← Κύπρος

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ν. ΣΤΕΦΑΝΟΥ, Έφεση 315/2018, 31/8/2021

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ν. ΣΤΕΦΑΝΟΥ, Έφεση 315/2018, 31/8/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A199 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Έφεση 315/2018 Αναφορικά με τον περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο Κεφ.224 και τους Τροποποιητικούς Νόμους 3/60 μέχρι 54(Ι)/2015, άρθρα 50, 58, 80, 85 Μεταξύ: XXXX ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ Εφεσείων και XXXX ΣΤΕΦΑΝΟΥ Εφεσίβλητη Ημερομηνία: 31.08.2021 Εμφανίσεις: Για τον Εφεσείοντα: κ. Αυγουστή Κ. για Λ. ΠΑΠΑΦΙΛΙΠΠΟΥ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ Για την Εφεσίβλητη: κα Τερψοπούλου με κ. Π. Οικονόμου Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Έφεση Ο Εφεσείων, με Έφεση που καταχώρισε την 01.11.2018, δυνάμει του άρθρου 80 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου Κεφ. 224 («Κεφ.224»), προσβάλλει την απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ημερομηνίας 27.09.2018 που είχε ληφθεί βάσει του άρθρου 58 του Κεφ. 224 και του κοινοποιήθηκε την 26.10.2018 («ο Διευθυντής» και «η απόφαση»). Η προσβαλλόμενη απόφαση είχε εκδοθεί κατόπιν αίτησης του Εφεσείοντος (ΑΧ636/2017), και δι' αυτής ο Διευθυντής επέλυσε την συνοριακή διαφορά μεταξύ τεμαχίου 1XXXXX7, Φ./Σχ.37/49, με αριθμό εγγραφής 0/7XXXXX3, στον Άγιο Δημήτριο, στην Λεμεσό, ιδιοκτησίας του Εφεσείοντος («το τεμάχιο 1XXXXX7»), και του τεμαχίου 1XXXXX8, Φ./Σχ.37/49, με αριθμό εγγραφής 0/1XXXXX4, στον Άγιο Δημήτριο, στην Λεμεσό, ιδιοκτησίας της Εφεσίβλητης («το τεμάχιο 1XXXXX8»). Προβάλλονται 18 λόγοι Έφεσης, για τους οποίους ο Εφεσείων θεωρεί πως η προσβαλλόμενη απόφαση θα πρέπει να αναθεωρηθεί από το Δικαστήριο, να ακυρωθεί ή να τροποποιηθεί· είναι στο σύνολό τους υπόψη του Δικαστηρίου, όπως ακριβώς έχουν προβληθεί. Για σκοπούς αναφοράς, να λεχθεί συνοπτικά πως αφορούν στο ότι υπήρξε υπέρβαση των εξουσιών του Διευθυντή που του παρέχει το Κεφ.224· ότι ο Διευθυντής δεν βασίστηκε σε όλα τα πραγματικά δεδομένα της υπόθεσης ή στα ορθά πραγματικά δεδομένα και ενήργησε με πραγματική πλάνη, αγνόησε τις θέσεις των διαδίκων κατά παράβαση της αρχής της φυσικής δικαιοσύνης όπως και την επί τόπου κατάσταση, δεν έλαβε υπόψη την ύπαρξη υποστατικού πέραν 80 ετών, ούτε την εκκρεμότητα της αίτησης του Εφεσείοντος για διόρθωση λαθών ή και παραλείψεων στο κτηματικό μητρώο ή στο σχέδιο το οποίο εν πάση περιπτώσει δεν έλαβε και υπόψη, έγιναν λανθασμένες μετρήσεις με την χρήση λανθασμένων οργάνων μέτρησης, δεν λήφθηκαν υπόψη σταθερά σημεία ή χρησιμοποιήθηκαν λανθασμένα σταθερά σημεία και δεν αναγνωρίστηκαν ως σταθερά σημεία αυτά που έπρεπε, και η διαδικασία που ακολουθήθηκε κατά την επιτόπια εξέταση δεν ήταν η ορθή· στην απόφασή του επίσης υπάρχει έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας, εφόσον δεν γίνεται αναφορά στους παράγοντες που λήφθηκαν υπόψη για την λήψη της, υπάρχει αυθαιρεσία, παρανομία και αντισυνταγματικότητα. Η προσβαλλόμενη απόφαση επισυνάφθηκε στην Έφεση (Τεκμήριο Α). Επισυνάφθηκε και η κοινοποίησή της στον Εφεσείοντα, ημερομηνίας 26.10.2018 (Τεκμήριο Β). Στο Τεκμήριο Α, που όπως αναγράφει συνιστά ειδοποίηση με βάση το άρθρο 58 § 3 του Κεφ.224, αναφέρεται πως διεξήχθη επιτόπια εξέταση την 29.09.2017 για επίλυση της συνοριακής διαφοράς, κατά την οποίαν έγινε χωρομετρική εργασία μετά που υποδείχθηκε το διαφιλονικούμενο μέρος ως προς το κοινό εγγεγραμμένο σύνορο, και υποδείχθηκε το κοινό εγγεγραμμένο σύνορο των τεμαχίων αφού τοποθετήθηκαν αναγκαία ορόσημα. Η χωρομετρική εργασία ελέγχθηκε από τον λειτουργό χαρτογραφήσεων και διαπιστώθηκε ότι είναι ορθή. Οι εγγραφές 0/7XXXXX3 και 0/1XXXXX4 που καλύπτουν τα τεμάχια 1XXXXX7 και 1XXXXX8 αντίστοιχα βασίζονται στο επί χρήσει κυβερνητικό σχέδιο 37/49, συνεπώς η έκταση που καλύπτουν τα τεμάχια είναι η έκταση των τεμαχίων με τα οποία συσχετίζονται οι εγγραφές, όπως προβλέπεται στο άρθρο 50 του Κεφ. 224 και όχι εκείνη που κατέχεται επί τόπου. Ως εκ τούτου, η έκταση γης που συνιστά το διαφιλονικούμενο μέρος αποτελεί μέρος του τεμαχίου 1XXXXX8 του κυβερνητικού σχεδίου 37/49 και είναι μέρος της εγγραφής του (0/1XXXXX4) στο όνομα της Εφεσίβλητης. Στο Τεκμήριο Α γίνεται επίσης αναφορά στο δικαίωμα προσβολής της απόφασης με Έφεση εντός 30 ημερών από την ταχυδρόμησή της, σύμφωνα με το άρθρο 80 του Κεφ.

  1. Η περαιτέρω πραγματική εκδοχή που υποστηρίζει αυτούς τους λόγους Έφεσης, όπως εκφράζεται μέσα από τις ένορκες δηλώσεις του πατέρα του Εφεσείοντος κύριου XXXX Χριστοδούλου, ημερομηνίας 01.11.2018 και 29.03.2021[1], και μέσα από την ένορκη δήλωση του δικηγόρου κύριου XXXX Χριστοδούλου, ημερομηνίας 18.04.2019, που αμφότεροι οι μάρτυρες αναφέρουν πως είναι εξουσιοδοτημένοι και γνωρίζουν τα γεγονότα, είναι η εξής: Περί την 04.09.2017, το Τμήμα Κτηματολογίου απέστειλε επιστολή στον Εφεσείοντα, με την οποία τον ενημέρωνε ότι η επιτόπια εξέταση για επίλυση της συνοριακής διαφοράς θα λάμβανε χώρα την 29.09.2017 ώρα 09:
  2. Η επιστολή αυτή, σύμφωνα με την μαρτυρία του Εφεσείοντος, αποτελούνταν από δύο σελίδες, και στην δεύτερη σελίδα αναφέρονταν ότι, για την αίτηση με αριθμό ΑΔΛ 34/09 που αφορά στην διόρθωση λάθους σύμφωνα με το άρθρο 61 που επηρεάζει τα τεμάχια 1XXXXX7 και 1XXXXX8, θα γίνονταν επίσης επιτόπια έρευνα την ίδια ημέρα και ώρα. Η επιστολή αυτή σημειώνεται από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο 1 για τους σκοπούς της διαδικασίας. Ο πατέρας του Εφεσείοντος, όπως ισχυρίζεται, παρευρέθηκε προσωπικά την 29.09.2017, και ουδέποτε είχε λάβει χώρα επιτόπια έρευνα για διόρθωση λάθους, και η αίτηση εκείνη εκκρεμεί, εφόσον δεν εκδόθηκε και οποιαδήποτε απόφαση. Εκδόθηκε, ωστόσο, απόφαση επί της αίτησης για συνοριακή διαφορά πριν από την απόφαση για διόρθωση λάθους, ώστε η έρευνα για συνοριακή διαφορά να έχει βασιστεί σε λανθασμένα και αμφισβητούμενα δεδομένα και κτηματολογικούς χάρτες. Από την ηλεκτρονική αποτύπωση του εμβαδού των γειτονικών τεμαχίων 1XXXXX3 και 1XXXXX2, που είναι όμορα και αναφέρονται στην αιτιολογημένη απόφαση του Διευθυντή σε σχέση με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως αυτή η αποτύπωση φαίνεται από την ιστοσελίδα του Κτηματολογίου, σε συνάρτηση με τον χάρτη που χρησιμοποιήθηκε και είναι το Παράρτημα Γ της αιτιολογημένης απόφασης του Διευθυντή, είναι αδιαμφισβήτητο ότι οι χάρτες της περιοχής είναι λανθασμένοι. Τα έντυπα με την ηλεκτρονική αποτύπωση των τεμαχίων 1XXXXX3 και 1XXXXX2 σημειώνονται μαζί από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο 2 για τους σκοπούς αυτής της διαδικασίας. Ειδικότερα, το τεμάχιο 1XXXXX2, ενώ αναφέρεται ότι είναι εμβαδού 363τ.μ. και το τεμάχιο 1XXXXX3 ότι είναι εμβαδού 874τ.μ., με γυμνό μάτι φαίνεται το τεμάχιο 1XXXXX2 να καταλαμβάνει μεγαλύτερη έκταση στην απεικόνιση. Στο ακίνητο 1XXXXX7 υπάρχει κατοικία που κτίστηκε προ 80 ετών από τον προπάππου του Εφεσείοντος, χρησιμοποιούνταν από τον παππού του και στην συνέχεια από τον γονέα του, και σήμερα χρησιμοποιείται από τον Εφεσείοντα. Την χρήση της βεβαιώνει και το Κοινοτικό Συμβούλιο του Αγίου Δημητρίου με την βεβαίωση που εξέδωσε, ημερομηνίας 26.11.2018, που σημειώνεται από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο 3 για τους σκοπούς της διαδικασίας. Η κατοικία αυτή προϋπήρχε του διαχωρισμού από τον οποίον προήλθαν τα τεμάχια 1XXXXX7 και 1XXXXX8 και είναι μέρος αυτής που είναι το διαφιλονικούμενο μέρος, που διαπιστώθηκε από τον Διευθυντή ότι ανήκει στο τεμάχιο 1XXXXX
  3. Η ένσταση της Εφεσίβλητης Η Εφεσίβλητη είναι το εμπλεκόμενο μέρος στη συνοριακή διαφορά, που με ένσταση που καταχώρισε, προβάλλει πως η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ορθή, ότι ο Εφεσείων εκπρόθεσμα καταχώρισε Έφεση, χωρίς δέουσα νομική βάση, και δεν έθεσε και ενώπιον του Δικαστηρίου αληθή γεγονότα, ούτε μαρτυρία που να υποστηρίζει τους ισχυρισμούς του, ενώ δεν συνένωσε στην διαδικασία και τον Διευθυντή. Το πραγματικό πλαίσιο που υποστηρίζει την ένσταση της Εφεσίβλητης, όπως προβάλλεται από τον υιό της Εφεσίβλητης, που δηλώνει εξουσιοδοτημένος και γνώστης των γεγονότων, μέσα από τις ένορκες δηλώσεις του ημερομηνίας 14.03.2019, 20.12.2019 και 05.04.2021, είναι, πέρα από την επανάληψη των λόγων ένστασης, το εξής: Κατά την επιτόπια εξέταση που έγινε την 29.09.2017 για την συνοριακή διαφορά, έγινε ορθή εργασία, ωστόσο, ούτε ο Εφεσείων ούτε άλλος αντιπρόσωπός του ήταν παρών, για να προωθήσει και οποιεσδήποτε θέσεις. Το κυβερνητικό σχέδιο δεν είναι λανθασμένο, και το ότι υπάρχει ένα υποστατικό, το οποίο είναι άγνωστο ποιος έκτισε, και αφορά σε εγκατατελειμμένο εδώ και χρόνια κτίσμα και ακατάλληλο για χρήση, που εκτείνεται παράνομα μέσα στο τεμάχιο της Εφεσίβλητης, δεν είναι δυνατόν να στερεί από την Εφεσίβλητη μέρος της έκτασης που είναι εγγεγραμμένη στο όνομά της, αναδιαμορφώνοντας τα σύνορα μέσα από μια τέτοια διαδικασία. Η βεβαίωση που προσκόμισε ο Εφεσείων, κατά την θέση της πλευράς της Εφεσίβλητης, σε σχέση με την χρήση του υποστατικού αυτού, είναι αναληθής, εφόσον ο ίδιος ο μάρτυρας της Εφεσίβλητης επισκέπτεται καθημερινά την περιοχή και το υποστατικό είναι ακατοίκητο εδώ και χρόνια αλλά και ακατάλληλο για χρήση. Προσκομίζει δέσμη φωτογραφιών που αναφέρει πως έχουν ληφθεί από τον ίδιο και απεικονίζει το ακίνητο, η οποία σημειώνεται από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο 4 για τους σκοπούς της διαδικασίας. Κατά την θέση του κύριου XXXX, η προσπάθεια του Εφεσείοντος να τοποθετήσει αντικείμενα μέσα στο υποστατικό, για να δημιουργήσει μια διαφορετική εντύπωση, δεν μπορεί να καθιστά πιστευτό ότι χρησιμοποιείται το υποστατικό. Ο φάκελος ΑΔΛ 34/2009 που επικαλείται η πλευρά του Εφεσείοντος και ισχυρίζεται πως αφορά αίτηση για διόρθωση λάθους, αφενός δεν είναι επίδικος, αφετέρου αφορά στην διόρθωση της εγγραφής του δικαιώματος διάβασης ή διόδου προς όφελος του Τεμαχίου 1XXXXX7, και όχι σε διόρθωση του κτηματικού χάρτη. Προσκομίζεται από πλευράς της Εφεσίβλητης επιστολή του Κτηματολογίου ημερομηνίας 08.01.2019 προς την Εφεσίβλητη, που σημειώνεται από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο 5[2] για τους σκοπούς της διαδικασίας, στην οποία γίνεται αναφορά στον φάκελο ΑΔΛ 34/
  4. Ειδικότερα, στο Τεκμήριο 5, γίνεται αναφορά σε αίτηση για διόρθωση λάθους που αφορά σε εγγραφή του δικαιώματος διάβασης προς όφελος του ακινήτου 1XXXXX7, αναφορικά με την οποίαν έγινε επιτόπια εξέταση την 29.09.
  5. Στην επιστολή αυτή, η Εφεσίβλητη απάντησε με επιστολή της ημερομηνίας 22.02.2019, που προσκομίζει και σημειώνεται από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο 6 για τους σκοπούς της διαδικασίας[3], δια της οποίας αρνείται να συγκατατεθεί σε δικαίωμα διάβασης προς όφελος του Τεμαχίου
  6. Η Εφεσίβλητη προσκομίζει, επίσης, πιστοποιητικό έρευνας επί του τεμαχίου της, ημερομηνίας 09.12.2020, που σημειώνεται από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο 7 για τους σκοπούς της διαδικασίας, όπου σημειώνεται χειρόγραφα η υφιστάμενη διαφορά σε σχέση με την διόρθωση λάθους αναφορικά με το δικαίωμα διάβασης προς όφελος του Τεμαχίου 1XXXXX
  7. Η δίοδος εκείνη που αιτήθηκε ο Εφεσείων θα διέσχιζε από την μέση το τεμάχιο της Εφεσίβλητης και δεν εφάπτεται ούτε έχει σχέση με το καθορισμένο σύνορο των τεμαχίων 1XXXXX7 και 1XXXXX
  8. Τα τεμάχια 1XXXXX2 και 1XXXXX3 δεν έχουν σχέση με τη διαδικασία και στην προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή έχει αναφερθεί η μέθοδος και τα εργαλεία που χρησιμοποιήθηκαν, που είναι, κατά την θέση της Εφεσίβλητης, ορθά. Η αιτιολογημένη απόφαση του Διευθυντή Την 26.11.2018, είχε καταχωριστεί και έκθεση των λόγων της απόφασης του Διευθυντή, η οποία σημειώνεται από το Δικαστήριο για σκοπούς αναφοράς ως Τεκμήριο Γ. Παρεμβάλλεται εδώ, πως, στην τελική αγόρευσή τους, οι συνήγοροι του Εφεσείοντος ανέφεραν πως δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου η αιτιολογημένη απόφαση του Διευθυντή, σύμφωνα με τον Κανονισμό 6 § 2 των περί Ακίνητου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών 1956, και ότι δεν έγινε διάβημα να αρθεί κάποια παρατυπία· εννοώντας μάλλον ότι τέτοιο διάβημα θα έπρεπε να κάνει η Εφεσίβλητη. Ειδικότερα, έγινε επίδοση της Έφεσης στον Διευθυντή την 01.11.2018, σύμφωνα και με την ένορκη δήλωση που υπάρχει στον φάκελο του Δικαστηρίου, και η αιτιολογημένη απόφαση του Διευθυντή καταχωρίστηκε την 26.11.2018, και το χρονικό διάστημα από την 01.11.2018 μέχρι την 26.11.2018 υπερβαίνει τις 14 ημέρες που ορίζει ο Κανονισμός 6 § 2, χωρίς να έχει μεσολαβήσει μονομερής αίτηση του Διευθυντή για επέκταση της προθεσμίας των 14 ημερών. Πρωταρχική υποχρέωση του Εφεσείοντος, που προκύπτει από τον Κανονισμό 5 § 1 και από τον Κανονισμό 7, είναι να εφοδιάσει το Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη πράξη και να εκθέσει εξ αρχής όλους τους λόγους Έφεσής του σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της πράξης αυτής. Εάν στην προσβαλλόμενη πράξη δεν αναφέρονται οι λόγοι της - που όταν η προσβαλλόμενη πράξη συνιστά απόφαση συνηθέστερα θα αναγράφεται η αιτιολογία της -, ο Εφεσείων μπορεί να ζητήσει να του χορηγηθεί έκθεση των λόγων έκδοσης της πράξης αυτής πριν καταχωρίσει την Έφεσή του, προκειμένου να ασκήσει το δικαίωμά του να υποβάλει Έφεση, ώστε να την περιλάβει στο δικόγραφό του με το οποίο προσφεύγει στο Δικαστήριο, σύμφωνα με τον Κανονισμό 6 §
  9. Ο Κανονισμός 6 § 2 συνερμηνεύεται με τον Κανονισμό 5 § 2,3 και εφαρμόζεται όπου ο Διευθυντής δεν είναι διάδικος στην διαδικασία και όπου δεν έχει χορηγήσει ήδη στον Εφεσείοντα τέτοια έκθεση σύμφωνα με τον Κανονισμό 6 §
  10. Η κατάσταση των λόγων έκδοσης της πράξης του Διευθυντή, παράγεται και καταχωρίζεται για τους σκοπούς της δικαστικής διαδικασίας. Ο σκοπός της, όπως προκύπτει και από τα κείμενα του Κανονισμού 6, δεν είναι άλλος από το να επεξηγήσει στο Δικαστήριο την προσβαλλόμενη πράξη, αναπληρώνοντας και την δικονομική απουσία του Διευθυντή, βοηθώντας το να ασκήσει το αναθεωρητικό του έργο. Το χρονικό διάστημα των 14 ημερών που ορίζει το Κανονισμός 6 § 2 συναρτάται και με το ελάχιστο χρονικό διάστημα των 21 ημερών του Κανονισμού 8 και του Κανονισμού 9 και με το χρονικό διάστημα των 14 ημερών του Κανονισμού 10 και με όλο το σύστημα των χρόνων που καταρχήν προβλέπουν οι Κανονισμοί αυτοί, και ερμηνεύεται όπως κάθε άλλη διαδικαστική προθεσμία. Ο Διευθυντής, στην προκειμένη περίπτωση, καταχώρισε το Τεκμήριο Γ γιατί ο Εφεσείων δεν τον συνένωσε στη διαδικασία ως διάδικο, σύμφωνα με τον Κανονισμό 5 § 2, ως είχε υποχρέωση να πράξει εφόσον η προσβαλλόμενη πράξη συνιστά απόφασή του που ελήφθη υπό το άρθρο 58 του Κεφ. 224· καταχώρισε την Έφεσή του με βάση το Τεκμήριο Α χωρίς οποτεδήποτε να έχει ζητήσει οποιουσδήποτε περαιτέρω λόγους από τον Διευθυντή προκειμένου να ασκήσει τέτοιο δικαίωμά του, και του την επέδωσε. Η προσβαλλόμενη πράξη, που είναι το Τεκμήριο Α, συνιστά απόφαση με την οποίαν επιλύεται διασυνοριακή διαφορά, και ως τέτοια, αναφέρει στο σώμα της τους λόγους για τους οποίους είχε ληφθεί. Ο ίδιος ο Εφεσείων, στην μαρτυρία που προσκόμισε στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας, επικαλείται ως βάση της επιχειρηματολογίας του αυτή την αιτιολογημένη απόφαση του Διευθυντή και τα σχέδια επί των οποίων βασίστηκε[4], όπως πράττει και η Εφεσίβλητη μέσα από δική της μαρτυρία, και, ως γεγονός, το Τεκμήριο Γ είναι ενώπιον του Δικαστηρίου και μέσα από την μαρτυρία των μερών. Αφενός η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, ο λόγος για τον οποίον ο Διευθυντής επέλυσε την συνοριακή διαφορά με τον συγκεκριμένο τρόπο και όχι με άλλον, στην προκειμένη περίπτωση, είναι ό,τι περιέχεται στο Τεκμήριο Α που έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου ο Εφεσείων, αφετέρου το Τεκμήριο Γ θα ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο καθότι τέθηκε υπόψη του δια της μαρτυρίας των μερών. Πέραν όμως του ότι θα ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο ούτως ή άλλως, εφόσον περιλαμβάνεται και στην μαρτυρία των διαδίκων, σημειώνεται πως η εκτροπή σε σχέση με τις διαδικαστικές προθεσμίες συνιστά απλή παρατυπία, που δεν επηρεάζει το κύρος μιας οποιασδήποτε διαδικασίας. Τι νόημα έχει μια τέτοια παρατυπία και προβάλλεται τώρα, και πώς θα πρέπει να θεωρηθεί από το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο, είναι σε συνάρτηση με το πώς έχει εξελιχθεί και η όλη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, με άξονα πάντοτε η διαδικασία να μην προκαλέσει αδικία σε οποιονδήποτε εκ των διαδίκων. Δημιουργεί λοιπόν απορία που ο ίδιος ο Εφεσείων επικαλείται μια τέτοια «παρατυπία» της διαδικασίας που ο ίδιος ενεργοποίησε, και δη σε σχέση με την καταχώριση εγγράφου που επικαλείται για να αιτιολογήσει τους λόγους Έφεσής του, επιχειρώντας, εξ αυτής της επίκλησης, να υποβάλει ότι δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο η αιτιολογημένη απόφαση του Διευθυντή· ερμηνεύοντας προφανώς πως το να μην ληφθεί υπόψη αυτό το έγγραφο σημαίνει και απουσία αιτιολογίας στην προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τον τρόπο επίλυσης της συνοριακής διαφοράς. Σε αυτή την διαδικασία το Δικαστήριο δεν βασίζεται μόνον στον λόγο των εμπλεκόμενων μερών ως να υπάρχει μεταξύ τους αντιπαράθεση, για να ακυρώσει ή να τροποποιήσει ή να επικυρώσει την υπό αναθεώρηση απόφαση του Διευθυντή, αλλά θα πρέπει να έχει ενώπιον του όλα τα δεδομένα που είχε ή θα μπορούσε να έχει υπόψη του και ο Διευθυντής, όταν εξέδιδε την προσβαλλόμενη απόφασή του. Θα τα λάβει είτε έχοντας τον Διευθυντή ενώπιον του ως διάδικο είτε μέσω της αιτιολογημένης απόφασης με την οποίαν ο Διευθυντής εφοδιάζει τον Εφεσείοντα που σκοπεί να εφεσιβάλει ή σε τελική ανάλυση το Δικαστήριο. Ο Εφεσείων δεν έχει λόγο σε διαδικασία επέκτασης του χρόνου καταχώρισης της αιτιολογημένης απόφασης· μονομερώς θα το ζητούσε από το Δικαστήριο ο Διευθυντής. Η νομολογία στην οποίαν παραπέμπει το Δικαστήριο η πλευρά του Εφεσείοντος, δεν υποστηρίζει το επιχείρημα ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να λάβει υπόψη του την αιτιολογημένη απόφαση του Διευθυντή επειδή εκείνη καταχωρίστηκε με κάποιες ημέρες καθυστέρηση. Ούτε από την Κάκουλλου ν. Ποχουζούρη (Αρ. 2)

(1992)1 ΑΑΔ 1503 προκύπτει κάτι τέτοιο ούτε από την Κλεοβούλου ν. Πελίδη
(2001)1 ΑΑΔ
  1. Βασικά, ως είναι η κατάσταση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, οποιαδήποτε παρατυπία σε σχέση με τον χρόνο καταχώρισης της αιτιολογημένης απόφασης του Διευθυντή έχει εν τοις πράγμασι ήδη θεραπευτεί, και δεν χρειάζεται οποιοδήποτε διάβημα για θεραπεία, πόσω μάλλον από την Εφεσίβλητη. Για ποιον λόγο η Εφεσίβλητη να προβεί σε διάβημα να θεραπεύσει κάποια παρατυπία στην διαδικασία, η ύπαρξη της οποίας δεν ωφελεί τον Εφεσείοντα· αποτέλεσμα τυχόν παρεμπόδισης του Δικαστηρίου να ασκήσει αναθεωρητικό έργο επί της προσβαλλόμενης απόφασης του Διευθυντή, με το να μην γνωρίζει πώς εκείνη εκδόθηκε, δεν συνιστά βάση για αποδοχή της Έφεσης, χωρίς απόδειξη από μέρους του Εφεσείοντος του συγκεκριμένου ελαττώματος ή του λάθους. Είναι μάλιστα αξιοπερίεργο που στην αγόρευσή τους οι συνήγοροι του Εφεσείοντος, στο πρώτο σκέλος ή στην αναφορά τους στον «πρώτο πυλώνα» καλούν το Δικαστήριο να μην λάβει υπόψη του την αιτιολογημένη απόφαση του Διευθυντή και στο άλλο σκέλος της αγόρευσής τους ή στην αναφορά τους στον «δεύτερο πυλώνα» καλούν το Δικαστήριο να κοιτάξει τα Παραρτήματα Α, Δ και Ε της αιτιολογημένης απόφασης. Στο Τεκμήριο Γ, σε σχέση με την διαδικασία που ακολουθήθηκε, αναφέρεται πως, αφού την 05.09.2017 στάλθηκαν με συστημένο ταχυδρομείο οι σχετικές ειδοποιήσεις που προνοούνται στο άρθρο 58 § 1 του Κεφ.224 στα ενδιαφερόμενα μέρη, δηλαδή στον Εφεσείοντα και στην Εφεσίβλητη, έγινε επιτόπια εξέταση την 29.09.2017, για επίλυση της συνοριακής διαφοράς. Η επιτόπια εξέταση έγινε από τον κτηματολόγο επιτοπίων ερευνών κύριο XXXX και από την τεχνικό μηχανικό της Χωρομετρίας κυρίας XXXX. Η πλευρά του Εφεσείοντος προσδιόρισε την συνοριακή διαφορά, υποδεικνύοντας επιτόπου το διαφιλονικούμενο τμήμα, που σημειώνεται με κόκκινο χρώμα στο Παράρτημα Α του Τεκμηρίου Γ. Συγκεκριμένα, ο Εφεσείων είχε προβεί σε προέκταση της κατοικίας και της αυλής του στα βόρεια και εντός του τεμαχίου της Εφεσίβλητης, όπως φαίνεται στο ίδιο σχέδιο. Επειδή διαπιστώθηκε μετά από τις υποδείξεις των μερών η ύπαρξη συνοριακής διαφοράς, προχώρησε η διαδικασία επίλυσής της. Για τον καθορισμό των εγγεγραμμένων συνόρων και για όλες τις αποτυπώσεις, χρησιμοποιήθηκε το εργαλείο TopCon GR5 GPS (δορυφορικές χωρομετρικές παρατηρήσεις) με σημείο αναφορά το GYPOS και όλες οι χωρομετρικές εργασίες που έγιναν έχουν μετατραπεί στο νέο γεωδαιτικό σύστημα LTM. Λήφθηκαν υπόψη τα εξής: (α) Η χωρομετρική εργασία βασίστηκε σε προηγούμενη που έγινε με τον φάκελο ΑΧ2537/2000 που αφορούσε συνοριακή διαφορά μεταξύ, από την μια πλευρά, των τεμαχίων 9XXXXX2 και 1XXXXX4, και από την άλλη, του τεμαχίου 1XXXXX7 του Εφεσείοντος και του τεμαχίου 1XXXXX
  2. Για την συνοριακή διαφορά μεταξύ των τεμαχίων 1XXXXX3 και 1XXXXX4, είχε ασκηθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού η Έφεση 522/2015, η οποία απορρίφθηκε, ενώ δεν προσβλήθηκε η απόφαση σε σχέση με την διαφορά μεταξύ των τεμαχίων 9XXXXX2 και 1XXXXX
  3. Οι αποφάσεις του Διευθυντή έχουν καταστεί τελεσίδικες, επομένως τα σύνορα περιμετρικά των εμπλεκόμενων τεμαχίων καταχωρίστηκαν στην χωρομετρική βάση δεδομένων και έχουν ελεγχθεί και κριθεί πως είναι ορθά. Για τον καθορισμό των εγγεγραμμένων συνόρων που έγινε τόσο με τον πιο πάνω φάκελο όσον και με τον φάκελο ΑΧ636/2017, εφαρμόστηκαν οι φάκελοι διαχωρισμού Α1478/1950 και Α2845/
  4. Συγκεκριμένα, υιοθετήθηκε η χωρομετρική εργασία που φαίνεται στα σχεδιαγράμματα που συνιστούν τα Παραρτήματα Β και Γ του Τεκμηρίου Γ. (β) Τα σταθερά σημεία ανατολικά του τεμαχίου 1XXXXX8, δηλαδή υιοθετήθηκαν ως σύνορα η δομή με το κανάλι που βρίσκεται στα ανατολικά του που συνορεύει με το τεμάχιο 9XXXXX8 η επί τόπου θέση των οποίων έχει ελεγχθεί και εξακριβωθεί ότι ταυτίζονται με το εν χρήσει σχέδιο (Παράρτημα Δ). (γ) Το μονοπάτι που βρίσκεται βόρεια του τεμαχίου 1XXXXX8, το βόρειο σύνορο του οποίου που συνορεύει με το τεμάχιο 1XXXXX9 καθορίζεται από υφιστάμενη δομή η θέση της οποίας ταυτίζεται με το εν χρήσει σχέδιο. Ως αποτέλεσμα της χωρομετρικής εργασίας, τοποθετήθηκαν ορόσημα που καθορίζουν την θέση του εγγεγραμμένου κοινού συνόρου των τεμαχίων 1XXXXX7 και 1XXXXX8, Φ/Σχ.37/49 που ετοιμάστηκε σχέδιο (Παράρτημα Ε) στο οποίο φαίνονται με γράμματα Α και Β τα προσωρινά ορόσημα που τοποθετήθηκαν και το διαφιλονικούμενο μέρος με κόκκινο χρώμα. Η χωρομετρική εργασία που έγινε ελέγχθηκε από σχεδιαστή και ετοιμάστηκε σχέδιο σε κλίμακα 1:5000, σε χαρτί και πλαστικό (Παραρτήματα Ζ και Η). Επίσης, ετοιμάστηκε και σχέδιο 1:500 (Παράρτημα Α) για σκοπούς αναγνώρισης των αποστάσεων και η χωρομετρική εργασία μεταφέρθηκε από τον σχεδιαστή στο εν χρήσει σχέδιο. Ετοιμάστηκε επίσης σχέδιο στο οποίο φαίνονται με γράμματα Α και Β τα προσωρινά ορόσημα που έχουν τοποθετηθεί επί τόπου και καθορίζουν τη θέση του κοινού συνόρου μεταξύ των επίδικων τεμαχίων (Παράρτημα Θ). Στην συνέχεια, αφού επιβεβαιώθηκε πως έχουν ικανοποιηθεί όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 58 του Κεφ.224, εκδόθηκε η απόφαση ημερομηνίας 27.09.2018, που κοινοποιήθηκε στα ενδιαφερόμενα μέρη με συστημένο ταχυδρομείο. Στην απόφαση επισυνάφθηκε σχέδιο στο οποίο σημειώνεται με κόκκινο χρώμα η διαφιλονικούμενη έκταση, που αποτελεί μέρος του τεμαχίου 1XXXXX8 του κτηματικού σχεδίου 37/49 σε κλίμακα 1:5000 και είναι μέρος της εγγραφής 1XXXXX4 που είναι επί της Εφεσίβλητης. Αρμόδιοι να δώσουν μαρτυρία αφού κλητευθούν είναι τα προαναφερόμενα πρόσωπα, κύριος XXXX και κυρία XXXX. Από το Παράρτημα Β του Τεκμηρίου Γ, που συνιστά σχέδιο υπογεγραμμένο την 09.11.1950 (Α1478/1950), προκύπτει ότι το τεμάχιο με αρχικό αριθμό 9XXXXX0 του Φ./Σχ.37/49 διαχωρίστηκε, και από τον διαχωρισμό προέκυψαν τα δύο τεμάχια 1XXXXX7 και 1XXXXX
  5. Από τότε, φαίνεται πως μέρος κτιρίου που βρίσκεται μέσα στο τεμάχιο 1XXXXX7, εκτείνεται και στο τεμάχιο 1XXXXX
  6. Το Παράρτημα Γ του Τεκμηρίου Γ, που συνιστά σχέδιο υπογεγραμμένο την 02.11.1992 (Α2845/1991), δείχνει τον διαχωρισμό του τεμαχίου με αρχικό αριθμό 9XXXXX1, από τον οποίον προέκυψαν τα επιμέρους τεμάχια 1XXXXX2, 1XXXXX3 και 1XXXXX
  7. Περαιτέρω νομικές πτυχές και διαδικασία Το άρθρο 50 του Κεφ. 224 ορίζει, σε σχέση με τον τρόπο καθορισμού της έκτασης της εγγεγραμμένης γης, ότι η έκταση της γης που καλύπτεται από εγγραφή τίτλου επί ακίνητης ιδιοκτησίας είναι η έκταση του τεμαχίου με το οποίο δύναται να συσχετιστεί η εγγραφή πάνω σε οποιοδήποτε κυβερνητικό χωρομετρικό σχέδιο ή πάνω σε οποιοδήποτε άλλο σχέδιο που καταρτίστηκε πάνω σε κλίμακα από τον Διευθυντή. Νοείται ότι, όταν η εγγραφή δεν δύναται να συσχετιστεί με οποιοδήποτε τέτοιο σχέδιο, η έκταση αυτή είναι η έκταση της γης στην οποίαν δικαιούται ο κάτοχος του τίτλου λόγω εχθρικής κατοχής, αγοράς ή κληρονομιάς. Σύμφωνα με το άρθρο 58 του Κεφ. 224, όταν αναφύεται οποιαδήποτε διαφορά ως προς τα σύνορα οποιασδήποτε εγγεγραμμένης γης, ο Διευθυντής επιλύει την διαφορά αυτή, σε πρώτο στάδιο, κατόπιν ειδοποίησης που δίνεται στα μέρη τουλάχιστον δεκατέσσερις ημέρες προηγουμένως, η οποία πληροφορεί αυτά για τον χρόνο κατά τον οποίον θα επιθεωρηθούν τα υπό αμφισβήτηση σύνορα. Ο Διευθυντής δύναται να αποφασίσει επί της διαφοράς στην περίπτωση απουσίας οποιουδήποτε μέρους που ειδοποιήθηκε όπως προνοείται. Μόλις ο Διευθυντής αποφασίσει επί διαφοράς συνόρων, δίνει ειδοποίηση στα εμπλεκόμενα στη διαφορά μέρη για την απόφασή του και τοποθετεί τέτοια ορόσημα ως ήθελε θεωρήσει σκόπιμο για κατάδειξη της γραμμής των συνόρων όπως αυτή αποφασίστηκε από αυτόν και προβαίνει σε τέτοιες καταμετρήσεις και σημειώσεις όπως δυνατόν να απαιτούνται προς διακρίβωση της θέσης των οροσήμων. Σύμφωνα με το άρθρο 80 του Κεφ. 224, κάθε πρόσωπο το οποίο έχει παράπονο κατά οποιασδήποτε διαταγής, ειδοποίησης ή απόφασης του Διευθυντή, που διενεργήθηκε, δόθηκε ή λήφθηκε δυνάμει των διατάξεων του Κεφ. 224 δύναται, εντός τριάντα ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης σε αυτόν της διαταγής αυτής, ειδοποίησης ή απόφασης να υποβάλει Έφεση στο Δικαστήριο και το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει επί αυτής τέτοιο διάταγμα ως ήθελε είναι δίκαιο. Η δικαιοδοσία που ασκεί το Δικαστήριο στο πλαίσιο μιας Έφεσης είναι αναθεωρητική. Η διαδικασία που ακολουθείται είναι η ίδια που ακολουθείται στην αναθεωρητική δικαιοδοσία επί διοικητικών πράξεων στον τομέα του διοικητικού δικαίου, ωστόσο, στην Έφεση υπάρχει η δυνατότητα ελέγχου και της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, κατ' επέκταση και της τροποποίησής της[5]. Όταν το αντικείμενο της Έφεσης είναι απόφαση του Διευθυντή επί συνοριακής διαφοράς, ό,τι βοηθά το Δικαστήριο να αναψηλαφήσει την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι τα σχετικά κτηματολογικά και τεχνικά δεδομένα που είχε ή θα μπορούσε να έχει υπόψη του ο Διευθυντής, για να καταλήξει στην επίλυση της συγκεκριμένης συνοριακής διαφοράς. Η ακρόαση των Εφέσεων που υποβάλλονται με βάση το άρθρο 80 του Κεφ. 224 γίνεται με τον τρόπο που ορίζει ο περί Ακίνητου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμός 1956 που εκδόθηκε με βάση το άρθρο 80 του Κεφ. 224, ως τροποποιήθηκε, μεταξύ άλλων, και από τον περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) (Τροποποιητικό) (Αρ. 2) Διαδικαστικό Κανονισμό 21/
  8. Ο τελευταίος, στον Κανονισμό 10 § 3, προέβλεψε, μεταξύ άλλων, ότι η ακρόαση διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις, τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των ΚΠΔ. Με βάση τον Κανονισμό 17, συμπληρωματικά εφαρμόζονται οι ΚΠΔ. Η ακρόαση των μερών και στην προκειμένη περίπτωση διεξήχθη στην βάση των ενόρκων δηλώσεων και των συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων που έχουν καταχωριστεί και αναφέρθηκαν προηγουμένως, χωρίς την εισαγωγή προφορικής μαρτυρίας. Οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν, δια γραπτών αγορεύσεων, στις οποίες εξέθεσαν την επιχειρηματολογία τους. Είναι υπόψη του Δικαστηρίου η εκδοχή της κάθε πλευράς, το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του, και η προσβαλλόμενη απόφαση. Εξέταση και εφαρμογή Καταρχάς, επειδή προβάλλονται και λόγοι ένστασης που άπτονται του παραδεκτού της Έφεσης, να αναφερθεί πως προδήλως πρόκειται για το ένδικο βοήθημα του άρθρου 80 του Κεφ.224, που συνιστά την νομική βάση της Έφεσης. Όπως φαίνεται και από το Τεκμήριο Β, η ταχυδρόμηση της ειδοποίησης της απόφασης από τον Διευθυντή έγινε την 02.10.2018 και η παραλαβή της από τον Εφεσείοντα έγινε την 26.10.
  9. Η Έφεση ασκήθηκε την 01.11.2018, και είναι μέσα στην προθεσμία των τριάντα ημερών από την κοινοποίησή της, που προβλέπει και το άρθρο 80 του Κεφ.
  10. Περαιτέρω, ασκήθηκε από τον ιδιοκτήτη του τεμαχίου 1177, ο οποίος επηρεάζεται από την προσβαλλόμενη απόφαση αυτή του Διευθυντή δια της οποίας επιλύθηκε η συνοριακή διαφορά με τον προαναφερόμενο τρόπο. Πρόκειται για Έφεση που παραδεκτά ασκήθηκε, και μπορεί να εξεταστεί ουσιαστικά από το Δικαστήριο[6]. Το γεγονός, επίσης, ότι δεν συνενώθηκε ο Διευθυντής ως διάδικος, ως προβλέπεται στον Κανονισμό 5 § 2, δεν καθιστά από μόνο του την Έφεση απορριπτέα. Ο ίδιος ο Διευθυντής, εξάλλου, έβαλε γνώση της διαδικασίας και δεν θεώρησε ούτε ο ίδιος ότι πρέπει να ακουστεί ως διάδικος στην προκειμένη περίπτωση. Η δικονομική του απουσία βεβαίως, εάν έχει κάποιαν επίδραση, είναι στις δικονομικές δυνατότητες του Εφεσείοντος· αυτές που θα είχε στην διάθεσή του εάν ο Διευθυντής του Κτηματολογίου ήταν διάδικος στη διαδικασία, και έτσι εάν υπό τέτοια ιδιότητα εξέθετε ενόρκως τις επεξηγήσεις που σχετίζονται με την απόφασή του, στον βαθμό που θα μπορούσε να χρειάζεται ο Εφεσείων αυτές τις δικονομικές δυνατότητες, αναλόγως και της δικής του θετικής μαρτυρίας ή της εστίασης της Έφεσής του. Σε συνάρτηση και με το δεδομένο ότι το βάρος απόδειξης σε μια τέτοια διαδικασία είναι ο ίδιος ο Εφεσείων που το έχει[7], το να αποδείξει δηλαδή ότι η απόφαση του Διευθυντή που προσβάλλει είναι νομικά ή πραγματικά λανθασμένη. Αντίστοιχα, εάν ο Εφεσείων έχει τέτοια μαρτυρία, ικανή να θέσει εν αμφιβόλω την νομιμότητα ή ορθότητα της απόφασης του Διευθυντή, η δικονομική απουσία του Διευθυντή τότε μπορεί να επηρεάζει τον ίδιο, εάν τυχόν δεν ακουστεί στη διαδικασία ως διάδικος, με δυνατότητα να γνωρίζει την εξέλιξη της υπόθεσης, όπως και το σύνολο της μαρτυρίας που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο, σε κάθε περίπτωση, δεν αναθεωρεί την απόφαση του Διευθυντή χωρίς να έχει υπόψη του όλα τα δεδομένα. Έχοντας υπόψη την μαρτυρία και την προσβαλλόμενη απόφαση στην προκειμένη περίπτωση, δεν επηρεάζει την εξέταση της Έφεσης η δικονομική απουσία του Διευθυντή. Τα ζητήματα που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου και αναλύονται στους επιμέρους λόγους έφεσης του Εφεσείοντος και έπειτα στους επιμέρους λόγους ένστασης της Εφεσίβλητης, είναι πολύ συγκεκριμένα: εάν ο Διευθυντής θα έπρεπε να λάβει υπόψη του το υφιστάμενο κτίσμα ή κατοικία που εκκινεί από το τεμάχιο 1XXXXX7 και επεκτείνεται στο Τεμάχιο 1XXXXX8, για να εξεύρει το σύνορο μεταξύ των τεμαχίων 1XXXXX7 και 1XXXXX8, και εάν με δεδομένο ότι ο Εφεσείων υπέβαλε κάποιαν αίτηση για διόρθωση λάθους με βάση το άρθρο 61 του Κεφ.224, στην οποίαν, όπως ισχυρίζεται, δεν εκδόθηκε κάποια απόφαση ή εάν μπορεί να υπάρχουν σημεία επί του σχεδίου της περιοχής που φαίνονται ή μπορεί να είναι λανθασμένα θα μπορούσε ή θα έπρεπε να επιδράσει καθόλου στην κρίση του Διευθυντή επί της συγκεκριμένης συνοριακής διαφοράς, κατ' επέκταση στην κρίση του Δικαστηρίου κατ' αυτή την αναθεωρητική του δικαιοδοσία. Πριν προχωρήσει το Δικαστήριο με την εξέταση αυτών των ζητημάτων, σημειώνεται πως η προσβαλλόμενη απόφαση, όσον αφορά την διαδικασία που ακολουθήθηκε για την έκδοσή της, δεν φέρει κάποιο τυπικό ελάττωμα. Όπως φαίνεται και από το Τεκμήριο 1 που προσκόμισε ο Εφεσείων, στάλθηκαν ειδοποιήσεις στον Εφεσείοντα και στην Εφεσίβλητη ημερομηνίας 04.09.2017, και η επιτόπια εξέταση των υπό αμφισβήτηση συνόρων έγινε την 29.09.2017, δηλαδή σε χρονικό διάστημα που απέχει δεκατέσσερις ημέρες, όπως προνοεί το άρθρο 58 του Κεφ.
  11. Εάν συμμετείχε σε αυτή την επιτόπια εξέταση ή όχι ο Εφεσείων, ενώ κλήθηκε, θέμα ως προς το οποίο φαίνεται η Εφεσίβλητη να ισχυρίζεται διαφορετικά, δεν έχει σημασία, εφόσον ούτως ή άλλως ο Διευθυντής μπορούσε να προχωρήσει με την έκδοση της απόφασής του, ως ο ίδιος ο νόμος ορίζει, και δεν προσβάλλεται το περιεχόμενο συγκεκριμένης νομοθετικής διάταξης. Όσον αφορά το Τεκμήριο 1, δεν είναι «δισέλιδη» επιστολή, όπως ισχυρίζεται ο Εφεσείων, αλλά αποτελείται από δύο ξεχωριστές επιστολές που αφορούν σε διαφορετικά θέματα ή φακέλους, ασχέτως εάν είχαν ετοιμαστεί και σταλεί την ίδια ημερομηνία ή και μαζί στον Εφεσείοντα ή εάν η επιτόπια εξέταση για τα εκκρεμούντα θέματα έγινε την ίδια ημέρα και ώρα. Νοείται πως, αυτή η Έφεση που εκκρεμεί δεν αφορά σε πράξη του Διευθυντή επί αίτησης για διόρθωση με βάση το άρθρο 61 του Κεφ.224, ενώ είναι αδιαμφισβήτητο ότι κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης δεν είχε επέλθει κάποια τροποποίηση ή διόρθωση σε οποιοδήποτε εκ των σχεδίων που είχε στην διάθεση του ο Διευθυντής. Με δεδομένο ότι, και με βάση τα Τεκμήρια 5, 6 και 7 που είναι ενώπιον του Δικαστηρίου, κάποια αίτηση του Εφεσείοντος για διόρθωση λάθους αφορά ή αφορούσε σε δίοδο που δεν εφάπτεται ούτε σχετίζεται με τα σύνορα των εμπλεκόμενων τεμαχίων, και ο Εφεσείων επίσης δεν μαρτυρά θετικά ότι τέτοια αίτησή του για διόρθωση λάθους αφορά σε οποιοδήποτε εκ των σχεδίων επί των οποίων βασίστηκε συγκεκριμένα η απόφαση για τους σκοπούς της χωρομετρικής εργασίας, το Δικαστήριο κρίνει πως ο Διευθυντής δεν όφειλε να λάβει υπόψη του κάποια σχετική εκκρεμότητα, εάν υπήρχε κατά τον χρόνο που έλαβε την προσβαλλόμενη απόφασή του. Συγκεκριμένα, ο Εφεσείων στην μαρτυρία του σιωπά σε σχέση με το αντικείμενο κάποιας αίτησής του για διόρθωση, και είναι η Εφεσίβλητη που υποδεικνύει το αντικείμενο εκείνης της διαδικασίας. Η αγόρευση των συνηγόρων του, όπου στον «δεύτερο πυλώνα» γίνεται εκτεταμένη αναφορά στο θέμα της διόδου, δεν συνιστά οδό για προσαγωγή περαιτέρω μαρτυρίας. Και η αντίληψη του Εφεσείοντος πως, για να καθορίσει ο Διευθυντής τα σύνορα των δύο εμπλεκόμενων τεμαχίων, θα έπρεπε να έχει καθορίσει πρώτα την δίοδο ή και να διαφοροποιήσει το σχέδιο σχετικά με αυτήν δεν βασίζεται σε οποιαδήποτε διάταξη του Κεφ.
  12. Αντίθετα, θα μπορούσε να λεχθεί πως η υποχρέωση παροχής διόδου και το αντίστοιχο δικαίωμα, όπως ρυθμίζεται στον νόμο, προϋποθέτει την γνώση των συνόρων του δουλεύοντος και του δεσπόζοντος, απορρέουσα και από την νόμιμη προϋπόθεση το ακίνητο που χρειάζεται την δίοδο να είναι περίκλειστο και με χωρίς ή ανεπαρκή δίοδο στον δημόσιο δρόμο. Δεν προσβάλλεται σε αυτή την διαδικασία κάποια πράξη του Διευθυντή σε σχέση με την παροχή διόδου και ό,τι αρκεί για τους σκοπούς της διαδικασίας αυτής είναι πως, για τον καθορισμό των συνόρων των επίδικων τεμαχίων, δεν είχε οποιαδήποτε σχέση η πραγματική ή η σχεδιασμένη ή η αμφισβητούμενη δίοδος προς όφελος του Τεμαχίου 1XXXXX
  13. Η Χατζησωφρονίου ν. Βασιλείου
(2012)1 ΑΑΔ 1534 στην οποία παραπέμπουν οι συνήγοροι του Εφεσείοντος δεν λέει ό,τι εισηγούνται, αλλά ακριβώς το αντίθετο· πως η ορθότητα του σχεδίου, για τους σκοπούς του άρθρου 58 του Κεφ.224, εκλαμβάνεται ως δεδομένη. Αναφέρεται με ξεκάθαρο τρόπο στην απόφαση του Διευθυντή, τόσο στο Τεκμήριο Α, η αιτιολογία του οποίου είναι υφιστάμενη και επαρκής, όσο και στο Τεκμήριο Γ, ότι η έκταση των τεμαχίων 1XXXXX7 και 1XXXXX8 δεν καθορίζεται με βάση την επιτόπου κατάσταση ή τυχόν εχθρική κατοχή, για να έχει οποιαδήποτε σημασία το γεγονός ότι υπάρχει επιτόπου υποστατικό ή εάν αυτό χρησιμοποιείται πράγματι και για πόσα χρόνια· υπάρχει κάλυψη από τίτλους επί της ιδιοκτησίας των τεμαχίων αυτών και η έκτασή τους συσχετίζεται με τα υφιστάμενα σχέδια επί κλίμακας. Με βάση το άρθρο 50 του Κεφ.224, στο οποίο η προσβλαλλόμενη απόφαση ρητά παραπέμπει, δεν θα μπορούσε ο Διευθυντής να λάβει υπόψη του την υφιστάμενη κατοικία, την προέκτασή της, εάν χρησιμοποιείται ή όχι, και να θέσει σύνορο με βάση αυτήν, αγνοώντας την υφιστάμενη εγγεγραμμένη έκταση γης επί των εν χρήσει σχεδίων[8]. Το επιχείρημα του Εφεσείοντος πως τα σχέδια επί των οποίων βασίστηκε το Τεκμήριο Γ είναι λανθασμένα, γιατί με γυμνό μάτι διακρίνει διαφορά στο μέγεθος άλλων τεμαχίων που ανήκουν σε άλλο πρόσωπο ή σε άλλα πρόσωπα, δεν χρησιμεύει για να βασίσει κάποιο επιχείρημα ότι υπάρχει λάθος στα υφιστάμενα σχέδια σε σχέση με την έκταση των τεμαχίων 1XXXXX7 και 1XXXXX8, μεταξύ των οποίων υφίσταται η συγκεκριμένη συνοριακή διαφορά, και ότι ο Διευθυντής δεν θα έπρεπε να βασιστεί σε αυτά τα σχέδια, αλλά να καταφύγει στην επιτόπου κατάσταση, και, ενώ η έκταση της εγγεγραμμένης γης της Εφεσίβλητης συνάδει με αυτήν που είναι επί των σχεδίων, να την συρρικνώσει προς όφελος του Εφεσείοντος. Κατάληξη Ο Εφεσείων δεν προωθεί με σχετική μαρτυρία οποιουσδήποτε άλλους λόγους Έφεσής του, όπως λόγου χάριν ότι θα έπρεπε να χρησιμοποιηθούν άλλα όργανα ή εργαλεία μέτρησης ή άλλη μέθοδος που θα κατέληγαν σε κάποιο διαφορετικό συμπέρασμα. Ούτε παράβαση της φυσικής δικαιοσύνης υπάρχει, ούτε έλλειψη δέουσας έρευνας, ούτε πλάνη περί τον νόμο ή τα πράγματα. Ο Διευθυντής εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφασή του κατ' εφαρμογή ρητής διάταξης του νόμου, του άρθρου 50 του Κεφ. 224, που ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και σύμφωνα με το άρθρο 58 του Κεφ. 224. Επειδή ο Εφεσείων δεν έχει αποδείξει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή ημερομηνίας 27.09.2018 στην αίτηση ΑΧ636/2017 είναι νομικά ή πραγματικά λανθασμένη ή ότι πάσχει από οποιοδήποτε ελάττωμα και θα πρέπει να ακυρωθεί ή να τροποποιηθεί από το Δικαστήριο, η Έφεση απορρίπτεται. Τα έξοδα, εφόσον δεν έχει υποδειχθεί ούτε φαίνεται να συντρέχει κάποιος λόγος απόκλισης από τον κανόνα ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, επιδικάζονται υπέρ της Εφεσίβλητης και εναντίον του Εφεσείοντος, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Η ημερομηνία καταχώρισης της στον φάκελο του Δικαστηρίου. [2] Τεκμήριο 1 στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερομηνίας 05.04.2021 που, με βάση δήλωση των συνηγόρων είναι το έγγραφο που αναφέρεται ως Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 08.02.2021 που συνοδεύει ένσταση της Εφεσίβλητης. [3] Τεκμήριο 2 στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερομηνίας 05.04.2021 που, με βάση δήλωση των συνηγόρων είναι το έγγραφο που αναφέρεται ως Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 08.02.2021 που συνοδεύει ένσταση της Εφεσίβλητης. [4] βλ. ενδεικτικά παράγραφος 10 και παράγραφος 13 της ένορκης δήλωσης με ημερομηνία καταχώρισης 29.03.2021. [5] Kafieros v. Theocharous
(1978)1 CLR 6, Κάκουλλου ν. Ποχουζούρη (Αρ. 1)
(1992)1 Α.Α.Δ. 1143, Οικονόμου ν. Φιλίππου, Πολ. Έφ. 366/2011, ημερ. 06.11.2017. [6] Mobil Oil Cyprus Ltd v. Έλληνα
(1990)1 ΑΑΔ 837. [7] Kafieros v. Theocharous
(1978)1 CLR 619. [8] Βλ. και Χαραλάμπους ν. Κωνσταντίνου
(2010)1 ΑΑΔ 1972, Ρωσσίδου ν. Κυπριανού
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 1695, και άλλες. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.