← Κύπρος

Καλογερόπουλος ν. Νεοφύτου κ.α., Αρ. Αγωγής: 3534/14, 28/7/2021

Καλογερόπουλος ν. Νεοφύτου κ.α., Αρ. Αγωγής: 3534/14, 28/7/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A222 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Στ. Λουκίδου-Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3534/14 Μεταξύ: XXXXXX Καλογερόπουλος, από τη Λεμεσό Ενάγων Και XXXXXX Νεοφύτου, από τη Λευκωσία Radiostage Company Ltd, από τη Λευκωσία XXXXXX Χαραλάμπους, από το Κάτω Πύργο Εναγομένων -------------------- Αίτηση ημερομηνίας 01.12.2020 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 28.07.2021 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητή-Εναγόμενο 3: κα Ρ. Φιλίππου για Άριστος Δαμιανού & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ου η Αίτηση-Ενάγοντα: κ. Π. Κλεοβούλου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με τη παρούσα αίτηση ο Εναγόμενος 3 ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου που να παραμερίζει και/ή να ακυρώνει (set aside) το διάταγμα και/ή την απόφαση επαναφοράς της παρούσας αγωγής που εκδόθηκε την 08/07/2019. Η αίτησις βασίζεται επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ. 8

(4), Δ.48 Θ. 1-9, 11-13, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο του 1960 (14/1960) άρθρο 31, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο άρθρο 9, στις Αρχές της Φυσικής Δικαιοσύνης, στην νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου, στην πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι λόγοι για τους οποίους ζητείται η ο παραμερισμός του διατάγματος επαναφοράς της αγωγής αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και συγκεκριμένα του XXXXXX Παρμάτζια δικηγόρου που μέχρι τον Ιούλιο του 2010 εργαζόταν στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Εναγόμενο
  1. Δεν θεωρώ σκόπιμο να επαναλάβω το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης αλλά αναφορά θα γίνει στη συνέχεια εκεί που κρίνεται αναγκαίο. Η αίτηση αντιμετώπισε την ένσταση του Ενάγοντα που βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, Δ.39, Δ.48 Θ. 1 - 4, 8 και 9 και Δ.64, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 31 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν14/1960), στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στη σχετική Νομολογία, στις συμφυείς εξουσίες, στην πρακτική του Δικαστηρίου, όπως επίσης και στον Δικαστηριακό Φάκελο της υπόθεσης. Οι λόγοι της ένστασης είναι εμφανείς από το σώμα της γραπτής ειδοποίησης ένστασης και το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Ενάγοντα που τη συνοδεύει της οποία επίσης δεν θεωρώ σκόπιμο να επαναλάβω το περιεχόμενο της αλλά αναφορά θα γίνει εκεί που κρίνεται αναγκαίο. Πριν προχωρήσω με την εξέταση της αίτησης θεωρώ χρήσιμο να καταγράψω ότι όπως προκύπτει και από τον φάκελο του Δικαστηρίου την 5.7.2018 η υπόθεση τέθηκε από το Πρωτοκολλητείο ενώπιον του Δικαστηρίου (με άλλη σύνθεση τότε) και η αγωγή απορρίφθηκε λόγω μη καταχώρησης έκθεσης απαίτησης βάσει της Δ.26 Θ.
