← Κύπρος

Tokas & Filippou Contractors Limited κ.α. ν. Φιλίππου κ.α., Αρ. Αγωγής: 383/21, 21/7/2021

Tokas & Filippou Contractors Limited κ.α. ν. Φιλίππου κ.α., Αρ. Αγωγής: 383/21, 21/7/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A205 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 383/21 Μεταξύ: Tokas & Filippou Contractors Limited, από την Λεμεσό Ενάγοντες και 1.ΧΧΧΧ (άλλως) ΧΧΧΧ Φιλίππου, από την Λεμεσό 2.Solbrico Constructions Ltd, από την Λεμεσό 3. ΧΧΧΧ Πατσαλίδης, από την Λεμεσό Εναγόμενοι Ημερομηνία: 21.7.21 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες/Αιτητές: κκ Chrysses Demetriades & Co LLC Για τους Εναγόμενους 1-3/Καθ' ων η αίτηση: κκ Χρ. Πουργουρίδης & Σία ΔΕΠΕ ---------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε αίτηση η οποία υποβλήθηκε από την πλευρά των Εναγόντων/Αιτητών, από τώρα και στο εξής «οι Αιτητές», στις 7.4.21 με την οποία ζητείται η έκδοση διατάγματος το οποίο να επιτρέπει στους Αιτητές να καταχωρήσουν «απαντητική και/ή συμπληρωματική» ένορκη δήλωση του ΧΧΧΧ Τόκα ο οποίος ορκίσθηκε την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση για έκδοση μονομερούς διατάγματος ημερομηνίας 4.3.21, από τώρα και στο εξής «η αίτηση για προσωρινό διάταγμα». Η υπό κρίση αίτηση υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση και πάλι του ΧΧΧΧ Τόκα, μοναδικού Διοικητικού Συμβούλου των Αιτητών, από τώρα και στο εξής «ο Τόκας». Ο Τόκας γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της παρούσης υπόθεσης λόγω της προσωπικής του ανάμειξης σε αυτήν και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τους Αιτητές να προβεί στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Η υπό κρίση αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση της Εναγόμενων 1-3/Καθ' ων η αίτηση, από τώρα και στο εξής «οι Καθ' ων η αίτηση». Οι λόγοι ένστασης παρατίθενται στο σώμα της Ειδοποίησης σύμφωνα με την Δ.48, θ.4

(1)των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του Εναγόμενου 3, ενός από τους διευθυντές της Εναγόμενης 2, από τώρα και στο εξής «ο Πατσαλίδης», ο οποίος είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τους Καθ' ων η αίτηση να προβεί στην εν λόγω ένορκο δήλωση εκ μέρους τους. Στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Ο λόγος που επιδιώκεται η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι γιατί πολλοί ισχυρισμοί στην ένορκο δήλωση του Εναγόμενου 3 που υποστηρίζει την ένσταση στην αίτηση για προσωρινό διάταγμα χρήζουν απάντησης καθότι είναι πρωτοφανείς και πρωτόγνωροι, τίθενται για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου και παραπλανούν το Δικαστήριο ως προς τα γεγονότα και την ουσία της υπόθεσης. Το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει ενώπιόν του όλα τα γεγονότα και τις θέσεις και των δύο πλευρών. Στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 η «προτιθέμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση», από τώρα και στο εξής «η συμπληρωματική ένορκη δήλωση», στην οποία παρατίθενται όσα ο Τόκας επιθυμεί να αναφέρει και από τα οποία διαφαίνεται, ως είναι η θέση του, η ύπαρξη καλού λόγου για την καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Οι ισχυρισμοί του Εναγόμενου 3 μόνο μέσω συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης μπορούν να απαντηθούν και αντικρουσθούν. Αν δεν δοθεί η άδεια του Δικαστηρίου για καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης το «Δικαστήριο δε θα έχει ενώπιόν του την πλήρη εικόνα κατά την εξέταση της Αίτησης ημερομηνίας 4/3/2021 για απαγορευτικά διατάγματα». Στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την Ειδοποίηση ένστασης αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Ο Πατσαλίδης διαφωνεί με τους ισχυρισμούς του Τόκα οι οποίοι εκτίθενται στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Συγκεκριμένα διαφωνεί με το ότι τα ζητήματα που εγείρονται στην ένορκό του δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση στην αίτηση για προσωρινό διάταγμα «χρήζουν απάντησης» ή ότι οι ισχυρισμοί του σε αυτήν είναι «πρωτοφανείς και πρωτόγνωροι» ή ότι παραπλανούν το Δικαστήριο ή ότι «τίθενται για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου». Επίσης δεν είναι ορθό ότι μόνο μέσω συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης μπορούν αυτοί να απαντηθούν και να αντικρουσθούν. Μέσα από την συμπληρωματική ένορκη δήλωση διαφαίνεται έκδηλα η προσπάθεια των Αιτητών να αλλοιώσουν κατά τρόπο ανεπίτρεπτο την εικόνα που οι ίδιοι μετέδωσαν στο Δικαστήριο με την αίτηση για προσωρινό διάταγμα και να αντικρούσουν ισχυρισμούς που ο Πατσαλίδης εύλογα είχε προβάλει στην ένορκό του δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση στην αίτηση για προσωρινό διάταγμα. Με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση οι Αιτητές επιχειρούν να εισάγουν ισχυρισμούς και έγγραφα που ανέκαθεν βρίσκονταν στην γνώση τους και είχαν και την δυνατότητα αλλά και την υποχρέωση να παρουσιάσουν στο Δικαστήριο κατά την εξέταση της αίτησης για προσωρινό διάταγμα. Περαιτέρω με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση οι Αιτητές επαναλαμβάνουν ισχυρισμούς τους οποίους αναφέρουν στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση στην αίτηση για προσωρινό διάταγμα. Ακολουθεί ότι δεν είναι αναγκαίο να τους επιτραπεί να τους επαναλάβουν. Με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση εγείρονται ζητήματα τα οποία είναι άσχετα, μη ουσιώδη και μη αναγκαία για την διαμόρφωση της τελικής κρίσης του Δικαστηρίου αναφορικά με το κατά πόσο θα προβεί στην οριστικοποίηση ή ακύρωση του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος. Τέλος η συμπληρωματική ένορκος δήλωση βρίθει από αχρείαστη επιχειρηματολογία η οποία δεν έχει θέση σε ένορκο δήλωση. Υπό το φως των πιο πάνω οι Αιτητές δεν κατέδειξαν ότι συντρέχει καλός λόγος για να τους επιτραπεί να καταχωρήσουν την συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Η ακρόαση διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την υπό κρίση αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις θέσεις του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί. Η Δ.48, θ.4
(2)των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39». Παρέχεται, επομένως, με τον πιο πάνω θεσμό η δυνατότητα καταχώρησης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Για να τύχει, όμως, κάποιος διάδικος του ευεργετήματος τούτου θα πρέπει να δείξει «καλό λόγο». Το αν θα επιτραπεί ή όχι σε ένα διάδικο να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκο δήλωση επαφίεται σαφώς στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου (Βλ. Ματθαίου κ.α.
(2008)1 ΑΑΔ 510). Στην υπόθεση Κούππα ν. Πουλλάς Τσαδιώτης Λτδ, ΠΕ 312/10 και 351/11, ημερομηνίας 17.7.14 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Θεωρούμε την πιο πάνω προσέγγιση του ευπαίδευτου Δικαστή λανθασμένη. Αφενός γιατί σε διαδικασίες της εξεταζόμενης φύσης δεν έχει θέση ο χαρακτηρισμός οποιουδήποτε των διαδίκων ως αναξιόπιστου και, αφετέρου, η αναφορά που γίνεται για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ή για αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα της εφεσίβλητης 1 για τεκμηρίωση του κατεπείγοντος είναι τουλάχιστο ατυχής. Το κατεπείγον, πρέπει να τεκμηριώνεται εξ υπαρχής και η εικόνα που μεταδίδεται από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει τη μονομερή αίτηση δεν επιτρέπεται να μεταβληθεί ή αλλοιωθεί μεταγενέστερα (Stavros Georghiou & Son (Scrap Metals) Ltd v. Του πλοίου LIRA
(2001)1 Α.Α.Δ. 1220) είτε με αντεξέταση είτε με συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Εξάλλου στις υπό συζήτηση διαδικασίες, άδεια για αντεξέταση σπάνια δίδεται (βλ. Αναφορικά με την αίτηση του Rana Wahed Ali (Αρ. 1)
(2004)1 Α.Α.Δ. 1660 και σύγγραμμα Injunctions του David Bean, 8η έκδοση, σελ. 70-71) εφόσον στις διαδικασίες αυτές το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης ούτε προβαίνει σε εξέταση των αμφισβητουμένων γεγονότων. Σ΄ ότι δε αφορά τη δυνατότητα που παρέχεται από τη Δ.48 θ.4
(2)για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η δυνατότητα αυτή παρέχεται υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου» και δεν βλέπουμε πως η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς θα μπορούσε να τεκμηριώσει «καλό λόγο». Τέλος στην υπόθεση Μαρίας Κόκκινου ν. Κυριάκου Κόκκινου, Έφεση 29/14, ημερομηνίας 3.11.16 ο εφεσείων αποτάθηκε μονομερώς στο Οικογενειακό Δικαστήριο και πέτυχε την έκδοση προσωρινών παρεμπιπτόντων διαταγμάτων εναντίον της εφεσείουσας. Η εφεσείουσα καταχώρησε ένσταση κατά της συνέχισης της ισχύος των διαταγμάτων υποστηριζόμενη από ένορκη δήλωση. Ακολούθως και κατόπιν σχετικής άδειας του Οικογενειακού Δικαστηρίου οι διάδικοι καταχώρησαν συμπληρωματική ένορκη δήλωση με συνημμένα τεκμήρια και η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Μετά την συμπλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας το Οικογενειακό Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του οριστικοποίησε το ένα εκ των δύο εκδοθέντων διαταγμάτων αφού η εφεσείουσα μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας της αίτησης είχε δεχθεί την οριστικοποίηση του άλλου. Η έφεση στόχευε στην ανατροπή της ενδιάμεσης απόφασης ως προς την οριστικοποίηση του μέρους του διατάγματος που αφορούσε στους τραπεζικούς λογαριασμούς της εφεσείουσας. Λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Με τους επτά εγειρόμενους λόγους έφεσης προσβάλλεται, ουσιαστικά, η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου για συνδρομή των προϋποθέσεων που τίθενται στο άρθρο 32 του Ν.14/60, το συμπέρασμα του ότι δεν υπήρχε παράλειψη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων από τον εφεσίβλητο και η απόφαση του να επιτρέψει στον εφεσίβλητο να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Το τελευταίο από τα παραπάνω παράπονα της εφεσείουσας αποτελεί το αντικείμενο του πρώτου λόγου έφεσης. Υποστηρίζει συναφώς πως ο εφεσίβλητος δεν απέδειξε καλό λόγο ώστε να του επιτραπεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ενώ επιτρέποντας την καταχώρηση της, αλλοιώθηκε η αρχική εικόνα που το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε ενώπιον του όταν εξέδιδε το προσωρινό διάταγμα. Σκοπός της καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από τον εφεσίβλητο ήταν για να απαντήσει σε ισχυρισμούς της εφεσείουσας οι οποίοι περιέχονται σε συγκεκριμένες παραγράφους της ένορκης δήλωσης και συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της που υποστήριζαν την ένσταση της στην αίτηση του για προσωρινό διάταγμα. Εγκρίνοντας το αίτημα του εφεσίβλητου, μετά από ακροαματική διαδικασία, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι είχαν καταδειχθεί «καλοί λόγοι», όπως απαιτείται από τη Δ.48,Θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ώστε να επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, με το σκεπτικό, «Αν δεν απαντηθούν οι ισχυρισμοί αυτοί, το Δικαστήριο δεν θα έχει μια ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα επί των εκατέρωθεν ισχυρισμών και θα μπορεί να εκληφθεί ότι ο αιτητής αποδέχεται τους ισχυρισμούς της καθ' ης η αίτηση». Θεώρησε ακόμη το πρωτόδικο Δικαστήριο πως αποτελούσε συνταγματικό δικαίωμα του εφεσίβλητου να υπερασπίσει τον εαυτό του σύμφωνα με το άρθρο 30 του Συντάγματος, ώστε να τεθεί η θέση του σε ισχυρισμούς της εφεσείουσας «που περιλαμβάνονται σε είκοσι έξι παραγράφους στην αρχική ένορκη δήλωσή της και άλλες έξι παραγράφους στη συμπληρωματική ένορκη δήλωσή της, σε δεκατρία τεκμήρια που επισυνάπτονται στην αρχική ένορκη δήλωση και σε τέσσερα τεκμήρια που επισυνάπτονται στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση.» Το ζήτημα της παραχώρησης ή μη άδειας για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ανάγεται, ασφαλώς, στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάσαντος Δικαστηρίου η οποία ασκείται σε συνάρτηση με τη φύση της ενδιάμεσης διαδικασίας και τα θέματα που αναδύονται ενώπιον του ως επίδικα. Η δυνατότητα άσκησης της εξουσίας αυτής υπέρ του αιτήματος, όπου ο επιδιωκόμενος σκοπός της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς, απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο πρόσφατα στην υπόθεση Χαράλαμπου Ανδρέα Κουππά ν. Πουλλας Τσαδιώτης Λιμιτεδ κ.ά, Π.Ε. 312/2010, ημερομηνίας 17.7.2014 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Σ΄ ότι δε αφορά τη δυνατότατα που παρέχεται από τη Δ.48 θ.4
(2)για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η δυνατότητα αυτή παρέχεται υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου» και δεν βλέπουμε πώς η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς θα μπορούσε να τεκμηριώσει «καλό λόγο».» Δεν υπάρχει, βέβαια, άκαμπτος κανόνας. Σε διαδικασίες, όμως, για προσωρινά διατάγματα, σπάνια είναι που θα προκύψει ανάγκη η οποία να εκφράζεται σε καλό λόγο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του αιτήματος. Και αυτό γιατί στις διαδικασίες αυτές το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται ουσιαστικά σε εξέταση της συνδρομής των νομοθετικών προϋποθέσεων για την έκδοση του διατάγματος, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και σε εξέταση των αμφισβητούμενων γεγονότων. Στην προκειμένη περίπτωση, το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά υπογράμμισε ότι η αίτηση του εφεσίβλητου για προσωρινό διάταγμα θα κρινόταν επί των γεγονότων που αναφέρονται στην αρχική ένορκη δήλωση του, εγκρίνοντας όμως το αίτημα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης λησμόνησε αυτά που υπογράμμισε και, ουσιαστικά, κατέστησε την απάντηση των ισχυρισμών της εφεσείουσας αυτοσκοπό. Παρόλο δε που ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσίβλητου, στα πλαίσια της συζήτησης της επίδικης αίτησης πρωτόδικα, αναφέρθηκε - όπως μνημονεύεται στην πρωτόδικη απόφαση - «στους ισχυρισμούς και στις ενότητες των ισχυρισμών από τις ένορκες δηλώσεις της καθ' ης η αίτηση, οι οποίοι, κατά την άποψη του, χρήζουν απάντησης», το Δικαστήριο δεν συνάρτησε την κρίση του με ό,τι θα μπορούσε να ήταν αναγκαίο για σκοπούς επίλυσης των επίδικων θεμάτων. «Καλός λόγος» προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιας ανάγκης με απώτερο σκοπό την επίλυση των επίδικων ζητημάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Εν προκειμένω, δεν είχε καταδειχθεί τέτοια ανάγκη. Η διαπίστωση αυτή οδηγεί, αναπόφευκτα, σε επιτυχία του πρώτου λόγου έφεσης και τον παραμερισμό της ενδιάμεσης απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου ημερομηνίας 30.9.2014 με την οποία παραχωρήθηκε άδεια στον εφεσίβλητο για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης .». Η καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης επιδιώκεται για να μπορέσουν οι Αιτητές να απαντήσουν σε ισχυρισμούς των Καθ' ων η αίτηση οι οποίοι περιέχονται στην ένορκο δήλωση του Εναγόμενου 3 που υποστηρίζει την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση στην αίτηση για προσωρινό διάταγμα καθότι αυτοί οι ισχυρισμοί είναι «πρωτόγνωροι», «πρωτοφανείς», «πρώτη φορά τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου» και παραπλανούν το Δικαστήριο. Η θέση ότι πρώτη φορά τίθενται οι ισχυρισμοί του Εναγόμενου 3 ενώπιον του Δικαστηρίου φρονώ πως δεν προωθεί το αίτημα και δεν αποτελεί καλό λόγο για να επιτραπεί η καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Άλλωστε, οι ισχυρισμοί του Εναγόμενου 3 δεν θα μπορούσαν να είχαν τεθεί ενωρίτερα. Τέθηκαν πρώτη φορά με την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση. Όσον αφορά την επιθυμία των Αιτητών να απαντήσουν στους ισχυρισμούς του Εναγόμενου 3 και να τους αντικρούσουν καθότι αυτοί δεν ήταν γνωστοί στους Αιτητές για να αναφερθεί σε αυτούς ο Τόκας στην ένορκό του δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση για προσωρινό διάταγμα - αυτό φρονώ πως μεταδίδουν οι λέξεις «πρωτόγνωροι» και «πρωτοφανείς» - και είναι παραπλανητικοί υποδεικνύονται τα ακόλουθα. Υπό το φως όλων των πιο πάνω και δη της επισήμανσης του Ανώτατου Δικαστηρίου στην υπόθεση Κούππα ν. Πουλλάς Τσαδιώτης Λτδ, ΠΕ 312/10 και 351/11, ημερομηνίας 17.7.14, που πιο πάνω μνημονεύεται, ότι είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς πώς η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς θα μπορούσε να τεκμηριώσει καλό λόγο για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης το Δικαστήριο θα ανέμενε από τους Αιτητές να δώσουν μια ιδιαίτερα καλή εξήγηση για τον λόγο που επιθυμούν να αντικρούσουν τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου 3. Η θέση ότι η συμπληρωματική ένορκη δήλωση θα συμβάλει στο να έχει το Δικαστήριο μια ολοκληρωμένη εικόνα των γεγονότων δεν συνιστά από μόνη της καλό λόγο. Σημειώνεται ότι αυτός ήταν και ο λόγος για τον οποίο το πρωτόδικο Δικαστήριο επέτρεψε την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στην υπόθεση Μαρίας Κόκκινου ν. Κυριάκου Κόκκινου, Έφεση 29/14, ημερομηνίας 3.11.16, που πιο πάνω μνημονεύεται, πλην όμως το Ανώτατο Δικαστήριο εν τέλει αποδοκίμασε την πρωτόδικη κρίση. Καλός θα ήταν ένας λόγος που θα έπειθε το Δικαστήριο ότι παρά το ότι η διαδικασία του προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για την επίλυση αμφισβητούμενων ζητημάτων, εντούτοις, είναι προς το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης να δοθεί η άδεια για καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Εύλογα διερωτάται κανείς προς τι η απάντηση των Αιτητών στους ισχυρισμούς του Εναγόμενου 3 αφού το Δικαστήριο δεν θα υπεισέλθει στην ουσία των ισχυρισμών που προβάλλονται εκατέρωθεν των πλευρών και δεν θα επιλύσει τα αμφισβητούμενα γεγονότα. Απάντηση στο πιο πάνω εύλογο ερώτημα δεν δίδεται με την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση αναφέρεται, επίσης, ότι από την ίδια την συμπληρωματική ένορκη δήλωση διαφαίνεται η ύπαρξη καλού λόγου για την καταχώρησή της. Θα πρέπει να πω πως κανένας απολύτως λόγος δεν διαφαίνεται στην συμπληρωματική ένορκο δήλωση για τον λόγο καταχώρησής της. Το ότι στην συμπληρωματική ένορκο δήλωση απαντούνται κάποιοι ισχυρισμοί του Εναγόμενου 3 και φαίνεται η εκδοχή των Αιτητών δεν σημαίνει ότι αποκαλύπτεται και ο λόγος για τον οποίο οι εν λόγω ισχυρισμοί θα πρέπει να απαντηθούν από την πλευρά των Αιτητών και, κατ' επέκταση, ότι δικαιολογείται η καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Ο Τόκας όφειλε για κάθε ισχυρισμό του Εναγόμενου 3 στον οποίο επιθυμούσε να απαντήσει και τον οποίο επιθυμούσε να αντικρούσει να δώσει και κάποιο καλό λόγο που ήθελε να κάνει τούτο. Και, μάλιστα, ιδιαίτερα καλό λόγο αφού όπως υποδείχθηκε από την Νομολογία που παρατέθηκε ανωτέρω είναι σπάνια που χορηγείται άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε αιτήσεις για προσωρινά διατάγματα. Τηρώντας σιγή επί του προκειμένου ο Τόκας ουσιαστικά καλεί το Δικαστήριο να κάνει από μόνο του υποθέσεις ως προς τον λόγο που ο ίδιος επιθυμεί να απαντήσει σε αυτούς τους ισχυρισμούς. Και να προβεί σε αξιολόγηση επινοούμενων υπό του Δικαστηρίου λόγων στην προσπάθειά του το Δικαστήριο να αποφασίσει αν οι λόγοι αυτοί είναι καλοί ή όχι. Πράγμα απαράδεκτο. Η Διαταγή 48, θεσμός 4
(2)των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας επιβάλλει στον αιτητή το βάρος να καταδείξει καλό λόγο για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Στην προκειμένη περίπτωση οι Αιτητές δεν κατάφεραν να καταδείξουν καλό λόγο για να επιτραπεί η συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Ο λόγος ένστασης που υποδεικνύεται με το γράμμα (α) στην Ειδοποίηση ένστασης ευσταθεί. Η εξέταση των υπόλοιπων λόγων ένστασης παρέλκει. Συνακόλουθα η υπό κρίση αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγόμενων 1-3/Καθ' ων η αίτηση και εναντίον των Εναγόντων/Αιτητών όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας στην πιο πάνω αγωγή. (Υπ.) ............ Π. Μιχαηλίδης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.