← Κύπρος

M.Y. OVA MOISES CONSTRUCTIONS LTD (HE 342781) ν. ΤΡΙΦΤΑΡΙΔΗΣ, Αρ. Αγωγής 3059/20, 21/7/2021

M.Y. OVA MOISES CONSTRUCTIONS LTD (HE 342781) ν. ΤΡΙΦΤΑΡΙΔΗΣ, Αρ. Αγωγής 3059/20, 21/7/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A220 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Στ. Λουκίδου-Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 3059/20 Μεταξύ: M.Y. OVA MOISES CONSTRUCTIONS LTD (HE 342781), από τη Λεμεσό Εναγόντων Και XXXXXX ΤΡΙΦΤΑΡΙΔΗΣ (Δ/Τ XXXXXX732), από τη Λευκωσία Εναγομένου -------------------- Αίτηση ημερομηνίας 18.03.2021 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 21.07.2021 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες-Αιτητές: κα Μ. Νικολάου Για Εναγόμενο-Καθ' ου η Αίτηση: κ. Μ. Βορκάς για Μιχάλης Βορκάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την ενδιάμεση αίτηση ημερ.17.12.20 οι ενάγοντες ζητούν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων τα οποία να απαγορεύουν την αποξένωση και ή επιβάρυνση περιουσιακών στοιχείων του εναγόμενου μεταξύ αυτών και του τροχόσπιτου (motorhome) με αρ. εγγραφής XXX X80. Περαιτέρω ζητούν διατάγματα αποκάλυψης της οικονομικής κατάστασης του εναγόμενου. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του ΧΧΧΧΧΧ Γιουνς διευθυντή των εναγόντων. Ο εναγόμενος την 1.2.2021 καταχώρησε ένσταση στην αναφερόμενη αίτηση η οποία υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του ίδιου καθώς και των XXXXXX Τριφταρίδου, XXXXXX Ιωαννίδου, XXXXXX Τριφταρίδη και XXXXXX Κυπριανού. Με την υπό κρίση αίτηση οι Ενάγοντες (που στο εξής θα καλούνται οι αιτητές) ζητούν Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την παρουσία των ενόρκως δηλούντων XXXXXX Τριφταρίδη και XXXXXX Τριφταρίδη για να αντεξεταστούν επί του περιεχομένου συγκεκριμένων παραγράφων των ενόρκων δηλώσεως τους καθώς και τεκμηρίων που επισυνάπτονται σε αυτές. Η αίτηση βασίζεται στους θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.38 θεσμοί 1-3, Δ.39 θεσμοί 1 και 2, Δ.48 θεσμοί 1, 2, 3 και 4

(2)στις Γενικές και Συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου. H αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του XXXXXX Γιουνς στην οποία αναφέρεται εκτεταμένα στα θέματα επί των οποίων οι ενάγοντες επιθυμούν να αντεξετάσουν τους προαναφερόμενους ενόρκως δηλούντες. Συγκεκριμένα πρόκειται για τους ισχυρισμούς που προβάλλει ο Εναγόμενος σε σχέση με τη σύναψη και τους όρους της επίδικης συμφωνίας για την πώληση ενός διαμερίσματος στη Λευκωσία. Περαιτέρω ο XXXXXX Γιουνς αναφέρει ότι, κατόπιν πληροφόρησης που έλαβε από τη δικηγόρο των αιτητών, η αιτούμενη αντεξέταση είναι αναγκαία για τους ακόλουθους λόγους: - Για να διακριβωθούν τα πραγματικά γεγονότα που επηρεάζουν τη δικαστική κρίση και την έκδοση απόφασης σε ό,τι αφορά την έκδοση των αιτούμενων προσωρινών Διαταγμάτων στη βάση της αίτησης των εναγόντων ημερομηνίας 17/12/
  1. - Επειδή είναι με αυτόν τον τρόπο που διεξάγονται οι ακροάσεις αιτήσεων με βάση τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς Περί Πολιτικής Δικονομίας. - Επειδή θα πρέπει να εφαρμοστούν οι νομικές αρχές της ισότητας των όπλων, της αναλογικότητας και της διεξαγωγής δίκαιης δίκης και συνεπώς εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα αντεξέτασης ο εναγόμενος/καθ' ου η αίτηση θα αποκομίσει, μεταξύ άλλων, δικονομικό πλεονέκτημα σε ό,τι αφορά την εκδίκαση της αίτησης των εναγόντων ημερομηνίας 17/12/2020 και θα προκληθεί αδικία στην/ πλευρά των εναγόντων/αιτητών. - Επειδή είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης και την ορθή απονομή αυτής, ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να έχει καλύτερη εικόνα επί των σχετικών επίδικων θεμάτων που αφορούν την ακρόαση της αίτησης των αιτητών ημερομηνίας 17/12/
  2. -Επειδή αποτελούν θέματα τα οποία επιβάλλεται να αντιμετωπιστούν μέσα στο πλαίσιο της αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων, κ. XXXXXX Τριφταρίδη και κ. XXXXXX Τριφταρίδη· Η αίτηση συνάντησε την ένσταση του Εναγόμενου- καθ' ου (που στο εξής θα καλείται ο καθ' ου η αίτηση). Οι λόγοι της ένστασης του είναι εμφανείς από το σώμα της γραπτής ειδοποίησης ένστασης και της ένορκης του δήλωσης που τη συνοδεύει και δεν θεωρώ σκόπιμο να επαναλάβω το περιεχόμενο της. Μεταξύ άλλων είναι η θέση του ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων και οι αιτητές δεν επικαλούνται οποιεσδήποτε ειδικές περιστάσεις που να δικαιολογούν την αιτούμενη αντεξέταση. Προβάλλεται επίσης ότι τα θέματα επί των οποίων επιζητούν να αντεξετάσουν οι αιτητές δεν εξυπηρετούν τις άμεσες ανάγκες της ενδιάμεσης διαδικασίας και έχουν ανεπίτρεπτα ως σκοπό την μείωση της γενικότερης αξιοπιστίας του εναγόμενου/καθ΄ ου η αίτηση και του XXXXXX Τριφταρίδη και/ή την ενίσχυση της αξιοπιστίας του μάρτυρα των εναγόντων. Η δυνατότητα του Δικαστηρίου να εκδώσει Διάταγμα αντεξέτασης ενόρκως δηλούντα, παρέχεται από τη Δ.39 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία προνοεί τα ακόλουθα: «Κατόπιν αιτήσεως, μαρτυρία μπορεί να δοθεί με ένορκο κατάθεση (δήλωση) αλλά το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί, κατόπιν παρακλήσεως οποιουδήποτε των διαδίκων να διατάξει την παρουσία του καταθέτη για αντεξέταση.» Εύκολα εντοπίζεται από το λεκτικό του πιο πάνω θεσμού ότι το όλο θέμα εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου στο οποίο παρέχεται η ευχέρεια να εγκρίνει ή να απορρίψει το αίτημα, ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης. Στην απόφαση Αναφορικά με την Αίτηση του RanaWahed Ali (Αρ. 1)
(2004)1 Α.Α.Δ. 1660, τονίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι άδεια αντεξέτασης επί των ενόρκων δηλώσεων δίδεται πολύ σπάνια από το Δικαστήριο και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Επίσης αναφέρθηκε ότι η αίτηση θα πρέπει να υποβάλλεται εγγράφως και να περιλαμβάνει τους λόγους για τους οποίους μια υπόθεση εντάσσεται στην κατηγορία των εξαιρετικών περιπτώσεων. Η ευρύτητα της ευχέρειας του Δικαστηρίου προκύπτει από τα όσα αποφασίστηκαν στην Αίτηση των Λευτέρη Μήλιου κ.α
(2008)1Α ΑΑΔ 280 στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Δεν έχει αμφισβητηθεί, και ορθά, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην εκδώσει το διάταγμα για αντεξέταση παρά τη σύμφωνη προς τούτο γνώμη και του ίδιου του καθ' ου στην αίτηση εκείνη Κ. Γαβριηλίδη, με δεδομένο ότι η αίτηση στηριζόταν στη Δ.39, θ.1 η οποία και παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να εγκρίνει ή να απορρίψει την αίτηση ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της. (δέστε Annual Practice 1958 σελ. 865 και Halsbury's Laws of England 3η έκδ. Τόμος 21, σελ. 418-419 παρ. 878).» Καθοδηγητικά για τον τρόπο που θα πρέπει να ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου είναι και τα όσα αποφασίσθηκαν σε ενδιάμεση απόφαση του Ε.Δ. Λευκωσίας στην Αγωγή 7123/08 ημερομ. 9.4.2009, όπου ο Δικαστής κ. Κληρίδης Πρόεδρος τότε του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ανέφερε τα ακόλουθα: "Όπως είναι γνωστό, σύμφωνα με τις πρόνοιες της νέας Δ.48 Κ.4
(2), όπως αυτή θεσπίστηκε στις 23.12.92, ουσιαστικά δεν απαιτείται ή επιτρέπεται πλέον η προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας κατά την ακρόαση ενδιάμεσης αίτησης, προς απόδειξη αμφισβητούμενων γεγονότων και ισχυρισμών. Όπως ρητά αναφέρεται στη δικονομική αυτή διάταξη, η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις, ενώ διατηρείται μόνο η δυνατότητα του διαδίκου να αντεξετάσει ομνύοντα με βάση τις πρόνοιες της Δ.39. Υπενθυμίζεται το ότι η αντεξέταση δεν διεξάγεται αυτοδίκαια, αλλά σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.39 Κ.1, το Δικαστήριο μπορεί μόνο κατόπιν αιτήματος διαδίκου να διατάξει την παρουσία ενός ομνύοντα για αντεξέταση. Τα θέματα δε επί των οποίων μπορεί να αντεξετάσει ένας διάδικος θα πρέπει να είναι περιορισμένα και να εξυπηρετούν τις άμεσες ανάγκες της ενδιάμεσης διαδικασίας και όχι να εκτείνονται επί οποιουδήποτε θέματος ήθελε υπάρξει διαφωνία ή αμφισβήτηση μεταξύ των μερών ή απλά προς το σκοπό της μείωσης της γενικότερης αξιοπιστίας ενός διαδίκου ή της ενίσχυσης της αξιοπιστίας άλλου.» Είναι συνεπώς αναγκαίο όπως η ευχέρεια αυτή ασκείται με φειδώ και σε περιπτώσεις όπου καθίσταται πρόδηλη η αναγκαιότητα έκδοσης του Διατάγματος αντεξέτασης, έτσι ώστε να μην παρακάμπτεται η αρχή ότι η διαδικασία σε ενδιάμεσες αιτήσεις διεξάγεται στη βάση της μαρτυρίας που περιέχεται στις ένορκες δηλώσεις. Σημαντικοί παράμετροι για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αποτελούν το είδος και η φύση της αίτησης και γενικά της διαδικασίας στην οποία αυτή αφορά καθώς και το κατά πόσο η αντεξέταση είναι αναγκαία και προς το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης υπό την έννοια ότι θα συμβάλει στην αποκρυστάλλωση και διασαφήνιση των ζητημάτων που θα πρέπει να αποφασισθούν στην εν λόγω διαδικασία. Με δεδομένη την αρχή που εισάγει η Δ.48 Κ.2 ότι η διαδικασία σε ενδιάμεσες αιτήσεις διεξάγεται στη βάση της μαρτυρίας που περιέχεται στις ένορκες δηλώσεις των μερών, με δυνατότητα και όχι υποχρέωση αντεξέτασης , η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να διατάξει αντεξέταση πρέπει να ασκείται στις περιπτώσεις εκείνες όπου καθίσταται πρόδηλα αναγκαίο. Συνεπώς τα θέματα επί των οποίων μπορεί να επιτραπεί τέτοια αντεξέταση θα πρέπει να είναι περιορισμένα και να εξυπηρετούν τις άμεσες ανάγκες της ενδιάμεσης διαδικασίας και όχι επί θέματος για το οποίο υπάρχει διαφωνία ή αμφισβήτηση μεταξύ των διαδίκων. Το βάρος βρίσκεται δε στους ώμους του αιτητή να παραθέσει τέτοιους λόγους, οι οποίοι να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο για τα πιο πάνω ώστε να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έκδοσης διατάγματος αντεξέτασης. Στην εξεταζόμενη περίπτωση, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να εξετάσει τα ζητήματα για τα οποία ζητείται η αντεξέταση καθώς και τη σχετικότητα τους με τη διαδικασία. Μέσα από την ένορκη δήλωση η οποία κατατέθηκε προς υποστήριξη του αιτήματος, θεωρώ πως δεν εντοπίζεται συγκεκριμένη αναφορά σε οποιεσδήποτε εξαιρετικές περιστάσεις, ούτε σε επαρκείς λόγους που να δικαιολογούν το αίτημα για αντεξέταση ως απαιτεί η σχετική νομολογία. Εκείνο που επικαλούνται οι αιτητές είναι ότι συγκεκριμένες αναφορές των ενόρκως δηλούντων ως προς τα γεγονότα δεν είναι αληθείς. Συνεπώς με την αιτούμενη αντεξέταση εκείνο που ουσιαστικά επιζητείται είναι η επίλυση αμφισβητούμενων γεγονότων που άπτονται της ουσίας της υπόθεσης. Περαιτέρω θα πρέπει να σημειωθεί ότι η μη αμφισβήτηση γεγονότων ένορκης δήλωσης από την αντίδικη πλευρά, δεν οδηγεί χωρίς άλλο σε αποδοχή τους. Στην προκειμένη περίπτωση τα θέματα για τα οποία ζητείται η αντεξέταση δεν αφορούν την ενδιάμεση διαδικασία αλλά τη γενικότερη διαφορά σε ζητήματα πραγματικά που αφορούν την ουσία της υπόθεσης των διαδίκων και τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς τους τα οποία και θα απασχολήσουν το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της αγωγής. Είναι νομολογημένο ότι το Δικαστήριο στο στάδιο που εξετάζει αίτημα για την έκδοση προσωρινού διατάγματος όπως στην προκειμένη περίπτωση δεν πρόκειται να διεξέλθει τη μαρτυρία με γνώμονα τη διαπίστωση γεγονότων ή την τελεσίδικη αξιοπιστία της (Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980). Το Δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει τα στοιχεία εκείνα που θεωρούνται απαραίτητα για την θεμελίωση των προϋποθέσεων που τάσσει η νομολογία για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Υπογραμμίζω επίσης πως στο στάδιο που το Δικαστήριο εξετάζει αίτημα για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων δεν αναμένεται να αξιολογήσει την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του και πρέπει να αποφύγει την αναλυτική εξέταση των επίδικων θεμάτων της αγωγής. Καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Beograbska Banka
(1999)1(A) A.A.Δ. 225 όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εξεταστεί η ουσία της. Ενώ στην υπόθεση P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 A.A.Δ. 1802 αναφέρθηκε ότι σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Στην παρούσα περίπτωση, εάν επιτραπεί η αιτούμενη αντεξέταση, κρίνω ότι αναπόφευκτα θα αναγκάσει το Δικαστήριο να ασχοληθεί με τις διιστάμενες θέσεις των διαδίκων σε σχέση με τα γεγονότα που αφορούν την επίδικη συμφωνία πώλησης, τα οποία και αποτελούν την ουσία της διαφοράς, κάτι που θα συνιστούσε παρέκκλιση από τα πλαίσια που θέτει η νομολογία κατά την εξέταση προσωρινών διαταγμάτων. Πρέπει επίσης να τονίσω ότι ο σκοπός μιας τέτοιας αίτησης όπως η παρούσα δεν πρέπει να είναι να πληγεί η αξιοπιστία του ενόρκως δηλούντα ή να αντληθεί μαρτυρία με σκοπό να χρησιμοποιηθεί στην κυρίως διαδικασία. Στη βάση των πιο πάνω κρίνεται συνεπώς ότι υπό τις περιστάσεις, η παρούσα υπόθεση δεν εντάσσεται στην κατηγορία των περιπτώσεων που θα πρέπει να επιτραπεί η αντεξέταση. Οι Αιτητές απέτυχαν να δείξουν καλό λόγο, με βάση τον οποίο θα ήταν δυνατή η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς την κατεύθυνση της παροχής άδειας για οποιαδήποτε αντεξέταση. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του καθ' ου η αίτηση και εναντίον των αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας εκδίκασης της αγωγής. (Υπ.) ............. Στ. Λουκίδου-Βασιλείου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.