  2. Εντούτοις η αγωγή παρά την απόρριψη της εξακολουθούσε να ορίζεται σε διάφορες ημερομηνίας και να καταχωρούνται δικόγραφα καθώς και να λαμβάνονται άλλα διαδικαστικά διαβήματα μέχρι την 24/06/
  3. Συγκεκριμένα μετά από την καταχώρηση αίτησης εκ μέρους του Ενάγοντα για απόφαση λόγω μη καταχώρησης υπεράσπισης τις 24/01/2019 καταχωρήθηκε η υπεράσπιση των Εναγόμενων 1 και 2 και την 01/02/2019 καταχωρήθηκε η απάντηση στην εν λόγω υπεράσπιση. Την 13/03/2019 καταχωρήθηκε η υπεράσπιση του Εναγόμενου 3 και την 28/03/2019 καταχωρήθηκε η απάντηση στην εν λόγω υπεράσπιση. Την 04/04/2019 καταχωρήθηκε αίτηση ορισμού και το Δικαστήριο με ειδοποίηση του ημερομηνίας 10/04/2019 όρισε την Αγωγή για οδηγίες την 10/05/2019 ημερομηνία κατά την οποία εκδόθηκε διάταγμα καταχώρησης ένορκης αποκάλυψης εγγράφων από όλες τις πλευρές. Την 04/06/2019 και 06/06/2019 καταχωρήθηκαν οι Ένορκες Δηλώσεις αποκάλυψης εγγράφων και την 21/06/2019 η Αγωγή ορίστηκε για Ακρόαση στις 14/02/
  4. Την 24ην Ιουνίου 2019 το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η αγωγή είχε απορριφθεί από τις 5.7.2018 και με σχετικό πρακτικό ακύρωσε την ημερομηνία ακρόασης. Οι δικηγόροι του Ενάγοντα αφού προφανώς πληροφορήθηκαν ότι η αγωγή φαινόταν στα πρακτικά του δικαστηρίου ότι είχε απορριφθεί από τις 05/07/2018, την 27/06/2019 καταχώρησαν μονομερή αίτηση βάσει της οποία και εκδόθηκε το διάταγμα επαναφοράς της Αγωγής ημερομηνίας 08/07/
  5. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την εν λόγω αίτηση επαναφοράς της αγωγής, αναφέρεται ότι μετά από σχετική ειδοποίηση του Πρωτοκολλητείου ημερομηνίας 11.9.2017 η έκθεση απαίτησης καταχωρήθηκε στις 23.10.17, ήτοι εννέα μήνες πριν από την απόρριψη της αγωγής. Περιγράφονται επίσης όλα τα δικονομικά διαβήματα που ακολούθησαν μετά από την ημερομηνία απόρριψης της αγωγής όπως αυτά περιγράφονται πιο πάνω και επιπρόσθετα ότι ζητήθηκαν από τους Εναγόμενους και δόθηκαν περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες οι οποίες και βρίσκονται καταχωρημένες στο φάκελο του Δικαστηρίου. Η αίτηση για την επαναφορά της αγωγής ήταν ορισμένη στις 4.7.2019 και παρέμεινε για εξέταση στις 8.7.2019, ημερομηνία κατά την οποία το Δικαστήριο (με άλλη σύνθεση τότε) αφού άκουσε το δικηγόρο του Ενάγοντα ενέκρινε τη μονομερή αίτηση για την επαναφορά της αγωγής εκδίδοντας την ακόλουθη απόφαση την οποία κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσια. «Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.26, Κανονισμοί 13 και 14, Δ.48, στο Κεφ. 6 στον περί Δικαστηρίων Νόμων και στις εγγενείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από την ένορκη δήλωση του XXXXX Γεωργίου δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο του δικηγόρου που εκπροσωπεί των ενάγοντα. Στην ένορκη δήλωση του αναφέρει το ιστορικό της υπόθεσης, και πως ουσιαστικά η εν λόγω αγωγή έχει απορριφθεί. Βασικός άξονας της θέσης του ενάγοντα είναι ότι η αγωγή απορρίφθηκε εκ λάθους την στιγμή που η έκθεση απαίτησης είχε καταχωριστεί από τις 23.10.17 και πάντα ότι εκ λάθους του Πρωτοκολλητείου δεν είχε τεθεί στο φάκελο του Δικαστηρίου. Υπάρχει όμως η ένορκη δήλωση επίδοσης της έκθεσης απαίτησης η οποία είναι κατατεθειμένη στο φάκελο. Το Δικαστήριο στις 5.7.18 δηλαδή μετά παρέλευσης 9 μηνών από την καταχώριση της έκθεσης απαίτησης είχε απορρίψει την αγωγή. Να σημειωθεί εδώ ότι ο κ. Κλεοβούλου είχε αναφέρει ότι το λάθος φαίνεται και από την πορεία που ακολούθησε η υπόθεση και παρά την απόρριψη της καταχωρίστηκαν μετέπειτα δικόγραφα και η υπόθεση είχε οριστεί για τις 14.2.20 για ακρόαση. Το ερώτημα που έχει τεθεί από πλευράς Δικαστηρίου ήταν κατά πόσο είναι από τις περιπτώσεις όπου θα πρέπει η αίτηση για επαναφορά να επιδοθεί στους καθ' ων η αίτηση - εναγόμενους. Η θέση του κ. Κλεοβούλου ήταν ότι τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση θα πρέπει να οδηγήσουν το Δικαστήριο στην αποφυγή από το ίδιο να δώσει οδηγίες όπως η αίτηση επιδοθεί ενόψει του ότι και η ίδιοι οι εναγόμενοι δεν έχουν λάβει γνώση του ότι η αγωγή έχει απορριφθεί και αυτό φαίνεται από την μετέπειτα διαδικασία αλλά και για να αποφυγή της πολυπλοκότητας των διαδικασιών. Ουσία είναι η απονομή της δικαιοσύνης και όχι η τυπολατρική προσέγγιση των θεσμών. Είναι δεδομένο ότι η αγωγή είχε απορριφθεί στις 5.7.18 και ο λόγος ήταν ότι δεν είχε λάβει μέτρα για προώθηση της αγωγής του ο ενάγοντας. Στο φάκελο όμως του Δικαστηρίου δεν υπάρχει κατατεθειμένη έκθεση απαίτησης χωρίς φυσικά το Δικαστήριο να γνωρίζει τον λόγο που δεν υπάρχει κατατεθειμένη. Εν τούτοις όμως υπάρχει ένορκη δήλωση επίδοσης της έκθεσης απαίτησης η οποία φαίνεται να είχε καταχωριστεί στις 23.10.
  6. Δηλαδή 9 μήνες πριν την απόρριψη της αγωγής. Περαιτέρω ακόμη και μετά την απόρριψη της αγωγής η διαδικασία είχε προχωρήσει, είχε καταχωριστεί αίτηση για απόφαση εναντίον των εναγομένων ημερομηνίας 29.12.18, καταχωρίστηκαν δικόγραφα όπου η υπεράσπιση των εναγομένων 1 και 2, απάντηση στην υπεράσπιση από πλευράς ενάγοντα και όπως και η έκθεση υπεράσπισης του εναγομένου 3 με τελική κατάληξη η υπόθεση να έχει οριστεί για ακρόαση 14.2.
  7. Φαίνεται ότι ούτε από πλευράς ενάγοντα ούτε από πλευράς εναγομένων 1,2 και 3 υπήρχε η αντίληψη ότι η αγωγή αυτή είχε απορριφθεί από τον Ιούλιο του 2018 εξού και η ακολουθητέα διαδικασία. Με βάση αυτό το δεδομένο αλλά και το ότι φαίνεται ότι η απαίτηση έχει καταχωριστεί από τον Οκτώβριο του 2017 κρίνω ότι το Δικαστήριο ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια μπορεί να εκδώσει διάταγμα χωρίς να δώσει οδηγίες για επίδοση της αίτησης στους εναγόμενους των οποίων τα δικαιώματα δεν πλήττονται καθ' οιονδήποτε τρόπο. Έχουν καταχωρίσει την υπεράσπιση τους και όλα τα επίδικα θέματα θα εξεταστούν κατά την ακρόαση της υπόθεσης που θα λάβει χώρα 14.2.20.» Η πλευρά του Εναγόμενου 3 όπως προκύπτει από τα γεγονότα που περιγράφονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, αρχές Φεβρουάριου του 2020 ενημερώθηκε από Λειτουργό του Τμήματος Αστικών Υποθέσεων του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ότι η αγωγή είχε απορριφθεί από το Δικαστήριο στις 05/07/2018 λόγω μη προώθησης της. Περαιτέρω ενημερώθηκε από τον ίδιο Λειτουργό ότι στις 08/07/2019 το Δικαστήριο αποφάσισε την επαναφορά της αγωγής μετά από σχετική αίτηση του Ενάγοντα. Ουδέποτε ειδοποιήθηκε προηγουμένως με οιονδήποτε τρόπο για την απόρριψη της πιο πάνω αγωγής από το Δικαστήριο και ακολούθως για την επαναφορά της. Κατόπιν τούτου έγινε έρευνα στο φάκελο του Δικαστηρίου από τους δικηγόρους του Εναγόμενου 3 και ζητήθηκε η αποστενογράφηση των πρακτικών της δικασίμου ημερομηνίας 08/07/2019 κατά την οποία εκδόθηκε το διάταγμα επαναφοράς της αγωγής Ο λόγος για τον οποίον σύμφωνα με τον Εναγόμενο 3 θα πρέπει να παραμερισθεί το προσβαλλόμενο διάταγμα επαναφοράς της αγωγής, επικεντρώνεται στο γεγονός ότι τούτο εκδόθηκε κατόπιν μονομερούς αίτησης, ενώ, με βάση τη Δ.48 θα έπρεπε να καταχωρηθεί δια κλήσεως έτσι ώστε να του δοθεί η ευκαιρία να ακουστεί. Προβάλλεται συγκεκριμένα ότι η εν λόγω αίτηση θα έπρεπε να είχε γίνει δια κλήσεως, αφού δεν εμπίπτει στις αιτήσεις που οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας ορίζουν ότι μπορούν να γίνουν μονομερώς. Είναι η θέση του Εναγόμενου 3 ότι το Δικαστήριο λανθασμένα ή/και καθ' υπέρβαση των εξουσιών του ή/και έκδηλης νομικής πλάνης αναφορικά με την τήρηση του Νόμου και των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ή/και κατά παράβαση της φυσικής δικαιοσύνης εξέδωσε το διάταγμα ημερομηνίας 08/07/2019 για επαναφορά της αγωγής, αφού θα έπρεπε να διατάξει όπως η αίτηση επιδοθεί στους Εναγόμενους ούτως ώστε να ασκήσουν το θεμελιώδες δικαίωμα τους να ακουστούν. Η πλευρά του Ενάγοντα με την ένσταση του προβάλλει μεταξύ άλλων πως η υπό κρίση αίτηση αποβλέπει στην καθυστέρηση της εκδίκασης της αγωγής και ότι ο Εναγόμενος 3 με τη συμπεριφορά του αποδέχθηκε την επαναφορά της αγωγής. Είναι η θέση του ότι το διάταγμα επαναφοράς της αγωγής ημερομηνίας 08/07/2019 εκδόθηκε δυνάμει μονομερούς αίτησης για να διορθωθεί το λάθος του Πρωτοκολλητείου και να αποκατασταθεί η αδικία που προκλήθηκε σε βάρος του. Ισχυρίζεται ότι το λάθος ή παράλειψη του λειτουργού του Δικαστηρίου να θέσει στον φάκελο της υπόθεσης την Έκθεση Απαίτησης του, δεν μπορεί να δημιουργήσει δικαιώματα στον Αιτητή. Υποστηρίζει επίσης ότι το λάθος του Πρωτοκολλητείου να μην τοποθετήσει την Έκθεση Απαίτησης στο φάκελο του Δικαστηρίου δεν μπορεί να αποτελέσει το έρεισμα για να οικοδομήσει δικαιώματα ο Εναγόμενος 3 και το Δικαστήριο ορθώς έπραξε, και αποκατέστησε την εις βάρος του αδικία, διορθώνοντας το λάθος. Περαιτέρω ο Ενάγοντας στην ένορκη του δήλωση αναφέρεται αναλυτικά στο ιστορικό της υπόθεσης και στα διαδικαστικά διαβήματα που λήφθηκαν μετά την απόρριψη της αγωγής, όπως αυτά περιγράφονται πιο πάνω. Τέλος ισχυρίζεται ότι η υπό κρίση αίτηση υποβλήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση. Τούτο διότι ενώ ο δικηγόρος του με επιστολή ημερ. 10/02/2020 απάντησε στην επιστολή του δικηγόρου του Εναγόμενου 3 ημερ.6.2.2020, ο τελευταίος δεν επικαλέστηκε οιανδήποτε παρατυπία στη διαδικασία επαναφοράς της αγωγής και αποδέχθηκε να ορισθεί η αγωγή για Ακρόαση. Η ακρόαση της αίτησης περιορίσθηκε στις ένορκες δηλώσεις και τις αγορεύσεις των συνηγόρων των δύο πλευρών οι οποίες και έχουν μελετηθεί από το Δικαστήριο. Ήταν εισήγηση του δικηγόρου του Καθ' ου η Αίτηση ότι η υπό κρίση αίτηση επιζητεί να μετατρέψει το παρόν Δικαστήριο σε εφετείο. Προς τούτο είναι η θέση του ότι σύμφωνα με τη δικονομία και τις θεμελιώδεις αρχές λειτουργίας των Δικαστηρίων, απόφαση Δικαστηρίου ανατρέπεται μόνο με απόφαση Εφετείου. Στη βάση συνεπώς των πιο πάνω θα πρέπει πρωταρχικά να εξεταστεί αν παρέχεται στο Δικαστήριο εξουσία να παραμερίσει το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα ημερομηνίας 8.7.2019 με το οποίο διατάχθηκε η επαναφορά της αγωγής. Στην υπόθεση Έλλη Νικολαΐδου ν. Νίκου Αττίπα κ.α.
(1999)1 ΑΑΔ 1620 οι εναγόμενοι / εφεσίβλητοι με αίτηση διά κλήσεως ζήτησαν και εξασφάλισαν από το επαρχιακό δικαστήριο την ακύρωση εντάλματος κατοχής ακινήτου που εκδόθηκε από το Δικαστήριο κατόπιν μονομερούς αιτήσεως που είχε υποβληθεί από τους ενάγοντες / εφεσείοντες. Η εν λόγω αίτηση βασιζόταν στην Δ.48, θ.8
(4)των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε ότι παρείχετο δικαιοδοσία για την ακύρωση του εντάλματος κατοχής δυνάμει του πιο πάνω θεσμού. Οι εφεσείοντες αμφισβήτησαν την ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης. Υποστήριξαν, μεταξύ άλλων, πρώτο, πως η ανάληψη δικαιοδοσίας και η επακόλουθη έγκριση της αίτησης ισοδυναμούσε με ανεπίτρεπτη αναθεώρηση δικαστικής απόφασης από ομόβαθμο δικαστήριο ως εάν αυτό να ήταν δευτεροβάθμιο. Δεύτερο, ότι η χορήγηση της άδειας από το επαρχιακό δικαστήριο, όσο και αν εκδόθηκε μετά από ex parte αίτηση, σήμαινε το τέλος του θέματος σε ό,τι αφορούσε στο επαρχιακό δικαστήριο. Τέλος, ότι δικαιοδοσία παραμερισμού της χορηγηθείσας άδειας και του εντάλματος κατοχής είχε μόνο το Ανώτατο Δικαστήριο με προνομιακό ένταλμα. Το Εφετείο απέρριψε τα επιχειρήματα των εφεσειόντων και επιδοκίμασε την πρωτόδικη κρίση. Πιο κάτω παρατίθεται αυτούσιο απόσπασμα από την σελίδα 1626 της απόφασης: «Η Δ.48, θ.8
(4)αφορά σε κάθε διάταγμα που εκδίδεται ex parte. Ακολουθεί την απαρίθμηση των περιπτώσεων στις οποίες είναι δυνατόν να χορηγηθεί θεραπεία ex parte, στις οποίες περιλαμβάνεται σειρά κανονισμών για την χορήγηση άδειας. Δεν διακρίνομε κανένα λόγο για διαφοροποίηση ανάλογα με το αν το διάταγμα έχει ως περιεχόμενο την χορήγηση άδειας ή οτιδήποτε άλλο από τα προσδιοριζόμενα. Στόχος της Δ.48, θ.8
(4)εμφανώς είναι η παροχή δυνατότητας επανεξέτασης θέματος που ρυθμίστηκε ex parte, όταν εκείνος που επηρεάζεται επιθυμεί να ασκήσει το θεμελιώδες δικαίωμά του να ακουσθεί με προοπτική την ακύρωση ή την διαφοροποίησή του. Η έκδοση εντάλματος κατοχής μπορεί να γίνει ex parte, όπως ρητά ορίζει η Δ.43 Α, και οι εφεσίβλητοι, ως επηρεαζόμενοι, είχαν την δυνατότητα να επιδιώξουν τον παραμερισμό της δυνάμει της Δ.48, θ.8
(4).». Σύμφωνα με το Εφετείο το πρωτόδικο δικαστήριο παραμερίζοντας το προηγούμενο διάταγμά του, που είχε εκδοθεί μονομερώς, δεν προέβη σε αναθεώρηση προηγούμενης απόφασής του. Κρίθηκε δε, πως εφόσον το επαρχιακό δικαστήριο είχε διαπιστώσει ατέλεια που δεν θεραπεύθηκε με κατάλληλο δικονομικό διάβημα, ο παραμερισμός ήταν υπό τις περιστάσεις η ορθή προσέγγιση. Καθίσταται σαφές από τα πιο πάνω, ότι η Δ.48, θ.8
(4)των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, επί της οποία στηρίζεται η υπό κρίση αίτηση, παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία να παραμερίσει διάταγμά του που εκδόθηκε μονομερώς (Βλ., επίσης, Re Ανδρέα Πεδίου, Αίτηση Αρ. 165/04
(2004)1 ΑΑΔ 1995, Re Αντώνη Βούρου, Αίτηση Αρ. 70/03
(2003)1 ΑΑΔ 1176 και Re Αδάμου Μανώλη κ.α., Αίτηση Αρ. 114/04
(2004)1 ΑΑΔ 1443). Στην Re Εταιρεία Ξάνθος Λυσιώτης και Υιός Λτδ, Αίτηση Αρ. 131/96
(1996)1 ΑΑΔ 822 λέχθηκε, ότι διάταγμα που εκδόθηκε κατόπιν μονομερούς αιτήσεως μπορεί να προσβληθεί δυνάμει της Δ.48, θ.8
(4)μόνο με αίτηση διά κλήσεως και όχι μονομερώς (Βλ., επίσης, In the matter of application by Julia Hadjisoteriou
(1986)1 CLR 429). Περαιτέρω, στην υπόθεση Γιαννάκης Έλληνας ν. Ανδρέα Χριστοδούλου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 438 διασαφηνίσθηκε, ότι η διαδικασία διά κλήσεως δυνάμει της Δ.48, θ.8
(4)δεν συναρτάται με το πρόσωπο του Δικαστή, ο οποίος επιλήφθηκε προηγουμένως του θέματος κατόπιν μονομερούς αιτήσεως. Με άλλα λόγια, εξουσία για παραμερισμό διατάγματος δεν έχει μόνο ο Δικαστής που επιλήφθηκε της μονομερούς αιτήσεως στην βάση της οποίας εκδόθηκε το προσβαλλόμενο διάταγμα. Αξίζει να σημειωθεί, ότι η λειτουργία της Δ.48, θ.8
(4)δεν περιορίζεται μόνο στις μονομερείς αιτήσεις που εξειδικεύονται στην παράγραφο
(1)του θεσμού 8. Κατά μείζονα λόγο η δυνατότητα λειτουργίας της παραγράφου
(4)παρέχεται και εκεί όπου διάταγμα εκδόθηκε σε μονομερή αίτηση αναγόμενη έξω από την σφαίρα της παραγράφου
(1)του θεσμού 8, το δε γεγονός αυτό σε καμία περίπτωση δεν εκθεμελιώνει την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Το αντίθετο θα ήταν ασυμβίβαστο με την ευρύτητα του λεκτικού της παραγράφου
(4)του θεσμού 8 (Βλ. Γιαννάκης Έλληνας ν. Ανδρέα Χριστοδούλου κ.α. πιο πάνω). Υπό το φως των πιο πάνω κρίνεται πως το Δικαστήριο έχει την εξουσία να επανεξετάσει το ζήτημα αν καλώς εκδόθηκε το αναφερόμενο διάταγμα επαναφορά της αγωγής. Όπως και πιο πάνω υπογραμμίζεται ο λόγος, για τον οποίον σύμφωνα με τον Εναγόμενο 3 θα πρέπει να παραμερισθεί το διάταγμα επαναφοράς της αγωγής επικεντρώνεται μόνο στο γεγονός ότι εκδόθηκε κατόπιν μονομερούς αίτησης ενώ με βάση τη Δ.48, η αίτηση θα έπρεπε να καταχωρηθεί δια κλήσεως έτσι ώστε να του δοθεί η ευκαιρία να ακουστεί. Είναι δεδομένο ότι η αίτηση για την επαναφορά αγωγής δεν συγκαταλέγεται στις αιτήσεις που μπορούν να καταχωρηθούν μονομερώς σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.48
(8)
  1. Αποτελεί περαιτέρω γεγονός ότι με την έγκριση της επαναφοράς της αγωγής στη βάση μονομερούς αίτησης δεν δόθηκε στον Εναγόμενο 3 το δικαίωμα να ακουστεί. Αφετέρου όμως σημειώνεται και είναι σημαντικό ότι η πλευρά του Εναγόμενου 3 δεν αμφισβήτησε με οποιονδήποτε τρόπο και συνεπώς παρέμεινε αναντίλεκτο ότι η έκθεση απαίτησης καταχωρήθηκε στις 23.10.2017 αλλά εκ παραδρομής ή λάθους δεν είχε τεθεί στον φάκελο του Δικαστηρίου. Όπως άλλωστε διαπιστώνεται αλλά υπογραμμίζεται και στην απόφαση του Δικαστηρίου ημερ.8.7.2019 στο φάκελο υπάρχει ένορκη δήλωση επίδοσης προς τον Εναγόμενο 3 πιστού αντιγράφου της έκθεσης απαίτησης η οποία φαίνεται να είχε καταχωριστεί στις 23.10.17, δηλαδή εννέα μήνες πριν την απόρριψη της αγωγής. Όπως βέβαια υπογραμμίζεται στην απόφαση του ημερ. 8.7.2019 το Δικαστήριο δεν μπορούσε να γνωρίζει τον συγκεκριμένο λόγο που δεν τοποθετήθηκε η έκθεση απαίτησης στο φάκελο της υπόθεσης, αλλά διαπιστώθηκε τόσο η επίδοση της όσο και η συνέχιση καταχώρησης δικογράφων αλλά και άλλων διαδικαστικών μέτρων που περιγράφονται πιο πάνω με την ολοκλήρωση των οποίων η υπόθεση ορίσθηκε για ακρόαση. Υπό αυτές τις συγκεκριμένες και ιδιάζουσες θα έλεγα περιστάσεις κρίνω συνεπώς ότι ο Εναγόμενος 3, πλην της γενικής αναφοράς του ότι στερήθηκε του δικαιώματος του να ακουστεί στην αίτηση επαναφοράς της αγωγής, είχε καθήκον να αναφέρει στο Δικαστήριο επί της ουσίας και συγκεκριμένα ποια θα ήταν η θέση του και τι συγκεκριμένα θα αντέτεινε, στη περίπτωση που εμφανιζόταν στην αίτηση επαναφοράς της αγωγής. Αντίθετα στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση του, δεν εντοπίζεται να προβάλλονται συγκεκριμένοι λόγοι που να καταδεικνύουν ότι υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις με την επαναφορά της αγωγής έχουν πληγεί τα οποιαδήποτε δικαιώματα του. Συνεπώς δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή στη συγκεκριμένη περίπτωση η εισήγηση του δικηγόρου του Εναγόμενου 3 ότι η αποστέρηση του δικαιώματος του να ακουστεί καθιστά την απόφαση επαναφοράς της αγωγής εξ υπαρχής άκυρη. Ακόμα κάτι που εγείρεται με την ένσταση του Ενάγοντα και κρίνω ότι θα πρέπει να εξεταστεί είναι και η καθυστέρηση που παρατηρείται στην υποβολή του αιτήματος. Ενώ ο Εναγόμενος 3 δηλώνει ότι πληροφορήθηκε την απόρριψη και την επαναφορά της αγωγής από τις αρχές Φεβρουαρίου του 2020, εντούτοις, η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε την 1.12.2020 δηλαδή δέκα μήνες αργότερα. Προφανώς για να δικαιολογηθεί η καθυστέρηση προβάλλονται εκ μέρους του Εναγόμενου 3 οι διάφορες ενέργειες των δικηγόρων του προς διεξαγωγή έρευνας στο φάκελο του Δικαστηρίου, οι οποίες όμως δεν κρίνονται υπό τις περιστάσεις ικανοποιητικός λόγος που να δικαιολογεί την τόσο μεγάλη καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος. Καταλήγω συνεπώς ότι υπό τις περιστάσεις η αίτηση υποβλήθηκε με καθυστέρηση. Επιπρόσθετα είναι εισήγηση του Ενάγοντα ότι ο Εναγόμενος 3 με τη συμπεριφορά του αποδέχθηκε την επαναφορά της αγωγής. Για το ζήτημα αυτό που συνδέεται θεωρώ και με την καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης σημειώνονται τα ακόλουθα τα οποία κρίνω ότι συνηγορούν υπέρ της πιο πάνω εισήγησης της πλευράς του Ενάγοντα. Στις 20.10.2020 που η αγωγή ήταν ορισμένη για ακρόαση, η πλευρά του Εναγόμενου 3 υπέβαλε αίτημα αναβολής της ακρόασης για προσωπικούς λόγους το οποίο και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο με αποτέλεσμα η ακρόαση να αναβληθεί για τις 27.11.
  2. Δεν μπορεί να παραγνωρισθεί και είναι σημαντικό ότι κατά την ως άνω ημερομηνία, ήτοι στις 20.10.2020, η πλευρά του Εναγόμενου 3 ζήτησε την αναβολή της ακρόασης της αγωγής, (η υπογράμμιση δική μου) παραλείποντας να κάνει οποιανδήποτε αναφορά και ή να εγείρει ζήτημα για την απόρριψη και την επαναφορά της αγωγής που προηγήθηκαν και που, σύμφωνα πάντα με τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση του, είναι ξεκάθαρο ότι ήταν εν γνώση του και ενώ είχε ήδη διεξαχθεί από τους δικηγόρους του και η έρευνα στο φάκελο της υπόθεσης. Εξετάζοντας συνεπώς όλα τα πιο πάνω δεδομένα και τα ιδιαίτερα περιστατικά της συγκεκριμένης υπό εξέταση περίπτωσης και συνυπολογίζοντας αυτά με την απουσία συγκεκριμένου λόγου δυσμενούς επηρεασμού των δικαιωμάτων του Εναγόμενου 3, κρίνω ότι αποτελούν επαρκή στοιχεία που να συνηγορούν υπέρ της απόρριψης του αιτήματος του για τον παραμερισμό του διατάγματος επαναφοράς της αγωγής. Εναπόκειται σε κάθε περίπτωση στο εκδικάζον δικαστήριο η εξέταση θέματος επαναφοράς αγωγής υπό το φως των συγκεκριμένων λόγων που προβάλλονται σε κάθε περίπτωση. Στην υπό εξέταση περίπτωση και υπό τις ιδιάζουσες περιστάσεις που την περιβάλλουν η έκδοση του διατάγματος επαναφοράς της αγωγής κρίνω πως επενεργεί προς το συμφέρον της απονομής δικαιοσύνης. Υπό το φως συνεπώς των πιο πάνω η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου 3 όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας εκδίκασης της αγωγής. (Υπ.) ................ Στ. Λουκίδου-Βασιλείου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.