ΚΟΥΡΚΟΥΛΟΥ κ.α. ν. ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ, Αγωγή αρ. 104/2021, 27/8/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A198 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 104/2021 Μεταξύ:
- XXXX ΚΟΥΡΚΟΥΛΟΥ
- XXXX ΧΑΤΖΗΚΩΣΤΗ Ενάγοντες και XXXX ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ Εναγόμενος Αίτηση ημερομηνίας 25.06.2021 Προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 29.06.2021 Ημερομηνία: 27.08.2021 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες/Αιτητές: κα Κ. Χατζηιωάννου για KARAPATAKIS PAVLIDES LLC Για Εναγόμενο/Καθ' ου η αίτηση: κα Π. Σοφοκλέους για ΓΙΩΤΑ ΜΙΛΤΙΑΔΟΥΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες αξιώνουν εντόκως το ποσό των €75.000,00 βάσει γραμματίου και/ή γραμματίου συνήθους τύπου και/ή γραπτής αναγνώρισης χρέους που ισχυρίζονται πως υπέγραψε ο Εναγόμενος την 06.04.2020, δια του οποίου ανέλαβε να τους πληρώσει το ποσό αυτό με 50 μηνιαίες δόσεις των €1.500,00, αρχίζοντας από την 01.05.
- Η παράλειψη πληρωμής οποιασδήποτε δόσης ή μέρους δόσης για περίοδο πέραν των 10 ημερών, θα καθιστούσε ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό άμεσα πληρωτέο και απαιτητό. Ο Εναγόμενος, σύμφωνα με την θέση των Εναγόντων, δεν πλήρωσε οποιοδήποτε ποσό, και, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις, παραλείπει ή αρνείται να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό. Ο Εναγόμενος εμφανίστηκε στη διαδικασία της αγωγής, χωρίς ωστόσο να έχει καταχωρίσει κάποιαν υπεράσπιση μέχρι σήμερα. Εκκρεμεί αίτηση των Εναγόντων για έκδοση συνοπτικής απόφασης, ημερομηνίας 16.04.2021, η οποία είναι ορισμένη για οδηγίες την 23.09.
- Στο πρακτικό του Δικαστηρίου ημερομηνίας 22.06.2021 σημειώνεται η δήλωση της συνηγόρου του Εναγόμενου ότι υπάρχει η πρόθεση για διευθέτηση της υπόθεσης. Την 25.06.2021, οι Ενάγοντες καταχώρισαν και την υπό εξέταση αίτηση, μεταξύ άλλων με βάση τα άρθρα 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6 και του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, με την οποία ζήτησαν μονομερώς την έκδοση διατάγματος με το οποίο να απαγορεύεται η αποξένωση ή επιβάρυνση τριών ακινήτων του Εναγόμενου. Βάσει των όσων ανέφερε ο Ενάγων 1 στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει αυτή την αίτηση, που θα αναθεωρηθούν στην συνέχεια, την 29.06.2021 εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται η αποξένωση ή επιβάρυνση του διαμερίσματος με αριθμό εγγραφής XXXX, Φ./Σχ.XXXX, Τμήμα XXXX, επί του τεμαχίου XXXX, στον Δήμο Αγίου Δομετίου, στην Λευκωσία («το διαμέρισμα»). Η αίτηση, όσον αφορά τα άλλα δύο ακίνητα του Εναγόμενου, κατέστη δια κλήσεως και ορίστηκε για επίδοση, και το προσωρινό διάταγμα επιστρεπτέο, την 09.07.
- Ο Εναγόμενος καταχώρισε ένσταση την 09.08.
- Την 23.08.2021, που ήταν ορισμένα για Ακρόαση η αίτηση και το προσωρινό διάταγμα, η συνήγορος των Εναγόντων περιόρισε το αίτημά τους για ενδιάμεση θεραπεία στο διαμέρισμα, αναφορικά με το οποίο εκδόθηκε ήδη το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 29.06.
- Η αίτηση, όσον αφορά τα άλλα δύο ακίνητα του Εναγόμενου, αποσύρθηκε και απορρίφθηκε. Όπως αναφέρει ο Ενάγων 1 στην ένορκη του δήλωση, βάσει του εγγράφου που προσκομίζει (Τεκμήριο 1) ημερομηνίας 06.04.2020, ο Εναγόμενος ανέλαβε να καταβάλει στους Ενάγοντες το ποσό των €75.000,00, ισάξιο του οποίου είχε λάβει σε μετρητά, δια 50 μηνιαίων δόσεων εκ €1.500,00 η κάθε μήνα, από την 01.05.
- Ο Εναγόμενος δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό, παρά τις οχλήσεις των Εναγόντων, και ζητούσε συνεχώς πίστωση χρόνου για να εξοφλήσει. Οι Ενάγοντες, με βάση τους όρους του εγγράφου αυτού, θεωρούν ότι δικαιούνται να απαιτούν με την αγωγή τους το σύνολο του οφειλόμενου ποσού πλέον τόκο, σύμφωνα με τους όρους του, και ότι έχουν καλές πιθανότητες επιτυχίας. Στο πλαίσιο συζήτησης της υπόθεσης με σκοπό την διευθέτηση, την 18.06.2021, οι Ενάγοντες πληροφορήθηκαν πως ο Εναγόμενος θα πωλήσει ακίνητη περιουσία του για να εξοφληθούν τραπεζικά χρέη που σχετίζονται με την κατοικία του, εξ ου και δεν αποδέχονταν την δέσμευσή της με εγγραφή κάποιας δικαστικής απόφασης (ΜΕΜΟ) που τυχόν θα εκδίδονταν προς όφελος των Εναγόντων. Η πρόθεσή του είναι, όπως ανέφερε ο ενόρκως δηλών, να αποξενώσει όλη την ακίνητη περιουσία του, πλην του ½ μεριδίου ακινήτου που κατέχει στην Κακοπετριά (Τεκμήριο 2), η αξία του οποίου είναι €7.500,00 και δεν επαρκεί για την ικανοποίηση της αξίωσης των Εναγόντων. Οι Ενάγοντες θεωρούν πως ο Εναγόμενος καθυστερεί την έκδοση απόφασης στην αγωγή, προκειμένου στο μεσοδιάστημα να αποξενώσει την ακίνητη περιουσία του, περίπτωση στην οποίαν οι Ενάγοντες θεωρούν πως θα είναι δύσκολο ή αδύνατον να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν καταστεί απόλυτο το προσωρινό διάταγμα που δεσμεύει το διαμέρισμα. Ο ενόρκως δηλών εκφράζει την θέση πως, παρά το ότι δεν γνωρίζει εάν το διαμέρισμα είναι υποθηκευμένο, εάν είναι υποθηκευμένο, δεν εμποδίζεται η δέσμευσή του. Θεωρούν, οι Ενάγοντες, πως ήταν κατεπείγουσα η περίπτωση, και γι' αυτό είχαν κινηθεί άμεσα για την έκδοση του απαγορευτικού διατάγματος. Με την ένστασή του ο Εναγόμενος προβάλλει πως δεν πληρούνται οποιεσδήποτε εκ των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Νόμου 14/
- Δεν αποκαλύφθηκαν λόγοι για τους οποίους ήταν χρήσιμο να εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα. Ο σκοπός του διατάγματος είναι η άσκηση πίεσης, για να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις των Εναγόντων. Πρόκειται για καταχρηστικό διάβημα, όχι για αναγκαία ενδιάμεση θεραπεία. Οι Ενάγοντες απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα και έγγραφα, και, εν πάση περιπτώσει, η μαρτυρία που προσκόμισαν ήταν ελλιπής. Εξάλλου, το ισοζύγιο της ευχέρειας θα έπρεπε να κλίνει υπέρ της μη έκδοσης του διατάγματος, γιατί η ζημιά που θα υποστεί από την ύπαρξή του είναι δυσανάλογη με οποιαδήποτε ζημιά τυχόν υποστούν οι Ενάγοντες από την μη έκδοσή του. Λόγος ένστασης του Εναγόμενου (που δεν εγκαταλείφθηκε κατά τον περιορισμό της αίτησης των Εναγόντων) είναι και ότι το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε παραβιάζει το περιουσιακό του δικαίωμα του Εναγόμενου, εφόσον η αξία του διαμερίσματος είναι μεγαλύτερη της απαίτησης που προβάλλουν οι Ενάγοντες, εάν εκείνη επιτύχει, και οι Ενάγοντες δεν έδωσαν επαρκή ή ικανοποιητική εκτίμηση για την πραγματική αξία του. Το προσωρινό διάταγμα, επίσης, επηρεάζει τρίτα πρόσωπα τα οποία δεν είναι μέρος της αγωγής. Με ένορκη του δήλωση, που υποστηρίζει την ένστασή του, ο Εναγόμενος επαναλαμβάνει και επεξηγεί τους λόγους ένστασής του. Μεταξύ άλλων, ισχυρίζεται πως, ακόμα κι αν έχει υπογραφθεί το έγγραφο που έχουν προσκομίσει οι Ενάγοντες, ήταν υπό συνθήκες πίεσης, εξαναγκασμού, δόλου και απάτης. Υπήρξε, όπως εξηγεί, οικονομική διαφορά με τους Ενάγοντες σε σχέση με την ανέγερση της οικίας τους εξαιτίας τεχνικών προβλημάτων για τα οποία ο ίδιος δεν θεωρεί πως ήταν δική του ευθύνη, εφόσον υπήρχε επιβλέπων μηχανικός στο έργο. Για την διαφορά εκείνη είχε ζητήσει αρκετές φορές από τους Ενάγοντες τα στοιχεία από τους μελετητές του έργου για να διαφανεί πού οφείλεται το πρόβλημα. Εν πάση περιπτώσει, ακόμα κι αν συμφωνούσε ο ίδιος να πληρώνει με μηνιαίες δόσεις κάποιο ποσό για το οποίο θα αποδεικνύονταν τυχόν ευθύνη του, περί την 01.05.2020, που ήταν πληρωτέες κάποιες δόσεις με βάση αυτό, οι συνθήκες της πανδημίας ήταν τέτοιες πλέον που επιβλήθηκε αποκλεισμός με βάση υγειονομικά διατάγματα· δεν υπήρχε δυνατότητα εργασίας και ανταπόκρισης. Ωστόσο, οι Ενάγοντες συνέχισαν να πιέζουν. Ο λόγος που δεν καταχώρισε έκθεση υπεράσπισης ήταν γιατί προσπαθούσε να καταλήξει σε μια εξώδικη λύση, προκειμένου να μην επιβαρυνθεί και η υπόθεση με έξοδα. Ο ίδιος ήταν πάντοτε πρόθυμος, εάν αποδεδειγμένα οφείλει κάποιο ποσό, να το πληρώσει· έτσι και η προσπάθεια εξώδικης διευθέτησης ήταν για τυχόν ποσό που θα αποδειχθεί μέσα από τα στοιχεία και τα έγγραφα του αρχιτέκτονα και του επιμετρητή του έργου, να πληρώνει με τον μήνα ποσό €500,00, και η εκτέλεση τυχόν δικαστικής απόφασης να ανασταλεί. Η αναστολή που συζητούσε σχετίζονταν και με το γεγονός ότι ο ίδιος είχε χειρουργηθεί (Τεκμήριο Β), και το χρονικό διάστημα που θα μεσολαβούσε θα εξυπηρετούσε στην ανάρρωση και την επιστροφή του στην εργασία του, όπως και στην διαπίστωση των αιτιών και της ευθύνης για την οικονομική διαφορά για το έργο. Στο πλαίσιο της διαπραγμάτευσης, όντως, έγινε αναφορά και στο ότι δεν θα μπορούσε να δεσμευτεί η περιουσία του με ΜΕΜΟ ενόσω διαρκεί κάποια αναστολή, επειδή η περιουσία του, περιλαμβανομένου του διαμερίσματος, είναι υποθηκευμένη σε πιστωτή προς εξασφάλιση δανείου στο οποίο πρωτοφειλέτες είναι ο ίδιος και η σύζυγός του. Επειδή ο πιστωτής αυτός βρίσκεται ήδη σε διαδικασία εκποίησης, που περιλαμβάνει και ακίνητο που συνιστά την κύρια κατοικία του, που είναι στο όνομα της συζύγου του, σε μια προσπάθεια διάσωσής της, δέχθηκε να προχωρήσει η εκποίηση των υποθηκευμένων ακινήτων στον Άγιο Δομέτιο, που περιλαμβάνουν και το διαμέρισμα. Με την διατήρηση σε ισχύ του διατάγματος, δεν είναι μόνον τα συμφέροντα αυτού του πιστωτή που θα επηρεαστούν, αλλά και τα δικά του και της οικογένειάς του, εφόσον διαταράσσεται μία συμφωνία που περιλαμβάνει το διαμέρισμα και σχετίζεται με την κύρια κατοικία τους. Για την υποθήκη, ενημερώθηκε η συνήγορος των Εναγόντων, και χρόνος υπήρχε για να εξασφαλίσει πιστοποιητικό έρευνας, όπως εξάλλου έπραξε για το ακίνητο στην Κακοπετριά (Τεκμήριο 2). Και ήδη, μάλλον, το έπραξε, εφόσον έχει τα στοιχεία της ακίνητης περιουσίας του Εναγόμενου και την αναφέρει. Ωστόσο, κατά την γνώμη του, το απέκρυψε. Ενώ πρόκειται για υποθηκευμένα ακίνητα προς όφελος τρίτου, παρουσίασαν, οι Ενάγοντες, την αντίθετη εικόνα, ότι ο Εναγόμενος θα αποξενώσει την περιουσία του. Το διαμέρισμα στον Άγιο Δομέτιο έχει εκτιμημένη αγοραία αξία €115.000,00 και αξία καταναγκαστικής πώλησης €81.000,00 (Τεκμήριο Γ). Θεωρεί πως οι Ενάγοντες όφειλαν να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου εκτιμήσεις. Επίσης, δεν υπάρχει οποιαδήποτε ένδειξη ότι είναι αφερέγγυος ή ότι δεν θα μπορέσει να ικανοποιηθεί κάποια δικαστική απόφαση εναντίον του, με την χρήση άλλης περιουσίας του, περιλαμβανομένης κινητής περιουσίας του. Κατά την θέση του, οι Ενάγοντες θα μπορούσαν να ικανοποιηθούν από άλλη ακίνητη περιουσία του που δεν είναι υποθηκευμένη, από την κινητή περιουσία του, με μηνιαίες χρηματικές πληρωμές, και άλλους τρόπους λιγότερο επαχθείς. Επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασής του. Η ακρόαση διεξήχθη στην βάση των ενόρκων δηλώσεων χωρίς την εισαγωγή άλλης μαρτυρίας. Οι συνήγοροι των δύο πλευρών, με γραπτές αγορεύσεις τους, εξέθεσαν την επιχειρηματολογία τους, που είναι υπόψη του Δικαστηρίου. Όπως προκύπτει από το άρθρο 9 § 1 του Κεφ. 6, όταν ένα διάταγμα εκδίδεται μονομερώς, κατά παρέκκλιση από τον κανόνα ότι και τα δύο μέρη θα πρέπει να ακούγονται για να αποδοθεί κάποια θεραπεία[1], θα πρέπει να αποδεικνύεται ότι πρόκειται για επείγουσα ή άλλη ιδιαίτερη περίσταση· ειδάλλως το Δικαστήριο δεν έχει την εξουσία να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, και εάν διαφανεί εκ των υστέρων, μετά πλέον και την ακρόαση της άλλης πλευράς, ότι τα δεδομένα που στήριξαν τέτοια επείγουσα ή ιδιαίτερη περίσταση δεν ήταν ορθά, οφείλει να το ακυρώσει[2]. Περαιτέρω, όταν ένας διάδικος κινείται μονομερώς για εξασφαλίσει προσωρινό διάταγμα, οφείλει - και συνιστά υποχρέωσή του προς το Δικαστήριο ύψιστης πίστης - να αποκαλύψει όλα τα σχετικά γεγονότα, είτε ευνοούν είτε ότι την υπόθεσή του, στον βαθμό που είναι δυνατόν να επιδράσουν στην κρίση του Δικαστηρίου ως προς το εάν θα δώσει την θεραπεία που ζητά[3]. Εάν η περίπτωση στην οποία εκδόθηκε το προσωρινό διάταγμα μονομερώς ήταν επείγουσα ή ειδική και εάν ο Ενάγων αποκάλυψε όλα τα στοιχεία που θα μπορούσαν να επιδράσουν στην κρίση του Δικαστηρίου, είναι ζητήματα που εξετάζονται κατά προτεραιότητα, εφόσον μπορεί να καταστήσουν και αχρείαστη την εξέταση της ουσίας της αίτησης. Όπως υποδείχθηκε και στη Χατζηβασιλείου v. White Knight Holdings Ltd
(2004)1(Α) ΑΑΔ 203, κατεπείγον θεωρείται το ζήτημα που περιέρχεται σε γνώση του αιτούντος την ενδιάμεση θεραπεία σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος του στον αντίδικό του και εξασφάλιση του δικαιώματος του δευτέρου να ακουστεί. Ο χρόνος δεν έχει μία συγκεκριμένη ημερολογιακή προσέγγιση, αλλά εκτιμάται σε συνάρτηση με το είδος της ενδιάμεσης θεραπείας που ζητείται, το πολύπλοκο της υπόθεσης, την όλη διαφορά, και άλλους παράγοντες[4]. Υπάρχουν, επίσης, περιπτώσεις όπου μπορεί να υπάρχει ο χρόνος να επιδοθεί η αίτηση στην άλλη πλευρά για να ακουστεί, αλλά οι περιστάσεις να είναι «ιδιαίτερες», ώστε να καθιστούν λογικά ασυμβίβαστη την προηγούμενη ειδοποίηση της άλλης πλευράς[5], γιατί, λόγου χάριν, όπως στην προκειμένη περίπτωση, ζητείται η δέσμευση περιουσίας που είναι επίδικη και υπό τον απόλυτο έλεγχο των Εναγόμενων, και υπάρχει η δυνατότητα, τουλάχιστον όπως αυτή εκτίθεται μέσα από τη μαρτυρία του Ενάγοντος, εάν οι Εναγόμενοι λάβουν γνώση της διεκδικούμενης ενδιάμεσης θεραπείας και αυτή δεν έχει ήδη δεσμευτεί, να προβούν σε ενέργειες ώστε να αποφύγουν τη δέσμευση. Δεν αμφισβητείται από τον Εναγόμενο δια της ένστασής του ότι συνέτρεξε το κατεπείγον ή και ότι η περίπτωση ήταν ιδιαίτερη ώστε να μπορούσε το Δικαστήριο να αντλήσει δικαιοδοσία και να επιληφθεί της αίτησης των Εναγόντων χωρίς προηγούμενη ειδοποίησή του. Και ο ίδιος ο Εναγόμενος, με όσα και έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου, επιβεβαίωσε την επείγουσα φύση του ζητήματος, λόγος για τον οποίον και το Δικαστήριο ενήργησε ταχέως. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του Εναγόμενου περί απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων και εγγράφων, δεν ευσταθεί. Έχοντας υπόψη και όσα αναφέρει ο Εναγόμενος, ο λόγος για τον οποίον υπογράφθηκε το έγγραφο του Τεκμηρίου 1, εάν δηλαδή υπήρχε οικονομική διαφορά σχετιζόμενη με κατασκευαστικό έργο, που μπορεί να αφορά σε κάποιαν υπεράσπιση ή ανταπαίτηση του Εναγόμενου ή οι συνθήκες τέλος πάντων υπό τις οποίες υπογράφθηκε (κατά την θέση τους πάντοτε) το συγκεκριμένο έγγραφο, δεν χρειάζονταν να τύχει αποκάλυψης από τους Ενάγοντες. Οι Ενάγοντες ενάγουν με βάση το έγγραφο αυτό (που ισχυρίζονται ότι υπογράφθηκε από τον Εναγόμενο), ασχέτως του τι προηγήθηκε της υπογραφής του, και η απαίτησή τους είναι σε κάθε περίπτωση απαίτηση για χρέος. Η υποθήκευση του διαμερίσματος, ως ενδεχόμενο σχετιζόμενο με πληροφορία που προέκυψε κατά την συζήτηση της υπόθεσης με σκοπό την εύρεση εξώδικης λύσης, τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου που είχε επιληφθεί της αίτησης, όπως και η επικείμενη πώλησή του στο πλαίσιο συμφωνίας του Εναγόμενου με πιστωτή. Εάν η διατύπωση των Εναγόντων ήταν ότι είναι ο Εναγόμενος που σπεύδει να πωλήσει, δεν διαφοροποιεί ουσιωδώς την πραγματική εικόνα την οποία είχε το Δικαστήριο κατά την έκδοση του διατάγματος· ούτε η έκθεση της απλής εντύπωσης των Εναγόντων ότι ο Εναγόμενος καθυστερεί την προώθηση της εξώδικης διευθέτησης προκειμένου στο μεσοδιάστημα να επιτύχει αποξένωση. Το γεγονός ότι οι Ενάγοντες δεν ανέφεραν και την εκτίμηση των αξιών των ακινήτων των οποίων ζήτησαν την δέσμευση, δεν εμπόδισε το Δικαστήριο να κρίνει, στη βάση της αναγκαιότητας της επάρκειας που θέτει το άρθρο 5 § 1 του Κεφ.6, και να μην δεσμεύσει όλα τα ακίνητα που ζητούσαν εξ αρχής οι Εναγόμενοι αλλά μόνον το διαμέρισμα, καθιστώντας την αίτηση δια κλήσεως για τα υπόλοιπα. Δεν υπήρξαν ουσιώδη γεγονότα και έγγραφα που αποκρύφθηκαν και που, εάν αποκαλύπτονταν, θα επενεργούσαν στην κρίση του Δικαστηρίου ως προς το να μην εκδώσει το προσωρινό διάταγμα. Το Δικαστήριο θα ασχοληθεί με τις ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960 γιατί δεν συντρέχει λόγος που να αποκλείει αυτή τη δυνατότητα. Είναι αυτές οι προϋποθέσεις που εξετάζονται ακόμα και όταν ζητείται θεραπεία με βάση το άρθρο 5 του Κεφ.
- Οι προϋποθέσεις αυτές προκύπτουν από το ίδιο το κείμενο του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960 και έχουν παγιωθεί στη νομολογία και είναι, όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, πως θα πρέπει να υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση που αφορά σε συγκεκριμένο πράγμα, σε χρέος ή αποζημίωση, ορισμένα ή οριστά. Το σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση διαπιστώνεται με βάση τα καταχωρισμένα δικόγραφα ή, όπου δεν υπάρχουν, την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Εξετάζεται κατά πόσον αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στον νόμο αιτία αγωγής, η οποία, εάν επιτύχει, θα έχει ως συνέπεια τη χορήγηση ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας[6]. Δεν αρκεί βεβαίως να αποκαλύπτεται ένα συζητήσιμο ή δικάσιμο θέμα, αλλά θα πρέπει να υπάρχει και καλή βάση αγωγής, δηλαδή καλές πιθανότητες ο διάδικος που αιτείται να δικαιούται σε θεραπεία και έκδοση δικαστικής απόφασης. Δεν χρειάζεται οι Ενάγοντες, στην προσπάθειά τους να δείξουν καλή βάση αγωγής, να αποδείξουν την απαίτησή τους, όπως θα την αποδείκνυαν και στη δίκη, αλλά να προβάλουν, μέσα από τη μαρτυρία που προσκομίζουν[7], σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του δικαιώματός τους[8] σε ένα επίπεδο πέρα από την απλή δυνατότητα, αλλά χωρίς κατ' ανάγκη να αγγίζει το ισοζύγιο των πιθανοτήτων[9]. Η μαρτυρία θα πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η πιθανότητα. Έπειτα, εκτός εάν εκδοθεί ή αντίστοιχα διατηρηθεί σε ισχύ το διάταγμα, θα πρέπει να υπάρχει το ενδεχόμενο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς, που να καθιστά δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη. Αυτή η προϋπόθεση έχει την έννοια ότι τυχόν αποζημιώσεις δεν θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία στην ίδια την αγωγή[10]. Ακόμα και εάν δεν υπάρχει πράγματι πρόθεση για αποξένωση ή επιβάρυνση, η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί, μπορεί να καθιστά αναγκαία την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Νοουμένου ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960, το Δικαστήριο εξετάζει περαιτέρω εάν είναι γενικά δίκαιο ή όχι να αποδώσει την ενδιάμεση θεραπεία που ζητείται από τους Ενάγοντες, και εξισορροπεί τα πράγματα με βάση αυτό το ισοζύγιο της δικαιοσύνης (balance of justice). Αναθεωρώντας το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε την 29.06.2021, υπό το φως αυτών των προϋποθέσεων και όλων των δεδομένων, όπως διαμορφώνονται και με την συμμετοχή του Εναγόμενου στην διαδικασία, οι Ενάγοντες εισάγουν ενώπιον του Δικαστηρίου συζητήσιμο θέμα, μία γνωστή στο δίκαιο βάση αγωγής που μπορεί να εκδικαστεί. Με την μαρτυρία που προσάγουν, χωρίς αυτή να αξιολογείται μα θεωρούμενη στην όψη της, σκιαγραφούνται επαρκώς και οι πιθανότητες επιτυχίας της απαίτησής τους, στον απαιτούμενο βαθμό για τους σκοπούς αυτής της διαδικασίας. Νοείται πως η αλήθεια, σε περίπτωση που ο Εναγόμενος προβάλει προς υπεράσπισή του κάποια διαφορετική πραγματική εκδοχή, θα διαφανεί κατά την δίκη. Η ένορκη δήλωση του Εναγόμενου ότι προτίθεται να δεχθεί την έκδοση δικαστικής απόφασης θα ήταν κάπως δύσκολο να οδηγήσει σε ένα αντίθετο συμπέρασμα, ότι δηλαδή οι Ενάγοντες δεν έχουν πιθανότητες να δικαιούνται στην θεραπεία που ζητούν με την αγωγή τους. Αυτή βεβαίως η θεραπεία είναι ένα συμβατικό χρέος. Η ίδια δήλωση του Εναγόμενου, ότι προτίθεται να δεχθεί την έκδοση δικαστικής απόφασης, δηλαδή την τελική θεραπεία, θέτει και την ανάγκη για ενδιάμεση θεραπεία σε μια διάσταση, όπου, σε συνάρτηση και με το γεγονός ότι το διαμέρισμα είναι υποθηκευμένο (Τεκμήριο Α) και είναι για την ικανοποίηση του ενυπόθηκου πιστωτή του που θα διατεθεί, οδηγεί το Δικαστήριο προς μία διαφορετική κατεύθυνση. Να λεχθεί καταρχάς πως η προσωπική (in personam) δέσμευση του Εναγόμενου με δικαστικό διάταγμα έναντι στους Ενάγοντες για ένα υποθηκευμένο ακίνητο είναι δυνατή· δηλαδή μπορεί να εκδοθεί προσωρινό διάταγμα που να απαγορεύει στον Εναγόμενο να διαθέσει περαιτέρω ένα υποθηκευμένο ακίνητο. Να λεχθεί, επίσης, πως, με τον τρόπο που ζητήθηκε και εκδόθηκε το προσωρινό διάταγμα στην προκειμένη περίπτωση, με αναφορά αποκλειστικά και μόνον στον Εναγόμενο, οι υφιστάμενοι εμπράγματοι πιστωτές δεν εμποδίζονται κανονικά από το να ασκήσουν οποιαδήποτε δικαιώματά τους, ακόμα και να διατηρηθεί σε ισχύ. Δεν είναι, όμως, θέμα νομικής ή τεχνικής δυνατότητας της μίας ή της άλλης περίπτωσης. Είναι θέμα πραγματικών πιθανοτήτων αποξένωσης ενός διαμερίσματος που είναι υποθηκευμένο προς βλάβη των Εναγόντων ή προς αποφυγή του χρέους αναφορικά με το οποίο οι Ενάγοντες δυνατόν να δικαιούνται σε δικαστική απόφαση· κατ' επέκταση, θέμα εκτίμησης του κινδύνου να μην ικανοποιηθεί τέτοια δικαστική απόφαση προς όφελος των Εναγόντων σε συνάρτηση με την δυνατότητα να ικανοποιηθεί από την ύπαρξη του προσωρινού διατάγματος. Ένα ακίνητο που είναι υποθηκευμένο είναι και προορισμένο να εκποιηθεί, να ρευστοποιηθεί με σκοπό την ικανοποίηση των πιστωτών του Εναγόμενου· με την προτεραιότητα να έχουν οι εμπράγματοι πιστωτές. Με την μαρτυρία που είναι ενώπιον του Δικαστηρίου, το όλο του υποθηκευμένου διαμερίσματος θα εκποιηθεί για ικανοποίηση συγκεκριμένου ενυπόθηκου πιστωτή και σε συμφωνία μαζί του. Οι Ενάγοντες, ακόμα και να είχαν στη διάθεσή τους δικαστική απόφαση για το χρέος που αξιώνουν με την αγωγή τους και να ήταν και εγγεγραμμένη επί του διαμερίσματος (ΜΕΜΟ), ο σκοπός τέτοιας εγγραφής θα ήταν και πάλι να ικανοποιηθούν από την εκποίηση και ρευστοποίηση του ακινήτου· εφόσον ικανοποιηθούν πρώτα οι προγενέστεροι εμπράγματοι πιστωτές και νοουμένου ότι παραμείνει έως τότε διαθέσιμη αξία. Ούτε να απαγορεύσουν την εκποίηση που αποσκοπεί σε τέτοια ικανοποίηση εμπράγματων πιστωτών που συμφωνείται μαζί τους θα ήταν δυνατόν, ούτε να παρεμποδίσουν πιστωτές που έχουν προτεραιότητα να ικανοποιηθούν από το πράγμα. Πώς λοιπόν είναι δυνατόν κάτι που δεν μπορούν οι Ενάγοντες να πράξουν ακόμα κι αν έχουν προς όφελός τους δικαστική απόφαση ή την τελική θεραπεία που ζητούν, να μπορούν να το πράξουν ενόσω δεν την έχουν, υπό μορφή ενδιάμεσης θεραπείας, παρεμπίπτουσας σε αυτή την τελική θεραπεία που ζητούν. Με αυτές τις δυναμικές των Εναγόντων σε σχέση με το ενυπόθηκο διαμέρισμα, και όπως είναι τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα σήμερα, δεν ικανοποιείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/
- Αφενός, δεν θα είναι δύσκολο ή αδύνατον να δοθεί η τελική θεραπεία που ζητούν οι Ενάγοντες με την αγωγή τους, να εκδοθεί απόφαση προς όφελός τους για το χρέος· αυτό είναι κάτι που δηλώνεται από τον Εναγόμενο ως επιθυμητό και επικείμενο αποτέλεσμα, ενόψει της ένορκης δήλωσης του Εναγόμενου ότι θέλει να δεχθεί απόφαση. Αφετέρου, τυχόν απόφαση που πιθανόν να δικαιούνται οι Ενάγοντες εναντίον του Εναγόμενου είναι από την περιουσία του Εναγόμενου που είναι διαθέσιμη που θα μπορέσει να ικανοποιηθεί· όσον αφορά το υποθηκευμένο διαμέρισμα, από την αξία που τυχόν θα μείνει σε περίπτωση εκποίησής του μετά την ικανοποίηση των εμπράγματων πιστωτών. Οι Ενάγοντες δεν έχουν αποδείξει ότι, εάν δεν υφίσταται αυτό το προσωρινό διάταγμα, κατ' επέκταση εάν δεν διατηρηθεί σε ισχύ, θα υποστούν κάποιαν ανεπανόρθωτη ζημιά, που θα ερμηνεύεται ως δυσκολία ή αδυναμία απόδοσης δικαιοσύνης. Ακόμα και εάν εκποιηθεί το υποθηκευμένο διαμέρισμα. Αντίστοιχα, το γεγονός ότι δεν μπορούν οι Ενάγοντες να εμποδίσουν την εκποίηση υποθηκευμένου ακινήτου προς όφελος ενυπόθηκου πιστωτή δεν ερμηνεύεται ως μη απόδοση δικαιοσύνης. Εξάλλου, όπως αμφότερες οι πλευρές ισχυρίζονται, υπάρχει διαθέσιμη ακίνητη περιουσία (ασχέτως εάν είναι χαμηλότερης αξίας, εκείνη είναι η διαθέσιμη επί του παρόντος), ενώ ο Εναγόμενος ισχυρίζεται πως έχει και κινητή περιουσία, και γενικά δεν είναι αφερέγγυος. Επειδή οι Ενάγοντες δεν έχουν αποδείξει την συνδρομή όλων των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960 κατ' αυτή την αναθεώρηση του προσωρινού διατάγματος ημερομηνίας 29.06.2021 κατόπιν και της ακρόασης του Εναγόμενου, δυστυχώς δεν μπορεί να διατηρηθεί σε ισχύ το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 29.06.2021, ως ενδιάμεση θεραπεία τους. Η αίτηση ημερομηνίας 25.06.2021 απορρίπτεται και το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 29.06.2021 ακυρώνεται. Όσον αφορά τα έξοδα αυτής της διαδικασίας, λόγω του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης του Εναγόμενου και της εκδηλωμένης πρόθεσής του να δεχθεί απόφαση στην αγωγή, κάτι όμως που δεν φαίνεται πράττει με αμεσότητα, και έχοντας υπόψη πως είναι οι χειρισμοί του Εναγόμενου που φαίνεται να ώθησαν τους Ενάγοντες στην αναζήτηση ενδιάμεσης θεραπείας, δεν θεωρώ δίκαιο να επιδικαστούν προς όφελος του Εναγόμενου και εις βάρος των Εναγόντων ή άλλως πώς ο Εναγόμενος να επωφεληθεί διαδικαστικών εξόδων. Τα έξοδα να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της αγωγής. (Υπ.) ............. Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Vuitton ν. Δέρμοσακ Λτδ και άλλης
(1992)1 ΑΑΔ 1453. [2] Odysseos ν. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 CLR 557· Staνros Hotels Aprts Ltd κ.α. (Αρ.2)
(1994)1 ΑΑΔ 836· Βαβέλ Μπουτίκ Λτδ
(1995)1 ΑΑΔ 947· In Re B.P. Cyprus Ltd
(1996)1(Β) ΑΑΔ 861· Ιερά Μητρόπολη Πάφου ν. Aristo Developers Ltd
(2011)1 ΑΑΔ 1377· Αμβροσιάδου ν. Martin Coward, Έφεση 3/2011, ημερομηνίας 15.1.2013· Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Σιακατίδου, Πολιτική Έφεση 52/2010, ημερομηνίας 19.03.2014. [3] Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά
(1995)1 ΑΑΔ 248. [4] Seamark Consultancy Services Limited κ.ά. v. Lasala κ.ά.
(2007)1 ΑΑΔ 162. [5] Χατζηβασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd
(2004)1 ΑΑΔ 203· Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Σιακατίδου, Πολιτική Έφεση 52/2010, ημερομηνίας 19.03.2014. [6] American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R. 504· Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) ΑΑΔ 598. [7] Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1(Α) ΑΑΔ 253. [8] T.A. Micrologic Comp. Conlsut. Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 AAΔ 1802. [9] Πουργουρίδη ν. Μέζου
(1994)1 ΑΑΔ 201. [10] Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co. Ltd
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 2015. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο