← Κύπρος

MELIS & SONS MEAT MARKET LTD ν. ΛΕΩΝΙΔΟΥ, Αγωγή αρ. 2390/2012, 13/8/2021

MELIS & SONS MEAT MARKET LTD ν. ΛΕΩΝΙΔΟΥ, Αγωγή αρ. 2390/2012, 13/8/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A195 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 2390/2012 Μεταξύ: MELIS & SONS MEAT MARKET LTD Ενάγουσα και XXXX ΛΕΩΝΙΔΟΥ Εναγόμενος Ημερομηνία: 13.08.2021 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κ. Σ. Αργυρού με κα Κ. Πατιού για ΣΩΤΗΡΗΣ ΑΡΓΥΡΟΥ ΔΕΠΕ Για Εναγόμενο: κα Σ. Τόκα για ΑΝΤΩΝΗΣ ΤΟΚΑΣ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Δικόγραφα και επίδικα θέματα Η Ενάγουσα, Κυπριακή εταιρεία που ασχολείται με την εισαγωγή, εμπορία και πώληση κρεάτων και συναφείς εργασίες, ανέθεσε στον Εναγόμενο, εγγεγραμμένο πολιτικό μηχανικό, την ετοιμασία σχεδίων για την ανέγερση πολυκατοικίας στο τεμάχιο της Ενάγουσας με αριθμό XXXX στο Φ./Σχ.XXXX στην Λεμεσό («το έργο», «το τεμάχιο»). Οι διάδικοι διαφωνούν ως προς το τι συμφώνησαν ακριβώς, κατ' επέκταση και ως προς το τι έπρεπε να πράξει ο καθένας με βάση όσα συμφώνησαν. Η Ενάγουσα, με την αγωγή της, ισχυρίζεται πως, την 15.04.2010, συνάφθηκε προφορική συμφωνία μεταξύ τους, στο πλαίσιο της οποίας κατέβαλε στον Εναγόμενο συνολικά €11.500,00 ως προκαταβολή, για την ετοιμασία σχεδίων και τεχνικών προδιαγραφών και όρων, και την επίβλεψη της ανέγερσης πολυκατοικίας που θα περιλάμβανε μεγάλο κατάστημα κρεοπωλείου στο ισόγειο και γραφεία για την επιχείρηση (εμπορική ανάπτυξη). Ο Εναγόμενος ετοίμασε κάποια σχέδια, αλλά, για να συνεχίσει να εργάζεται, απαίτησε ακόμα €11.500,

  1. Η Ενάγουσα, προς διασαφήνιση των όρων της συνεργασίας τους, αξίωσε να διατυπωθεί γραπτώς η συμφωνία τους, οπότε, περί την 05.07.2010, υπογράφθηκε συμφωνία, με την οποίαν ο Εναγόμενος επιβεβαίωσε το περιεχόμενο της προφορικής συμφωνίας τους, για το συνολικό ποσό των €45.000,
  2. Ενόψει της υπογραφής της συμφωνίας ημερομηνίας 05.07.2010, η Ενάγουσα κατέβαλε στον Εναγόμενο, την 08.07.2010, περαιτέρω €11.500,00, και ζήτησε από αυτόν την ετοιμασία των κανονικών και/ή τελικών σχεδίων εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, που θα έπρεπε να εγκριθούν από την Ενάγουσα για να συνάδουν με τις οδηγίες της, και έπειτα να υποβληθούν στις πολεοδομικές αρχές για έγκριση. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι ο χρόνος ήταν ουσιώδης στην συμφωνία τους, όπως και το ότι, σε περίπτωση παράβασης των συμφωνηθέντων από πλευράς του Εναγόμενου, ο τελευταίος θα επέστρεφε ό,τι ποσό έλαβε και θα αποζημίωνε την Ενάγουσα και για τυχόν περαιτέρω ζημιά της. Το συμφωνηθέν ποσό των €45.000,00, που κατά την Ενάγουσα περιλάμβανε τον Φ.Π.Α., θα καταβάλλονταν σταδιακά, ως ακολούθως: €11.500,00 που ήταν η προκαταβολή κατά την προφορική συμφωνία ημερομηνίας 15.04.2010, €11.500,00 με την παράδοση των τελικών σχεδίων και την έγκρισή τους από την πολεοδομία και €22.000,00 με την ολοκλήρωση των υπηρεσιών που συμφωνήθηκαν την 05.07.
  3. Η Ενάγουσα, βλέποντας ότι θα ήταν αδύνατον να ξεκινήσουν οι εργασίες ανέγερσης σύντομα, επειδή, όπως ισχυρίζεται, ο Εναγόμενος δεν ολοκλήρωσε τις εργασίες του παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις, προκειμένου να μετριάσει την ζημιά της, αναγκάστηκε να ενοικιάσει δύο καταστήματα σε άλλη κεντρική οδό, πλησίον της κεντρικής οδού όπου θα ανεγείρονταν το έργο, για σκοπούς προώθησης και επέκτασης της επιχείρησής της. Την 11.12.2011, η Ενάγουσα έστειλε μέσω των δικηγόρων της επιστολή στον Εναγόμενο, με την οποίαν αξίωνε από αυτόν το ποσό που του κατέβαλε, πλέον αποζημίωση. Ο Εναγόμενος, με απαντητική επιστολή των δικηγόρων του ημερομηνίας 06.02.2012, όχι μόνον αρνήθηκε να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό, αλλά απαίτησε και την πληρωμή περαιτέρω ποσού. Η Ενάγουσα, περί την 02.03.2012, τερμάτισε τη συμφωνία της με τον Εναγόμενο και τον κάλεσε να πληρώσει το ποσό των €23.000,00, και ο Εναγόμενος, με επιστολή του ημερομηνίας 12.04.2012, επανέλαβε την δική του απαίτηση. Η Ενάγουσα θεωρεί πως πλήρωσε στον Εναγόμενο συνολικό ποσό €23.000,00, πριν ακόμα αυτός παραδώσει τελικά σχέδια στην πολεοδομία για έγκριση, και ο Εναγόμενος, αντισυμβατικά, μέσα σε δύο χρόνια από την προφορική τους συμφωνία, δεν κατάφερε να ολοκληρώσει καν το πρώτο σκέλος της συμφωνίας τους που ήταν η εξασφάλιση τελικών και εγκεκριμένων σχεδίων. Η Ενάγουσα, με την αγωγή της, αξιώνει εντόκως το ποσό των €23.000,00 ως αποζημίωση για παράβαση σύμβασης ή και δυνάμει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού, πλέον €27.500,00 ως ειδικές αποζημιώσεις (€2.500,00 για κάθε μήνα ενοικίασης των δύο καταστημάτων από τον Αύγουστο του 2011 μέχρι τον Ιούνιο του 2012), πλέον €700,00 ως δικηγορικά έξοδα που προέκυψαν πριν από την αγωγή της. Ο Εναγόμενος, με το δικό του δικόγραφο, αρνείται πως συνάφθηκε κάποια προφορική συμφωνία μεταξύ τους την 15.04.2010, με αυτό το περιεχόμενο που αναφέρει η Ενάγουσα. Σύμφωνα με την δική του εκδοχή ως προς τα γεγονότα, ήταν κατά τις αρχές του 2010, σε συνάντηση που έγινε μεταξύ τους, που του ανατέθηκε από την Ενάγουσα η εκπόνηση αρχιτεκτονικών σχεδίων για την ανέγερση του έργου, με σκοπό να υποβληθούν στην αρμόδια αρχή για εξασφάλιση σχετικών αδειών. Το έργο θα ήταν μια πολυκατοικία με υπόγειο, γραφεία και διαμερίσματα, για εμπορική και οικιστική χρήση. Ο Εναγόμενος ετοίμασε τα σχέδια, και στην συνάντηση της 15.04.2010 τα παρέδωσε στην Ενάγουσα, μαζί με τα έντυπα για υποβολή αίτησης στην αρμόδια αρχή για εξασφάλιση πολεοδομικής άδειας. Κατά την εν λόγω συνάντηση, η Ενάγουσα του κατέβαλε €10.000,00 πλέον Φ.Π.Α. (€11.500,00), τα οποία ήταν έναντι της συνολικής αμοιβής του, που θα ήταν €49.860,
  4. Ο ίδιος, για την πληρωμή αυτή, εξέδωσε το τιμολόγιο 0035, ημερομηνίας 15.04.
  5. Ο εκπρόσωπος της Ενάγουσας, σε εκείνη την συνάντηση, του ζήτησε να ετοιμάσει και την κοστολόγηση του έργου, όπως και έπραξε, ετοιμάζοντας σχετική βεβαίωση ημερομηνίας 27.04.2010, υπολογίζοντας πως για το έργο η Ενάγουσα θα χρειάζονταν περίπου €1.911.300,00, περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α.. Η Ενάγουσα, περί τον Μάιο-Ιούνιο 2010, ενημέρωσε τον Εναγόμενο ότι, λόγω του κόστους του έργου, θα άλλαζε την ανάπτυξη, μετατρέποντας την από εμπορική και οικιστική ανάπτυξη σε αμιγώς εμπορική, και του ζήτησε να ετοιμάσει νέα κοστολόγηση, με τα νέα δεδομένα. Ο Εναγόμενος ανέφερε στην Ενάγουσα ότι κάτι τέτοιο απαιτούσε την ετοιμασία εξ ολοκλήρου νέων σχεδίων, στην ετοιμασία των οποίων θα προχωρούσε εφόσον εξοφλούνταν η αμοιβή του για τα σχέδια που ήδη έγιναν. Τα μέρη συμβιβάστηκαν, για την εργασία που ήδη έγινε, να καταβληθεί συνολικά το ποσό των €20.000,00 πλέον Φ.Π.Α. (συνολικά €23.000,00), εξ ου και η Ενάγουσα κατέβαλε στον Εναγόμενο ακόμα €10.000,00 πλέον Φ.Π.Α. (συνολικά €11.500,00) την 08.07.2010, για να εξοφλήσει την γενόμενη εργασία. Στο μεταξύ, την 01.07.2010, ο Εναγόμενος είχε συναντηθεί ξανά με εκπρόσωπο της Ενάγουσας για να συζητήσουν για τα νέα σχέδια, και ήταν όσα συμφωνήθηκαν σε εκείνη τη συνάντηση που τέθηκαν γραπτώς και υπογράφθηκαν την 05.07.2010, για την νέα εργασία. Ο Εναγόμενος προχώρησε στην εκπόνηση και των νέων αρχιτεκτονικών σχεδίων για το έργο, τα οποία παρέδωσε στην Ενάγουσα τον Αύγουστο 2010 μαζί με τα έντυπα προς υπογραφή για την υποβολή αίτησης για εξασφάλιση πολεοδομικής άδειας. Στο μεταξύ, με την εντολή της Ενάγουσας, ο Εναγόμενος είχε ετοιμάσει την 04.06.2010 και κοστολόγηση του νέου έργου, υπολογίζοντας ότι το κόστος του θα ανέρχονταν σε €1.079.850,00, περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α.. Δύο μήνες μετά που παρέδωσε τα νέα σχέδια στην Ενάγουσα, η Ενάγουσα τον ενημέρωσε ότι ήθελε κάποιες αλλαγές, και θα τον ειδοποιούσε. Έκτοτε, ουδεμία ειδοποίηση είχε από την Ενάγουσα, και την 19.01.2012, έλαβε επιστολή των δικηγόρων της, ημερομηνίας 11.12.
  6. Έπειτα ακολούθησε η αλληλογραφία που αναφέρεται και στην Έκθεση Απαίτησης της Ενάγουσας. Ο Εναγόμενος θεωρεί πως, επειδή μετά και την ετοιμασία των δεύτερων σχεδίων και την σχετική κοστολόγηση η Ενάγουσα δεν είχε πλέον σκοπό να προχωρήσει με την ανάπτυξη του έργου, για δικούς της λόγους, υπαναχώρησε από τη συμφωνία και επιχειρεί να λάβει πίσω τα ποσά που δαπάνησε, που όμως αφορούν την αμοιβή του Εναγόμενου για εκτελεσθείσες εργασίες. Ο Εναγόμενος απορρίπτει την απαίτηση της Ενάγουσας, καθότι δεν ευθύνεται ο ίδιος που η Ενάγουσα δεν προχώρησε στην ανάπτυξη. Ο ισχυρισμός της Ενάγουσας για ενοικίαση καταστημάτων, όπως λέει, δεν ισχύει, και εάν ισχύει, δεν σχετίζεται με τον Εναγόμενο, εφόσον ήταν υπόψη της Ενάγουσας ότι το έργο της πολυκατοικίας δεν θα τελείωνε σύντομα· το δε γεγονός ότι ενοικίασε πλησίον του χώρου όπου θα έκανε το έργο, κατά τον Εναγόμενο, επιβεβαιώνει την θέση του ότι είχε υπαναχωρήσει από την συμφωνία τους. Ο Εναγόμενος απορρίπτει την απαίτηση της Ενάγουσας για επιστροφή της αμοιβής του και για τα ενοίκια των καταστημάτων της, ισχυρίζεται πως ο ίδιος δεν παραβίασε οποτεδήποτε κάποια συμφωνία τους, και θεωρεί πως ο τερματισμός από την Ενάγουσα είναι παράνομος και αξιώνει σχετικές δηλώσεις, ενώ ο τερματισμός στον οποίον ο ίδιος προέβη, λέει, είναι νόμιμος, και αξιώνει επίσης σχετική δήλωση. Επειδή δυνάμει της συμφωνίας ημερομηνίας 05.07.2010 η Ενάγουσα ανέθεσε εργασία στον Εναγόμενο έναντι €45.000,00 πλέον Φ.Π.Α., και ο Εναγόμενος, με βάση τη συμφωνία αυτή, εκπόνησε αρχιτεκτονικά σχέδια και προέβη σε εργασία για την οποία δικαιούται αμοιβή που ανέρχεται σε €20.700,00 πλέον Φ.Π.Α., με την ανταπαίτησή του, αξιώνει αυτό το ποσό από την Ενάγουσα, ως συμφωνηθείσα ή εύλογη αμοιβή και/ή ως αποζημίωση λόγω παράβασης της συμφωνίας τους και/ή βάσει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Επειδή διατηρεί λογαριασμό παρατραβήγματος σε Τράπεζα και χρεώνεται με 8,50% ετησίως, ζητά και τέτοιο τόκο. Επεκτείνει την απαίτησή του και ζητά και ποσό €24.300,00 ως διαφυγόν κέρδος ή και επαυξημένες αποζημιώσεις. Με απαντητικά δικόγραφα, η κάθε πλευρά εμμένει στη δική της εκδοχή ως προς τα γεγονότα. Δεν αμφισβητείται ότι έγινε αρχικά προφορική συμφωνία μεταξύ των μερών, ότι έγινε κάποια συνάντηση την 15.04.2010, ότι συντάχθηκε στη συνέχεια και έγγραφο ημερομηνίας 05.07.2010, ότι ο Εναγόμενος έκανε κάποια σχέδια, ούτε ότι έγιναν οι πληρωμές που αναφέρει η Ενάγουσα, και ότι υπήρξε και η αλληλογραφία μέσω δικηγόρων. Επίδικα, εκ των δικογράφων, είναι το περιεχόμενο των όσων συμφωνήθηκαν (τι συμφωνήθηκε) μεταξύ των μερών για το έργο, εάν αυτά συνιστούν μία συμφωνία που διατυπώθηκε εγγράφως προς διασαφήνιση την 05.07.2010 (εξ αρχής για αμιγώς εμπορική ανάπτυξη), ή δύο ξεχωριστές συμφωνίες για διαφορετικές εργασίες που αφορούν στο ίδιο έργο (αρχικά εμπορική και οικιστική και μετέπειτα αμιγώς εμπορική ανάπτυξη)· κατ' επέκταση, κατά πόσον οι πληρωμές που έγιναν από την Ενάγουσα αφορούν σε μία συμφωνία (για εμπορική ανάπτυξη) ή στην μία εκ των δύο συμφωνιών (για εμπορική και οικιστική ανάπτυξη)· και κατά πόσον οποιοδήποτε εκ των μερών ευθύνεται συμβατικά. Παραπομπή σε πραγματογνώμονα Την 15.11.2019, τα μέρη συμφώνησαν να παραπέμψουν σε εμπειρογνώμονα τη διαφορά τους που αφορά στον καθορισμό και την κοστολόγηση της εργασίας του Εναγόμενου (τι σχέδια έκανε ο Εναγόμενος, και πόσο κοστίζει η εργασία του), και δήλωσαν ότι θα τους δεσμεύει το πόρισμα του πραγματογνώμονα, το οποίο, σε περίπτωση που δεν επιφέρει και την ολική διευθέτηση της διαφοράς, θα επιφέρει ανάλογο περιορισμό των επιδίκων θεμάτων. Την 30.03.2021, κατατέθηκε στο Δικαστήριο από κοινού το πόρισμα (Έγγραφο Α). Όπως αναφέρεται στο Έγγραφο Α, την 14.10.2020, η Ενάγουσα και ο Εναγόμενος υπέβαλαν από κοινού αίτηση στο Επιστημονικό Τεχνικό Επιμελητήριο Κύπρου (ΕΤΕΚ), για διορισμό πραγματογνώμονα αναφορικά με την μεταξύ τους διαφορά σε σχέση με την αμοιβή του Εναγόμενου για την εκπόνηση μελέτης και σχεδίων για την ανέγερση του έργου (ΕΤΕΚ Π 44/20). Την 23.10.2020, το ΕΤΕΚ γνωστοποίησε στα μέρη τον διορισμό του κύριου XXXX. Οι συνήγοροι των δύο πλευρών κατέθεσαν στον πραγματογνώμονα από κοινού έγγραφα και συμμετείχαν σε συνεντεύξεις μαζί του. Ειδικότερα, κατέθεσαν μία σειρά σχεδίων χρονολογημένων τον Απρίλιο 2010 με προσχέδια για έργο οικιστικής και εμπορικής ανάπτυξης, μία σειρά σχεδίων χρονολογημένων τον Ιούλιο 2010 με προσχέδια για έργο εμπορικής ανάπτυξης, τιμολόγιο του Εναγόμενου με αριθμό 0035 ημερομηνίας 15.04.2010 για €11.500,00 περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α., τιμολόγιο του Εναγόμενου με αριθμό 0048 ημερομηνίας 08.07.2010 για €11.500,00 περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α., τις δύο κοστολογήσεις του Εναγόμενου για το έργο, για εμπορική και οικιστική ανάπτυξη και για αμιγώς εμπορική ανάπτυξη, και την γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 05.07.
  7. Ο πραγματογνώμονας κατέγραψε τις θέσεις της κάθε πλευράς, οι οποίες έχουν και ως εκτέθηκαν στο πλαίσιο αυτής της δικαστικής διαδικασίας. Σύμφωνα με το πόρισμα του πραγματογνώμονα, ο οποίος θεώρησε όλα τα έγγραφα, σε συνάρτηση με τις θέσεις των δύο μερών και τις δικές του ειδικές γνώσεις επί του αντικειμένου: (α) Το τεμάχιο της Ενάγουσας εμπίπτει σε δύο πολεοδομικές ζώνες, την Εβ4 (εμπορική) και την Κα4 (οικιστική). (β) Ο Εναγόμενος εκπόνησε σειρά σχεδίων που αφορά στην εμπορική και οικιστική ανάπτυξη του έργου, ολοκληρωμένη και έτοιμη για υπογραφή, τον Απρίλιο του 2010, που κοστολογείται σε ποσό €27.650,00 πλέον Φ.Π.Α.. Η μελέτη αφορούσε σε ένα τριώροφο κτίριο (περιλαμβανομένου του υπογείου) που περιλάμβανε υπόγειο χώρο στάθμευσης, ισόγειο κατάστημα (κρεοπωλείο) με μεσοπάτωμα, ένα διαμέρισμα στην στάθμη του μεσοπατώματος, δύο ορόφους με συνολικά δύο διαμερίσματα και τρία γραφεία, και κοινόχρηστους χώρους με κλιμακοστάσιο και ανελκυστήρα. Η σειρά σχεδίων περιλαμβάνει χωροταξικά σχέδια, τις κατόψεις όλων των επιπέδων, τις τέσσερις όψεις του κτιρίου, δύο τομές, σχέδιο του περιτοιχίσματος και πέντε σχέδια εμβαδομέτρησης που περιλαμβάνουν αναλυτικούς πίνακες των πολεοδομικών δεδομένων του τεμαχίου και της ανάπτυξης. Το πολεοδομικό εμβαδόν της οικιστικής ανάπτυξης είναι 375m2, της εμπορικής 854m2, και των κοινόχρηστων χώρων 72m2, σύνολο 1301m2, και το κατασκευαστικό εμβαδόν του κτιρίου είναι 1,839m2.. Παρά την κοστολόγηση της εργασίας που έγινε στις €27.650,00 πλέον Φ.Π.Α., ο Εναγόμενος είχε συμβιβαστεί δεχόμενος από την Ενάγουσα μόνον €20.000,00 πλέον Φ.Π.Α.. Η διαφορά των €7.650,00 (μεταξύ της κοστολόγησης και του ποσού που δέχθηκε ο Εναγόμενος) θεωρείται από τον πραγματογνώμονα καλό αντιστάθμισμα, λαμβανομένων υπόψη ότι θα προέβαινε και σε νέα αμειβόμενη μελέτη και οι δύο μελέτες θα ήταν σε σχέση με το ίδιο τεμάχιο και με χρήση κάποιων ίδιων δεδομένων. (γ) Ο Εναγόμενος εκπόνησε και σειρά σχεδίων που αφορά αμιγώς εμπορική ανάπτυξη του έργου, ολοκληρωμένη και έτοιμη για υπογραφή επίσης, τον Ιούλιο του 2010 (πλην της εμβαδομέτρησης που είναι του Απριλίου 2010), εργασία που κοστολογείται σε €15.750,00 πλέον Φ.Π.Α.. Τα σχέδια αυτά αφορούν σε ένα τετραώροφο κτίριο που περιλαμβάνει ένα ισόγειο κατάστημα (κρεοπωλείο) με μεσοπάτωμα, τρεις ορόφους που περιλαμβάνουν από ένα γραφείο έκαστος και κοινόχρηστους χώρους που αποτελούνται από κλιμακοστάσιο και ανελκυστήρα. Η αλλαγή σε αμιγώς εμπορική ανάπτυξη επέβαλλε μείωση του εμβαδού δόμησης, αύξηση του ύψους κατά ένα όροφο που συνεπάγονταν μετακίνηση του κτιρίου ως προς τα όρια του οικοπέδου και επιπλέον καταργήθηκε ο υπόγειος χώρος στάθμευσης και άλλαξε η διάταξη των κοινόχρηστων χώρων. Η σειρά περιλαμβάνει χωροταξικό σχέδιο, τις κατόψεις όλων των επιπέδων, τις τέσσερις όψεις του κτιρίου, δύο τομές, σχέδιο του περιτοιχίσματος και δύο σχέδια εμβαδομέτρησης που περιλαμβάνουν αναλυτικούς πίνακες των πολεοδομικών δεδομένων του τεμαχίου και της ανάπτυξης. Το πολεοδομικό εμβαδόν της ανάπτυξης είναι 796m2 συν 98m2 κοινόχρηστοι χώροι, σύνολο 894m2, ενώ το κατασκευαστικό εμβαδόν του κτιρίου 1,136m
  8. Το πόρισμα του πραγματογνώμονα του ΕΤΕΚ, που βασικά κατέληγε στο ότι εκκρεμεί αμοιβή του Εναγόμενου για €15.750,00 πλέον Φ.Π.Α., για την σειρά των σχεδίων του Ιουλίου 2010, για την αμιγώς εμπορική ανάπτυξη, δεν επέφερε διευθέτηση της διαφοράς, η οποία οδηγήθηκε σε δίκη, με τα τεχνικά πορίσματα του πραγματογνώμονα να θεωρούνται ότι είναι αποδεκτά από τα μέρη και περιορίζουν ανάλογα τα επίδικα θέματα. Οι δύο πλευρές διαφώνησαν ακόμα και ως προς πώς ερμηνεύονται τα αναγραφόμενα στο πόρισμα. Διαδικασία Κατά τη δικάσιμο της 05.04.2021, κατατέθηκαν εκ συμφώνου ορισμένα εκ των εγγράφων στα οποία βασίστηκε και το πόρισμα του πραγματογνώμονα: η σειρά σχεδίων του Απριλίου 2010 για την εμπορική και οικιστική ανάπτυξη (Τεκμήριο 1), η σειρά σχεδίων του Ιουλίου 2010 για την αμιγώς εμπορική ανάπτυξη (Τεκμήριο 2), η αίτηση για πολεοδομική άδεια για εμπορική και οικιστική ανάπτυξη (Τεκμήριο 3), η αίτηση για πολεοδομική άδεια για αμιγώς εμπορική ανάπτυξη (Τεκμήριο 4), το τιμολόγιο του Εναγόμενου με αριθμό 0035 (Τεκμήριο 5), το τιμολόγιο του Εναγόμενου με αριθμό 0048 (Τεκμήριο 6), η κοστολόγηση του Εναγόμενου για το έργο ημερομηνίας 27.04.2010 (Τεκμήριο 7), και η κοστολόγηση του Εναγόμενου για το έργο ημερομηνίας 04.06.2010 (Τεκμήριο 8). Η απαίτηση της Ενάγουσας και η ανταπαίτηση του Εναγόμενου, λόγω της φύσης τους, συνεκδικάστηκαν, με την μαρτυρία της κάθε πλευράς να αφορά στο σύνολο της υπόθεσής της. Πρώτη παρουσίασε την υπόθεσή της η πλευρά της Ενάγουσας, και στην συνέχεια παρουσίασε την υπόθεσή της η πλευρά του Εναγόμενου. Η Ενάγουσα, για την απόδειξη της υπόθεσής της, παρουσίασε μαρτυρία από τον κύριο XXXX Χριστοδούλου (ΜΕ1), ο οποίος προσκόμισε περαιτέρω έγγραφη μαρτυρία. Για την πλευρά του Εναγόμενου, παρουσιάστηκε μαρτυρία από την κυρία XXXX Χαραλάμπους (ΜΥ1), τον ίδιο τον Εναγόμενο (ΜΥ2), και τον κύριο XXXX Χαραλάμπους (ΜΥ3). Μετά την παρουσίαση της μαρτυρίας των δύο πλευρών, οι συνήγοροί τους προσφώνησαν το Δικαστήριο δια αγορεύσεων που κατέθεσαν γραπτώς, επιχειρηματολογώντας με αυτές προς υποστήριξη των θέσεων τους. Είναι υπόψη του Δικαστηρίου ό,τι έχει παρουσιαστεί και αναφερθεί. Η μαρτυρία ΜΕ1 Ο ΜΕ1, εκ των διευθυντών της Ενάγουσας, υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής κατάθεσης που ετοίμασε, που αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασής του (Έγγραφο Β)[1], η οποία ολοκληρώθηκε με την κατάθεση των περαιτέρω εγγράφων που αναφέρονται σε αυτήν. Σε σχέση με τα θέματα που είναι επίδικα, αναφέρει πως η Ενάγουσα, δι' αντιπροσώπου της, περί την 15.04.2010, επισκέφθηκε το γραφείο του Εναγόμενου για να συνεργαστούν, και τότε συμφώνησαν την συνεργασία τους και η Ενάγουσα του κατέβαλε αυθημερόν €11.500,00 (€10.000,00 πλέον Φ.Π.Α.) για την έναρξη της συνεργασίας τους, και εκδόθηκε και από τον Εναγόμενο το Τεκμήριο
  9. Το Τεκμήριο 5 είναι το τιμολόγιο 0035 που εκδόθηκε από τον Εναγόμενο στο όνομα της Melis & Sons Meat Market Ltd την 15.04.2010 «έναντι αρχιτεκτονικών σχεδίων στο τεμ. XXXX Φ/Σ XXXX στη Λεμεσό». Κατ' αυτή τη συνάντηση, ο Εναγόμενος συμφώνησε να ετοιμάσει αρχιτεκτονικά και στατικά σχέδια και τεχνικές προδιαγραφές και όρους και να επιβλέψει το στατικό και αρχιτεκτονικό μέρος του έργου που θα ανεγείρονταν επί του τεμαχίου της Ενάγουσας. Το έργο ήταν πολυκατοικία που θα περιλάμβανε μεγάλο κατάστημα κρεοπωλείου στο ισόγειο και γραφεία που θα χρησιμοποιούνταν για τους σκοπούς της επιχείρησης της Ενάγουσας. Επειδή ο Εναγόμενος προέβη στην προετοιμασία κάποιων προσχεδίων, αξίωσε από την Ενάγουσα ακόμα €10.000,00 πλέον Φ.Π.Α., για να συνεχίσει. Η Ενάγουσα, προς σαφή διατύπωση και διευκρίνιση της συνεργασίας τους, αξίωσε την υπογραφή συμφωνίας, όπως και έγινε την 05.07.
  10. Η συμφωνία αυτή είναι το Τεκμήριο
  11. Κατά τη θέση του ΜΕ1, το Τεκμήριο 9 επιβεβαίωνε την προϋπάρχουσα προφορική συμφωνία ημερομηνίας 15.04.2010, ότι δηλαδή η Ενάγουσα ανέθεσε στον Εναγόμενο την ετοιμασία αρχιτεκτονικών και στατικών σχεδίων και τεχνικών προδιαγραφών και όρων και την επίβλεψη του στατικού και αρχιτεκτονικού μέρους του έργου που ήταν ανέγερση πολυκατοικίας που περιλάμβανε μεγάλο κατάστημα κρεοπωλείου στο ισόγειο και γραφεία για τους σκοπούς της επιχείρησης, για το συνολικό ποσό των €45.000,
  12. Ενόψει της υπογραφής του Τεκμηρίου 9, η Ενάγουσα κατέβαλε στον Εναγόμενο περαιτέρω €10.000,00 πλέον Φ.Π.Α. (συνολικά €11.500,00), και ο Εναγόμενος εξέδωσε το Τεκμήριο
  13. Στο Τεκμήριο 9, γίνεται αναφορά σε συνάντηση που έγινε μεταξύ των μερών την 01.07.2010, και επιβεβαιώνει προφορική συμφωνία που έγινε σε συνέχεια εκείνης της συνάντησης για την εκπόνηση αρχιτεκτονικής μελέτης πολυκατοικίας στο τεμάχιο της Ενάγουσας έναντι €45.000,00, που περιλαμβάνει αρχιτεκτονικά και στατικά σχέδια (για εξασφάλιση των αδειών), επίβλεψη του στατικού και αρχιτεκτονικού μέρους και τεχνικές προδιαγραφές και όρους, και δεν περιλαμβάνει ηλεκτρομηχανολογικές μελέτες, μελέτες ενεργειακής απόδοσης κτιρίου, επιμετρήσεις, τοπογραφικές εργασίες και τρισδιάστατα μοντέλα και φωτορεαλισμό. Στο Τεκμήριο 6 γίνεται αναφορά σε ποσό που πληρώθηκε «έναντι σχεδίων πολυκατοικίας». Ο ΜΕ1 αναφέρει ό,τι και η Ενάγουσα στο δικόγραφό της, πως ήταν ουσιώδης και εξυπακουόμενος όρος των συμφωνιών ημερομηνίας 15.04.2010 και 05.07.2010 ότι τα σχέδια θα εκπονούνταν σύμφωνα με τις οδηγίες της Ενάγουσας και θα ήταν της αρεσκείας της, και ότι αυτά θα ετοιμάζονταν και θα υποβάλλονταν στις αρμόδιες αρχές για έγκριση εντός εύλογου χρόνου, και ότι η πληρωμή του ποσού των €45.000,00, περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α., θα καταβάλλονταν σταδιακά, ποσό €11.500,00 κατά την συνομολόγηση της προφορικής συμφωνίας ημερομηνίας 15.04.2010 ως προκαταβολή, ποσό €11.500,00 με την παράδοση των τελικών σχεδίων και την έγκρισή τους, ποσό €22.000,00 με την ολοκλήρωση των εργασιών. Η Ενάγουσα, βλέποντας ότι ήταν αδύνατον να ξεκινήσουν οι εργασίες ανέγερσης σύντομα, επειδή κατά τη θέση της ο Εναγόμενος δεν ολοκλήρωνε τις υπηρεσίες του παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις, για να μετριάσει την ζημιά της, ενοικίασε δύο καταστήματα πλησίον του τεμαχίου της στο οποίο θα ανεγείρονταν το υπό μελέτη έργο, και ο ΜΕ1 προσκομίζει αντίγραφο ενοικιαστηρίου για αυτά τα καταστήματα (Τεκμήριο 12). Το Τεκμήριο 12 υπογράφθηκε 01.08.2011 για την χρονική περίοδο από την 01.09.2011 μέχρι την 31.08.2021, με δικαίωμα ανανέωσης. Ο ΜΕ1 προσκόμισε και τις επιστολές που αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης της Ενάγουσας, που ανταλλάχθηκαν δια των δικηγόρων των μερών, και δεν αμφισβητείται η ύπαρξη και το περιεχόμενό τους· την επιστολή της Ενάγουσας ημερομηνίας 11.12.2011 μαζί με την ένορκη δήλωση επίδοσής της (Τεκμήριο 13), την επιστολή του Εναγόμενου ημερομηνίας 06.02.2012 (Τεκμήριο 14), την επιστολή της Ενάγουσας ημερομηνίας 02.03.2012 (Τεκμήριο 15), και την επιστολή του Εναγόμενου ημερομηνίας 12.04.2012 (Τεκμήριο 16). Προσκομίζει, επίσης, αποδείξεις πληρωμής των ενοικίων των καταστημάτων εκ €2.500,00 μηνιαίως από τον Αύγουστο 2011 μέχρι τον Ιούνιο 2012 (Τεκμήριο 17), και τιμολόγια για πληρωμή δικηγορικών εξόδων €700,00 (Τεκμήριο 18). Ως και η δικογραφημένη εκδοχή της Ενάγουσας, ο ΜΕ1 αναφέρει ότι η Ενάγουσα θα πρέπει να αποζημιωθεί. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΕ1, υποστήριξε, μεταξύ άλλων, πως δεν αναγνωρίζει τα πρώτα σχέδια του Απριλίου 2010 για εμπορική και οικιστική ανάπτυξη (Τεκμήριο 1) και ότι οι μόνες οδηγίες που έδωσε η Ενάγουσα στον Εναγόμενο ήταν για εμπορική ανάπτυξη. Ανέφερε πως δεν υπάρχει η υπογραφή του στις αιτήσεις για πολεοδομικές άδειες ή στις κοστολογήσεις, ενώ όσον αφορά την αίτηση για πολεοδομική άδεια που στηρίζονταν στα πρώτα σχέδια του Τεκμηρίου 1 (δηλαδή το Τεκμήριο 3), ανέφερε πως αναγράφεται σε αυτήν το όνομα μιας άλλης εταιρείας, «Christalex Developers Ltd και Άλλος», και όχι της Ενάγουσας. Ανέφερε πως οι συναντήσεις ξεκίνησαν μεν πριν από τον Ιούνιο 2010, αλλά όσα είχαν συμφωνηθεί κατά καιρούς ενσωματώθηκαν στη συμφωνία ημερομηνίας 05.07.2010, αρνούμενος τις υποβολές της συνηγόρου του Εναγόμενου περί της ύπαρξης δύο συμφωνιών. Ανέφερε πως ο λόγος που η Ενάγουσα προκατάβαλε ένα ποσό την 15.04.2010 ήταν γιατί ο Εναγόμενος είχε ετοιμάσει κάποια προσχέδια, αλλά ό,τι εισέπραξε ο ΜΕ1 ήταν ότι ο Εναγόμενος ζητούσε συνέχεια χρήματα χωρίς να προχωρά η εργασία. Αρνείται ότι οποτεδήποτε η Ενάγουσα ζήτησε τροποποιήσεις σχεδίων ή κοστολόγηση, και ισχυρίστηκε ότι το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας αποφάσισε τον τερματισμό των υπηρεσιών του Εναγόμενο, εφόσον μετά από 1 χρόνο και 8 μήνες δεν είχε υποβληθεί κάποια αίτηση για έγκριση σχεδίων. Η ΜΥ1 Η ΜΥ1, κατά την κυρίως εξέτασή της ανέφερε πως εργάζονταν στο γραφείο του Εναγόμενου από το 2005 έως το 2012, και συμμετείχε στις συναντήσεις που γίνονταν με την Ενάγουσα αλλά και στην ετοιμασία των σχεδίων που είχε αναθέσει στον Εναγόμενο. Ανέφερε, σε σχέση με τα επίδικα θέματα, πως η πρώτη συνάντηση για την ανάθεση των σχεδίων έγινε αρχές του 2010 και ήταν αρχικά για εμπορική και οικιστική ανάπτυξη (πρώτη φάση). Ο εκπρόσωπος της Ενάγουσας πάντοτε τους έλεγε τι ήθελε και ακολουθούσαν τις επιθυμίες του. Η μάρτυρας επιθεώρησε το Τεκμήριο 1 και το Τεκμήριο 2 και αναγνώρισε πως εκείνη η εργασία που έγινε στην πρώτη φάση ήταν το Τεκμήριο 1, αλλά, λόγω του κόστους, η Ενάγουσα ήθελε να αλλάξει σχέδια, να μείνει μόνον η εμπορική ανάπτυξη, επομένως προχώρησαν στην δεύτερη λύση που είναι το Τεκμήριο
  14. Στην πορεία, παρά το ότι η ίδια σταμάτησε να εργάζεται στο γραφείο του Εναγόμενου, είχε πληροφορηθεί πως τελικά δεν προχώρησε το έργο και ότι η Ενάγουσα ήθελε τα λεφτά της πίσω. Η ΜΥ1 αντεξετάστηκε εκτενώς και επίμονα αναφορικά με τον αριθμό, τον χώρο και τις λοιπές λεπτομέρειες των συναντήσεων που έγιναν μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγόμενου για το έργο. Η ίδια ήταν παρούσα για να ακούει τι θέλει ο πελάτης. Οι συναντήσεις, που ήταν περισσότερες από πέντε, έγιναν και στα δύο γραφεία, της Ενάγουσας και της Εναγόμενης. Η ΜΥ1 δεν θυμόταν πλήρεις λεπτομέρειες για τον χώρο ή για τα πρόσωπα, με αποτέλεσμα ο συνήγορος της Ενάγουσας να της υποβάλλει κατ' επανάληψη ότι δεν λέει την αλήθεια. Τα πρώτα σχέδια, όπως ανέφερε, ήταν τελικά σχέδια που θα υποβάλλονταν για έγκριση, τα πήραν στην Ενάγουσα, τα άφησαν και έφυγαν, εφόσον ήθελε να τα δει, ήταν πολλά και δεν θα υπέγραφε μπροστά τους, ωστόσο για το τι θα περιλάμβαναν τα σχέδια το συζητούσαν με τον πελάτη. Μετά τους ζήτησε κοστολόγηση, και έπειτα άλλαξε ιδέα. Η ΜΥ1, όπως ανέφερε, δεν ασχολείται με την συμπλήρωση των εντύπων για την υποβολή αιτήσεων για άδειες, επομένως, δεν γνωρίζει γιατί στο Τεκμήριο 3 αναγράφθηκε το όνομα μιας άλλης εταιρείας. Στα σχέδια γράφουν το όνομα του ιδιοκτήτη του έργου, και η ίδια γνώριζε πως ήταν η Ενάγουσα, εκείνη ήταν η πελάτης. Ο ΜΥ2 Ο Εναγόμενος (ΜΥ2), κατά την κυρίως εξέτασή του, ανέφερε ότι σε επαφή με την Ενάγουσα τους έφερε ένας κοινός γνωστός τους, ο XXXX Χαραλάμπους. Η Ενάγουσα είχε ζητήσει την αξιοποίηση όλου του συντελεστή δόμησης του τεμαχίου που ήταν σε οικιστική και εμπορική ζώνη, και να χρησιμοποιήσει τις δυνατότητές του στο έπακρο. Μέχρι να καταλήξουν στο περιεχόμενο των σχεδίων, έκαναν συζητήσεις και έβλεπαν τα πράγματα. Ο Εναγόμενος παρουσίασε τα προσχέδια των σχεδίων του Τεκμηρίου 1 και εξήγησε το περιεχόμενό τους και τις λεπτομέρειες που περιέχουν, αναφέροντας πως δεν ήταν δυνατόν να φανταστεί ο ίδιος πού θέλει η Ενάγουσα το κάθε τι, για παράδειγμα πόσο χώρο θέλει για τα ψυγεία της, εξ ου και ενημέρωσαν και προχωρούσαν. Τα πρώτα σχέδια ξεκίνησαν από τις αρχές του
  15. Την 15.04.2010 παραδόθηκαν τελειωμένα, με συμπληρωμένα τα έντυπα για την αίτηση για πολεοδομική άδεια. Ο ίδιος ετοίμασε την αίτηση για την πολεοδομική άδεια και σε αυτήν έβαλε το όνομα της εταιρείας επί της οποίας ήταν εγγεγραμμένο το τεμάχιο γης, εξηγώντας ότι η άδεια βγαίνει στο όνομα του ιδιοκτήτη του τεμαχίου, όχι του έργου. Δεν θυμόταν ποιος ήταν ο «άλλος» εκτός από την εταιρεία Christalex Developers Ltd, αλλά, όπως ανέφερε, δεν έχει σημασία, ο ιδιοκτήτης του έργου, από τον οποίο πάντοτε λάμβανε οδηγίες, ήταν η Ενάγουσα, δια του εκπροσώπου της. Όταν έκανε την κοστολόγηση που του ζήτησε η Ενάγουσα, της φάνηκε ψηλό το κόστος και ζήτησε αλλαγές. Ο ΜΥ2 εξήγησε τις αλλαγές στις οποίες προέβη, στο Τεκμήριο 2, που συνιστούσαν την μετατροπή της ανάπτυξης από εμπορική και οικιστική σε αμιγώς εμπορική. Ενώ ο ίδιος έκανε και τα δεύτερα σχέδια, πληροφορήθηκε μέσω του κοινού γνωστού τους ότι τελικά η Ενάγουσα δεν θα προχωρούσε και ήθελε τα λεφτά της πίσω, τις €20.000,00 πλέον Φ.Π.Α. που ο ίδιος είχε δεχθεί έπειτα από συμβιβασμό για τα πρώτα σχέδια. Ο ΜΥ2 εξήγησε τον τρόπο υπολογισμού των αμοιβών με βάση τους Κανονισμούς (αναφορά στον Πίνακα αμοιβών του Συνδέσμου Πολιτικών & Αρχιτεκτόντων, ΣΠΜΑΚ) και ότι η Ενάγουσα ό,τι πλήρωσε ήταν για την πρώτη λύση (Τεκμήριο 1). Για την δεύτερη λύση, για την οποία υπογράφθηκε και συμφωνία (Τεκμήριο 9), δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό, ενώ ο ίδιος είχε παραδώσει τα σχέδια (Τεκμήριο 2). Ο ΜΥ1 εξέφρασε το παράπονό του που ο κ. Μελής (εκπρόσωπος της Ενάγουσας) δεν προσέγγισε οποτεδήποτε να του πει τι τον προβλημάτιζε και να δουν μαζί τι θα κάνουν, αλλά του διαμήνυσε πως ήθελε χρήματα πίσω τα οποία ο ίδιος δούλεψε και συνιστούσα αμοιβή του, λέγοντας πως ουδείς επιστρέφει την αμοιβή του, και επρόκειτο για θράσος χωρίς όρια. Όπως γνωρίζει, η Ενάγουσα δεν ανήγειρε το έργο, ενώ είδε ταμπέλα μέσα στο τεμάχιο που έγραφε «πωλείται». Ο ίδιος ζητά να πληρωθεί για την εργασία που έκανε και δεν πληρώθηκε, δηλαδή για τα δεύτερα σχέδια, του Τεκμηρίου
  16. Κατά την δικάσιμο της 13.05.2021, ο ΜΥ2 κατέθεσε και πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης περιουσίας ημερομηνίας 15.04.2021 αναφορικά με την Ενάγουσα (Τεκμήριο 19), όπου για το τεμάχιο της Ενάγουσας φαίνεται ότι μερίδιο ½ αποκτήθηκε από την Chr. D. Charalambous Construction Ltd το 2009, και μερίδιο ½ αποκτήθηκε από την Christalex Developers Ltd κατά τις αρχές του 2012, ενώ το 2021 μεταβιβάστηκε από την Ενάγουσα ολόκληρο το τεμάχιο σε τρίτο πρόσωπο. Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΥ2, ανέφερε πως ο ίδιος δεν γνωρίζει τις δουλειές της Ενάγουσας, ούτε επαφή είχε οποτεδήποτε με άλλη εταιρεία, και θέλει να πληρωθεί απλά την δουλειά που έκανε. Για την πρώτη δουλειά, είχε μειώσει το ποσό που δικαιούνταν και δεν πληρώθηκε καθόλου για την δεύτερη δουλειά. Στις ερωτήσεις και υποβολές του συνηγόρου της Ενάγουσας δια των οποίων αμφισβητήθηκαν οι οδηγίες που έλαβε για την ετοιμασία των πρώτων σχεδίων, του Τεκμηρίου 1, ανέφερε χαρακτηριστικά «μόνον ένας βλάκας θα έκανε σχέδια χωρίς να του πουν και χωρίς να τα συζητήσει με τον πελάτη του» και σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του «τότε γιατί έκαμα το Τεκμήριο 1, έτσι γιατί ήμουν αθκιασερός;» Όταν του υποβλήθηκε η θέση της Ενάγουσας πως το έκανε εκ των υστέρων, μετά την αγωγή, για να αποσπάσει χρήματα, απάντησε πως δεν είναι του χαρακτήρα του αυτά τα πράγματα. Νόμιζε πως η Ενάγουσα ήταν απλά αναποφάσιστη και ανέμενε. Ανέμενε για κάποιους μήνες μετά που της παρέδωσε τα σχέδια του Τεκμηρίου
  17. Δεν του είχε πει οποτεδήποτε ότι είχε παράπονο με την δουλειά του. Στην ερώτηση γιατί στο τιμολόγιο που εξέδωσε αναφορικά με την δεύτερη πληρωμή ανέγραψε «έναντι σχεδίων» και όχι κάποια ένδειξη που να δείχνει εξόφληση, ανέφερε πως έκανε λάθος και δεν του ζήτησε και ο κ. Μελής εξοφλητική απόδειξη, ο ίδιος δεν είναι δικηγόρος για να γνωρίζει τι να γράψει. Αρνήθηκε τις υποβολές του συνηγόρου της Ενάγουσας ότι οι μόνες οδηγίες που είχε ήταν για εμπορική ανάπτυξη και ότι εξοφλήθηκε για την εργασία που έκανε. Ο ΜΥ3 Ο ΜΥ3 είναι ο κοινός γνωστός της Ενάγουσας και του Εναγόμενου, που τους έφερε σε επαφή. Κατά την κυρίως εξέτασή του, ανέφερε πως είναι φίλος και με τον εκπρόσωπο της Ενάγουσας και με τον Εναγόμενο. Η γνωριμία των δύο πλευρών έγινε περί τα τέλη του 2009 με αρχές του 2010, στο γραφείο της Ενάγουσας. Η Ενάγουσα ήθελε να κτίσει πολυκατοικία στο ακίνητό, ένα κτίσμα στο οποίο θα είχε εμπορικό κατάστημα, γραφεία και διαμερίσματα. Δεν γνωρίζει ακριβώς ποια ήταν η έκβαση της συνεργασίας τους, αλλά νομίζει πως είχαν δοθεί νέες οδηγίες από την Ενάγουσα, για μια ανάπτυξη διαφορετική από την πρώτη, θα έβλεπε το κόστος. Κάποια στιγμή του είπε «ο Άκης» (εννοώντας τον ΜΕ1) να πει του Εναγόμενου να του δώσει λεφτά πίσω. Του το είπε. Δεν ξέρει τι έγινε, αλλά νομίζει πως ο Εναγόμενος δεν έδωσε λεφτά πίσω. Ο ΜΥ3 είναι δημόσιος υπάλληλος, στο Τμήμα Πολεοδομίας και από τη θέση του γνωρίζει πως δεν υπάρχει σταθερός χρόνος που χρειάζεται για να εκδοθεί μια πολεοδομική άδεια, μπορεί και μήνες μπορεί και χρόνο. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΥ3, ανέφερε πως στην πρώτη κοινή συνάντησή τους, που τους έφερε σε επαφή, κατάλαβε πως συμφώνησαν κάτι, αλλά δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί λεπτομέρειες (π.χ. ποσά). Ήρθε να καταθέσει γιατί τον κάλεσαν να πει τι ξέρει. Ξέρει πως στη δεύτερη συνάντηση που ήταν και εκείνος παρών, θα έκαναν συμφωνία για τη δουλειά που θα έκανε ο Εναγόμενος από εκείνη την ημέρα και μετέπειτα. Είχε καταλάβει ότι έκανε μια δουλειά, τελείωσε, και θα έκανε άλλη. Δεν θυμάται να δόθηκαν χρήματα κατά την δεύτερη συνάντηση. Δεν θυμόταν πόσα ακριβώς του ζήτησε η Ενάγουσα να μεσολαβήσει για να επιστραφούν χρήματα, ήταν μια κουβέντα που απλά μετέφερε. Αξιολόγηση Σε αξιολόγηση υπόκειται η αντικρουόμενη μαρτυρία επί των επιδίκων θεμάτων, για να μπορέσει να καταλήξει το Δικαστήριο ως προς το ποια είναι η αξιόπιστη μαρτυρία, στην οποίαν μπορεί να βασιστεί, για να προβεί σε ευρήματα. Η συμπεριφορά και οι τρόποι των μαρτύρων (demeanour) στο εδώλιο[2], που το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να παρατηρήσει καθ' όλη την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, προσεγγίζονται με παράλληλους άξονες το σύνολο της μαρτυρίας αλλά και την αντικειμενική όψη των πραγμάτων[3]. Η Ενάγουσα, αδιαμφισβήτητα, κατέβαλε στον Εναγόμενο ποσό €11.500,00 την 15.04.2021 (Τεκμήριο 5) και ποσό €11.500,00 την 08.07.2010 (Τεκμήριο 6) και ο Εναγόμενος, επίσης αδιαμφισβήτητα, ετοίμασε τα σχέδια του Τεκμηρίου 2 και την κοστολόγηση του Τεκμηρίου
  18. Ακόμα και να ίσχυε η εκδοχή της Ενάγουσας, δια του ΜΕ1, ότι μία μόνο συμφωνία συνάφθηκε, την 15.04.2010, που απλώς βεβαιώθηκε με την γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 05.07.2010 (Τεκμήριο 9), για εμπορική ανάπτυξη, εφόσον ο Εναγόμενος, τον Ιούλιο του 2010 (άρα σε πολύ λίγες ημέρες από την υπογραφή της συμφωνίας αυτής) παρέδωσε στην Ενάγουσα τα σχέδια έτοιμα για κατάθεση στην αρμόδια αρχή προς έγκριση, δεν είναι καθόλου πειστική η θέση της Ενάγουσας, δια του ΜΕ1, ότι ο Εναγόμενος παράβηκε τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας και με ποιον ακριβώς τρόπο· εφόσον η Ενάγουσα, δια του ΜΕ1, δεν αμφισβητεί επίσης ότι δεν υπέγραψε τα σχέδια (Τεκμήριο 2) ούτε την αίτηση για την πολεοδομική άδεια που αφορά σε αυτά (Τεκμήριο 4), για να μπορεί να προχωρήσει ο Εναγόμενος με την κατάθεση των σχεδίων. Έπειτα, ακόμα κι αν ίσχυε η ίδια εκδοχή της Ενάγουσας, ο ΜΕ1 δεν έπεισε το Δικαστήριο, όσον αφορά την απαίτησή της, όχι μόνον για τον προαναφερόμενο λόγο, αλλά και για τον λόγο ότι, ενώ η Ενάγουσα είχε τα σχέδια για την εμπορική ανάπτυξη (που ζήτησε) από τον Ιούλιο 2010 και η ίδια δεν τα υπέγραψε ούτε την αίτηση για την πολεοδομική άδεια, υποτίθεται, σύμφωνα με τα λεγόμενα του ΜΕ1, υπέγραψε συμφωνία ενοικίασης καταστημάτων για να μειώνει κάποια ζημιά, επειδή δεν προχωρούσε η ανέγερση, εξαιτίας του Εναγόμενου. Μα και η συμφωνία εκείνη (Τεκμήριο 12) υπογράφθηκε τον Αύγουστο του
  19. Και με ισχύ όχι μόνον για μια περίοδο που θα ανέμενε κάποιος ότι χρειάζεται για να ανεγερθεί η οικοδομή, αλλά για πολλά χρόνια. Η μαρτυρία του ΜΕ1 σε σχέση με την απαίτηση της Ενάγουσας δεν είναι αποδεκτή ως αξιόπιστη μαρτυρία. Πέραν, όμως, της απαίτησης της Ενάγουσας, και η μαρτυρία του ΜΕ1, για σκοπούς υπεράσπισης στην ανταπαίτηση του Εναγόμενου (αν και η υπεράσπιση στην ανταπαίτηση που πρόβαλε η Ενάγουσα κρούει λογικά στην δική της απαίτηση), δεν έπεισε το Δικαστήριο ότι η Ενάγουσα κατέβαλε «προκαταβολικά» το ποσό των €11.500,00 την 15.04.2010, σε κάποια πρώτη συνάντηση με τον Εναγόμενο, που δεν τον γνώριζε προηγουμένως, χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε έτοιμη εργασία από μέρους του Εναγόμενου, που να είχε συμφωνηθεί από προηγουμένως. Παρά το γεγονός ότι ο ΜΕ1 δεν αναγνωρίζει τα σχέδια του Τεκμηρίου 1, και η εκδοχή της Ενάγουσας (μη δικογραφημένη πάντως) είναι ότι ο Εναγόμενος τα κατασκεύασε εκ των υστέρων, μετά την αγωγή, για να πει ότι έλαβε οδηγίες από την Ενάγουσα αρχικά για οικιστική και εμπορική ανάπτυξη και για να αποσπάσει χρήματα, ο ΜΕ1 φαίνεται ότι τα είχε στην κατοχή του και τα παρέδωσε στον πραγματογνώμονα, όπως αναφέρεται στο Έγγραφο Α. Πέραν, όμως, και αυτού (γιατί κατά τα λοιπά θα μπορούσε να απέκτησε την κατοχή τους μετά την αγωγή), δεν αμφισβητεί και τα σχέδια του Τεκμηρίου 2, στα οποία αναφέρεται ρητά ότι εκείνα τα σχέδια συνιστούν την «β' λύση, με μόνο κατάστημα-μεσοπάτωμα γραφεία, αύξηση αποστάσεων από τα σύνορα-προσθήκη ορόφου». Το Τεκμήριο 2 δηλαδή, από μόνο του, δηλώνει ξεκάθαρα πως προηγήθηκε αυτού κάποια άλλη εργασία, της οποίας αποτελεί εξέλιξη ή συνέχεια. Ο ΜΕ1 δεν έπεισε επίσης ότι, ενώ υποτίθεται κατέβαλε ποσό €11.500,00 την 15.04.2010, και μέχρι την 08.07.2010, χρονικό διάστημα πέραν των 2 μηνών, δεν είχε μεσολαβήσει κάποια εργασία του Εναγόμενου (το Τεκμήριο 1 που δεν αναγνωρίζει και το Τεκμήριο 7 που αγνοεί), την 05.07.2010 υπέγραψε συμφωνία μαζί του χωρίς οποιαδήποτε αναφορά στον χρόνο για κάθε στάδιο, που υποτίθεται ήταν ουσιώδης, όπως λέει, ή σε ποσό που ήδη κατέβαλε έναντι εκείνης της συμφωνίας, και την 08.07.2010 του έδωσε ακόμα €11.500,00, και πάλι, χωρίς να έχει λάβει εργασία του. Δεν έπεισε το Δικαστήριο, ο ΜΕ1, ότι η Ενάγουσα δίδει απλόχερα χρήματα χωρίς να λαμβάνει αντάλλαγμα ή η εκδοχή του ΜΕ1 ότι, εφόσον υπογράφθηκε η συμφωνία του Τεκμηρίου 9 (που δεν έκανε αναφορά ούτε σε χρόνους ούτε σε επιμέρους ποσά), έδειξε εμπιστοσύνη και κατέβαλε περαιτέρω χρήματα. Εξάλλου, στο Τεκμήριο 9, που κοινά επικαλούνται τα μέρη, αναφέρεται και μία συνάντηση ημερομηνίας 01.07.2010, στην οποία ουδεμία αναφορά έκανε ο ΜΕ1, ως να μην υπήρχε. Η εντύπωση που δημιούργησε στο Δικαστήριο η Ενάγουσα, μέσα από την μαρτυρία του ΜΕ1 και τον τρόπο με τον οποίον ο ΜΕ1 απαντούσε ή και δεν απαντούσε στις ερωτήσεις ή στις υποβολές που του γίνονταν, είναι ότι η Ενάγουσα ανέμενε από τον Εναγόμενο περισσότερη ελαστικότητα, να την βλέπει περισσότερο ως «συνεργάτη», εφόσον τον εμπιστεύτηκε για ένα μεγάλο, για την ίδια, έργο, ότι υπήρχε κάποια αβεβαιότητα ως προς την ανάγκη ανέγερσης του έργου ή ανάγκη δοκιμής διαφόρων λύσεων που ενδεχομένως να χρειάζονταν η Ενάγουσα, για να βρει το πιο σύμφορο γι' αυτήν πλάνο· αλλά ο Εναγόμενος ήθελε να πληρώνεται για την κάθε εργασία που έκανε, ακόμα κι αν αυτή η εργασία ήταν μόνον μέχρι να καταλήξουν στο τελικό αποτέλεσμα όσον αφορά τα σχέδια, χωρίς εκπτώσεις, οπότε και η Ενάγουσα εισέπραττε ότι ο Εναγόμενος ήθελε συνέχεια λεφτά ή ότι η ίδια δαπανά δυσανάλογα αλλά τελικά/εγκεκριμένα σχέδια δεν έχει, μη συνειδητοποιώντας ότι ένας επαγγελματίας δεν μπορεί να προβαίνει σε αλλαγές σχεδίων ριζικές ή και απεριόριστα χωρίς να αμείβεται για πρόσθετη εργασία. Στον βαθμό που η μαρτυρία του ΜΕ1 δεν συνάδει με την έγγραφη μαρτυρία που κοινά κατατέθηκε ή και που ο ίδιος ο ΜΕ1 προσκόμισε, δεν μπορεί να βασιστεί σε αυτήν το Δικαστήριο, για να διαγνώσει τι συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών. Ακόμα και στην επιστολή των δικηγόρων της Ενάγουσας ημερομηνίας 11.12.2011 (Τεκμήριο 13) δεν γίνεται αναφορά σε παράλειψη ετοιμασίας σχεδίων, αλλά σε μη ετοιμασία σχεδίων της αρεσκείας της Ενάγουσας, βάση που στην δίκη αυτή δεν είχε παρουσιαστεί με λεπτομέρειες ως προς το τι ακριβώς δεν ήταν της αρεσκείας της Ενάγουσας από το Τεκμήριο 2, που αφορά στην αμιγώς εμπορική ανάπτυξη που υποτίθεται ήθελε. Ο ΜΕ1 δεν ανέφερε, σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του, συγκεκριμένα δεδομένα που δεν του άρεσαν στα σχέδια που ετοίμασε ο Εναγόμενος και ποιες ακριβώς οδηγίες της Ενάγουσας δεν ακολούθησε. Ισχυρίστηκε ότι ο Εναγόμενος δεν συμμορφώθηκε με συμβατικές υποχρεώσεις του, χωρίς η ίδια να αναφέρεται σε ποιες ακριβώς, εφόσον το Τεκμήριο 2 υπάρχει όπως και το Τεκμήριο 4 (ανυπόγραφο από την Ενάγουσα) και δεν ήταν ισχυρισμός ότι ο Εναγόμενος τα ετοίμασε κρυφά ή και αυτά εκ των υστέρων, όπως τάχα το Τεκμήριο 1, για να αντλήσει χρήματα. Την ίδια στιγμή, στο Τεκμήριο 13 προβάλλεται έλλειψη αρεσκείας και μη ακολούθηση οδηγιών, με μεγάλη αοριστία και ασάφεια και στο Τεκμήριο 15 γίνεται αναφορά ότι ο Εναγόμενος δεν έκανε καθόλου σχέδια, αλλά μόνον προσχέδια που δεν ικανοποίησαν την Ενάγουσα. Από την άλλη, ο Εναγόμενος (ΜΥ2) απαντούσε δυνατά, σταθερά, συγκεκριμένα, και ό,τι ανέφερε στο Δικαστήριο το εξήγησε επακριβώς με βάση την έγγραφη μαρτυρία, με βεβαιότητα, και δεν άφησε οποιαδήποτε αμφιβολία στο Δικαστήριο για την ειλικρίνειά του. Ακόμα και με τις πιο αυθόρμητες απαντήσεις που έδωσε (π.χ. ότι δεν ξύπνησε ξαφνικά ένα πρωί και είπε να αρχίσει να κάνει από μόνος του σχέδια του κ. Μελή, ξέροντας πού να τοποθετήσει τα ψυγεία για τα κρέατα, και πόσο χώρο χρειάζονται), έδειξε την φυσικότητα και την λογική με την οποία προσέγγιζε την συνεργασία και έπειτα την διαφορά του με την Ενάγουσα, τον επαγγελματισμό του, αλλά και την ενόχλησή του, γιατί ο τρόπος με τον οποίον η Ενάγουσα επέλεξε να αποδεσμευτεί από την συμφωνία τους, με το να απαιτήσει να της επιστραφεί ποσό από την αμοιβή του Εναγόμενου, λειτούργησε προσβλητικά για τον ίδιο, όπως ενδεχομένως να λειτουργούσε για κάθε επαγγελματία. Ένας χειρισμός από πλευράς της Ενάγουσας που εξακολουθούσε να λειτουργεί προσβλητικά για τον Εναγόμενο, όταν ο ίδιος υπέδειξε και τα σχέδια του Τεκμηρίου 1 και τα σχέδια του Τεκμηρίου 2, και η Ενάγουσα ενεργοποίησε το επιχείρημα ότι ο Εναγόμενος δολίως κατασκεύασε τα σχέδια του Τεκμηρίου 1, ένα σετ σχεδίων πολυπλοκότερο από το σετ του Τεκμηρίου 2, μετά την αγωγή, για να της αποσπάσει χρήματα. Όταν η Ενάγουσα, ενώ δέχθηκε την παραπομπή της διαφοράς τους σε πραγματογνώμονα του ΕΤΕΚ, στην συνέχεια, όταν το πόρισμα έκανε λόγο ουσιαστικά για δύο ξεχωριστές εργασίες με διαφορετική κοστολόγηση (και όχι για μία εργασία που όσες φορές και να τροποποιούνταν μία εργασία θα ήταν), προσπάθησε να απεμπλακεί από την υποχρέωση να ακολουθήσει και την πραγματογνωμοσύνη. Δεν ήταν μόνον ο τρόπος του ΜΥ2 στο εδώλιο πιο δομημένος, σταθερός και πειστικός, αλλά και το περιεχόμενο του λόγου του, που συνάδει πλήρως και με την υφιστάμενη έγγραφη μαρτυρία και με την πιο αντικειμενική όψη των πραγμάτων. Η θέση του ΜΥ2 ότι η προφορική συμφωνία τους με την Ενάγουσα ήταν για πλήρη αξιοποίηση του συντελεστή δόμησης, κατ' επέκταση για εμπορική και οικιστική ανάπτυξη, και ήταν κατά τις αρχές του 2010, συνάδει με την ύπαρξη του Τεκμηρίου 1, του Τεκμηρίου 3 (που η Ενάγουσα προσπάθησε να αμφισβητήσει μόνον όσον αφορά το όνομα του οποίου έγινε χρήση, που όμως εξηγείται και με το Τεκμήριο 19), του Τεκμηρίου 5 και του Τεκμηρίου
  20. Συνάδει, επίσης, με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 9, το οποίο δεν βεβαιώνει συμφωνία που έγινε τον Απρίλιο του 2010, αλλά, ρητά, συμφωνία που έγινε την 01.07.2010, σε συνάρτηση με το ότι το Τεκμήριο 9 δεν αναφέρει οτιδήποτε για προκαταβολική πληρωμή ή για ό,τι τέλος πάντων η Ενάγουσα θεωρούσε, υποτίθεται, «ουσιώδες», ζητώντας, κατά την εκδοχή της, και γραπτή συμφωνία για να το διασφαλίσει. Ο Εναγόμενος δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις που θα μπορούσαν να πλήξουν την αξιοπιστία του, ούτε και η - δεινή ομολογουμένως - προσπάθεια του συνηγόρου της Ενάγουσας να δημιουργήσει τέτοια πλήγματα στην αξιοπιστία του ΜΥ2 ήταν τέτοια που θα μπορούσε να ξεπεράσει και την λογική των πραγμάτων. Το Δικαστήριο δέχεται την μαρτυρία του ΜΥ2 ως αξιόπιστη, για να μπορέσει να βασιστεί σε αυτήν και να διαγνώσει τι συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών. Η ΜΥ1 δεν έπεισε το Δικαστήριο ότι διατηρούσε μνήμες από την συγκεκριμένη δουλειά, αλλά δημιούργησε την εντύπωση στο Δικαστήριο ότι ήρθε απλά να μαρτυρήσει για να υποστηρίξει τον Εναγόμενο, πρώην εργοδότη της, αναφέροντας ότι αρχικά η συμφωνία ήταν για εμπορική και οικιστική ανάπτυξη και έπειτα για αμιγώς εμπορική, και ότι οι συναντήσεις άρχισαν αρκετά πριν από την 05.04.2010, ζήτημα ως προς το οποίο η πλευρά του Εναγόμενου εξέλαβε ότι χρειάζονταν ενίσχυση από άλλα άτομα, όπως και από τον ΜΥ
  21. Και ο ΜΥ3 ήρθε για να πει ότι μεσολάβησε για την γνωριμία των δύο πλευρών αρκετά πριν από την 05.04.2010, που η Ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι ήταν η πρώτη συνάντηση. Παρόλο που η μαρτυρία των ΜΥ1 και ΜΥ3 είναι σχετική με ό,τι κλήθηκε το Δικαστήριο να αποφασίσει, δεν μπορεί το Δικαστήριο να βασιστεί σε αυτήν, όπως παρουσιάστηκε, για να καταλήξει σε ευρήματα σε σχέση με το τι συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών. Ήταν, και της ΜΥ1 και του ΜΥ3, μαρτυρία γενική, με αρκετά κενά μνήμης και διαύγεια μόνον ως προς τα συγκεκριμένα σημεία, που προφανώς συζητήθηκαν με τον Εναγόμενο, αν και είναι κατανοητή η προσπάθεια και των δύο αυτών μαρτύρων να υποστηρίξουν τον Εναγόμενο, στην θέση στην οποία περιήλθε. Ο λόγος, όμως, του Εναγόμενου, και η έγγραφη μαρτυρία, είναι αρκούντως αξιόπιστα, για να καταλήξει το Δικαστήριο στα ευρήματά του ως προς το τι συμφωνήθηκε μεταξύ των δύο πλευρών. Πραγματικό πλαίσιο Το πραγματικό πλαίσιο, όπως διαμορφώνεται από την αποδεκτή μαρτυρία και το σύνολο αυτής, είναι το εξής: Κατά τις αρχές του 2010, η Ενάγουσα ήρθε σε επαφή με τον Εναγόμενο, μέσω ενός κοινού γνωστού τους, γιατί η Ενάγουσα είχε εκφράσει την επιθυμία να αναπτύξει το τεμάχιό της, το οποίο βρίσκονταν σε εμπορική και οικιστική ζώνη, αξιοποιώντας τις δυνατότητές του στο έπακρο. Ο Εναγόμενος, κατόπιν οδηγιών της Ενάγουσας και με την πληροφόρησή της ως προς το τι ακριβώς ήθελε να περιέχει το κτίσμα, ετοίμασε τελικά σχέδια για εμπορική και οικιστική ανάπτυξη (Τεκμήριο 1) τα οποία παρέδωσε στην Ενάγουσα την 15.04.2010 μαζί με συμπληρωμένη την αίτηση για πολεοδομική άδεια (Τεκμήριο 3) που συνάδει με αυτά. Η Ενάγουσα πλήρωσε έναντι των σχεδίων αυτών ποσό €11.500,00, περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α., βάσει του τιμολογίου που εξέδωσε ο Εναγόμενος την 15.04.2010 με αριθμό
  22. Η Ενάγουσα ζήτησε κοστολόγηση του έργου πριν να υπογράψει τα σχέδια και ο Εναγόμενος την 27.04.2010 ετοίμασε κοστολόγηση που έδιδε το ποσό των €1.911.300,00 (Τεκμήριο 7). Η Ενάγουσα δεν ήθελε να προχωρήσει με τα σχέδια του Τεκμηρίου 1 και την κοστολόγηση του Τεκμηρίου 7 και ζήτησε από τον Εναγόμενο να προβεί σε αλλαγές που θα μειώσουν το κόστος, και αυτές οι αλλαγές θα συνιστούσαν ουσιαστικά την αφαίρεση της οικιστικής ανάπτυξης από τον σχεδιασμό και την μετατροπή της σε αμιγώς εμπορική. Ο Εναγόμενος, την 04.06.2010, ετοίμασε νέα κοστολόγηση, για εμπορική ανάπτυξη μόνον, που έδινε ποσό €1.079.850,00 (Τεκμήριο 8). Έπειτα, την 01.07.2010, έγινε συνάντηση των δύο πλευρών, στην οποία συζητήθηκε η νέα ανάπτυξη και οι αναγκαίες προσαρμογές στα σχέδια. Ο Εναγόμενος, ωστόσο, ανέφερε στην Ενάγουσα ότι αυτή θα ήταν μία εξ ολοκλήρου νέα εργασία, στην οποίαν ο ίδιος θα μπορούσε να προβεί, εάν εξοφλούνταν η εργασία που έγινε με τα σχέδια του Τεκμηρίου 1, δηλαδή το μέρος του ποσού των €49.860,00 πλέον Φ.Π.Α. που αναλογεί στο στάδιο των σχεδίων. Η εργασία των σχεδίων του Τεκμηρίου 1 κοστολογείται στο ποσό των €27.650,00 πλέον Φ.Π.Α. (Έγγραφο Α). Η Ενάγουσα ζήτησε από τον Εναγόμενο, εφόσον θα πληρώνονταν και για νέα σχέδια, να μειώσει το ποσό που ήθελε για τα πρώτα σχέδια, στα οποία ούτως ή άλλως θα βασίζονταν και η β' λύση, αποδεχόμενη όμως ότι πρέπει να πληρώσει και για τα πρώτα σχέδια του Τεκμηρίου 1 και για τα νέα σχέδια του Τεκμηρίου
  23. Ο Εναγόμενος αποδέχθηκε τη μείωση της αμοιβής του για τα σχέδια του Τεκμηρίου 1 στο συνολικό ποσό των €20.000,00 πλέον Φ.Π.Α., για την εξόφληση του οποίου υπολείπονταν ακόμα €10.000,00 πλέον Φ.Π.Α.. Το σύνολο της αμοιβής του Εναγόμενου για την ετοιμασία των νέων σχεδίων και των άλλων εργασιών που αναφέρονται στο Τεκμήριο 9, δια του οποίου βεβαιώνεται ό,τι συμφωνήθηκε την 01.07.2010, θα ήταν €45.000,00, ποσό στο οποίο δεν περιλήφθηκε ο Φ.Π.Α.. Η Ενάγουσα αποδέχθηκε την όλη εξέλιξη, υπογράφοντας το Τεκμήριο 9, και την 08.07.2010, με την πληρωμή ποσού €11.500,00 στον Εναγόμενο (€10.000,00 πλέον Φ.Π.Α.), για το οποίο ο Εναγόμενος εξέδωσε το τιμολόγιο με αριθμό 0048 (Τεκμήριο 6), εξόφλησε την εργασία των αρχικών σχεδίων του Τεκμηρίου
  24. Μετά την εξόφληση της αρχικής εργασίας, ο Εναγόμενος προχώρησε στην ετοιμασία των νέων σχεδίων για την αμιγώς εμπορική ανάπτυξη (Τεκμήριο 2) τα οποία παρέδωσε στην Ενάγουσα τον Ιούλιο του 2010 μαζί με συμπληρωμένη την αίτηση για πολεοδομική άδεια (Τεκμήριο 4). Η εργασία για τα σχέδια του Τεκμηρίου 2 κοστολογείται στο ποσό των €15.750,00 πλέον Φ.Π.Α. (Έγγραφο Α). Η Ενάγουσα ουδέποτε υπέγραψε το Τεκμήριο 2 και το Τεκμήριο 4 και ουδέποτε ενημέρωσε τον Εναγόμενο εάν και πώς θα προχωρούσε. Στο μεσοδιάστημα, η Ενάγουσα αποφάσισε να μην προχωρήσει με την ανάπτυξη, για τους δικούς της λόγους (ενδεχομένως γιατί ήθελε αλλαγές και σκέφτονταν ότι θα πρέπει να πληρώσει και για τρίτο σετ σχεδίων και εκλαμβάνοντας ότι ο Εναγόμενος ζητά συνέχεια λεφτά για τροποποιήσεις σχεδίων για την ίδια ανάπτυξη), παρά την ετοιμασία των τελικών σχεδίων, χωρίς να συζητήσει οτιδήποτε σχετικό με τον Εναγόμενο. Θεώρησε τελικά ότι, λόγω της ματαίωσης του σκοπού της, μπορεί να ανακτήσει και το ποσό που κατέβαλε στον Εναγόμενο για σχέδια, οπότε και του διαμήνυσε, μέσω του κοινού γνωστού τους, ότι θέλει κάποια χρήματα πίσω. Προέβη, στο μεταξύ, στην ενοικίαση καταστημάτων για να εξυπηρετήσει τους σκοπούς της. Με επιστολή της ημερομηνίας 11.12.2011, απαίτησε από τον Εναγόμενο αποζημίωση €23.000,00 (περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α.), την οποίαν ο Εναγόμενος, με επιστολή του ημερομηνίας 06.02.2012 (Τεκμήριο 14), απέρριψε, αξιώνοντας την δική του αμοιβή για τα σχέδια του Τεκμηρίου 2, στο ύψος του ποσού των €20.700,00 πλέον Φ.Π.Α.. Με επιστολή της ημερομηνίας 02.03.2012 (Τεκμήριο 15) η Ενάγουσα απέρριψε την απαίτηση του Εναγόμενου και επανέλαβε την δική της αξίωση, τερματίζοντας την συμφωνία της με τον Εναγόμενο. Ο Εναγόμενος με επιστολή του ημερομηνίας 12.04.2012 (Τεκμήριο 16) προέβη και εκείνος σε τερματισμό της συμφωνίας του με την Ενάγουσα. Νομικές πτυχές Με βάση την μαρτυρία που έγινε αποδεκτή, η προφορική συμφωνία των μερών για τα σχέδια του Τεκμηρίου 1, όπως διαμορφώθηκε με την συμφωνία των μερών ο Εναγόμενος να δεχθεί μόνον €23.000,00 περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α. για την εκτελεσθείσα εργασία και να μην εκτελέσει άλλη εργασία βάσει εκείνης της συμφωνίας, εκτελέστηκε, με την εξόφληση, από μέρους της Ενάγουσας του συνολικού ποσού των €23.000,00 περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α. την 08.07.2010, και δεν τίθεται θέμα είτε παράβασής της είτε τερματισμού της. Η μεταγενέστερη συμφωνία ημερομηνίας 05.07.2010, παρότι αφορά στο ίδιο έργο, είναι διακριτή. Η συμφωνία ημερομηνίας 05.07.2010 περιέχεται σε έγγραφο (Τεκμήριο 9). Όπως έχει νομολογηθεί, ο σκοπός της ερμηνείας εγγράφου είναι να ανακαλυφθεί η πρόθεση του συγγραφέα και συνεπώς η ερμηνεία πρέπει να είναι όσο το δυνατό πλησιέστερη στο μυαλό και τη φανερή πρόθεση των μερών. Η πρόθεση πρέπει να απορρέει από το έγγραφο και το Δικαστήριο πρέπει να βεβαιώσει τί εννοούσαν τα μέρη με τη διατύπωση που χρησιμοποίησαν, να δηλώσει το νόημα του περιεχομένου του εγγράφου και όχι του τί υπήρχε πρόθεση να γραφτεί, να εφαρμόσει την πρόθεση όπως έχει εκφραστεί. Δεν επιτρέπεται να εικάζεται η πρόθεση των μερών και να αντικαθίσταται η ρητή με την τεκμαιρόμενη πρόθεση[4]. Η ερμηνεία εγγράφου γενικά είναι θέμα νομικό που αποφασίζεται από το Δικαστήριο. Το κριτήριο είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στον μέσο λογικό άνθρωπο[5]. Η ερμηνεία γίνεται με συνολικότητα και συμμετρικότητα ώστε να μη δημιουργείται δυσαρμονία στην εξήγηση των συμβατικών όρων[6]. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 9, την 01.07.2010 συνάφθηκε προφορική συμφωνία που βεβαιώθηκε γραπτώς την 05.07.2010, σύμφωνα με την οποίαν ο Εναγόμενος ανέλαβε να εκπονήσει μελέτη που περιλαμβάνει αρχιτεκτονικά σχέδια για πολεοδομική άδεια, στατικά σχέδια (σχέδια για οικοδομική άδεια), επίβλεψη στατικού και αρχιτεκτονικού μέρους, τεχνικές προδιαγραφές και όρους, έναντι του συνολικού ποσού των €45.000,
  25. Στο ποσό αυτό δεν αναγράφεται περίληψη του Φ.Π.Α. και δεν μπορεί να υποτεθεί ότι περιλήφθηκε. Το ποσό αφορά το σύνολο της μελέτης, η οποία αποτελείται από περισσότερα στάδια. Δεν προβλέπεται οποιοσδήποτε χρόνος ολοκλήρωσης του κάθε σταδίου ούτε ότι το ποσό αυτό είναι πληρωτέο με κάποιες δόσεις. Βάσει της συμφωνίας αυτής, σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ο Εναγόμενος ετοίμασε τα σχέδια (Τεκμήριο 2) και η εργασία του κοστολογήθηκε στο ποσό των €15.750,00 πλέον Φ.Π.Α. (Έγγραφο Α), αλλά η Ενάγουσα δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό έναντι αυτής της συμφωνίας (το συνολικό ποσό των €23.000,00 που κατέβαλε αφορά στην ετοιμασία των σχεδίων του Τεκμηρίου 1). Η εκτέλεση της υποχρέωσης του Εναγόμενου να εξασφαλίσει τις οικοδομικές άδειες εξαρτάτο από την υπογραφή των σχεδίων και της αίτησης για πολεοδομική άδεια από την Ενάγουσα, η οποία παρέλειψε να θέσει οποιεσδήποτε υπογραφές. Η υπογραφή, από μέρους της Ενάγουσας ή και των ιδιοκτητών του τεμαχίου, οποιωνδήποτε εγγράφων για την εξασφάλιση των αναγκαίων αδειών συνιστά αναγκαία προϋπόθεση για την υποβολή αίτησης για πολεοδομικό έλεγχο, την οποίαν η Ενάγουσα παρέλειψε να εκτελέσει, επιτρέποντας στον Εναγόμενο να θεωρεί ότι δεν υποχρεούται σε περαιτέρω εργασίες με βάση την σύμβαση. Η Ενάγουσα δεν είχε δικαίωμα να προβεί σε τερματισμό της σύμβασης ημερομηνίας 05.07.2010 λόγω παράβασής της από τον Εναγόμενο, εφόσον δεν υπήρξε τέτοια παράβαση. Ο τερματισμός στον οποίον προέβη, ως γεγονός, δεν επηρεάζει δικαιώματα και υποχρεώσεις που ήδη δημιουργήθηκαν με βάση τη σύμβαση. Πέραν του ότι η Ενάγουσα δεν απέδειξε κάποια παράβαση της σύμβασης από μέρους του Εναγόμενου, δεν απέδειξε και οποιαδήποτε ζημιά ή απώλειά της σχετική με κάποια συμβατική παράβαση του Εναγόμενου, για να δικαιούται σε αποζημιώσεις με βάση το άρθρο 73 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.
  26. Ο αδικαιολόγητος πλουτισμός, που αναφέρει στην αγωγή της, δεν είναι βάση στην οποία μπορεί να αναχθεί το συγκεκριμένο πραγματικό πλαίσιο. Η πρωταρχική υποχρέωση της Ενάγουσας με βάση την σύμβαση ημερομηνίας 05.07.2010 ήταν, ως εξάλλου ρητά προβλέπεται σε αυτήν, να πληρώσει τον Εναγόμενο για τις εργασίες του. Ο Εναγόμενος εκτέλεσε μέρος των εργασιών, το στάδιο που αφορά στα σχέδια (Τεκμήριο 2), έδωσε την ευκαιρία στην Ενάγουσα να εξετάσει εάν αυτή η εργασία έγινε δεόντως, παραδίδοντάς της τα σχέδια, η Ενάγουσα δεν πρόβαλε οποιοδήποτε παράπονο γι' αυτήν, και ο Εναγόμενος απαιτεί, με την ανταπαίτησή του (cross-claim in debt), πληρωμή για την εργασία που έκανε (price for services rendered), έχοντας τερματίσει τη σύμβαση όσον αφορά οποιεσδήποτε άλλες συμβατικές του υποχρεώσεις· ο τερματισμός δεν επηρεάζει τα δικαιώματα που ήδη δημιουργήθηκαν εκ της σύμβασης. Η εργασία που έγινε, εφόσον στην σύμβαση δεν προβλέπεται συγκεκριμένο ποσό για κάθε στάδιο και κάθε στάδιο είναι διακριτό (divisible) και δεν υφίσταται όρος για πληρωμή μετά από την πλήρη εκτέλεση όλων των εργασιών, κοστολογήθηκε από το ΕΤΕΚ (quantum meruit - what one has earned), και δεν έχει καταδειχθεί λόγος (π.χ. εγκατάλειψη της σύμβασης από τον Εναγόμενο)[7] να μην καταβληθεί στον Εναγόμενο το ποσό αυτό, δηλαδή το ποσό των €15.750,00 πλέον Φ.Π.Α. (15% που δίδει €2.362,50). Εάν η εργασία του Εναγόμενου δεν ικανοποίησε την Ενάγουσα επί της ουσίας, ποιοτικά, εάν ήταν ελαττωματική (defective), δεν είναι ζήτημα που να έχει απασχολήσει αυτή τη διαδικασία με συγκεκριμένο τρόπο. Δεν προωθήθηκε, μέσα από την ακροαματική διαδικασία, κάποια άλλη απαίτηση του Εναγόμενου, για τόκο ή για διαφυγόν κέρδος. Κατάληξη Για τους λόγους που εξηγούνται, η απαίτηση της Ενάγουσας εναντίον του Εναγόμενου απορρίπτεται, με έξοδα της αγωγής υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον της Ενάγουσας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Εκδίδεται απόφαση υπέρ του Εναγόμενου/εξ ανταπαιτήσεως Ενάγοντος και εναντίον της Ενάγουσας/εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενης για το ποσό των €18.112,50, πλέον νόμιμος τόκος, πλέον για τα έξοδα της ανταπαίτησης όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Οι λοιπές αξιώσεις του Εναγόμενου εναντίον της Ενάγουσας απορρίπτονται. (Υπ.)............... Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Άρθρο 25 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.
  27. [2] Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Vlatislaw

(2011)1(A) ΑΑΔ 55, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) ΑΑΔ 401. [3] Ιωάννου ν. Παλάζη
(2004)1(Α) ΑΑΔ 576, Παπακοκκίνου ν. Σμυρλή
(2001)1(Γ) ΑΑΔ 1653, Χριστοδούλου ν. Αριστοδήμου
(1996)1(Α) ΑΑΔ 552. [4] Panayiotou v. Bland Beach Development
(1985)1 CLR 623, Οικονόμου ν. Ττοφίνη
(1993)1 ΑΑΔ 436. [5] Θεολόγου ν. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ
(1998)1 ΑΑΔ 40. [6] Epco v. Lartico
(1978)1 CLR 201, Saab v. Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 CLR 499, Εθνική Τράπεζα ν. Χατζηνέστορος
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 204, Archbold Investments Ltd ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2006)1 ΑΑΔ
  1. [7] Sumpter v. Hedges [1898] 1 QB
  2. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.