← Κύπρος

ΜΕΡΚΗ ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 2310/20, 12/7/2021

ΜΕΡΚΗ ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 2310/20, 12/7/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A202 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Μ. Παπαδοπούλου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2310/20 Μεταξύ: XXX ΜΕΡΚΗ Ενάγουσα - Αιτήτρια και ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ Eναγόμενοι - Καθ' ων η Αίτηση Αίτηση για Προσωρινό Διάταγμα ημερ. 3.11.2020 Ημερ.: 12 Ιουλίου, 2021 Για Ενάγουσα - Αιτήτρια: κ. Γ. Κωνσταντίνου Για τους Εναγόμενους - Καθ'ων η Αίτηση: κ. Μ. Μαστορούδης ΑΠΟΦΑΣΗ Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρίστηκε την 14.10.2020 και με αυτήν η Ενάγουσα αξιοί εναντίον των Εναγομένων διατάγματα με τα οποία να κηρύσσονται άκυρες οι Ειδοποιήσεις Τύπου Ι, ΙΒ και ΙΑ βάσει του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου Ν9/65 που στάληκαν στην Ενάγουσα αναφορικά με την υποθήκη με αρ. ΥXXX του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού. Eπίσης αξιώνει διατάγματα για αναστολή και ακύρωση των διαδικασιών εκποίησης και απόφαση ότι το ποσό που οι Εναγόμενοι αξιώνουν από την Ενάγουσα είναι παράνομο και αυθαίρετο και ότι η Ενάγουσα δεν οφείλει το ποσό αυτό στους Εναγόμενους. Την ίδια μέρα καταχωρίστηκε αίτηση με την οποία ζητείτο η έκδοση διατάγματος που να αναστέλλει τον ορισμένο για 29.10.2020 πλειστηριασμό αλλά και διατάγματος που να απαγορεύσει στους Εναγόμενους να προβούν σε διαδικασία πλειστηριασμού ή εκποίησης ή αποξένωσης των ενυπόθηκων ακινήτων μέχρι την εκδίκαση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Η αίτηση επιδόθηκε και οι Εναγόμενοι δεν παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο κατά την 20.10.2020 που αυτή ήταν ορισμένη, με αποτέλεσμα την έκδοση των πιο πάνω διαταγμάτων. Την 26.10.2020 καταχωρίστηκε Σημείωμα Εμφάνισης από μέρους των Εναγομένων και την 3.11.2020 η υπό εκδίκαση Αίτηση με την οποία οι Εναγόμενοι εξαιτούνται τα εξής: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται (set aside) και/ή ακυρώνεται το εκδοθέν ενδιάμεσο προσωρινό διάταγμα το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια της ως άνω Αγωγής ημερομηνίας 20/10/2020. Β. Οδηγίες και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου που να παρατείνει τον χρόνο για καταχώρηση ένστασης στην Αίτηση ημερομηνίας 14/10/2020 και/ή που να επιτρέπει στην Εναγόμενη να καταχωρήσει ένσταση στην Αίτηση της Ενάγουσας ημερομηνίας 14/10/2020 εντός χρόνου που θα καθορίσει το Δικαστήριο». Η Αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.17 Θ.10, Δ.19, Δ.25, Δ.26 Θ.14, Δ.27 Θ.3, Δ.33 Θ.Θ.1 - 5 και 15, Δ.34, Δ.35, Δ.39, Δ.40 Θ.Θ. 7(β), 11 και 16, Δ.42, Δ.42A, Δ.43, Δ.43A, Δ.48 Θ.Θ.1-4, 6 - 8

(3)και
(4), 9, 11, 12 και 13, Δ.57, Δ.59, Δ.63 και Δ.64, στον περί Δικαστηρίων Νόμο Ν.14/60αρ. 2, 21, 29, 30, 32 και 43, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 αρ. 1 - 9, στο Σύνταγμα Αρ. 30
(2)και
(3), στην ΕΣΔΑ Αρ. 6 και 13, στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης αρ. 47 και 18, στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο Ν9-65, Μέρος VIA, στις αρχές του Δικαίου της Επιείκειας, στην Νομολογία, στις αρχές της Φυσικής Δικαιοσύνης και της αναλογικότητας και επί των Γενικών και Συμφυών Εξουσιών του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση της κας XXX Αγά εκ των υπαλλήλων της Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd η οποία έχει αναλάβει την διαχείριση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων των Εναγομένων, μεταξύ αυτών και το επίδικο δάνειο. Όπως αναφέρει η κα Αγά η Ενάγουσα καταχώρισε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή την 14.10.2020 και ενώ υπήρχε προγραμματισμένος πλειστηριασμός για τις 29.10.
  1. Ισχυρίζεται ότι από την 1.9.2020 που επιδόθηκε στην Ενάγουσα η Ειδοποίηση Τύπου ΙΑ παρήλθε χρόνος 1 ½ μηνός μέχρι την καταχώριση της υπό εκδίκαση Αίτησης χωρίς η Ενάγουσα να δίδει οποιαδήποτε εξήγηση για την καθυστέρηση αυτή. Το Κλητήριο Ένταλμα και η Αίτηση επιδόθηκαν σε αρμόδια υπάλληλο των Εναγομένων την 15.10.2020 αλλά αυτή, δυστυχώς, λόγω γνήσιου και καλόπιστου λάθους και αβλεψίας δεν πρόσεξε ότι η Αίτηση ήταν ορισμένη στις 20.10.2020 ώστε να μεριμνήσει να στείλει τα έγγραφα στους δικηγόρους των Εναγομένων. Το Κλητήριο Ένταλμα και η Αίτηση αποστάληκαν στο γραφείο των δικηγόρων το μεσημέρι της 20.10.
  2. Μόλις ο κ. Μιχάλης Μαστορούδης παρέλαβε τα έγγραφα προέβη αμέσως σε έρευνα στο Πρωτοκολλητείου και διαπίστωσε ότι το Δικαστήριο είχε ήδη επιληφθεί της αίτησης και εξέδωσε μερικά εκ των αιτούμενων διαταγμάτων λόγω του ότι δεν υπήρξε εμφάνιση εκ μέρους των Εναγομένων. Η κα Αγά εισηγείται ότι τα πιο πάνω καθιστούν σαφές ότι η μη εμφάνιση κατά την μέρα και ώρα που ήταν ορισμένη η Αίτηση οφείλεται καθαρά σε απροσεξία και σε γνήσιο και καλόπιστο λάθος ζητώντας από το Δικαστήριο να επιδείξει την μέγιστη δυνατή επιείκεια. Πέραν των πιο πάνω είναι η θέση της ότι η παράλειψη των Εναγομένων να εμφανιστούν στο Δικαστήριο οφείλεται και στην δικονομική συμπεριφορά της Ενάγουσας η οποία όρισε την Αίτηση μόλις λίγες μέρες πριν από τον προγραμματισμένο πλειστηριασμό μη παρέχοντας αρκετό χρόνο στους Εναγόμενους να ενεργήσουν ώστε να εμφανιστούν οι δικηγόροι τους. Θέση της κας Αγά είναι ότι τα εκδοθέντα απαγορευτικά διατάγματα περιορίζουν σημαντικά τα δικαιώματα των Εναγομένων ως αυτά κατοχυρώνονται από τις Συμβάσεις Υποθήκης και Δανείου αλλά και από το ίδιο το Σύνταγμα. Το ίδιο το Διάταγμα είναι ιδιαίτερα επαχθές και δυσανάλογο εφόσον εμποδίζει, καθόλη την διάρκεια μέχρι την αποπεράτωση της αγωγής (χρόνο τον οποίο υπολογίζει σε 6 - 8 χρόνια) τους Εναγόμενους από το να προωθήσουν διαδικασία πλειστηριασμού αναφορικά με υποθηκευμένα ακίνητα. Επισημαίνει ότι οι Εναγόμενοι ενήργησαν τάχιστα ώστε να λάβουν μέτρα για διόρθωση της κατάστασης και οι λίγες μέρες που μεσολάβησαν από την επίδοση σε αυτούς του Διατάγματος δικαιολογούνται πλήρως από την έρευνα στην οποία έπρεπε να προβούν αλλά και τον χρόνο που απαιτείται για σύνταξη της Αίτησης. Όσον αφορά στην ύπαρξη Υπεράσπισης, η κα Αγά ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα δεν έχει καλές πιθανότητες επιτυχίας, σε αντίθεση με τους Εναγόμενους που έχουν καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Επεξηγεί ότι, δυνάμει Συμφωνίας Δανείου ημερ. 21.12.2006 το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ παραχώρησε στην Ενάγουσα δάνειο ύψους Λ.Κ.300.000 ανοίγοντας τον λογαριασμό με αρ. 7305795-
  3. Προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων αυτών η Ενάγουσα ενέγραψε προς όφελος του Ταμιευτηρίου την υποθήκη με αρ. ΥXXX του Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού. Ο λογαριασμός της Ενάγουσας παρουσίαζε καθυστερήσεις στην καταβολή των οφειλόμενων μηνιαίων δόσεων και το Ταμιευτήριο κάλεσε την Ενάγουσα να συμμορφωθεί. Λόγω της παράλειψης της να το πράξει, την 18.1.2011 το Ταμιευτήριο τερμάτισε την Συμφωνία Δανείου και κάλεσε την Ενάγουσα να προβεί σε πλήρη εξόφληση του λογαριασμού. Ακολούθως η υπόθεση παραπέμφθηκε σε Διαιτησία στην οποία η Ενάγουσα παρουσιάστηκε, παραδέχτηκε το χρέος της και συμφώνησε με την έκδοση απόφασης εναντίον της. Την 27.11.2012 εξεδόθη Διαιτητική απόφαση υπέρ του Ταμιευτηρίου και εναντίον της Ενάγουσας για ποσό €620.780,66 πλέον τόκους προς 9% ετησίως από 27.11.2012 μέχρι εξοφλήσεως, ενώ εξεδόθη και διάταγμα για εκποίηση της ΥXXX. Την 25.8.2015 η Ενάγουσα καταχώρισε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού την Αίτηση - Έφεση αρ. 499/15 προσβάλλοντας την Διαιτητική απόφαση. Κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας εξεδόθη την 4.2.2020 απόφαση στην πιο πάνω Αίτηση - Έφεση με την οποία επικυρώθηκε το ποσό της Διαιτητικής απόφασης, περιορίζοντας όμως τους τόκους σε 8% και απαλείφοντας την πρόνοια της Διαιτητικής απόφασης που αναφερόταν στην υποθήκη ένεκα του ότι ο Διαιτητής δεν είχε εξουσία να αποφασίσει την εκποίηση υποθήκης. Η απόφαση αυτή δεν έχει εφεσιβληθεί. Έπεται πως οι αξιώσεις της Ενάγουσας ως προς το ότι το ποσό που οι Εναγόμενοι αξιώνουν από αυτήν είναι παράνομο και αυθαίρετο ή ακόμα ότι δεν το οφείλει δεν έχουν καλές πιθανότητες επιτυχίας, αλλά αντίθετα οι Εναγόμενοι έχουν καλή υπεράσπιση. Η Ενάγουσα κανένα ποσό δεν έχει καταβάλει μέχρι και σήμερα έναντι του οφειλόμενου το οποίο ανέρχεται σε €1.058.772,27 πλέον τόκους προς 8% ετησίως από 1.1.
  4. Ούτε και έχει διαφανεί, εισηγούνται οι Εναγόμενοι - Αιτητές, ότι αν παραμεριστεί το Διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η αξίωση της Ενάγουσας είναι χρηματικής φύσεως και δεν έχει αμφισβητηθεί η ικανότητα των Εναγομένων να καταβάλουν τυχόν επιδικασθείσες αποζημιώσεις στην Ενάγουσα σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής της. Αναφέρει περαιτέρω η Ενόρκως Δηλούσα ότι αν οι Εναγόμενοι προχωρήσουν στην διαδικασία εκποίησης το ποσό της πώλησης θα καταβληθεί έναντι ή προς εξόφληση της οφειλής της Ενάγουσας και αυτή καμία βλάβη δεν θα υποστεί. Ούτε και μπορεί η Ενάγουσα να ισχυρίζεται ότι θα προκληθεί σε αυτήν ανεπανόρθωτη ζημιά εφόσον η ίδια υποθήκευσε τα ενυπόθηκα ακίνητα προς όφελος των Εναγομένων. Επιπλέον είναι η θέση της κας Αγά ότι η διαδικασία εκποίησης δυνάμει του Μέρους VIA του Ν9/65 αποτελεί μία ανεξάρτητη διαδικασία η οποία δεν σχετίζεται με τυχόν εκκρεμούσες Δικαστικές διαμάχες και είναι μία εναλλακτική διαδικασία εκποίησης ακινήτων. Εισηγείται, συναφώς, ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να παραμερίσει το εκδοθέν Διάταγμα και να παραχωρήσει άδεια στους Εναγόμενους να καταχωρίσουν Ένσταση στην Αίτηση ημερ. 14.10.
  5. Η Ενάγουσα καταχώρισε Ένσταση στην Αίτηση η οποία στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.17 Θ.10, Δ.19, Δ.25, Δ.26 Θ.14, Δ.27 Θ.3, Δ.33 Θ.Θ. 1 - 5 και 15, Δ.34, Δ.35, Δ.39, Δ.40 Θ.Θ. 7(β), 11 και 16, Δ.42, Δ.42Α, Δ.43, Δ.43Α, Δ.48 Θ.Θ.1 - 4, 6 - 8
(3),
(4), 9, 11 - 13, Δ.57, Δ.59, Δ.63 και Δ.64, στα αρ. 2, 21, 29, 30, 32 και 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν14/60, στα αρ. 1 - 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στο Αρ. 30
(2)και
(3)του Συντάγματος, στα αρ. 6 και 13 της ΕΣΔΑ, στα αρ. 18 και 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., στο Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου Ν9/65, στις αρχές του Δικαίου της Επιείκειας, στην Νομολογία, στις αρχές της Φυσικής Δικαιοσύνης και της αναλογικότητας και επί των γενικών και συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Σε αυτήν προβάλλονται 5 λόγοι ένστασης τους οποίους κρίνω χρήσιμο να παραθέσω αυτούσιους: «Α) Η αίτηση είναι κατά νόμω και ουσία αβάσιμη και/ή στερείται νομικού ερείσματος και/ή στηρίζεται σε ελλιπή και/ή λανθασμένη νομική βάση. Β) Τα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση δεν δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και/ή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Γ) Η επίδικη αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και/ή είναι κακόπιστη και/ή καταχρηστική. Δ) Η αιτήτρια με την συμπεριφορά της επέδειξε αδιαφορία προς τους Δικαστικούς Θεσμούς η οποία δεν είναι δυνατόν να θεραπευτεί και/ή δεν θεραπεύεται. Ε) Τυχόν έγκριση της αίτησης θα προκαλέσει ανασφάλεια δικαίου». Η Ένσταση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση της κας Μιχαέλας Χρυστάλλας Παναγιωτίδου εκ των δικηγόρων της Ενάγουσας, η οποία αναφέρει ότι τόσο η Αίτηση για προσωρινά διατάγματα όσο και το Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα επιδόθηκαν στους Εναγόμενους την 15.10.2020 και, αφού αυτοί δεν εμφανίστηκαν στο Δικαστήριο, εξεδόθη το επίδικο Διάταγμα την 20.10.
  1. Την 26.10.2020 καταχωρίστηκε εκ μέρους των Εναγομένων Σημείωμα Εμφάνισης. Η κα Παναγιωτίδου προβάλλει την θέση ότι είναι δικαίωμα διαδίκου να απευθυνθεί στο Δικαστήριο όποτε αυτός θελήσει και άρα απορρίπτει τον ισχυρισμό περί καθυστέρησης, καμία δε εξήγηση οφείλει η Ενάγουσα στους Εναγόμενους ως προς τον λόγο για τον οποίο αποφάσισε να ασκήσει νόμιμα ένα Συνταγματικό της δικαίωμα. Εισηγείται ότι οι Εναγόμενοι αδιαφόρησαν για την διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν εμφανίστηκαν όταν ήταν ορισμένη. Καμία βαρύτητα μπορεί να έχει ο λόγος που οι Εναγόμενοι προβάλλουν, ούτε μπορεί να θεμελιώσει καλό λόγο για να εγκριθεί το αίτημα τους αφού δεν ενδιαφέρουν οι πράξεις στις οποίες προέβη η υπάλληλος των Εναγομένων. Είναι δε ολοφάνερο ότι επιδείχθηκε αδιαφορία εφόσον οι Εναγόμενοι φωνάχθηκαν από τα μεγάφωνα του Δικαστηρίου στις 9.45π.μ. της 20.10.
  2. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς των Εναγομένων περί ύπαρξης Υπεράσπισης η κα Παναγιωτίδου εισηγείται ότι το ποσό για το οποίο εξεδόθη η Διαιτητική απόφαση είναι διαφορετικό από το ποσό που αναγράφεται στην απόφαση του Δικαστηρίου εφόσον έχει διαφοροποιηθεί ο τόκος. Στην δε Ειδοποίηση Τύπου ΙΑ γίνεται αναφορά στην Διαιτητική απόφαση αφήνοντας να νοηθεί ότι η διαδικασία πλειστηριασμού στηρίζεται σε αυτήν, η οποία όμως δεν υφίσταται πλέον. Αυτός είναι ο λόγος που καταχωρίστηκε η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή αλλά και η αίτηση για προσωρινά διατάγματα ώστε το Δικαστήριο να καταλήξει στο ποσό που οφείλεται, εάν οφείλεται τέτοιο. Με τον σκοπούμενο πλειστηριασμό θα εκπλειστηριαστούν δύο ακίνητα. Το ένα αποτελεί την κατοικία των γονιών της Ενάγουσας και το άλλο τον χώρο όπου στεγάζεται η επιχείρηση της. Εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα παραμερισμού θα υπάρξει ανασφάλεια δικαίου, η Ενάγουσα δεν θα μπορεί να χαρεί τους καρπούς της επιτυχίας της και δεν θα μπορεί να αποδοθεί δικαιοσύνη στο μέλλον αφού οι Εναγόμενοι θα προχωρήσουν με την διαδικασία πλειστηριασμού των ακινήτων και η αγωγή θα καταστεί άνευ αντικειμένου. Η ακρόαση της Αίτησης περιορίστηκε σε αγορεύσεις στο πλαίσιο των οποίων όλοι οι συνήγοροι υποστήριξαν τις πιο πάνω θέσεις τους. Συγκεκριμένη αναφορά σε εισηγήσεις αυτών θα γίνει πιο κάτω στην παρούσα όπου κριθεί αναγκαίο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Παρά τις αναφορές του ευπαιδεύτου συνηγόρου για την Ενάγουσα στην αγόρευση του ως προς την μη εφαρμογή της Δ.48 Θ.8
(4), εκείνο που προκύπτει από την αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου για τους Εναγόμενους - Αιτητές είναι ότι την Αίτηση στηρίζει ουσιαστικά στην Δ.48 Θ.11. Η πρόνοια αυτή αναφέρει τα εξής, σε μετάφραση: «Κάθε διάταγμα, εάν και όταν συνταχθεί (drawn up) πρέπει να συνταχθεί κατά τον ίδιο τρόπο όπως προνοείται σ' αυτούς τους κανονισμούς για την σύνταξη αποφάσεων, και όταν συνταχθεί πρέπει να δείχνει στο μπροστινό μέρος από ποιον ή εκ μέρους ποιου έγινε η αίτηση και τη φύση του διατάγματος. Κάθε τέτοιο διάταγμα μπορεί να παραμεριστεί ή διαφοροποιηθεί κατά τον ίδιο τρόπο που παραμερίζονται ή διαφοροποιούνται οι αποφάσεις και μπορεί να εφαρμοστεί κατά τον ίδιο τρόπο που εφαρμόζονται οι αποφάσεις». Στην απόφαση Ηλία ν Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγίας Νάπας
(2009)1 Α.Α.Δ. 365 λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Είναι φανερό από τα πιο πάνω ότι το μέρος του θ.11 στο οποίο δώσαμε έμφαση, παρείχε εξουσία στο πρωτόδικο δικαστήριο για να εξετάσει κατά πόσο το διάταγμα ημερ. 4/7/05 με το οποίο διατάχθηκε η εγγραφή της απόφασης ημερ. 13/1/04 (που αφορά τον εφεσείοντα) θα έπρεπε να παραμεριστεί ή όχι. Έμμεσα ο θ. 11 της Δ.48 ενσωματώνει τα κριτήρια που διέπουν τον παραμερισμό αποφάσεων που εκδίδονται στην απουσία διαδίκου σε αγωγή, όπως προβλέπεται από τη Δ.17, θ.10 και όπως έχουν ερμηνευθεί από αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Επομένως μπορούσε να αναφέρεται και η Δ.17, θ.10 στο σώμα της αίτησης». Δεδομένου ότι το επίδικο Διάταγμα εξεδόθη ένεκα του ότι δεν εμφανιστήκαν στο Δικαστήριο οι συνήγοροι εκ μέρους των Εναγομένων μετά την επίδοση σε αυτούς της αίτησης για προσωρινό διάταγμα, προχωρώ να εξετάσω την Αίτηση κατ' αναλογία με τις αρχές που τυγχάνουν εφαρμογής σε περίπτωση παραμερισμού απόφασης που εκδίδεται λόγω μη καταχώρισης Σημειώματος Εμφάνισης δυνάμει της Δ.17 Θ.10. Η ακύρωση απόφασης (ή διατάγματος) που εκδίδεται στην απουσία διαδίκου αποτελεί ζήτημα το οποίο εμπίπτει στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι αρχές με βάση τις οποίες ασκείται η σχετική διακριτική ευχέρεια σε αιτήσεις όπως η υπό εξέταση, έχουν αναλυθεί εκτενώς σε σωρεία αποφάσεων. Κλασική, επί του θέματος, απόφαση, αποτελεί η Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646. H απόφαση αυτή έχει υιοθετηθεί επανειλημμένα από την Κυπριακή Νομολογία. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Steven Bush κ.α v. Γιαννάκης Γιαννή,
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1342: «Κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας για επαναφορά, την οποία παρέχει το Δικαστήριο η Δ.17, Θ.10, εξουσίας η οποία, όπως υποδείχθηκε στην Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, δεν εντάσσεται σε οποιαδήποτε στεγανά, το Δικαστήριο κατευθύνει την προσοχή του σε δύο κυρίως παράγοντες. Ο ένας αφορά το κατά πόσο έχει εξηγηθεί καθυστέρηση στην καταχώριση εμφάνισης και στην υποβολή της αίτησης για παραμερισμό, με τρόπο ώστε να φαίνεται ότι η επαναφορά δεν αντιστρατεύεται την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Σε αυτό λαμβάνεται υπόψη τόσο η στάση του αιτητή όσο και η αναγκαιότητα οριστικής λήξης της αντιδικίας αφού interest republicae ut sit finis litium. Ο άλλος παράγοντας αναφέρεται στο κατά πόσο καταδείχθηκε εκ πρώτης όψεως η συζητήσιμη υπεράσπιση στην απαίτηση.» (Βλ. επίσης Kotsapas v. Titan Construction and Engineering Company
(1961), 1 C.L.R. 317, Christoforou v. Kyriakoulli
(1963)2 C.L.R. 159, Mine & Quarry Services Ltd v. Α. Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1.Α.Α.Δ. 26, Ζήνωνα Μερκή v. Yiannoukas Holiday Inns Ltd
(1994)1 C.L.R. 1, Γιαννάκης Χρυσάνθου κ.α v. Marialla Construction Ltd, Πολ.Εφ. 9153 ημερ. 31.10.96, Vica Pica Disco Ltd κ.α. v. Happy Street Disco Ltd,
(1997)1(A) A.A.D. 28, Burns v. Kondel
(1971)1 Lloyds L.R. 554, Αντρέας Ιωάννου v. Το Σκάφος "VERONICA" Αγ. Ναυτ. 63/02, ημερ. 16.4.03, Λαική Κυπριακή Τράπεζα (Χρημ.) Λτδ v. Ελενα Ιακώβου
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 457, Milouca Motor Trading Ltd v. Χρυσάνθου Κουρτη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 941, Salamis Shipping Services Ltd v. Bata (Cyprus) Ltd,
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1767, Γιάννη Ευάνθη ν. Κωνσταντίνου Δημάδη,
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1822 και Χριστάκης Πίττας ν. Unigoods Trading Company Ltd,
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ.
  1. Οι αρχές που προκύπτουν από την πιο πάνω αναφερόμενη Νομολογία μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως:
  2. Ο παραμερισμός απόφασης (ή διατάγματος) που εκδίδεται στην απουσία διαδίκου αποτελεί ζήτημα το οποίο εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.
  3. Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο θα πρέπει να επιτύχει την εξισορρόπηση της ανάγκης να διατηρηθεί το δικαίωμα των διαδίκων να ακουστούν, με την ανάγκη εξασφάλισης της ταχείας απονομής δικαιοσύνης και της τελεσιδικίας των Δικαστικών αποφάσεων.
  4. Ο Αιτητής φέρει το βάρος να αποδείξει ότι έχει καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην ουσία της υπόθεσης (ή εν προκειμένω ένστασης στο Διάταγμα), το οποίο αποτελεί και το πρωταρχικό καθήκον του. Επίσης όμως, πρέπει να καταδείξει σοβαρή και εύλογη αιτιολογία για την απουσία του με συνέπεια την έκδοση απόφασης εναντίον του.
  5. Η αίτηση για παραμερισμό πρέπει να υποβάλλεται έγκαιρα. Σε αντίθετη περίπτωση ο Αιτητής φέρει το βάρος να αποδείξει ότι δικαιολογημένα καθυστέρησε να αποταθεί προς παραμερισμό της απόφασης.
  6. Παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης, αίτηση για παραμερισμό μπορεί να απορριφθεί εάν διαπιστωθεί «ότι ο Εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία για την αγωγή η οποία προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου» (βλ. Milouca (πιο πάνω) και Siberia Air v. Βρασίδα Πουλλικά, Πολ. Εφ. 11880, ημερ. 27.6.2005). Από την Ένορκη Δήλωση επίδοσης που βρίσκεται στον φάκελο του Δικαστηρίου φαίνεται ότι η αίτηση για προσωρινό διάταγμα επιδόθηκε σε υπάλληλο των Εναγομένων την 15.10.2020 αλλά λόγω παράλειψης αυτής να αντιληφθεί ότι ήταν ορισμένη την 20.10.2020, καθυστέρησε να την αποστείλει άμεσα στους δικηγόρους. ΟΙ δικηγόροι παρέλαβαν την αίτηση για προσωρινό διάταγμα το μεσημέρι της 20.10.2020 και αφού το Δικαστήριο είχε ήδη επιληφθεί της υπόθεσης. Δεν θα συμφωνήσω με την εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου για την Ενάγουσα ότι τα πιο πάνω επιδεικνύουν ασυγχώρητη αδιαφορία από μέρους των Εναγομένων. Ακόμη και αν γίνει δεκτή η θέση της Ενάγουσας ότι οι συνήγοροι των Εναγομένων φωνάχθηκαν από τα μεγάφωνα του Δικαστηρίου, τα όλα γεγονότα που περιβάλλουν τον λόγο μη εμφάνισης τους στο Δικαστήριο εμπρόθεσμα δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι συνιστούν περιφρόνηση του Δικαστηρίου. Επρόκειτο, ουσιαστικά, για ένα λάθος της υπαλλήλου των Εναγομένων το οποίο οδήγησε στο να σταλεί η αίτηση στο γραφείο των δικηγόρων καθυστερημένα. Θεωρώ, συνεπώς, ότι οι Εναγόμενοι έχουν δώσει επαρκή αιτιολόγηση ως προς το γιατί δεν εμφανίστηκαν την συγκεκριμένη ώρα ενώπιον του Δικαστηρίου, πράγμα που οδήγησε στην έκδοση του Διατάγματος. Ούτε και μπορεί να θεωρηθεί ότι η πάροδος 14 ημερών από την έκδοση του Διατάγματος μέχρι και την καταχώριση της υπό εκδίκαση Αίτησης συνιστά υπερβολική καθυστέρηση, δεδομένων των ενεργειών που έπρεπε να γίνουν στο μεσοδιάστημα από μέρους των δικηγόρων των Εναγομένων. Προχωρώ στην εξέταση του κατά πόσο οι Εναγόμενοι έχουν αποκαλύψει την ύπαρξη συζητήσιμης ένστασης στην αίτηση για προσωρινό διάταγμα, λαμβάνοντας φυσικά υπ' όψιν το ότι δεν απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την ένσταση τους αυτή (βλ. Μαρία Γ. Λευκίδου ν. Άριστου Κανναουρίδη,
(1999)1(Α) Α.Α.Δ.
  1. Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι δυνάμει Συμφωνίας Δανείου παραχώρησαν στην Ενάγουσα δάνειο ύψους Λ.Κ.300.000, προς εξασφάλιση του οποίου η τελευταία ενέγραψε την ΥXXX. Λόγω καθυστέρησης στην καταβολή των δόσεων οι Εναγόμενοι τερμάτισαν την Συμφωνία Δανείου την 18.1.2011 και κάλεσαν την Ενάγουσα να ξοφλήσει το οφειλόμενο ποσό. Η δε Ενάγουσα παρουσιάστηκε σε διαδικασία διαιτησίας και αποδέχτηκε απόφαση εναντίον της, αλλά μετέπειτα καταχώρισε Αίτηση - Έφεση και πέτυχε την διαφοροποίηση της Διαιτητικής απόφασης. Οι Εναγόμενοι προώθησαν διαδικασία για πώληση δια πλειστηριασμού του ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει του Ν.9/
  2. Αναφορικά με τις προϋποθέσεις που θέτει το αρ. 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν14/60 για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, οι Εναγόμενοι προβάλλουν την θέση ότι, ακόμη και σε περίπτωση επιτυχίας της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, πράγμα που αμφισβητούν, θα είναι σε θέση να αποζημιώσουν σε χρήμα την Ενάγουσα η όποια ζημιά της οποίας μπορεί να αποτιμηθεί χρηματικά. Όντως μελέτη της Νομολογίας επί της τρίτης προϋπόθεσης του αρ. 32 του Ν.14/60 οδηγεί στο ότι οι Εναγόμενοι έχουν καταδείξει την ύπαρξη συζητήσιμης ένστασης στον βαθμό που απαιτείται σε τέτοιου είδους αιτήσεις. Ζυγίζοντας από την μία την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί, και από την άλλη την ανάγκη για ταχεία διεκπεραίωση της δικαστικής διαδικασίας και την ανάγκη για τελεσιδικία, θεωρώ ότι η διακριτική μου ευχέρεια πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης του αιτήματος. Τα έξοδα της Αίτησης κρίνω σωστό όπως επιδικαστούν εναντίον των Εναγομένων - Αιτητών και υπέρ της Ενάγουσας - Καθ'ης η Αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. Η καταβολή των εξόδων εντός 10 ημερών από της γνωστοποίησης τους στην πλευρά των Εναγομένων - Αιτητών μαζί με τα έξοδα της αίτησης για προσωρινό διάταγμα ημερ. 14.10.2020 θα αποτελεί προϋπόθεση για τον παραμερισμό του διατάγματος. Σχετικός κατάλογος εξόδων να υποβληθεί στον Πρωτοκολλητή προς υπολογισμό από την Ενάγουσα - Αιτήτρια εντός 7 ημερών από σήμερα. Τούτων δεδομένων, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο παραμερίζονται τα Διατάγματα ημερ. 20.10.2020 υπό τον προαναφερόμενο όρο. Κατόπιν τούτου οι Εναγόμενοι να καταχωρίσουν Ένσταση στην αίτηση για προσωρινό διάταγμα εντός 15 ημερών από την καταβολή των εξόδων. Η Αίτηση για Προσωρινό Διάταγμα ημερ. 14.10.2020 ορίζεται για οδηγίες την 14.9.2021 και ώρα 8.45π.μ. Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Π.Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.