο Τριτοδιάδικος έχει οιανδήποτε ευθύνη, προϋποθέτει ότι ο Εναγόμενος έχει ήδη κριθεί υπεύθυνος (βλ. Φιλιαστίδη και Μανώλη πιο πάνω). Έχοντας συνεπώς υπόψη την πιο πάνω κατάληξη μου όσον αφορά το θέμα της ευθύνης των Εναγόμενων η αγωγή δεν μπορεί να έχει άλλη κατάληξη πλην της απόρριψης της. Ως εκ τούτου η αγωγή εναντίον των Εναγόμενων απορρίπτεται με έξοδα υπέρ τους και σε βάρος των Εναγόντων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η διαδικασία επίσης του τριτοδιαδίκου θα πρέπει να απορριφθεί, αλλά ενόψει του γεγονότος ότι τελευταίος εγκατέλειψε τη διαδικασία κρίνω ορθό όπως τα έξοδα να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και να επιδικαστούν σε βάρος των Εναγόμενων. Ως εκ τούτου, η διαδικασία του Τριτοδιαδίκου απορρίπτεται χωρίς έξοδα. (Υπ.) ............... Στ. Λουκίδου-Βασιλείου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.