ΣΙΑΜΠΤΑΝΗ ν. ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΚΙΤΙΟΥ, Έφεση 141/2018, 4/8/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A193 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Έφεση 141/2018 Αναφορικά με τον περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο Κεφ.224 Μεταξύ: ΧΧΧΧ ΣΙΑΜΠΤΑΝΗ Εφεσείουσα και ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΚΙΤΙΟΥ Εφεσίβλητη Αίτηση ημερομηνίας 17.03.2021 Ημερομηνία: 04.08.2021 Εμφανίσεις: Για Εφεσείουσα/Αιτήτρια: κα Α. Αριστείδου για YIANNAKIS K. THOMA LAW FIRM LLC Για Εφεσίβλητη/Καθ' ης η αίτηση: ΑΝΔΡΕΑΣ ΖΑΧΑΡΙΟΥ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Εφεσείουσα, με βάση το άρθρο 80 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου Κεφ.224, εφεσίβαλε την απόφαση του Διευθυντή Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ημερομηνίας 04.04.2018, με την οποίαν ο Διευθυντής επίλυσε συνοριακή διαφορά υπό το άρθρο 58 του Κεφ.224 («ο Διευθυντής», «η απόφαση»). Ζητά από το Δικαστήριο την ακύρωση ή τον παραμερισμό της απόφασης αυτής, και δηλώσεις ότι η διαφιλονικούμενη έκταση μεταξύ του ακινήτου της με αριθμό εγγραφής ΧΧΧΧ, τεμάχιο 871 στο Φ./Σχ.ΧΧΧΧ, στην κοινότητα ΧΧΧΧ, της Επαρχίας Λεμεσού («τεμάχιο 871») και του ακινήτου της Εφεσίβλητης με αριθμό εγγραφής ΧΧΧΧ, τεμάχιο 949 στο Φ./Σχ.ΧΧΧΧ («τεμάχιο 949»), που σημειώνεται με κίτρινο και μπλε χρώμα στο σχεδιάγραμμα που συνοδεύει την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν αποτελεί μέρος του τεμαχίου 949 όπως αποφάσισε ο Διευθυντής, αλλά μέρος του τεμαχίου 871 και ανήκει κατ' ιδιοκτησία και αποκλειστικά στην Εφεσείουσα. Ζητά και διατάγματα που να διατάσσουν την ενσωμάτωση της διαφιλονικούμενης έκτασης στο ακίνητο της Εφεσείουσας και σχετική διόρθωση του μητρώου του Κτηματολογίου. Η Εφεσείουσα υποστηρίζει την Έφεση με ένορκη της δήλωση, στην οποίαν αναφέρει πως, την 30.04.2001, καταχώρισε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού αίτηση για επίλυση συνοριακής διαφοράς, που έλαβε τον αριθμό ΑΧΧΧΧΧ/
- Ο Διευθυντής, με απόφασή του ημερομηνίας 26.04.2004, είχε αποφασίσει αρχικά ότι η διαφιλονικούμενη έκταση ανήκει στο τεμάχιο 949, απόφαση που η Εφεσείουσα εφεσίβαλε με την Έφεση 235/2004 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Με απόφασή του ημερομηνίας 06.08.2010, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού (Τεκμήριο Α στην ένορκη της δήλωση) ακύρωσε την απόφαση αυτή, και διέταξε την επανεξέταση της συνοριακής διαφοράς από άλλον χωρομέτρη. Την 23.10.2014, διατάχθηκε εκ νέου επιτόπια εξέταση, ως η απόφαση του Δικαστηρίου. Ο Διευθυντής, με τη νέα απόφασή του ημερομηνίας 04.04.2018, που είναι η προσβαλλόμενη απόφαση (Τεκμήριο Β στην ένορκη της δήλωση), αποφάσισε ότι η διαφιλονικούμενη έκταση που σημειώνεται με κίτρινο και μπλε χρώμα στο σχεδιάγραμμα που επισυνάπτεται επί της απόφασής του, αποτελεί μέρος του τεμαχίου
- Η απόφαση παραλήφθηκε από την Εφεσείουσα την 17.04.
- Η Εφεσείουσα επαναλαμβάνει τους λόγους Έφεσης. Η Εφεσείουσα επέδωσε την Έφεσή της στο Κτηματολόγιο την 18.05.
- Την 05.06.2018, κατατέθηκε στο Δικαστήριο η αιτιολογημένη απόφαση του Διευθυντή, στην οποίαν αναφέρονται, από την κυρία ΧΧΧΧ, λειτουργό για τον Διευθυντή, τα γεγονότα, και εξηγείται ο τρόπος με τον οποίον ο Διευθυντής κατέληξε στην απόφασή του για επίλυση της συγκεκριμένης συνοριακής διαφοράς με τον προαναφερόμενο τρόπο. Η προσβαλλόμενη απόφαση θα εξεταστεί στο κατάλληλο στάδιο, σε συνάρτηση με τους λόγους Έφεσης που προβάλλει η Εφεσείουσα. Με ένσταση που καταχώρισε η Εφεσίβλητη την 09.10.2018, προβάλλει 16 λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η Έφεση θα πρέπει να απορριφθεί, οι οποίοι επίσης θα εξεταστούν κατά την ακρόαση της Έφεσης. Η ένσταση της Εφεσίβλητης συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του κύριου ΧΧΧΧ, διευθυντή της Εφεσίβλητης, ο οποίος δηλώνει πως γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα. Ο ενόρκως δηλών για την Εφεσίβλητη αρνείται τους λόγους Έφεσης και υποστηρίζει τη νομιμότητα και ορθότητα της απόφασης του Διευθυντή, χωρίς να εισάγει περαιτέρω στοιχεία ή τεχνική λεπτομέρεια, και περαιτέρω αρνείται τους ισχυρισμούς της Εφεσείουσας που περιέχονται στην δική της ένορκη δήλωση. Κατόπιν προηγούμενης αίτησης της Εφεσείουσας, της επιτράπηκε από το Δικαστήριο να καταχωρίσει περαιτέρω ένορκη δήλωση, από πρόσωπο που φέρεται ως εμπειρογνώμονας επί θεμάτων Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Καταχωρίστηκε την 25.04.
- Ενώ η Έφεση ορίστηκε για Ακρόαση, με την υπό εξέταση αίτησή της, η Εφεσείουσα ζητά διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ο ενόρκως δηλών στην ένσταση της Εφεσίβλητης, κύριος ΧΧΧΧ, να αντεξεταστεί επί των ισχυρισμών του που περιλαμβάνονται στις παραγράφους 3, 5, 6, 8, 9, 10, 11, 13, 14 και 15 της ένορκης του δήλωσης. Η αίτησή της βασίζεται μεταξύ άλλων στην Δ.39,κ.1 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠΔ) και στον Κανονισμό 10 του περί Ακίνητου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμού 622/
- Συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της Εφεσείουσας, όπου αναφέρει πως οι ισχυρισμοί του κύριου ΧΧΧΧ «δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και συνιστούν ανυπόστατους, παραπλανητικούς και ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς». Όπως αναφέρει, επειδή αμφισβητούνται θέσεις της, που ενδεχομένως να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου και την πορεία της υπόθεσης, θεωρεί πως παρίσταται ανάγκη οι ισχυρισμοί του ενόρκως δηλούντος να διασαφηνιστούν και να αντικρουστούν με αντεξέταση. Ειδικότερα, όπως ζητά η Εφεσείουσα, ο ενόρκως δηλών θα πρέπει να αντεξεταστεί αναφορικά με τους ισχυρισμούς του που περιέχονται στην παράγραφο 3 της ένορκης του δήλωσης, ότι «η επιτόπια εξέταση από το Κτηματολόγιο έγινα ορθά και νόμιμα», «κατά την επιτόπια εξέταση χρησιμοποιήθηκαν επαρκή και ακριβή όργανα μέτρησης», «ο Διευθυντής χρησιμοποίησε και στηρίχθηκε σε ακριβή χωρομετρικά σχέδια και γεγονότα», «ο Διευθυντής έλαβε υπόψη του τόσο τα φυσικά σύνορα όσο και την επιτόπια κατάσταση», «χρησιμοποιήθηκαν από τον Διευθυντή ενδεδειγμένες μέθοδοι διερεύνησης της διαφοράς και λήφθηκε υπόψη η πραγματική κατάσταση», «ο Διευθυντής ερεύνησε δεόντως και νομότυπα όλες τις πτυχές της υπόθεσης στη βάση επαρκών δεδομένων», «ο Διευθυντής εξέδωσε την απόφασή του και στηρίχθηκε σε ορθά κριτήρια, αντίληψη γεγονότων, εκτιμήσεις και λαμβάνοντας υπόψη τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης», και ότι «η απόφαση του Διευθυντή είναι δεόντως αιτιολογημένη, ορθή και νομότυπη». Περαιτέρω, όπως ισχυρίζεται η Εφεσείουσα, ο μάρτυρας αυτός θα πρέπει να αντεξεταστεί σε σχέση με τους ισχυρισμούς του που περιέχονται στην παράγραφο 5 της ένορκης του δήλωσης, και ιδιαίτερα σε σχέση με τον ισχυρισμό του ότι όσοι λόγοι Έφεσης δεν περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση της Εφεσείουσας θα πρέπει να απορριφθούν. Όσον αφορά την παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης του κύριου ΧΧΧΧ, η Εφεσείουσα θεωρεί αναγκαίο να αντικρουστούν οι ισχυρισμοί του, και να του υποβληθεί ότι τα γεγονότα που αφορούν την προηγούμενη χωρομετρική εργασία που έγινε για το επίδικο ακίνητο, καθώς και η προηγούμενη απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου, είναι απολύτως σχετικά και αλληλένδετα με την προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή. Για τον ίδιο λόγο, δηλαδή για να αντικρουστούν οι ισχυρισμοί του μάρτυρα, η Εφεσείουσα ζητά να τύχει αντεξέτασης και όσον αφορά το περιεχόμενο των παραγράφων 9, 10 και 11 της ένορκης του δήλωσης, όπου ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι χρησιμοποιήθηκαν ορθά σταθερά σημεία, λήφθηκαν υπόψη τα υφιστάμενα σύνορα και τα φυσικά σύνορα και χρησιμοποιήθηκαν σύγχρονα και ενδεδειγμένα όργανα μέτρησης· και όσον αφορά το περιεχόμενο των παραγράφων 8, 13 και 14 της ένορκης του δήλωσης, ιδιαίτερα όπου ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι η Έφεση είναι εκπρόθεσμη και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Επίσης, θέλει να αμφισβητήσει τα προσόντα και τις γνώσεις του ενόρκως δηλούντος για τα προαναφερόμενα θέματα. Η αίτηση της Εφεσείουσας συνάντησε την ένσταση της Εφεσίβλητης, η οποία προβάλλει συνολικά 15 λόγους, για τους οποίους θεωρεί πως δεν θα πρέπει να επιτραπεί η αντεξέταση που ζητά η Εφεσείουσα. Αυτοί οι λόγοι συνοψίζονται στο ότι η Εφεσίβλητη θεωρεί την αίτηση της Εφεσείουσας νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, παράτυπη και αντικανονική, κακόπιστη και καταχρηστική, αδικαιολόγητη, λανθασμένη και μη πληρούσα τις προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν, πραγματικά αστήρικτη, και υποβληθείσα με μεγάλη καθυστέρηση που δεν δικαιολογείται. Η δικηγορική υπάλληλος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Εφεσίβλητη, κυρία ΧΧΧΧ, που υποστηρίζει την ένσταση αυτή με ένορκη της δήλωση, αναφέρει πως ο κύριος ΧΧΧΧ δεν βρίσκεται πλέον στην υπηρεσία της Εφεσίβλητης. Η αίτηση της Εφεσείουσας για αντεξέταση καταχωρίστηκε σχεδόν 2,5 χρόνια μετά από την καταχώριση της ένστασης της Εφεσίβλητης, ενδεχομένως με σκοπό να προκληθεί καθυστέρηση στη διαδικασία. Η κυρία ΧΧΧΧ, επεξηγώντας περαιτέρω τους λόγους ένστασης που εγείρει η Εφεσίβλητη, θεωρεί πως, με απλή ανάγνωση των παραγράφων της ένορκης δήλωσης του κύριου ΧΧΧΧ, μπορεί να διαπιστωθεί πως δεν υπάρχει λόγος για αντεξέτασή του, και δη επί σχεδόν του συνόλου της ένορκης του δήλωσης, και η αίτηση της Εφεσείουσας εξυπηρετεί αλλότριο σκοπό, εφόσον απλά το γεγονός ότι ο ενόρκως δηλών διαφωνεί με τις θέσεις της δεν συνιστά λόγο αντεξέτασής του, και όλη η μαρτυρία βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι συνήγοροι των δύο πλευρών κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις, για να υποστηρίξουν, μέσα από την επιχειρηματολογία που εξέθεσαν και στη βάση της υφιστάμενης νομολογίας στην οποίαν παρέπεμψαν, η πλευρά της Εφεσείουσας ότι θα πρέπει να επιτραπεί από το Δικαστήριο η αντεξέταση του κύριου ΧΧΧΧ, και η πλευρά της Εφεσίβλητης ότι δεν θα πρέπει να επιτραπεί. Είναι υπόψη του Δικαστηρίου ό,τι έχει αναφερθεί. Η ακρόαση των Εφέσεων που υποβάλλονται με βάση το άρθρο 80 του Κεφ. 224 γίνεται με τον τρόπο που ορίζει ο περί Ακίνητου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμός 622/1956 που εκδόθηκε με βάση το άρθρο 80 του Κεφ. 224, ως τροποποιήθηκε, μεταξύ άλλων, και από τον περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) (Τροποποιητικό) (Αρ. 2) Διαδικαστικό Κανονισμό 21/
- Ο τελευταίος, στον Κανονισμό 10 § 3, προέβλεψε, μεταξύ άλλων, ότι η ακρόαση διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις, τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των ΚΠΔ. Με βάση τον Κανονισμό 17, συμπληρωματικά εφαρμόζονται οι ΚΠΔ. Σύμφωνα με τη Δ.39.κ.1 ΚΠΔ, στην οποίαν παραπέμπει ο Κανονισμός 10 § 3, κατόπιν αίτησης, μαρτυρία μπορεί να δοθεί δια ένορκης δήλωσης, ωστόσο το Δικαστήριο μπορεί, με αίτημα οποιουδήποτε διαδίκου, να διατάξει την παρουσία του ενόρκως δηλούντος στο Δικαστήριο για την αντεξέτασή του. Το αίτημα της Εφεσείουσας, εφόσον υποβάλλεται με χρήση αυτών των διατάξεων, μπορεί να εξεταστεί από το Δικαστήριο. Δεν παρατηρείται κάποια αντικανονικότητα ή παρατυπία στην αίτηση, η οποία να αποκλείει τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να την εξετάσει. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς το να επιτρέψει ή να μην επιτρέψει την αντεξέταση ενός μάρτυρα ασκείται δικαστικά, με γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης προσδιορίζεται από τη φύση της κάθε υπόθεσης και από τις περιστάσεις της. Επειδή υφίσταται η δικονομική δυνατότητα της αντεξέτασης με βάση την Δ.39,.1 ΚΠΔ και τον Κανονισμό 10 § 3, δεν σημαίνει ότι η αντεξέταση επιτρέπεται σε κάθε περίπτωση που η ακρόαση διεξάγεται στη βάση των ενόρκων δηλώσεων. Η δικαιοδοσία που ασκεί το Δικαστήριο στο πλαίσιο μιας Έφεσης είναι αναθεωρητική. Η διαδικασία που ακολουθείται είναι η ίδια που ακολουθείται στην αναθεωρητική δικαιοδοσία επί διοικητικών πράξεων στον τομέα του διοικητικού δικαίου, ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση, υπάρχει η δυνατότητα ελέγχου και της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, κατ' επέκταση και τροποποίησής της[1]. Το αντικείμενο της συγκεκριμένης Έφεσης είναι απόφαση του Διευθυντή επί συνοριακής διαφοράς. Ό,τι βοηθά το Δικαστήριο να αναψηλαφήσει την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι τα σχετικά κτηματολογικά και τεχνικά δεδομένα που είχε ή θα μπορούσε να έχει υπόψη του ο Διευθυντής, για να καταλήξει στην επίλυση της συγκεκριμένης συνοριακής διαφοράς. Ο κύριος ΧΧΧΧ, ο οποίος υποστηρίζει την ένσταση της Εφεσίβλητης, δεν ορίστηκε είτε εκ μέρους του Διευθυντή του Κτηματολογίου είτε ως έχων ειδικές γνώσεις. Δεν έχει προσφέρει θετική τεχνική ή άλλη μαρτυρία στη βάση της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Εκ μέρους της Εφεσίβλητης, αρνείται την Έφεση της Εφεσείουσας, και υποστηρίζει την ορθότητα και νομιμότητα της απόφασης του Διευθυντή, και των μέσων και της μεθοδολογίας που χρησιμοποιήθηκαν από το Κτηματολόγιο. Υιοθετεί και τη θέση, που συνιστά νομικό επιχείρημα, πως στην ένορκη δήλωση της Εφεσείουσας θα έπρεπε να περιέχονται όλοι οι λόγοι Έφεσης ή ότι η Έφεση είναι εκπρόθεσμη. Με τέτοια υποστήριξη ή υιοθέτηση, δεν μπαίνει είτε στη θέση του Διευθυντή είτε στη θέση του δικηγόρου. Δεν είναι έργο του εμπλεκόμενου στη συνοριακή διαφορά μέρους, όταν προσβάλλεται με Έφεση η απόφαση του Διευθυντή, να την υποστηρίζει τεχνικά. Το εμπρόθεσμο και παραδεκτό της Έφεσης, που θα εξεταστεί από το Δικαστήριο καθηκόντως, δεν βασίζεται στη μαρτυρία της Εφεσίβλητης. Η Εφεσίβλητη είναι το εμπλεκόμενο στη συνοριακή διαφορά μέρος που έχει δικαίωμα να ακουστεί στη διαδικασία αυτή, ως ενδιαφερόμενο μέρος. Δεν θα εξηγήσει, όμως, η ίδια τη διακριτική ευχέρεια που άσκησε ο Διευθυντής του Κτηματολογίου ή τα δεδομένα που χρησιμοποίησε· ούτε έχει το βάρος να προσκομίσει η ίδια μαρτυρία του Διευθυντή και των Κτηματολογικών λειτουργών, για να αποδείξει ότι η απόφασή του δεν είναι λανθασμένη. Το βάρος της Εφεσείουσας να αποδείξει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι λανθασμένη[2] δεν το εκπληρώνει χρησιμοποιώντας την πιθανή αδυναμία του ενδιαφερόμενου μέρους να υποστηρίξει τεχνικά το αντίθετο, ή ασκώντας του πίεση, δια αντεξέτασης επί τεχνικών θεμάτων ή επί νομικών θεμάτων. Η Εφεσείουσα έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ό,τι η ίδια θεωρεί πως μπορεί να πλήξει την νομιμότητα ή και την ορθότητα της απόφασης του Διευθυντή. Εάν η Εφεσείουσα ήθελε να χρησιμοποιήσει περαιτέρω δικονομικές δυνατότητες, περιλαμβανομένης της μεθόδου της αντεξέτασης επί των συγκεκριμένων τεχνικών θεμάτων, θα μπορούσε, ενδεχομένως, να συνενώσει τον Διευθυντή ως διάδικο στη διαδικασία, ως άλλωστε προβλέπει και ο Κανονισμός 5 § 2 για τις αποφάσεις του Διευθυντή που λαμβάνονται μεταξύ άλλων και υπό το άρθρο 58 του Κεφ.
- Η αντεξέταση που ζητά η Εφεσείουσα δεν είναι αναγκαία για το Δικαστήριο και δεν μπορεί να επιτραπεί. Ασχέτως των λοιπών λόγων που έθεσε η Εφεσίβλητη με την ένστασή της, όπως το γεγονός ότι ο κύριος ΧΧΧΧ δεν ανήκει πλέον στην υπηρεσία της Εφεσίβλητης, ή ότι παρήλθε πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα από την ένορκη του δήλωση. Ο χρόνος που παρήλθε βεβαίως δεν είναι άσχετος· αλλά στην προκειμένη περίπτωση δεν θα εμπόδιζε από μόνος του το Δικαστήριο ως προς το να δεχθεί μιαν αντεξέταση που θα μπορούσε να προσφέρει στη διαδικασία. Εξάλλου, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει σε ενδιάμεσες αιτήσεις, με αυτή την διαδικασία εκδικάζεται η ουσία της υπόθεσης, και με την ουσία της υπόθεσης επηρεάζεται καθοριστικά το περιουσιακό δικαίωμα των μερών που εμπλέκονται στη συνοριακή διαφορά. Επειδή η αντεξέταση που ζητά η Εφεσείουσα δεν είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, για όλους τους λόγους που έχουν εξηγηθεί, η αίτηση της Εφεσείουσας για τέτοια αντεξέταση απορρίπτεται. Ως προς τα έξοδα, δεν έχει τεθεί και δεν φαίνεται να συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος το Δικαστήριο να αποκλίνει από ό,τι θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ο κανόνας σε σχέση με τα έξοδα, ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας στην οποία έχουν δημιουργηθεί. Τα έξοδα της αίτησης αυτής επιδικάζονται υπέρ της Εφεσίβλητης και εναντίον της Εφεσείουσας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, αλλά στο τέλος της διαδικασίας της Έφεσης. Η Έφεση ορίζεται για Ακρόαση (γραπτές αγορεύσεις) την 04.10.2021 ώρα 8:30 π.μ.. (Υπ.)........... Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Kafieros v. Theocharous
(1978)1 CLR 6, Κάκουλλου ν. Ποχουζούρη (Αρ. 1)
(1992)1 Α.Α.Δ. 1143, Οικονόμου ν. Φιλίππου, ECLI:CY:AD:2017:A388, Πολ. Έφ. 366/2011, ημερ. 06.11.2017. [2] Kafieros v. Theocharous
(1978)1 CLR 619. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο