← Κύπρος

N. Peratikos Investments Ltd ν. CHR. D. CHARALAMBOUS CONSTRUCTION LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 611/20, 30/7/2021

N. Peratikos Investments Ltd ν. CHR. D. CHARALAMBOUS CONSTRUCTION LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 611/20, 30/7/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A212 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 611/20 Μεταξύ: N. Peratikos Investments Ltd, από την Λεμεσό Ενάγοντες και 1.CHR. D. CHARALAMBOUS CONSTRUCTION LTD διά μέσω του κ. ΧΧΧΧ Κίμωνος ως Διαχειριστή της 2.Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, Επαρχιακό Γραφείο Λεμεσού, διά μέσου της Κυπριακής Δημοκρατίας και/ή Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγόμενοι Ημερομηνία: 30.7.21 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα/Αιτήτρια: κκ Αγαθοκλέους-Νεοφύτου & Σία ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη 1/Καθ' ης η αίτηση: κκ Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σία ΔΕΠΕ ---------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε αίτηση η οποία υποβλήθηκε από την πλευρά της Ενάγουσας/Αιτήτριας, από τώρα και στο εξής «η Αιτήτρια», στις 15.4.21 με την οποία ζητείται η έκδοση διατάγματος το οποίο να επιτρέπει στην Αιτήτρια να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την μονομερή αίτηση ημερομηνίας 7.5.20 εντός 15 ημερών ή εντός του χρόνου που θα καθορίσει το Δικαστήριο. Η υπό κρίση αίτηση υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση του ΧΧΧΧ Περατικού, ενός εκ των μετόχων και διευθυντών της Αιτήτριας, από τώρα και στο εξής «ο Περατικός». Ο Περατικός έχει πλήρη και προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης και είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Η υπό κρίση αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση της Εναγόμενης 1/Καθ' ης η αίτηση, από τώρα και στο εξής «η Καθ' ης η αίτηση». Οι λόγοι ένστασης παρατίθενται στο σώμα της Ειδοποίησης σύμφωνα με την Δ.48, θ.4

(1)των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του ΧΧΧΧ Ανδρέου, ασκούμενου δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της Καθ' ης η αίτηση, από τώρα και στο εξής «ο Ανδρέου», ο οποίος είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον διαχειριστή και παραλήπτη της Καθ' ης η αίτηση να προβεί στην εν λόγω ένορκο δήλωση. Στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Ο λόγος που επιδιώκεται η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι για να παρουσιασθεί αντίγραφο του διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 6.4.21 που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης 6Χ/1Χ. Με το εν λόγω διάταγμα παραμερίσθηκε η απόφαση ημερομηνίας 19.9.
  1. Το διάταγμα συντάχθηκε στις 12.4.21 και ο Περατικός το έλαβε μόλις την προηγούμενη της ένορκής του δήλωσης. Η πλευρά της Καθ' ης η αίτηση στην ένσταση της στην μονομερή αίτηση ημερομηνίας 7.5.20, από τώρα και στο εξής «η μονομερής αίτηση ημερομηνίας 7.5.20», ανέφερε ότι στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης 6Χ/1Χ εκδόθηκε διάταγμα και ότι το διάταγμα αυτό παραμένει σε ισχύ μέχρι σήμερα. Η πλευρά των Αιτητών επιθυμεί να παρουσιάσει στο Δικαστήριο το διάταγμα ημερομηνίας 6.4.21 για να έχει το Δικαστήριο πιο ξεκάθαρη εικόνα. Το διάταγμα ημερομηνίας 6.4.21 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  2. Είναι ορθό και δίκαιο να επιτραπεί η παρουσίαση του διατάγματος ημερομηνίας 6.4.21 καθότι αυτό έχει εκδοθεί πολύ πρόσφατα, μετά την ένορκο δήλωση του Περατικού που υποστηρίζει την μονομερή αίτηση ημερομηνίας 7.5.20 και μετά την αίτηση της Αιτήτριας για συμπληρωματική ένορκο δήλωση, προφανώς εννοείται η αίτηση για συμπληρωματική ένορκο δήλωση ημερομηνίας 11.12.20, αφορά στη παρούσα υπόθεση, ενισχύει τα όσα ισχυρίζεται η Αιτήτρια και καταρρίπτει τους ισχυρισμούς που αναφέρονται στην ένσταση της Καθ' ης η αίτηση στην μονομερή αίτηση ημερομηνίας 7.5.
  3. Στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την Ειδοποίηση ένστασης αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Το αίτημα δεν μπορεί να ικανοποιηθεί καθότι το Δικαστήριο σε αιτήσεις τέτοιας φύσεως όπως η μονομερής αίτηση ημερομηνίας 7.5.20 εξετάζει κατά πόσο ορθά εκδόθηκε το υπό αναθεώρηση διάταγμα στην βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας κατά τον χρόνο έκδοσής του και δεν επιτρέπεται να προστεθούν ισχυρισμοί και θέσεις σε μεταγενέστερο στάδιο, πόσο μάλλον, γεγονότα που έλαβαν χώρα σε χρόνο μεταγενέστερο της έκδοσης του διατάγματος ακόμα και αν τα επιπρόσθετα στοιχεία ευσταθούν. Οτιδήποτε έλαβε χώρα σε χρόνο μεταγενέστερο της έκδοσης του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος δεν μπορεί να εξεταστεί στο στάδιο αναθεώρησης του. Για τον λόγο αυτό η «προσθήκη» είναι αχρείαστη. Η υπό κρίση αίτηση υποβλήθηκε με σκοπό την πρόκληση καθυστέρησης και την παρέλκυση της διαδικασίας ώστε να παραμείνει σε ισχύ το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς, κακόπιστα και καταχρηστικά. Επίσης ο ενόρκως δηλών δεν δίδει οποιαδήποτε εξήγηση γιατί επιδιώχθηκε η ακύρωση του διατάγματος στην Γενική Αίτηση 6Χ/2ΧΧ7 και δη σε αυτό το στάδιο αφού προφανώς γνώριζε για την έκδοση του με αποτέλεσμα να μην δίδεται ολοκληρωμένη εικόνα για την κατάσταση. Τα όσα η Αιτήτρια επιδιώκει να συμπληρώσει δεν αλλοιώνουν τα δεδομένα που υπήρχαν κατά τον χρόνο έκδοσης του διατάγματος μονομερώς, τα οποία είναι και τα μόνα που μπορούν να ληφθούν υπόψη. Η Αιτήτρια απέτυχε να καταδείξει ότι συντρέχει καλός λόγος για την έγκριση της υπό κρίση αίτησης. Η υπό κρίση αίτηση επιδιώκει να αλλοιώσει το βάθρο γεγονότων και ισχυρισμών επί των οποίων βασίστηκε το αίτημα και η έκδοση του υπό αναθεώρηση διατάγματος. Η Καθ΄ ης η αίτηση ζητεί την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης με έξοδα υπέρ της. Η ακρόαση διεξήχθη στην βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την υπό κρίση αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις θέσεις του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί. Η πλευρά της Αιτήτριας με την γραπτή αγόρευση των δικηγόρων της ήγειρε ζήτημα αναφορικά με την εγκυρότητα της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση. Θέση της είναι ότι αυτή δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη λόγω του ότι δεν υπογράφεται από εκπρόσωπο της Καθ' ης η αίτηση, αλλά από δικηγόρο και καμία δικαιολογία ή εξήγηση δεν δόθηκε γι' αυτό. Επί του ζητήματος αυτού υπάρχει πλούσια Νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου. Αναφέρω ως ενδεικτικά της στάσης της Νομολογίας στο εν λόγω ζήτημα τα όσα λέχθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση D. Rybolovlev v. E. Rybolovleva και M. Holdings Ltd κ.α. ν. E. Rybolovleva, Πολιτικές Εφέσεις 130/09 και 131/09 ημερομηνίας 29.1.10 αναφορικά με ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη αίτησης με την οποία ζητούνταν παρεμπίπτοντα απαγορευτικά διατάγματα. Στις πιο πάνω υποθέσεις ένας από τους λόγους έφεσης ήταν και η κατ' ισχυρισμό αντικανονικότητα της ένορκης δήλωσης που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της αίτησης. Η εν λόγω ένορκος δήλωση είχε καταρτισθεί από δικηγόρο ο οποίος εργοδοτείτο από τους δικηγόρους της εφεσίβλητης/αιτήτριας. Υποστηρίχθηκε κατ' έφεση ότι ο δικηγόρος που ορκίσθηκε την ένορκο δήλωση έπρεπε απαραίτητα να δώσει ικανοποιητικές εξηγήσεις στην ένορκό του δήλωση ως προς τον λόγο για τον οποίο αδυνατούσε να ορκισθεί η αιτήτρια. Λέχθηκαν από το Εφετείο τα ακόλουθα: «. Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία. Αν χρειάζεται να τις συνοψίσουμε ξανά, θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ΄ ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεσή του πελάτη του ως δικηγόρος. (Ahapittas v. Roc Chic Ltd
(1968)1 CLR 1, In re Efthymiou
(1987)1CLR 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 ΑΑΔ 1036). Στις πιο πάνω καλά καθιερωμένες αρχές δεν κρίνουμε ορθό να προσθέσουμε ή να αναγνωρίσουμε και άλλη αρχή σύμφωνα με την οποία εάν ο ομνύων είναι δικηγόρος και δεν επεξηγεί με επάρκεια γιατί προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο πελάτης του, τότε η ένορκη δήλωση πάσχει και θα πρέπει ν΄ αγνοηθεί ή απορριφθεί. Ούτε και συμφωνούμε ότι μια τέτοια απόλυτη αρχή εξάγεται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Dulal Dulal (ανωτέρω). Απλά, στη προσφυγή εκείνη το Ανώτατο Δικαστήριο με μονομελή σύνθεση, το οποίο επιλαμβανόταν ενδιάμεσης αίτησης στο πλαίσιο προσφυγής για αναστολή εκτέλεσης διαταγμάτων απέλασης και κράτησης, έκρινε ότι θα έπρεπε ο ομνύων δικηγόρος να παράσχει κάποια εξήγηση γιατί προέβηκε ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο ίδιος ο αιτητής. Ενώ δε το Δικαστήριο εξέφρασε την άποψη ότι αυτός θα ήταν αρκετός λόγος γι΄ απόρριψη της αίτησης, εν τούτοις, προχώρησε και εξέτασε την ουσία της και την απέρριψε για άλλους λόγους, βασιζόμενο στα στοιχεία που παρατέθηκαν στην ένορκη δήλωση. Σημειώνεται ότι στην υπόθεση Dulal Dulal ο αιτητής, αν και ήταν υπήκοος της Μπαγκλαντές, κατά τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν στην Κύπρο αναμένοντας την έκβαση της αίτησής του. Υπ΄ εκείνες τις περιστάσεις κρίθηκε ότι χρειαζόταν μια εξήγηση ως προς το γιατί δεν κατάρτισε ο ίδιος την ένορκη δήλωση. Θα σημειώναμε εδώ, σε αντιδιαστολή, ότι το Ανώτατο Δικαστήριο με την ίδια μονομελή σύνθεση αποδέχτηκε ως κανονική ένορκη δήλωση δικηγόρου εκ μέρους αλλοδαπής αιτήτριας, εφόσον αυτή βρισκόταν στο εξωτερικό, χωρίς άλλη εξήγηση. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση Svetlana Shalaeva v. Δημοκρατίας, Προσφυγή αρ. 869/2005, Απόφαση ημερομηνίας 24.3.2006, επιλαμβανόμενο αίτησης της Δημοκρατίας για παροχή ασφάλειας εξόδων από την αλλοδαπή προσφεύγουσα, το ίδιο Δικαστήριο, και ορθά βέβαια, αποδέχθηκε και ενήργησε στη βάση Ένστασης που στηριζόταν σε ένορκη δήλωση δικηγόρου εκ μέρους της προσφεύγουσας-καθ΄ης η αίτηση, η οποία είχε ήδη απελαθεί και βρισκόταν στο εξωτερικό. Με αυτά ως δεδομένα, μπορούμε να δεχθούμε ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών. Στην υπό εξέταση δε περίπτωση, σύμφωνα με τον ομνύοντα δικηγόρο, η αιτήτρια-εφεσείουσα είναι μόνιμη κάτοικος Ελβετίας η οποία έχει την φροντίδα ανήλικου τέκνου του ζεύγους και η οποία επιλαμβανόταν λήψης δικαστικών μέτρων στην Ελβετία και σε άλλες χώρες κατά τον ουσιώδη χρόνο. Αυτά τα στοιχεία, λαμβανόμενα υπόψη, μαζί με το στοιχείο του επικαλούμενου κατεπείγοντος του θέματος, δεν θα απαιτούσαν, κατά την άποψή μας την παροχή οποιωνδήποτε άλλων εξηγήσεων ως προς το γιατί τα αναγκαία γεγονότα τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου μέσω δικηγόρου ο οποίος αποκάλυψε ικανοποιητικά τις πηγές πληροφόρησής του. Ο πρώτος τούτος Λόγος Έφεσης επομένως δεν μπορεί να ευσταθήσει». Στην υπόθεση Γεώργιου Νικολάου ν. Total Properties Ltd κ.α. (Πολιτική Έφεση 124/10 ημερομηνίας 14.7.11 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Σ' αυτό το στάδιο και με δοσμένο το γεγονός ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για υποκατάστατη επίδοση, καταρτίστηκε από δικηγόρο, θεωρούμε σκόπιμο να προβούμε στις πιο κάτω επισημάνσεις, σε σχέση με το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ενόρκων δηλώσεων από δικηγόρους. Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, η ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση για υποκατάστατη επίδοση της απαίτησης πληρωμής, είχε καταρτιστεί από το δικηγόρο του αιτητή κ. Γ. Παπαθεοδώρου, ο οποίος δεν χειρίστηκε την υπόθεση πρωτόδικα, την χειρίστηκε όμως κατ' έφεση. Συνιστά πάγια αρχή της νομολογίας μας ότι είναι ανεπιθύμητο να ορκίζεται ως προς τα γεγονότα δικηγόρος και όχι ο ίδιος ο διάδικος, εκτός βέβαια και αν αυτό είναι αναγκαίο, οπόταν και ο δικηγόρος, εφόσον έχει καταστήσει τον εαυτό του μάρτυρα γεγονότων, κωλύεται λόγω ασυμβιβάστου να συνεχίσει να ενεργεί ως δικηγόρος του διαδίκου πελάτη του. (In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319 και D. Rybolovlev v. E. Rybolovleva και M. Holdings Ltd. κ.ά. ν. E. Rybolovleva, Πολιτικές Εφέσεις αρ. 130/2009 και 131/2009, ημερομηνίας 29/1/2010). Στις περιπτώσεις δε όπου ο ομνύων είναι δικηγόρος, «κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών». (D. Rybolovlev και M. Holdings (πιο πάνω)). Στην υπό εξέταση περίπτωση καμιά εξήγηση δεν δίδεται ως προς τους λόγους που οδήγησαν στον καταρτισμό της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, από το δικηγόρο και όχι τον πελάτη. Αυτά ως επισημάνσεις για το γεγονός του καταρτισμού της ένορκης δήλωσης από τον κ. Παπαθεοδώρου». Στην υπόθεση Dulal Dulal v. Δημοκρατίας, Προσφυγή αρ. 1045/2005, ημερομηνίας 27.10.2005, που πιο πάνω μνημονεύεται, λέχθηκαν τα ακόλουθα από το Ανώτατο Δικαστήριο υπό την μονομελή του σύνθεση: «Επιστρέφοντας στα γεγονότα της δικής μας περίπτωσης παρατηρώ τα εξής: (α) Σύμφωνα με νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων Ahapittas v. Roc Chik Ltd
(1968)1 C.L.R. 1, in Re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 28, in Re An advocate
(1987)1 C.L.R. 319 και Thanos Hotels Ltd. v. Δημήτρης Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036) οι δικηγόροι δεν πρέπει να ορκίζονται αναφορικά με τα γεγονότα της υπόθεσης του πελάτη τους, εκτός όπου τούτο είναι απόλυτα αναγκαίο. Εδώ, όπως ήδη ανάφερα, δεν εξηγείται γιατί να μην ορκίζεται ο ίδιος ο αιτητής. Παρόλο που ο κ. Παύλος Ερωτοκρίτου δεν χειρίζεται την υπόθεση, ουσιαστικά η ένορκη δήλωση προέρχεται από τους δικηγόρους του αιτητή. Είμαι της άποψης ότι αυτός είναι αρκετός λόγος για απόρριψη της αίτησης ...». Τέλος, στην Αίτηση 90/10 ημερομηνίας 25.8.10 o αιτητής ζήτησε από το Ανώτατο Δικαστήριο άδεια για καταχώρηση αίτησης για έκδοση εντάλματος certiorari και prohibition. Η αίτηση συνοδεύετο από ένορκο δήλωση δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του αιτητή. Η αίτηση απορρίφθηκε, μεταξύ άλλων, επειδή δεν δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση γιατί δεν ορκίσθηκε ο ίδιος ο αιτητής. Λέχθηκαν τα ακόλουθα από το Ανώτατο Δικαστήριο υπό την μονομελή του σύνθεση: «Μελέτησα την αίτηση και τα όσα ανάφερε κατά την αγόρευση ο ευπαίδευτος συνήγορος του αιτητή και για τους λόγους που εξηγώ στη συνέχεια έχω καταλήξει όπως η διακριτική μου ευχέρεια ασκηθεί ενάντια του αιτήματος: (α) ..................................................................................................................... (β) Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δε γίνεται από τον ίδιο τον αιτητή αλλά ουσιαστικά από το δικηγόρο του χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε εξήγηση γιατί να μην ορκιστεί ο ίδιος ο αιτητής. Υπάρχει αρκετή νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων Ahapittas v. Rock-Chick Ltd
(1968)1 C.L.R. 1, Lazarou (No. 1) v. Police
(1969)2 C.L.R. 53, In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 329, In re an Advocate
(1987)1 C.L.R. 319 και Thanos Hotels Ltd. v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036), ότι είναι ανεπιθύμητο να ορκίζονται οι δικηγόροι των διαδίκων για την υπόθεση των πελατών τους, εκτός αν τούτο είναι αναγκαίο. Στην τελευταία πιο πάνω υπόθεση, στη σελ. 1041, αναφέρθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Τελειώνοντας θα θέλαμε να σχολιάσουμε το γεγονός ότι η Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση έγινε από το συνήγορο των Αιτητών. Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει επανειλημμένα σχολιάσει το ανεπιθύμητο της πρακτικής αυτής και θα αναμέναμε ότι το φαινόμενο αυτό θα έπρεπε να είχε ήδη εκλείψει.» Όπως ήδη ανάφερα δεν υπάρχει εξήγηση γιατί να μην ορκιστεί ο ίδιος ο αιτητής ...». Η ένορκος δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση προέρχεται ουσιαστικά από τους δικηγόρους της Καθ' ης η αίτηση αφού ο Ανδρέου που την ορκίσθηκε είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της. Δεν διαφαίνεται να συντρέχουν οποιεσδήποτε εγγενείς δυσχέρειες, όπως, για παράδειγμα, η απουσία στο εξωτερικό, οι οποίες δεν επέτρεπαν στον Κίμωνος ή οποιοδήποτε άλλο εκπρόσωπο της Καθ' ης η αίτηση να υπογράψει την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση. Υπό το φως των πιο πάνω επισημάνσεων και της προαναφερθείσας Νομολογίας απαιτείτο εξήγηση για το ότι την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση δεν την υπέγραψε ο Κίμωνος ή άλλος εκπρόσωπος της Καθ' ης η αίτηση, αλλά δικηγόρος που εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της. Στην ένορκό του, όμως, δήλωση ο Ανδρέου δεν έδωσε οποιαδήποτε εξήγηση ή δικαιολογία γι' αυτό. Ο Ανδρέου όφειλε να δικαιολογήσει όχι γιατί προέβη εκείνος στην ένορκο δήλωση αλλά γιατί δεν προέβη σε ένορκο δήλωση ο Κίμωνος ή άλλος εκπρόσωπος της Καθ' ης η αίτηση. Η θέση του δε ότι θα έπρεπε εκείνος να υπογράψει την ένορκο δήλωση γιατί τα σημεία με τα οποία καταπιάνεται η ένορκός του δήλωση είναι νομικά είναι εσφαλμένη. Το ότι στην ένορκό του δήλωση ο Ανδρέου καταπιάνεται με νομικό ζήτημα δεν σημαίνει ότι η ένορκος δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση θα έπρεπε να καταρτισθεί από δικηγόρο. Θα μπορούσε δε να ορκισθεί ο Κίμωνος κατόπιν νομικής συμβουλής των δικηγόρων της Καθ' ης η αίτηση. Αφού και στην προκειμένη περίπτωση ο Ανδρέου ορκίσθηκε την ένορκό του δήλωση κατόπιν νομικής συμβουλής που έλαβε ως ο ίδιος διατείνεται. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι η ένορκος δήλωση του Ανδρέου που συνοδεύει την ένσταση πάσχει και ότι αυτή σύμφωνα με την Νομολογία που πιο πάνω παρατέθηκε δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη και θα πρέπει να αγνοηθεί. Ακολουθεί ότι η ένσταση είναι έκθετη σε απόρριψη. Παρά το ότι η ένσταση δεν θα ληφθεί υπόψη θα προχωρήσω να εξετάσω την υπό κρίση αίτηση επί της ουσίας. Η Δ.48, θ.4
(2)των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39». Παρέχεται, επομένως, με τον πιο πάνω θεσμό η δυνατότητα καταχώρησης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Για να τύχει, όμως, κάποιος διάδικος του ευεργετήματος τούτου θα πρέπει να δείξει «καλό λόγο». Το αν θα επιτραπεί ή όχι σε ένα διάδικο να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκο δήλωση επαφίεται σαφώς στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου (Βλ. Ματθαίου κ.α.
(2008)1 ΑΑΔ 510). Στην υπόθεση Μαρίας Κόκκινου ν. Κυριάκου Κόκκινου, Έφεση 29/14, ημερομηνίας 3.11.16 ο εφεσείων αποτάθηκε μονομερώς στο Οικογενειακό Δικαστήριο και πέτυχε την έκδοση προσωρινών παρεμπιπτόντων διαταγμάτων εναντίον της εφεσείουσας. Η εφεσείουσα καταχώρησε ένσταση κατά της συνέχισης της ισχύος των διαταγμάτων υποστηριζόμενη από ένορκη δήλωση. Ακολούθως και κατόπιν σχετικής άδειας του Οικογενειακού Δικαστηρίου οι διάδικοι καταχώρησαν συμπληρωματική ένορκη δήλωση με συνημμένα τεκμήρια και η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Μετά την συμπλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας το Οικογενειακό Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του οριστικοποίησε το ένα εκ των δύο εκδοθέντων διαταγμάτων αφού η εφεσείουσα μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας της αίτησης είχε δεχθεί την οριστικοποίηση του άλλου. Η έφεση στόχευε στην ανατροπή της ενδιάμεσης απόφασης ως προς την οριστικοποίηση του μέρους του διατάγματος που αφορούσε στους τραπεζικούς λογαριασμούς της εφεσείουσας. Λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Με τους επτά εγειρόμενους λόγους έφεσης προσβάλλεται, ουσιαστικά, η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου για συνδρομή των προϋποθέσεων που τίθενται στο άρθρο 32 του Ν.14/60, το συμπέρασμα του ότι δεν υπήρχε παράλειψη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων από τον εφεσίβλητο και η απόφαση του να επιτρέψει στον εφεσίβλητο να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Το τελευταίο από τα παραπάνω παράπονα της εφεσείουσας αποτελεί το αντικείμενο του πρώτου λόγου έφεσης. Υποστηρίζει συναφώς πως ο εφεσίβλητος δεν απέδειξε καλό λόγο ώστε να του επιτραπεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ενώ επιτρέποντας την καταχώρηση της, αλλοιώθηκε η αρχική εικόνα που το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε ενώπιον του όταν εξέδιδε το προσωρινό διάταγμα. Σκοπός της καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από τον εφεσίβλητο ήταν για να απαντήσει σε ισχυρισμούς της εφεσείουσας οι οποίοι περιέχονται σε συγκεκριμένες παραγράφους της ένορκης δήλωσης και συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της που υποστήριζαν την ένσταση της στην αίτηση του για προσωρινό διάταγμα. Εγκρίνοντας το αίτημα του εφεσίβλητου, μετά από ακροαματική διαδικασία, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι είχαν καταδειχθεί «καλοί λόγοι», όπως απαιτείται από τη Δ.48,Θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ώστε να επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, με το σκεπτικό, «Αν δεν απαντηθούν οι ισχυρισμοί αυτοί, το Δικαστήριο δεν θα έχει μια ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα επί των εκατέρωθεν ισχυρισμών και θα μπορεί να εκληφθεί ότι ο αιτητής αποδέχεται τους ισχυρισμούς της καθ' ης η αίτηση». Θεώρησε ακόμη το πρωτόδικο Δικαστήριο πως αποτελούσε συνταγματικό δικαίωμα του εφεσίβλητου να υπερασπίσει τον εαυτό του σύμφωνα με το άρθρο 30 του Συντάγματος, ώστε να τεθεί η θέση του σε ισχυρισμούς της εφεσείουσας «που περιλαμβάνονται σε είκοσι έξι παραγράφους στην αρχική ένορκη δήλωσή της και άλλες έξι παραγράφους στη συμπληρωματική ένορκη δήλωσή της, σε δεκατρία τεκμήρια που επισυνάπτονται στην αρχική ένορκη δήλωση και σε τέσσερα τεκμήρια που επισυνάπτονται στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση.» Το ζήτημα της παραχώρησης ή μη άδειας για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ανάγεται, ασφαλώς, στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάσαντος Δικαστηρίου η οποία ασκείται σε συνάρτηση με τη φύση της ενδιάμεσης διαδικασίας και τα θέματα που αναδύονται ενώπιον του ως επίδικα. Η δυνατότητα άσκησης της εξουσίας αυτής υπέρ του αιτήματος, όπου ο επιδιωκόμενος σκοπός της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς, απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο πρόσφατα στην υπόθεση Χαράλαμπου Ανδρέα Κουππά ν. Πουλλας Τσαδιώτης Λιμιτεδ κ.ά, Π.Ε. 312/2010, ημερομηνίας 17.7.2014 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Σ΄ ότι δε αφορά τη δυνατότατα που παρέχεται από τη Δ.48 θ.4
(2)για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η δυνατότητα αυτή παρέχεται υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου» και δεν βλέπουμε πώς η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς θα μπορούσε να τεκμηριώσει «καλό λόγο».» Δεν υπάρχει, βέβαια, άκαμπτος κανόνας. Σε διαδικασίες, όμως, για προσωρινά διατάγματα, σπάνια είναι που θα προκύψει ανάγκη η οποία να εκφράζεται σε καλό λόγο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του αιτήματος. Και αυτό γιατί στις διαδικασίες αυτές το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται ουσιαστικά σε εξέταση της συνδρομής των νομοθετικών προϋποθέσεων για την έκδοση του διατάγματος, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και σε εξέταση των αμφισβητούμενων γεγονότων. Στην προκειμένη περίπτωση, το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά υπογράμμισε ότι η αίτηση του εφεσίβλητου για προσωρινό διάταγμα θα κρινόταν επί των γεγονότων που αναφέρονται στην αρχική ένορκη δήλωση του, εγκρίνοντας όμως το αίτημα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης λησμόνησε αυτά που υπογράμμισε και, ουσιαστικά, κατέστησε την απάντηση των ισχυρισμών της εφεσείουσας αυτοσκοπό. Παρόλο δε που ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσίβλητου, στα πλαίσια της συζήτησης της επίδικης αίτησης πρωτόδικα, αναφέρθηκε - όπως μνημονεύεται στην πρωτόδικη απόφαση - «στους ισχυρισμούς και στις ενότητες των ισχυρισμών από τις ένορκες δηλώσεις της καθ' ης η αίτηση, οι οποίοι, κατά την άποψη του, χρήζουν απάντησης», το Δικαστήριο δεν συνάρτησε την κρίση του με ό,τι θα μπορούσε να ήταν αναγκαίο για σκοπούς επίλυσης των επίδικων θεμάτων. «Καλός λόγος» προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιας ανάγκης με απώτερο σκοπό την επίλυση των επίδικων ζητημάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Εν προκειμένω, δεν είχε καταδειχθεί τέτοια ανάγκη. Η διαπίστωση αυτή οδηγεί, αναπόφευκτα, σε επιτυχία του πρώτου λόγου έφεσης και τον παραμερισμό της ενδιάμεσης απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου ημερομηνίας 30.9.2014 με την οποία παραχωρήθηκε άδεια στον εφεσίβλητο για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης .». Από την πιο πάνω υπόθεση προκύπτει ότι ακόμα και στην περίπτωση προσωρινών διαταγμάτων είναι δυνατή η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης νοουμένου ότι καταδειχθεί καλός λόγος προς τούτο. Θα πρέπει, επίσης, να λεχθεί ότι στην υπό εξέταση περίπτωση με το νέο γεγονός δεν μεταβάλλεται ή αλλοιώνεται η εικόνα που η Αιτήτρια μετέδωσε με την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την μονομερή αίτηση ημερομηνίας 7.5.20, γεγονός που διαφοροποιεί την υπό κρίση αίτηση από την αίτηση ημερομηνίας 11.12.20 με την οποία η Αιτήτρια εξαιτείτο και πάλι αδείας του Δικαστηρίου για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Μια αναδρομή στο ιστορικό της υπόθεσης από τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την μονομερή αίτηση ημερομηνίας 7.5.20 και την ένσταση σε αυτή θα ήταν διαφωτιστική. Στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την μονομερή αίτηση ημερομηνίας 7.5.20 αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Στις 2.5.12 υπογράφηκε μεταξύ της Αιτήτριας και της Καθ' ης η αίτηση αγοραπωλητήριο έγγραφο με το οποίο η Καθ' ης η αίτηση πωλούσε στην Αιτήτρια το ½ μερίδιο σε συγκεκριμένο ακίνητο στην Λεμεσό για το ποσό των Ευρώ 1Χ0.0Χ0,0Χ σεντ το οποίο καταβλήθηκε εξ' ολοκλήρου από την Αιτήτρια. Κατά το έτος 2016 η Αιτήτρια προχώρησε σε καταχώρηση αίτησης απεγκλωβισμού του ακινήτου στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού, από τώρα και στο εξής «η αίτηση απεγκλωβισμού». Μετά την τακτοποίηση όλων των υποχρεώσεων και οφειλών της Αιτήτριας σε σχέση με το ακίνητο το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού απέστειλε στην Καθ' ης η αίτηση επιστολή με την οποία η Καθ' ης η αίτηση ενημερώνονταν ότι το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού θα προχωρούσε σε μεταβίβαση του ακινήτου. Ένσταση στην σκοπούμενη μεταβίβαση από μέρους της Καθ' ης η αίτηση δεν φαίνεται να καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού. Στις 6.3.20 η Αιτήτρια παρέλαβε επιστολή από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού ημερομηνίας 17.2.20 με την οποία ενημερώνονταν ότι ο ενυπόθηκος δανειστής του ακινήτου προχώρησε σε πλειστηριασμό σύμφωνα με τις πρόνοιες του Μέρους VIA του Νόμου 9/1965, όπως τροποποιήθηκε. Ότι το ακίνητο είχε κατακυρωθεί στον τελευταίο προσφοροδότη και ότι ο Διευθυντής θα προχωρούσε σε μεταβίβαση του ακινήτου ελεύθερο από εμπράγματα βάρη στον νέο αγοραστή εκτός αν η Αιτήτρια προσκόμιζε εντός συγκεκριμένου χρόνου δικαστικό διάταγμα που να προνοούσε διαφορετικά. Στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση στην μονομερή αίτηση ημερομηνίας 7.5.20 αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Η Καθ' ης η αίτηση καταχώρησε ένσταση στην αίτηση απεγκλωβισμού η οποία απερρίφθη από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού. Ένσταση καταχώρησαν, επίσης, και ο ενυπόθηκος δανειστής, ήτοι η Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, η οποία επίσης απερρίφθη από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού. Στην συνέχεια η Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ καταχώρησε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού την Αίτηση Έφεση με αριθμό 6Χ/1Χ. Καθ' ων η αίτηση στην πιο πάνω αίτηση έφεση ήταν η Αιτήτρια και η Καθ' ης η αίτηση. Κατόπιν ακρόασης στις 19.9.18 εκδόθηκε απόφαση η οποία ακύρωνε την απόφαση του Διευθυντή του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού για μεταβίβαση του ακινήτου. Η εν λόγω απόφαση εξακολουθεί να ισχύει μέχρι σήμερα. Η καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης επιδιώκεται για να αντικρούσουν οι Αιτητές τον ισχυρισμό του Ανδρέου ότι η απόφαση ημερομηνίας 19.9.18 εξακολουθεί να ισχύει μέχρι σήμερα παρουσιάζοντας μέσω της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης άλλο διάταγμα, μεταγενέστερο, ημερομηνίας 6.4.21, το οποίο, επίσης, εκδόθηκε στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης με αριθμό 6Χ/1Χ το οποίο παραμέρισε «το Διάταγμα και/ή την απόφαση την εκδοθείσα την 19/09/2018». Στην παράγραφο 9 της ένορκης δήλωσης του Κίμωνος που υποστηρίζει την ένσταση στην μονομερή αίτηση ημερομηνίας 7.5.20 αναφέρεται ότι η τυχόν μεταβίβαση του ακινήτου θα προκαλέσει ανυπέρβλητα προβλήματα αφού θα έρθει σε αντίθεση με «προηγούμενη απόφαση στην αίτηση-έφεση 6Χ/20ΧΧ με την οποία η απόφαση για μεταβίβαση έχει ήδη ακυρωθεί», προφανώς, εννοείται η απόφαση ημερομηνίας 19.9.18 με την οποία ακυρώθηκε η απόφαση του Διευθυντή για μεταβίβαση. Στην γραπτή αγόρευση των δικηγόρων της Αιτήτριας αναφέρεται με σαφήνεια ότι ο λόγος που επιδιώκεται η καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι για να αντικρουσθεί ο πιο πάνω ισχυρισμός του Κίμωνος και να αναδειχθεί ότι αυτός δεν είναι ακριβής. Στην υπόθεση Μαρίας Κόκκινου ν. Κυριάκου Κόκκινου, Έφεση 29/14, ημερομηνίας 3.11.16 υπογραμμίσθηκε ότι καλός λόγος προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιας ανάγκης με απώτερο σκοπό την επίλυση των επίδικων ζητημάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Υπό το φως των πιο πάνω τέτοια ανάγκη στην προκειμένη περίπτωση έχει καταδειχθεί αφού ο ισχυρισμός που η Αιτήτρια επιδιώκει να προσθέσει με την συμπληρωματική ένορκο δήλωση διαψεύδει τον ισχυρισμό του Κίμωνος σύμφωνα με τον οποίο το προσωρινό διάταγμα έρχεται σε σύγκρουση με την απόφαση ημερομηνίας 19.9.18, θέση η οποία κλονίζει την αναγκαιότητα για την έκδοση και οριστικοποίησή του. Εν κατακλείδι θεωρώ ότι είναι ορθό και δίκαιο και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να εγκριθεί το αίτημα. Συνακόλουθα εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος Α της υπό κρίση αίτησης. Ο χρόνος εντός του οποίου η Αιτήτρια θα καταχωρήσει την συμπληρωματική ένορκο δήλωση καθορίζεται σε 15 μέρες από σήμερα. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας/Αιτήτριας και εναντίον της Εναγόμενης 1/Καθ' ης η αίτηση όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ............. Π. Μιχαηλίδης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.