Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Starotex Investments Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 684/19, 9/7/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A200 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 684/19 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, από την Λευκωσία Ενάγοντες και 1.Starotex Investments Ltd, από τον Άγιο Αθανάσιο, Λεμεσός 2.Masteco Developers Ltd, από τον Άγιο Αθανάσιο, Λεμεσός 3.Μενελάου ΧΧΧΧ, από τον Άγιο Αθανάσιο, Λεμεσός Εναγόμενοι Ημερομηνία: 9.7.21 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κκ Πατρίκιος Παύλου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους 1-3: κκ Κώστας Μελάς & Συνεργάτες ΔΕΠΕ ............... Α Π Ο Φ Α Σ Η Στα πλαίσια της κλήσης για οδηγίες ημερομηνίας 23.9.20 που εκδόθηκε εκ μέρους των Εναγόντων οι τελευταίοι ζήτησαν από τους Εναγόμενους λεπτομέρειες αναφορικά με συγκεκριμένες παραγράφους της Υπεράσπισης. Με επιστολή τους ημερομηνίας 28.9.20 η πλευρά των Εναγόμενων απάντησε στην παράκληση των Εναγόντων πλην όμως οι τελευταίοι δεν έμειναν ικανοποιημένοι. Το ζήτημα οδηγήθηκε σε ακρόαση και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις θέσεις του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί. Ο θεσμός 6 της Διάταξης 19 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας προνοεί ως ακολούθως: «A further and better statement of the nature of the claim or defence, or further and better particulars of any matter stated in any pleading, notice, or written proceeding requiring particulars, may in all cases be ordered, upon such terms, as to costs and otherwise, as may be just». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Περαιτέρω και καλύτερη έκθεση της φύσης της απαίτησης ή της υπεράσπισης ή περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες οιουδήποτε ζητήματος που αναφέρεται σε οιονδήποτε δικόγραφο, ειδοποίηση ή γραπτή διαδικασία που απαιτεί λεπτομέρειες δύναται να διαταχθεί σε όλες τις περιπτώσεις με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως πως ως ήθελε φανεί δίκαιο». Ο πιο πάνω κανονισμός είναι πανομοιότυπος με την Δ.19, θ.7 των παλαιών Αγγλικών Θεσμών και ως εκ τούτου η Αγγλική Νομολογία θεωρείται καθοδηγητική επί του θέματος. Είναι πάγια καθιερωμένη αρχή ότι το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει στον τρόπο χειρισμού της υπόθεσης από τους διαδίκους. Από την άλλη, η πρακτική στην σύνταξη δικογράφων απαιτεί όπως αναφέρονται στα δικόγραφα όλα τα αναγκαία γεγονότα που εξειδικεύουν τα επίδικα θέματα ούτως ώστε να μην βρεθεί ο αντίδικος προ εκπλήξεως κατά την διάρκεια της δίκης. Μέσα στα πλαίσια αυτά το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει την παροχή λεπτομερειών σε οποιοδήποτε δικόγραφο δυνάμει της Διάταξης 19. Η διαταγή για παροχή λεπτομερειών επαφίεται στην διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Δεν υπάρχει καθορισμένη φόρμουλα για το ποιες λεπτομέρειες θεωρούνται αναγκαίες και κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της περιστατικά. Είναι, όμως, επιθυμητό όπως κάθε διάδικος δίδει στον αντίδικο του μέσω των δικογράφων του ένα περίγραμμα των γεγονότων της υπόθεσης που θα αντιμετωπίσει εναντίον του στο Δικαστήριο (Βλ. Bullen & Leake, 12η έκδοση, σελ. 110). Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χρ. Μαρνέρος & Σία Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 718 λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Τα δικόγραφα είναι ουσιώδη στον καθορισμό των επιδίκων θεμάτων και στον καθορισμό της βάσης επί της οποίας θα προχωρήσει η ακρόαση της υπόθεσης. Η σημασία τους τονίστηκε στην υπόθεση Christakis Loucaides ν. C. D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134. Τα δικόγραφα δεν έχουν σκοπό μόνο τη διαφύλαξη της κανονικής διαδικασίας. Σκοπό έχουν να μην καταλαμβάνονται εξ απρόοπτου οι διάδικοι στους οποίους θα πρέπει να παρέχεται η δέουσα ευκαιρία να ετοιμάσουν την υπόθεσή τους για ακρόαση. Εκτός αν τα επίδικα θέματα καθοριστούν δεόντως η ακρόαση παραμένει χωρίς οριοθέτηση και οι σκοποί της δικαιοσύνης μπορεί να παρακωλυθούν λόγω της αβεβαιότητας (G.I.P. Constructions Ltd v. Panayiota Neophytou and Others
(1983)1 C.L.R. 669, 680). Σύμφωνα με τη Δ.19 θ.6, μπορεί να διαταχθεί η παροχή περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών οιουδήποτε θέματος που αναφέρεται σε οιοδήποτε δικόγραφο, με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, όπως θα θεωρηθεί δίκαιο. Τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες ώστε η άλλη πλευρά να μπορεί να σχηματίζει σαφή και πλήρη εικόνα για τη φύση και την έκταση της υπόθεσης που πρόκειται να αντιμετωπίσει στην ακρόαση και να μη βρίσκεται προ εκπλήξεως ή να καταλαμβάνεται εξ απήνης. Όταν ο κανόνας αυτός παραβιάζεται ο αντίδικος δικαιούται να αξιώνει και επιτυγχάνει την έκδοση διατάγματος που να διατάσσει τον αντίδικο να παράσχει τις απαιτούμενες κάτω από τις περιστάσεις λεπτομέρειες (Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ και Άλλοι ν. Credit Libanais S.A.L.
(1991)1 Α.Α.Δ. 649, 652). Στην υπόθεση National Supply Corporation of the Lybyan Arab Republic v. Achaia Shipping Ltd
(1975)1 C.L.R. 427,432, τονίστηκε η ανάγκη για ακρίβεια στα δικόγραφα ούτως ώστε ο αντίδικος να γνωρίζει με βεβαιότητα την πραγματική διαφορά και να ετοιμαστεί για τη δίκη». Στην υπόθεση Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ και Άλλοι ν. Credit Libanais S.A.L.
(1991)1 ΑΑΔ 649 λέχθηκαν στην σελίδα 652 τα ακόλουθα: «Ο γενικός κανόνας, όπως προκύπτει από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και τη νομολογία, είναι ότι τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες σε σχέση με την απαίτηση, υπεράσπιση, ανταπαίτηση ή οποιοδήποτε άλλο ζήτημα που περιλαμβάνουν, ώστε να μπορεί η άλλη πλευρά να σχηματίζει σαφή και πλήρη εικόνα για τη φύση και την έκταση της υπόθεσης, την οποία πρόκειται να αντιμετωπίσει στην ακρόαση, να μπορεί να ετοιμάζει τη δική της υπόθεση και να μη βρίσκεται προ εκπλήξεων και τετελεσμένων γεγονότων. Έτσι, όταν ο θεμελιώδης αυτός κανόνας παραβιάζεται, η άλλη πλευρά δικαιούται πάντοτε να απευθύνεται στο Δικαστήριο και να επιτυγχάνει στην έκδοση διατάγματος που να διατάσσει τον αντίδικο να τον εφοδιάσει με τις απαιτούμενες κάτω από τις περιστάσεις λεπτομέρειες». Στην υπόθεση Ηνωμένη Εκδοτική Εταιρεία Δίας Λτδ ν. Μηνά Χατζηκώστα
(1990)1 ΑΑΔ 244 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από το Εφετείο στην σελίδα 249: «Περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες ισχυρισμών που αναφέρονται στα δικόγραφα και όχι μαρτυρία δίδονται για σκοπούς διασάφησης των γενομένων ισχυρισμών. Μια τέτοια διασάφηση γεγονότων υπαγορεύεται από διάφορους λόγους, μεταξύ των οποίων είναι η πληρέστερη πληροφόρηση της άλλης πλευράς περί της φύσης της υπόθεσης που θα έχει να αντιμετωπίσει, η αποφυγή της έκπληξης κατά την ακρόαση, ο περιορισμός των επιδίκων θεμάτων και ισχυρισμών και η ένδειξη ως προς τη μαρτυρία που θα χρειαστεί η άλλη πλευρά». Στην υπόθεση Χριστοδούλου Θεμιστοκλέους ν. Χρ. Γεωργιάδης Λτδ
(2000)1 ΑΑΔ 157 λέχθηκε ότι η Δ.19, θ.6 θα πρέπει να αντικρυσθεί υπό το πρίσμα της Δ.19, θ.4 στην οποία καθορίζεται ότι τα δικόγραφα περιέχουν γεγονότα και όχι μαρτυρία. Με αυτή την έννοια περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες μπορούν να δοθούν μόνο αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα στα οποία στηρίζεται το δικόγραφο και όχι αναφορικά με την μαρτυρία που θα προσκομισθεί προς απόδειξή τους. Επομένως, οι αιτούμενες λεπτομέρειες δεν επιτρέπεται να στοχεύουν στην εκμαίευση ή αποκάλυψη της μαρτυρίας με την οποία θα αποδειχθούν τα γεγονότα (Βλ. Θεμιστοκλέους ν. Χρ. Γεωργιάδη Λτδ
(2000)1 ΑΑΔ 157). Ούτε νομικά σημεία μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο λεπτομερειών στα δικόγραφα. Η αρχή αυτή εφαρμόζεται όταν γίνονται νομικές εισηγήσεις όπως π.χ. η εγκυρότητα μιας συμφωνίας. Όπου, όμως, το ισχυριζόμενο νομικό αποτέλεσμα δημιουργήθηκε από την επενέργεια ορισμένου γεγονότος αυτό πρέπει να αναφέρεται στα δικόγραφα (Βλ. Μέμνια Τζιακούρα ν. Ευστράτιου Οικονομίδη
(1997)1 ΑΑΔ 669). Τέλος, στην υπόθεση Ευδόκιος Σάββα ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ (Αρ. 2)
(1992)1 ΑΑΔ 1146 λέχθηκε ότι αν οι αιτούμενες λεπτομέρειες αφορούν γεγονότα εις γνώση του αιτητή δεν εκδίδεται διάταγμα για παροχή λεπτομερειών. Από τις παραγράφους 4, 7 και 8 της Υπεράσπισης ζητούνται οι ακόλουθες λεπτομέρειες: «Σχετικά με τους ισχυρισμούς για οικονομικό εξαναγκασμό και/ή δόλο, παρακαλούμε όπως διευκρινίσετε ποιο ή ποια πρόσωπα κατ' ισχυρισμό ενήργησαν με αυτόν τον τρόπο εκ μέρους των Εναγόντων και πότε;». Και από την παράγραφο 22 της Υπεράσπισης οι ακόλουθες λεπτομέρειες: «Παρακαλούμε όπως μας διευκρινίσετε ποιο πρόσωπο προέβηκε στην κατ' ισχυρισμό συμβουλή προς τον Εναγόμενο 3». Στην υπόθεση Χριστόδουλος Κ. Θεμιστοκλέους ν. Χρ. Γεωργιάδη Λτδ
(2000)1 ΑΑΔ 157 που πιο πάνω μνημονεύεται λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Δεν αμφισβητείται από τον εφεσείοντα ότι ορθώς το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέλαβε ως βάση της εξέτασης της αίτησης τη Δ.19 θ.6, θέση με την οποία και συμφωνούμε. Η Δ.19 θ.6 είναι πανομοιότυπη προς την παλαιά Αγγλική Δ.19 θ.7 και προνοεί: "
- A further and better statement of the nature of the claim or defence, or further and better particulars of any matter stated in any pleading, notice, or written proceeding requiring particulars, may in all cases be ordered, upon such terms, as to costs and otherwise, as may be just." Η Δ.19 θ.6 πρέπει βέβαια να αντικρισθεί υπό το πρίσμα της Δ.19 θ.4 η οποία προνοεί: "
- Every pleading shall contain, and contain only, a statement in a summary form of the material facts on which the party pleading relies for his claim or defence, as the case may be, but not the evidence by which they are to be proved, and shall, when necessary, be divided into paragraphs, numbered consecutively. Dates, sums, and numbers shall be expressed in figures and not in words. The pleadings shall be signed by the advocate, or by the party, if he sues or defends in person." Από το συνδυασμένο αποτέλεσμα των πιο πάνω ακολουθεί και η αρχή, που εκφράζεται ως βασική αρχή στη νομολογία, ότι περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες μπορούν να δοθούν μόνο αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται το δικόγραφο και όχι αναφορικά με τη μαρτυρία που θα προσκομισθεί προς απόδειξη τους. Δίδονται δε ώστε ο αντίδικος να γνωρίζει ποια υπόθεση μπορεί να αναμένει να παρουσιασθεί στη δίκη και να μην καταληφθεί εξ απίνης. Οι λεπτομέρειες έχουν σκοπό να διευκρινίσουν και εξειδικεύσουν τα ισχυριζόμενα ουσιαστικά γεγονότα, αλλά κατ΄ουδένα λόγο να εκμαιεύσουν ή να αποκαλύψουν την ίδια τη μαρτυρία με την οποία αυτά θα αποδειχθούν. Αίτημα για λεπτομέρειες ως προς το όνομα προσώπου σχετιζομένου προς τα γεγονότα που εκτίθενται στο δικόγραφο είναι φυσικό να δημιουργεί δυσκολίες. Από μια άποψη, όπως ήταν και η άποψη του πρωτόδικου δικαστηρίου, η μη παροχή διευκρινίσεων ως προς το ποιο πρόσωπο ενήργησε εκ μέρους της εταιρείας όπως ισχυρίζεται ο εφεσείων θα άφηνε την εφεσίβλητη στο σκοτάδι για το τι μπορούσε να αναμένει στη δίκη, και μάλιστα αφού η ίδια, ως ενάγουσα, δεν θα ήταν σε θέση να γνωρίζει ποιο μάρτυρα θα αναμένετο έτσι να παρουσιάσει για να αντικρούσει την υπεράσπιση. Από μια άλλη άποψη, η διευκρίνιση του ονόματος θα αναφέρετο στη μαρτυρία η οποία θα στοιχειοθετούσε τον ισχυρισμό του εφεσείοντα . Το πράγμα έχει όμως εξετασθεί στην Αγγλική νομολογία. Το πιο πάνω είναι ακριβώς το δίλημμα που είχε να αντιμετωπίσει ο Kay, J., στην υπόθεση The Briton Medical and General Life Association Ltd v. The Britannia Life Association and Whinney, 59 LT 888, σε αίτηση της ενάγουσας εταιρείας για λεπτομέρειες, μεταξύ άλλων, ως προς το ποιοι εκ των διευθυντών της ενάγουσας είχαν ενεργήσει με τον τρόπο που ισχυρίζετο η εναγομένη εταιρεία στο δικόγραφο της και με αλλότρια κίνητρα ώστε να επιφέρουν τη διάλυση της προς δικό τους όφελος. Ο Kay, J., παραθέτοντας τη γενική αρχή, εξέφρασε τη δυσκολία που παρουσίαζε η αίτηση στα πλαίσια της, τοσούτο μάλλον ως εκ της έλλειψης σχετικής νομολογίας. Παρατηρώντας ότι το δικόγραφο ήταν εσκεμμένα αόριστο, ενέκρινε την αίτηση και διέταξε την παροχή λεπτομερειών ώστε να διευκρινίζετο κατά πόσον οι διευθυντές είχαν ενεργήσει προφορικά ή γραπτά και, αν προφορικά, ποιοι είχαν έτσι ενεργήσει, και, αν γραπτά, πότε». Στην υπόθεση Χριστόδουλος Κ. Θεμιστοκλέους ν. Χρ. Γεωργιάδη Λτδ
(2000)1 ΑΑΔ 157 η εφεσίβλητη εταιρεία καταχώρησε αίτηση στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων αξιώνοντας από τον εφεσείοντα κατ' ισχυρισμό οφειλόμενα ενοίκια και κοινόχρηστα. Ο εφεσείων στην Απάντησή του ισχυρίσθηκε ότι συμφώνησε με την εφεσίβλητη να παραδώσει σε αυτήν κατοχή του ακινήτου μετά από παραστάσεις στις οποίες είχε προβεί η εφεσίβλητη και συγκεκριμένα ότι χρειαζόταν το ακίνητο για ουσιώδεις αλλαγές, ότι το ακίνητο δεν θα επαναενοικιάζετο και ότι ο εφεσείων δεν θα κατέβαλλε ενοίκια και κοινόχρηστα για συγκεκριμένη περίοδο προ της παραδόσεως. Η εφεσίβλητη ζήτησε περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες αναφορικά με το ποιο ήταν το φυσικό πρόσωπο το οποίο ενεργώντας εκ μέρους της εταιρείας είχε προβεί στις πιο πάνω παραστάσεις και συμφωνήσει με τον εφεσείοντα τα υπό αυτού ισχυριζόμενα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο ενέκρινε την αίτηση. Ο εφεσείων καταχώρησε έφεση και υποστήριξε ότι η αίτηση της εφεσίβλητης στόχευε ουσιαστικά στην αποκάλυψη και εκμαίευση μαρτυρίας και όχι λεπτομερειών. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι το θέμα της αποκάλυψης των ονομάτων εμπλεκομένων προσώπων και πότε το Δικαστήριο είναι διατεθειμένο να διατάξει λεπτομέρειες των ονομάτων των εν λόγω προσώπων εξετάσθηκε στην Αγγλική νομολογία η οποία διαμόρφωσε τις αρχές στην βάση των οποίων το Δικαστήριο ενεργεί. Σε υποθέσεις δυσφήμησης το Δικαστήριο είναι διατεθειμένο να διατάξει λεπτομέρειες των ονομάτων προσώπων τα οποία εμπλέκονται από τον εναγόμενο σε αναφορά με την υπεράσπιση της αλήθειας της αναφοράς. Αυτό φαίνεται να συνδέεται όχι μόνο προς την ιδιαίτερη υφή, δικογραφική και άλλη, της δυσφήμισης αλλά και προς την αρχή ότι αν οι λεπτομέρειες είναι αναγκαίες για σκοπούς διευκρίνισης της θέσης του αντιδίκου, δεν μπορεί να υπάρξει άρνηση στην παραχώρηση τους μόνο και μόνο διότι θα έχουν ως επακόλουθο την αποκάλυψη των ονομάτων ενδεχόμενων μαρτύρων. Αυτός είναι και ευρύτερος κανόνας όπως διατυπώνεται στην υπόθεση Bishop v. Bishop [1901] P.325, ότι, δηλαδή, δεν μπορεί να υπάρξει άρνηση στην παραχώρηση λεπτομερειών μόνο και μόνο διότι η εν λόγω παραχώρηση θα έχει ως επακόλουθο την αποκάλυψη των ονομάτων ενδεχομένων μαρτύρων. Η πρωτόδικη απόφαση παραμερίσθηκε. Ενδεικτικά λέχθηκαν τα ακόλουθα από το Εφετείο: «Δεν βλέπουμε πως η εφεσίβλητη μπορεί να καταληφθεί εξ απίνης στην ακρόαση αν δεν γνωρίζει εκ των προτέρων το συγκεκριμένο φυσικό πρόσωπο που ενήργησε όπως ισχυρίζεται ο εφεσείων. Το δικόγραφο του εφεσείοντα δεν είναι αόριστο, όπως ήταν εσκεμμένα αόριστο εκείνο της εναγόμενης στην υπόθεση Briton, ανωτέρω. Η εφεσίβλητη γνωρίζει πολύ καλά τι ισχυρίζεται ο εφεσείων και δεν ζήτησε λεπτομέρειες αναφορικά με τα όσα ο εφεσείων της αποδίδει, όπως ζητήθησαν στην υπόθεση Briton και μόνο ακόλουθα ως προς το φυσικό πρόσωπο που είχε ενεργήσει, παρά μόνο ζητά το όνομα του φυσικού προσώπου το οποίο ενήργησε εκ μέρους της. Αυτό μας φαίνεται να επιδιώκει όχι τη διευκρίνιση του ουσιώδους γεγονότος που αναφέρεται στο δικόγραφο αλλά την αποκάλυψη και εκμαίευση μαρτυρίας αυτής καθ΄αυτής. Η νομολογία δείχνει ότι η αποκάλυψη του ονόματος ενδεχόμενου μάρτυρα μπορεί να προκύψει όχι αφ' εαυτής αλλά μόνο ως επακόλουθο παροχής αναγκαίων λεπτομερειών ως προς ουσιώδες γεγονός, όπως στην περίπτωση της υπεράσπισης της αλήθειας της αναφοράς σε αγωγή για δυσφήμιση, ή της φύσης της ισχυριζόμενης σκληρότητας σε αγωγή διαζυγίου, ή της διασαφήνισης του τρόπου με τον οποίο γίνεται ισχυρισμός ότι ενήργησε ο αντίδικος που ανεφέρθη στην υπόθεση Briton. Ο προσδιορισμός του φυσικού προσώπου που ενήργησε για την εταιρεία δεν συνιστά μέρος του ουσιώδους γεγονότος που αναφέρεται στο δικόγραφο, που είναι τα όσα αποδίδονται στην εφεσίβλητη και των οποίων δεν ζητά περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες ακόλουθα των οποίων ενδεχόμενα να αποκαλύπτετο και το φυσικό πρόσωπο που ενήργησε εκ μέρους της. Η προκειμένη υπόθεση θεωρούμε ότι εμπίπτει στα πλαίσια της Temperton, ανωτέρω, στην οποία η αποκάλυψη των ονομάτων των υπαλλήλων τους οποίους, όπως ισχυρίζετο ο ενάγων, είχαν επηρεάσει οι εναγόμενοι, δεν επιδιώκετο προς διευκρίνιση ισχυρισμού ουσιώδους γεγονότος επί του οποίου εβασίζετο η δικογραφική στοιχειοθέτηση του αγώγιμου δικαιώματος του ενάγοντα αλλά προφανώς προς αποκάλυψη της μαρτυρίας που θα απεδείκνυε την απαίτηση με βάση τη δικογραφία. Ούτε μπορεί να δικαιολογηθεί η παροχή λεπτομερειών που ουσιαστικά συνιστά αποκάλυψη μαρτυρίας διότι κάτι τέτοιο θα διευκολύνει τον αντίδικο στην παρουσίαση της υπόθεσης του, όπως ουσιαστικά επιδιώκεται από την εφεσίβλητη. Η εφεσίβλητη γνωρίζει ποια υπεράσπιση προβάλλει ο εφεσείων και έγκειται σε αυτή να παρουσιάσει οποιαδήποτε μαρτυρία θεωρεί ότι μπορεί να την αντιστρατεύεται, όπως και ο εφεσείων, ισχυριζόμενος την υπεράσπιση αυτή, έχει ο ίδιος το βάρος απόδειξης της. Οι μάρτυρες που θα παρουσιασθούν στα πλαίσια αυτά δεν εμπίπτουν στα δικογραφικά αλλά στα αποδεικτικά πλαίσια της υπόθεσης». Στο Annual Practice (Ετήσια Πρακτική) του 1953 αναφέρονται τα ακόλουθα στην σελίδα 350: «Disclosing Names of Witnesses, etc. - If the only object of the summons be to obtain the names of witnesses or some other clue to the evidence of the other party, it will be dismissed (Temperton v. Russell, 9 T.L.R. p. 321q Briton Medical Association v. Britannia Fire Association, 59 L.T. 888). But where the information asked for is clearly necessary to enable the applicant properly to prepare for trial, or in other respects the application is a proper one, the information must be given, even though it discloses some portion of the evidence on which the other party proposes to rely at the trial (Marriott v. Chamberlain, 17 Q,B.D. 154, 161; Zierenberg v. Labouchere [1893] 2 Q.B. pp. 187, 188, Bishop v. B., [1901] P. 325Q Wootton v. Sievier, [1913] 3 K.B. 499, C.A.; and compare Spiers & Pond, Ltd, v. John Bull Ltd.
(1916), 114 L.T. 641; 32 T.L.R.317, C.A. .)». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Αποκάλυψη ονομάτων μαρτύρων κλπ. - Αν ο σκοπός της αίτησης είναι η απόκτηση των ονομάτων μαρτύρων ή για να πάρει (ο αιτητής) μια ιδέα για την μαρτυρία της άλλης πλευράς η αίτηση θα απορριφθεί (Temperton v. Russell, 9 T.L.R. p. 321q Briton Medical Association v. Britannia Fire Association, 59 L.T. 888). Όταν, όμως, η ζητούμενη πληροφορία είναι ξεκάθαρα απαραίτητη για να βοηθήσει τον αιτητή να προετοιμαστεί κατάλληλα για την δίκη ή το αίτημα είναι ένα κατά τα άλλα κατάλληλο αίτημα η πληροφορία πρέπει να δοθεί έστω και αν αποκαλύπτει κάποιο μέρος της μαρτυρίας επί της οποίας η άλλη πλευρά προτίθεται να στηριχθεί στην δίκη (Marriott v. Chamberlain, 17 Q,B.D. 154, 161; Zierenberg v. Labouchere [1893] 2 Q.B. pp. 187, 188, Bishop v. B., [1901] P. 325Q Wootton v. Sievier, [1913] 3 K.B. 499, C.A.; and compare Spiers & Pond, Ltd, v. John Bull Ltd.
(1916), 114 L.T. 641; 32 T.L.R.317, C.A. .)». Ενεργώντας στην βάση των αρχών που διακηρύσσουν οι πιο πάνω αυθεντίες θεωρώ ότι το αίτημα θα πρέπει να απορριφθεί. Δεν βλέπω πώς οι Ενάγοντες θα καταληφθούν εξ απίνης κατά την δίκη αν δεν γνωρίζουν εκ των προτέρων τα συγκεκριμένα πρόσωπα τα οποία ενήργησαν ως ισχυρίζονται οι Εναγόμενοι στην Υπεράσπισή τους. Η Υπεράσπιση δεν είναι αόριστη. Στις παραγράφους 4, 7, 8 και 22 της Υπεράσπισης γίνεται ικανοποιητική αναφορά στις ουσιώδεις θέσεις των Εναγόμενων ώστε οι Ενάγοντες να γνωρίζουν καλά τι ισχυρίζονται οι Εναγόμενοι, αξίζει δε να σημειωθεί ότι οι Ενάγοντες δεν ζήτησαν λεπτομέρειες αναφορικά με τα όσα οι Εναγόμενοι με τις πιο πάνω παραγράφους τους αποδίδουν. Ό,τι μόνο ζητούν είναι ονόματα προσώπων. Δεν επιδιώκουν την διευκρίνιση ουσιώδους γεγονότος που αναφέρεται στην Υπεράσπιση. Η Νομολογία κατέδειξε ότι η αποκάλυψη του ονόματος ενδεχόμενου μάρτυρα μπορεί να προκύψει όχι από μόνη της, αλλά μόνο ως επακόλουθο παροχής αναγκαίων λεπτομερειών ως προς ουσιώδες γεγονός. Ο προσδιορισμός του φυσικού προσώπου που ενήργησε και τις δύο φορές για τους Ενάγοντες ως ισχυρίζονται οι Εναγόμενοι δεν συνιστά μέρος των ουσιωδών γεγονότων. Τα ουσιώδη γεγονότα είναι αυτά που αναφέρονται στην Υπεράσπιση τα οποία αποδίδουν συγκεκριμένες ενέργειες στους Ενάγοντες και για τα οποία οι Ενάγοντες δεν ζητούν περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες. Ενδεχομένως αν ζητούνταν τέτοιες λεπτομέρειες να αποκαλύπτονταν και τα φυσικά πρόσωπα που ενήργησαν εκ μέρους των Εναγόντων. Επομένως η αποκάλυψη των ονομάτων των υπαλλήλων των Εναγόντων δεν επιδιώκεται προς διευκρίνιση ισχυρισμού ουσιώδους γεγονότος, αλλά, προφανώς, προς αποκάλυψη της μαρτυρίας που θα αποδείξει την υπεράσπιση των Εναγόμενων με βάση την δικογραφία. Η παροχή των αιτούμενων λεπτομερειών η οποία ουσιαστικά συνιστά αποκάλυψη μαρτυρίας θα διευκολύνει τον αντίδικο στην παρουσίαση της υπόθεσης του, κάτι το οποίο δεν συμμερίζεται η Νομολογία. Οι Ενάγοντες γνωρίζουν ποια υπεράσπιση προβάλλουν οι Εναγόμενοι και έγκειται στους Ενάγοντες να παρουσιάσουν οποιαδήποτε μαρτυρία θεωρούν ότι μπορεί να αντιστρατεύεται την υπεράσπιση αυτή. Όσον αφορά το «πότε» δεν χρειάζεται να λεχθεί οτιδήποτε περισσότερο από το ότι η απάντηση δίνεται μέσω της γραπτής απάντησης των συνηγόρων των Εναγόμενων ημερομηνίας 28.9.20 και της γραπτής τους αγόρευσης. Στην γραπτή δε αγόρευση των ευπαίδευτων συνηγόρων των Εναγόμενων διασαφηνίζεται πλέον ξεκάθαρα ότι οι ενέργειες που αποδίδουν οι Εναγόμενοι στους Ενάγοντες στις παραγράφους 4, 7 και 8 της Υπεράσπισης έλαβαν χώρα στις 31.5.16. Από τις παραγράφους 27 και 28 της Υπεράσπισης ζητούνται οι ακόλουθες λεπτομέρειες: «Παρακαλούμε όπως δώσετε λεπτομέρειες για τα κατ' ισχυρισμό «ποσά που χρεώθηκαν αχρεωστήτως και/ή αντισυμβατικά και/ή δόλια και/ή καταχρηστικά» και/ή για τις κατ' ισχυρισμό παράνομες και/ή αδικαιολόγητες και/ή μη συμφωνημένες επιβαρύνσεις και/ή τόκους. Ποια είναι τα ποσά και/ή οι χρεώσεις που αμφισβητούν οι Εναγόμενοι και σε ποιο ποσό συμποσούνται;». Θεωρώ ότι η παράγραφος 27 της Υπεράσπισης είναι σαφής. Τα «ποσά που χρεώθηκαν αχρεωστήτως και/ή αντισυμβατικά και/ή δόλια και/ή καταχρηστικά» είναι οι τόκοι που οι Ενάγοντες χρέωσαν και τους οποίους υπολόγισαν στην βάση του δικού τους βασικού επιτοκίου. Κάτι το οποίο επιβεβαιώνεται μέσα από την γραπτή αγόρευση των ευπαίδευτων συνηγόρων των Εναγόμενων. Οι Ενάγοντες γνωρίζουν ποια είναι τα ποσά αυτά, οπότε και δεν τίθεται ζήτημα παροχής καλύτερων λεπτομερειών. Όσον αφορά «τις κατ' ισχυρισμό παράνομες και/ή αδικαιολόγητες και/ή μη συμφωνημένες επιβαρύνσεις και/ή τόκους» και πάλι η πλευρά των Εναγόμενων με την γραπτή της απάντηση ημερομηνίας 28.9.20 στην παράκληση/επιστολή των Εναγόντων έδωσε σαφείς λεπτομέρειες. Μεταξύ άλλων παρέπεμψε στις παραγράφους 26-30 της Υπεράσπισης. Στην παράγραφο 26 της Υπεράσπισης θίγεται ως επιλήψιμη η μεταβολή του βασικού επιτοκίου των Εναγόντων και/ή του περιθωρίου και/ή της προμήθειας και/ή των χρεώσεων και/ή των εξόδων αυτών «εκτός των πλαισίων των νομισματικών και πιστωτικών κανόνων που ίσχυαν κάθε φορά, των συνθηκών αγοράς και της αξίας του χρήματος .». Στην παράγραφο 27 της Υπεράσπισης έγινε αναφορά πιο πάνω. Στην παράγραφο 28 της Υπεράσπισης γίνεται αναφορά σε χρέωση τόκων υπολογισθέντων στην βάση 360 αντί 365 ημερών. Στην παράγραφο 29 της Υπεράσπισης αναφέρεται ότι οι Ενάγοντες επέβαλαν υπερημερίες πέραν του 2% και/ή υπερημερίες που δεν αντιπροσώπευαν την πραγματική ζημιά τους και/ή επιτόκιο υπερημερίας όχι μόνο πάνω σε καθυστερήσεις αλλά πάνω σε ολόκληρα υπόλοιπα. Τέλος στην παράγραφο 30 της Υπεράσπισης αναφέρεται ότι οι Ενάγοντες ανατόκιζαν άμεσα και/ή έμμεσα περισσότερο από 2 φορές τον χρόνο. Θεωρώ ότι με τους πιο πάνω υπό των Εναγόμενων δικογραφημένους ισχυρισμούς οι οποίοι αντανακλώνται και στην γραπτή απάντηση των δικηγόρων των Εναγόμενων ημερομηνίας 28.9.20 η πλευρά των Εναγόντων δεν θα καταληφθεί εξ' απίνης στην δίκη. Οι θέσεις των Εναγόμενων είναι πλέον σαφείς, οι Εναγόμενοι εξειδίκευσαν την φύση και το είδος των υπό αυτών ισχυριζόμενων παράνομων χρεώσεων και οι Ενάγοντες δύνανται δεόντως να ετοιμάσουν την υπόθεσή τους για ακρόαση. Επίσης δεν απαιτείται από πλευράς των Εναγόμενων να καταρτίσουν λεπτομερή κατάλογο των ποσών που αμφισβητούνται ή να αποκαλύψουν το συγκεντρωτικό ποσό των παράνομων κατά τους ισχυρισμούς τους χρεώσεων. Έχοντας διασαφηνίσει οι Εναγόμενοι την φύση και το είδος των χρεώσεων που χαρακτηρίζουν ως παράνομες, αδικαιολόγητες, αντισυμβατικές και δόλιες οι Ενάγοντες είναι πλέον σε θέση να γνωρίζουν ποιες είναι οι χρεώσεις που για τους Εναγόμενους είναι επιλήψιμες οπότε και δεν χρειάζεται ή απαιτείται όπως οι Εναγόμενοι αποκαλύψουν μια-μια την κάθε χρέωση που αμφισβητούν. Οι χρεώσεις είναι, επίσης, στην σφαίρα της γνώσης των Εναγόντων οπότε οι Ενάγοντες θα είναι σε θέση να γνωρίζουν αν οποιαδήποτε χρέωση είναι νόμιμη ή παράνομη σύμφωνα με τους Εναγόμενους ύστερα από τις υπό των τελευταίων δοθείσες διασαφηνίσεις. Επίσης με τις διασαφηνίσεις των Εναγόμενων ο υπολογισμός από τους Ενάγοντες του συνολικού ποσού που αμφισβητείται από τους Εναγόμενους είναι πρόσφορος. Υπό το φως όλων των πιο πάνω το αίτημα των Εναγόντων για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες της Υπεράσπισης απορρίπτεται. Τα έξοδα που προέκυψαν από το θέμα αυτό όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των Εναγόμενων και εναντίον των Εναγόντων και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας στην πιο πάνω αγωγή. (Υπ.) ............ Π. Μιχαηλίδης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο