← Κύπρος

ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 3205/20, 9/7/2021

ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 3205/20, 9/7/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A216 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Μ. Παπαδοπούλου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3205/20 Μεταξύ:

  1. XXX ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ
  2. XXX ΝΙΚΟΛΑΚΟΠΟΥΛΟΥ Ενάγοντες - Αιτητές και ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Eναγόμενοι - Καθ' ων η Αίτηση Αίτηση για Προσωρινό Διάταγμα ημερ. 30.12.2020 Ημερ.: 9.7.2021 Για Ενάγοντες - Αιτητές: κα Άντρη Ιωάννου Για τους Εναγόμενους - Καθ'ων η Αίτηση: κα Ηρώ Πέτρου ΑΠΟΦΑΣΗ Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρίστηκε την 30.12.2020 και με αυτήν οι Ενάγοντες αξιούν εναντίον των Εναγομένων διάταγμα που να αναγνωρίζει ότι τα δάνεια των Εναγόντων έχουν εξοφληθεί πλήρως, διατάγματα διαγραφής των υποθηκών, ακύρωσης και διαγραφής του πωλητηρίου εγγράφου από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού και διάταγμα που να απαγορεύει στους Εναγόμενους να προχωρήσουν με εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου. Την ίδια μέρα καταχωρίστηκε και η υπό εκδίκαση Αίτηση με την οποία οι Ενάγοντες - Αιτητές ζητούν τα πιο κάτω: «Α. Προσωρινό Διάταγμα που να απαγορεύει στους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση να προχωρήσουν σε διαδικασία εκποίησης και/ή πλειστηριασμού και/ή Διάταγμα για ακύρωση της διαδικασίας πλειστηριασμού του κάτωθι ακινήτου που επιβαρύνεται με τις Υποθήκες XXX και XXX του Επαρχιακού κτηματολογικού γραφείου Λεμεσού, μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής ή και μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Περιγραφή Ακινήτου Ακίνητο με αρ. εγγραφής XXX, Φ/σχ. LIV/33, Τεμ.:XXX, ιδιοκτησίας, από ½ μερίδιο των Εναγόντων Αιτητών, περιγραφόμενο ως οικόπεδο, το οποίο βρίσκεται στην τοποθεσία XXX της Αγίας Φυλάξεως της επαρχίας Λεμεσού με μη εγγεγραμμένα κτίρια. Β. Προσωρινό Διάταγμα που να απαγορεύει στους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση, να συνεχίσουν την διαδικασία εκποίησης του ως άνω ενυπόθηκου ακινήτου με βάση τις σχετικές πρόνοιες του Νόμου περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων του 1965 όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα και/ή να αναστέλλει την διαδικασία εκποίησης του ως άνω ενυπόθηκου ακινήτου μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου». Η Αίτηση στηρίζεται στο αρ. 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα αρ.4, 5, και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, στα αρ. 44Α έως 44ΙΑΑ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου Ν9/65, στις πρόνοιες της Οδηγίας της Κεντρικής Τράπεζας περί Διαχείρισης Καθυστερήσεων του 2013 και των παραρτημάτων της, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.1 έως 4, 7 έως 9, στη νομολογία, στο δίκαιο της επιείκειας, στο Κοινοδίκαιο και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση του κ. XXXXX Αριστείδου, Ενάγοντα αρ.
  3. Όπως αναφέρει ο Ενάγοντας αρ. 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο με την Ενάγουσα αρ. 2 ήταν ανδρόγυνο και συναλλάσονταν με την Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ (πιο κάτω αναφερόμενη ως «η Λαϊκή») τόσο οι ίδιοι όσο και η εταιρεία A. M. Plastochrom Ltd (πιο κάτω αναφερόμενη ως «η Εταιρεία»). Mοναδικός μέτοχος και διευθυντής της εταιρείας ήταν ο Ενάγοντας αρ.
  4. Το 1999 η Λαϊκή καταχώρισε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού την αγωγή με αρ. 8204/99 εναντίον των εδώ Εναγόντων και της Εταιρείας αξιώνοντας ποσά και την εκποίηση των υποθηκών με αρ. XXXXX/94 και XXXXX/
  5. Λόγω της πρόσφατης διάζευξης των Εναγόντων αρ. 1 και 2 και της μετανάστευσης της Ενάγουσας αρ. 2, τα κτίρια (που αποτελούσαν την κατοικία τους) κατέχονται πλέον από τον ίδιο που τα χρησιμοποιεί μερικώς ως κατοικία και περιστασιακά ενοικιάζει τους επιπλέον χώρους για σκοπούς επιβίωσης. Την 6.7.2000 συνήφθη μεταξύ του Ενάγοντα αρ. 1 και της Λαϊκής γραπτή συμφωνία δια της οποίας τους πώλησε το μερίδιο του στο ενυπόθηκο ακίνητο και η εν λόγω Συμφωνία Πώλησης κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης με αρ. XXX. Θέση των Εναγόντων είναι ότι η Συμφωνία Πώλησης δεν υλοποιήθηκε αλλά οι Εναγόμενοι κατά παράβαση των συμφωνηθέντων αρνούνται να την αποσύρουν από το Κτηματολόγιο. Την 15.4.2002 εξεδόθη απόφαση στην αγωγή με αρ. 8204/99 για το ποσό των Λ.Κ.231.676,84 πλέον τόκους προς 9% από 1.7.1999 καθώς και διάταγμα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Η απόφαση τελούσε υπό αναστολή εκτέλεσης μέχρι 31.1.2004 με τον όρο ότι εάν οποιοσδήποτε εκ των εκεί Εναγομένων κατέβαλλε στην Λαϊκή το ποσό των Λ.Κ.210.000 πλέον τους τόκους από 1.2.2002 μέχρι εξοφλήσεως τότε οι Υποθήκες θα ακυρώνονταν. Οι Ενάγοντες πλήρωσαν έναντι του χρέους αυτού ποσό Λ.Κ.180.000 και πρόσθετα ο Ενάγοντας αρ. 1 παραχώρησε στην Λαϊκή τις μετοχές και δικαιώματα που κατείχε στην δημόσια εταιρεία Muskita Aluminium Industries Ltd. Κατ' ακολουθία η Λαϊκή απάλλαξε ή ανέλαβε την υποχρέωση να απαλλάξει τους Ενάγοντες και την Εταιρεία από τις οποιεσδήποτε υποχρεώσεις τους έναντι της. Μετά που οι ασφαλισμένες καταθέσεις της Λαϊκής (που περιλάμβαναν αυτές των Εναγόντων) απορροφήθηκαν από τους Εναγόμενους δυνάμει του περί Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Co Ltd Διατάγματος του 2013 που εξεδόθη στο πλαίσιο του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013, οι Εναγόμενοι αυθαίρετα και αδικαιολόγητα απαίτησαν από τους Ενάγοντες υπόλοιπο χρέους πολλών εκατομμυρίων το οποίο μετά από χρόνια αποδέχτηκαν ότι δεν οφείλετο. Ταυτόχρονα, όμως, απαίτησαν και το επίδικο χρέος ύψους €897.854.000 και αξιώνουν την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. Απέστειλαν δε στον Ενάγοντα Ειδοποιήσεις Τύπου Θ και Ι πληροφορώντας τον ότι αυτό αποτελεί υπόλοιπο δυνάμει της απόφασης στην αγωγή αρ. 8204/
  6. Θέση του Ενάγοντα είναι ότι οι Εναγόμενοι ενήργησαν κατά παράβαση των Δικαστικών αποφάσεων, του δεδικασμένου και των συμφωνηθέντων και προτάσσουν αβάσιμες και αδικαιολόγητες αξιώσεις και αυθαίρετα διατηρούν σε ισχύ τις υποθήκες επί του ακινήτου των Εναγόντων αλλά και το κατατεθειμένο Πωλητήριο Έγγραφο, καθιστώντας ανέφικτη την από μέρους των Εναγόντων χρήση ή εκμετάλλευση ή πώληση του ακινήτου πράγμα που προκαλεί σε αυτούς τεράστιες ζημιές. Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι τα ποσά που κατέβαλαν τα κατέβαλαν υπό τον ρητό ή σιωπηρό ή εξυπακουόμενο όρο ότι οι Εναγόμενοι θα τα καταλογίσουν στην πρώτη Υποθήκη με αρ. ΥXXX και ως εκ τούτου η διαδικασία εκποίησης του ακινήτου είναι παράνομη και ανυπόστατη. Επιπλέον ο Ενάγοντας αρ. 1 αναφέρει ότι αμφότεροι οι Ενάγοντες δοκιμάζονται από την πανδημία του κορωνοϊού και τις συνέπειες της όσο και από άλλα σοβαρά ιατρικά προβλήματα, λεπτομέρειες των οποίων παραθέτει. Όπως λέει, η δύσκολη αυτή κατάσταση της υγείας του είχε ως αποτέλεσμα την καθυστέρηση στην έγκαιρη λήψη των αναγκαίων νομικών και δικαστικών μέτρων για προώθηση της υπόθεσης. Εάν προχωρήσει η αποξένωση του ακινήτου η πώληση δεν θα μπορεί να ακυρωθεί και οι Ενάγοντες θα είναι για πάντα αδικημένοι. Εισηγείται ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει το ανθρώπινο του δικαίωμα στην κατοικία του, στην ιδιωτική και οικογενειακή του ζωή αλλά και το δικαίωμα του σε δίκαιη δίκη για ένα υπό αμφισβήτηση χρέος εναντίον του. Μετά την επίδοση της Αίτηση οι Εναγόμενοι καταχώρισαν Ένσταση η οποία στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.Θ. 1-4, 7, 8, 9 και 11, Δ.39 και Δ.64, επί του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6 αρ. 4, 5, 7 και 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 αρ. 29, 30, 31 και 32, στα αρ. 44Α, 44Β

(1)και
(2), 44(Γ), 44(Δ) του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου του 1965 Ν 9/1965, στο Αρ. 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Κανονισμούς ΚΔΠ 185/2015, στην σχετική Νομολογία, στους γενικούς κανόνες επιεικείας και στην πρακτική και στις σύμφυτες εξουσίες του Σεβαστού Δικαστηρίου. Σε αυτήν προβάλλονται 13 λόγοι ένστασης του οποίους κρίνω χρήσιμο να παραθέσω αυτούσιους: «1. Το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί της αίτησης των Αιτητών για ενδιάμεση θεραπεία και να εκδώσει προσωρινό διάταγμα για τους ακόλουθους λόγους: α) Ο πλειστηριασμός του ακινήτου που αναφέρεται στην εν λόγω αίτηση συνιστά μέσο και ταυτόχρονα πράξη εκτέλεσης έγκυρης υποθήκευσης με αριθμό YXXX που ουδέποτε ακυρώθηκε, η κατάσχεση και εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου συνιστά νόμιμο και/ή κατοχυρωμένο δια νόμου δικαίωμα του ενυπόθηκου πιστωτή που δεν μπορεί να περιοριστεί ή να ανακοπεί δια απαγορευτικού δικαστικού διατάγματος, ως σαν να επρόκειτο για παρανομία που πρέπει να αρθεί ή να παρεμποδιστεί. β) Έχει ήδη ενεργοποιηθεί η διαδικασία εκποίησης, με την έκδοση της ειδοποίησης Τύπου Ι βάσει τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο 9/65 και το Δικαστήριο δεν μπορεί να παρέμβει σε αυτό το στάδιο για να ανακόψει νόμιμη διαδικασία και/ή για τη δημιουργία τεχνηέντως λόγου ένστασης σε αυτήν. Η πρόνοια του άρθρου 44Γ
(3)(δ) του εν λόγω νόμου, σε σχέση με την ύπαρξη παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος προς όφελος του ενυπόθηκου οφειλέτη, εννοεί τέτοιο που να υφίσταται πριν από τη διαδικασία εκποίησης, ώστε η διαδικασία εκποίησης, με δεδομένη την ύπαρξη τέτοιου διατάγματος, να πάσχει από νομιμότητα ή ορθότητα λόγω τέτοιου προϋπάρχοντος απαγορευτικού διατάγματος. Εν πάση περιπτώσει, δεν παρέχει το άρθρο αυτό εξουσία στο δικαστήριο να ανακόπτει πλειστηριασμούς εκδίδοντας απαγορευτικά διατάγματα.
  1. Η αίτηση έχει καταχωριστεί με υπέρμετρη καθυστέρηση, αφού έχει καταχωριστεί την 30/12/2020 και η πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου θα πραγματοποιηθεί την 11/1/2021, ενώ η ειδοποίηση «Τύπου ΙΑ» έχει επιδοθεί στους Αιτητές την 27/10/
  2. H αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή νομικά και/ή πραγματικά αστήρικτη και/ή μη σύμφωνη με τους σχετικούς νόμους και διαδικαστικούς κανονισμούς και/ή άλλως πως.
  3. Δεν πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/1960 αναφορικά με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων ή/και δεν έχει τεκμηριωθεί με μαρτυρία η στοιχειοθέτηση των προϋποθέσεων του άρθρου 32, ήτοι: (α) Δεν υπάρχουν πιθανότητες ο Αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία στην αγωγή, (β) Δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, και (γ) Δεν έχει διαφανεί ότι εκτός και εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.
  4. Δεν παρατίθενται στοιχεία και τεκμήρια που να δικαιολογούν την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων.
  5. Η ένορκη δήλωση του Αιτητή υπ' αριθμό 1 που υποστηρίζει την Αίτηση είναι εντελώς γενική ή/και αόριστη ή/και ουδεμία μαρτυρία και συγκεκριμένα στοιχεία ή/και γεγονότα δίδονται από τα οποία να προκύπτει ότι οι Αιτητές θα υποστούν ανεπανόρθωτη βλάβη εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα.
  6. Η Αίτηση είναι καταχρηστική και συνιστά αδικαιολόγητη σπατάλη δικαστικού χρόνου.
  7. Δεν συντρέχει και/ή δεν έχει καταδειχθεί ότι συντρέχει ορατός κίνδυνος να μην απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη εκτός αν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα.
  8. Οποιαδήποτε επικαλούμενη ζημία των Αιτητών είναι αβάσιμη και/ή αστήρικτη και/ή δύναται να αποκατασταθεί με την καταβολή και/ή παροχή αποζημιώσεων και/ή άλλως πως.
  9. Η αίτηση είναι καταχρηστική και αποτελεί εκ των υστέρων σκέψεις των Αιτητών, οι οποίοι τεχνηέντως και προσχηματικά προσπαθούν την ύστατη και αφού έχουν αρχίσει οι διαδικασίες πλειστηριασμού του ενυπόθηκου ακινήτου να εμποδίσουν τους Καθ' ων η αίτηση από την άσκηση των νόμιμων δικαιωμάτων τους.
  10. Οι Αιτητές ενεργούν δολίως, κακόπιστα και καταχρηστικά και η αίτηση τους χαρακτηρίζεται ως καταχρηστική, κακόπιστη και χωρίς νομική υπόσταση.
  11. Η Αίτηση περιέχει σωρεία ανακριβών και/ή αναληθών και/ή παραπλανητικών και/ή αβάσιμων ισχυρισμών και/ή αποκρύπτει και δεν αποκαλύπτει τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης με στόχο να παραπλανήσει το Δικαστήριο, ώστε να προχωρήσει στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  12. Οι λόγοι που αναφέρουν και/ή επικαλούνται οι Αιτητές για έκδοση του απαγορευτικού διατάγματος δεν μπορεί να ληφθούν υπόψη και/ή να αποτελέσουν βάση αγωγής ή λόγο διακοπής της διαδικασίας εκποίησης που προωθείται νόμιμα από τους Καθ' ων η αίτηση δυνάμει των σχετικών Νομοθετικών προνοιών και των μεταξύ των μερών συμβάσεων». Η Ένσταση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση του κ. XXX Χριστοφίδη εκ των υπαλλήλων της Λαϊκής, και από 2012 των Εναγομένων, ο οποίος αναφέρει ότι οι Εναγόμενοι παρείχαν στους Ενάγοντες από το 1994 μέχρι και το 1999 πιστωτικές διευκολύνσεις δυνάμει γραπτών συμφωνιών. Ως αντάλλαγμα για τις διευκολύνσεις αυτές οι Ενάγοντες ενέγραψαν την ΥXXX στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού υποθηκεύοντας το συμφέρον τους στο ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/28752 για ποσό Λ.Κ.38.500 πλέον τόκους προς όφελος των Εναγομένων. Την 15.4.2002 εξεδόθη απόφαση υπέρ των εδώ Εναγομένων και εναντίον των εδώ Εναγόντων όπου φαίνεται ότι οι Εναγόμενοι διατηρούσαν το δικαίωμα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Κάνοντας χρήση της διαδικασίας που προβλέπει ο Ν.9/65οι Εναγόμενοι απέστειλαν στους Ενάγοντες Ειδοποιήσεις Τύπου Ι και ΙΑ, κατόπιν των οποίων οι Ενάγοντες επιχείρησαν να ανακόψουν τον προγραμματισμένο για 11.2.2021 πλειστηριασμό με την καταχώριση της υπό εκδίκαση Αίτησης. Θέση του κ. Χριστοφίδη είναι ότι ο πλειστηριασμός του ακινήτου συνιστά μέσο και ταυτόχρονα πράξη εκτέλεσης έγκυρης υποθήκης που ουδέποτε ακυρώθηκε και άρα το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί της Αίτησης. Ούτε και μπορεί το Δικαστήριο να παρέμβει σε αυτό το στάδιο για να ανακόψει νόμιμη διαδικασία στην βάση του Ν9/
  13. Πέραν των πιο πάνω οι Εναγόμενοι εισηγούνται ότι δεν συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων αφού οι Ενάγοντες παραδέχτηκαν το χρέος τους και η παρούσα αγωγή δεν συνιστά την άσκηση γνήσιου αγώγιμου δικαιώματος. Οι δε Ενάγοντες δεν αποδεικνύουν ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Σε περίπτωση πλειστηριασμού του ακινήτου αφενός θα μειωθεί παθητικό της περιουσίας των ίδιων των Εναγόντων και, αφετέρου, δεν έχει αποκλειστεί η θεραπεία της χρηματικής αποζημίωσης. Όσον αφορά στα χρέη είναι η θέση του κ. Χριστοφίδη ότι οι Ενάγοντες τα έχουν αποδεχθεί με την εκδοθείσα απόφαση. Το δε Τεκμήριο 7 που επισυνάπτεται στην Αίτηση με το οποίο αναγνωρίζεται εξόφληση του χρέους, αφορά μόνο στην Εταιρεία και όχι στους Ενάγοντες αρ. 1 και 2 οι οποίοι εξακολουθούν να οφείλουν τα ποσά στους Εναγόμενους. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα παραβιάσει το δικαίωμα των Εναγόντων να πωλήσουν το ενυπόθηκο ακίνητο και τέτοια απαγόρευση αντιστρατεύεται το πνεύμα και τον σκοπό του Ν.9/65 που δεν είναι άλλος από την εκποίηση ενυπόθηκου ακινήτου σε σύντομο χρονικό διάστημα. Η υποθήκη συνήφθη με την ελεύθερη βούληση των Εναγόντων για περαιτέρω εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων που οι Εναγόμενοι είχαν παραχωρήσει και με αυτήν παρέχεται το δικαίωμα στους Εναγόμενους να πωλήσουν τα ενυπόθηκα ακίνητα. Συνεπώς το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει σαφώς προς την πλευρά των Εναγομένων. Παρά το γεγονός ότι η απόφαση στην Αίτηση αρχικά επιφυλάχθηκε την 23.2.2021, την 24.2.2021 καταχωρίστηκε από πλευράς των Εναγόντων αίτηση με την οποία ζητείτο το επανάνοιγμα της. Την 27.4.2021 εξεδόθη απόφαση στην προαναφερόμενη αίτηση με την οποία το επανάνοιγμα επετράπη και δόθηκε άδεια για καταχώριση Συμπληρωματικών Ενόρκων Δηλώσεων εκατέρωθεν. Με την Συμπληρωματική του Ένορκη Δήλωση ο Ενάγοντας αναφέρει ότι ο ορισμένος για τις 11.2.2021 πλειστηριασμός αναβλήθηκε για λόγους που δεν του είχαν εξηγηθεί. Μετά την καταχώριση των αγορεύσεων, την 23.2.2021 παρέλαβε νέα Ειδοποίηση Τύπου ΙΑ η οποία καθόρισε νέο πλειστηριασμό στις 30.7.
  14. Οι Εναγόμενοι δεν καταχώρισαν τελικώς Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση. Αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι αγόρευσαν προς υποστήριξη των πιο πάνω θέσεων τους. Συγκεκριμένη αναφορά σε εισηγήσεις αυτών θα γίνει πιο κάτω στην παρούσα όπου κριθεί αναγκαίο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στη διαδικασία αιτήσεων για προσωρινό διάταγμα το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την επιτυχία της αίτησης. Το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας ούτε οδηγείται σε εξαγωγή συμπερασμάτων αξιοπιστίας γιατί αυτό είναι κάτι που θα συμβεί κατά το στάδιο της δίκης (Jonitexo Ltd v. Adidas
(1983)1 CLR 263, Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248). Οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32, και οι αρχές που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων με βάση το εν λόγω άρθρο, είναι οι ακόλουθες: (α) Να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση κατά την δίκη (β) Να υπάρχει πιθανότητα ο Αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία (γ) Το ότι χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Αν ικανοποιούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις το Δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. (βλ. Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 CLR 557) Όσον αφορά στην πρώτη προϋπόθεση, έχει λεχθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν της κατάδειξης μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα. Η δε δεύτερη προϋπόθεση, ήτοι η ύπαρξη πιθανότητας ο Αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία, αναφέρεται σε κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Ο Αιτητής απλά πρέπει να καταδείξει ότι έχει μια ορατή δυνατότητα επιτυχίας (Odysseos v. Pieris Estates and Others, πιο πάνω, στη σελ.569 και επόμενες). Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Ως προς τις αρχές που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου βλ. Κοτ ν. Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ Ε 255, Karydas Taxi Co. Ltd v. Κomodikis
(1975)1 CLR 321, Papastratis v. Petrides
(1979)1 CLR 231, M & M Transport Co Ltd v. Eteria Astikon Leoforion
(1981)1 CLR 695, Bacardy & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 788 και Pariko Aluminium Designs v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ.
  1. Μελετώντας την Έκθεση Απαιτήσεως διαφαίνεται ότι θέση των Εναγόντων είναι ότι η Συμφωνία Πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου δεν υλοποιήθηκε εξ υπαιτιότητας της Λαϊκής. Στην δε αγωγή με αρ. 8204/99 εξεδόθη εκ συμφώνου απόφαση η οποία τελούσε υπό όρο ότι οι υποθήκες θα ακυρώνονταν εάν μέχρι την 31.1.2004 οι Ενάγοντες κατέβαλλαν στην Λαϊκή ποσό Λ.Κ.210.000 πλέον τόκους. Θέση τους είναι ότι κατέβαλαν το ποσό των Λ.Κ.181.000 και μεταβίβασαν δικαιώματα επί μετοχών που κρατούσαν με αποτέλεσμα η Λαϊκή να έχει απαλλάξει τους Ενάγοντες και την εταιρεία από τις οποιεσδήποτε υποχρεώσεις τους. Το 2002 η Λαϊκή καταχώρισε την αγωγή αρ. 2916/02 αξιώνοντας μεταξύ άλλων διάταγμα εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου και οι Ενάγοντες δέχτηκαν και εκεί απόφαση με αναστολή μέχρι 31.1.2004, η οποία παρατάθηκε μέχρι 19.10.
  2. Τότε η Εταιρεία πώλησε το ακίνητο της στην Λαϊκή και η τελευταία αποδέχτηκε για πλήρη εξόφληση ποσό Λ.Κ.150.000 πλέον τόκους το οποίο η Εταιρεία κατέβαλε. Οι θέσεις αυτές απορρίπτονται με την Ένσταση των Εναγομένων. Ενώπιον του Δικαστηρίου έχουν τεθεί η Ειδοποίηση Τύπου ΙΑ που αφορά στην ΥXXX (Τεκμήριο 1 στην Αίτηση) αλλά και το Πωλητήριο Έγγραφο ημερ. 6.7.2000 με ακόμη μία Συμφωνία της ίδιας ημερομηνίας ως Παράρτημα 1 (Τεκμήριο 2 στην Αίτηση). Παρατηρώ ότι σε αυτά περιέχονται οι εξής πρόνοιες: «
  3. Σε περίπτωση που οι υποχρεώσεις του Πωλητή και της εταιρείας A.M. Plastochrom Ltd προς τον Αγοραστή εξοφληθούν πριν από την 30/06/2003 ως οι όροι του Παραρτήματος 1 τότε η παρούσα συμφωνία θα ακυρωθεί χωρίς οποιαδήποτε επιβάρυνση προς τον Πωλητή». Με την παρ. 3 του Παραρτήματος 1 φαίνεται πως η Λαϊκή αναλαμβάνει να αποσύρει το Πωλητήριο Έγγραφο εάν ο Ενάγοντας αρ. 1 καταβάλει μέχρι την 30.6.2003 ποσό Λ.Κ.254.
  4. Η εκ συμφώνου απόφαση στην αγωγή αρ. 8204/99 αναφέρει τα εξής: «Τα πιο πάνω ποσά θα θεωρούνται ως πλήρως διευθετημένα και οι υποθήκες θα ακυρωθούν αν μέχρι 31/01/04 καταβληθεί το ποσό των £210.000 συμπεριλαμβανομένων των εξόδων πλέον τόκο προς 9% από 01/02/02». Από τα πιο πάνω θεωρώ ότι προκύπτει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, αφού θέση των Εναγόντων είναι ότι έχουν εκπληρώσει τους όρους της πιο πάνω πρόνοιας. Η δεύτερη προϋπόθεση επιβάλλει στους Αιτητές να δείξουν ότι έχουν «πιθανότητα επιτυχίας». Το Δικαστήριο εξετάζει στο στάδιο αυτό την ισχυρότητα της μαρτυρίας (evidential strength) της υπόθεσης των Εναγόντων. Το επίπεδο με το οποίο θα κριθεί η μαρτυρία δεν είναι ψηλό, απαιτώντας μόνο πιθανότητα επιτυχίας. Παρά ταύτα, οι Ενάγοντες εξακολουθούν να έχουν υποχρέωση να προσκομίσουν στοιχεία που να ικανοποιούν την προϋπόθεση. Παραθέτω απόσπασμα από την απόφαση American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R.504 στο οποίο αναφέρονται τα εξής: «Nevertheless, in my judgment it is still necessary for any plaintiff who is seeking interlocutory relief to adduce sufficiently precise factual evidence to satisfy the Court that he has a real prospect of succeeding in his claim for a permanent injunction at the trial. If the facts adduced by him in support of his motion do not by themselves suffice to satisfy the Court as to this, he cannot in my judgment expect it to assist him by inventing hypotheses of fact on which he might have a real prospect of success». Τα στοιχεία που έχουν προσκομιστεί από τους Ενάγοντες καταγράφονται πιο πάνω. Στην Ένσταση υπάρχει μία γενική άρνηση των θέσεων των Εναγόντων, ενώ δεν υπάρχει σαφής τοποθέτηση ως προς τον ισχυρισμό των Εναγόντων ότι κατέβαλαν τα ποσά που προνοούνταν στην Δικαστική απόφαση με αποτέλεσμα οι υποθήκη να έχει πάψει να υφίσταται. Κατάληξη μου, συνεπώς, αποτελεί ότι εάν οι Ενάγοντες καταφέρουν να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους θα έχουν ορατή πιθανότητα να πετύχουν στην αγωγή τους. Το αρ. 32 του Ν. 14/60 προβλέπει ότι το Δικαστήριο δεν εκδίδει παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα εκτός εάν ικανοποιηθεί ότι με την μη έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Είναι νομολογημένο ότι αν δεν είναι δυνατός ο δίκαιος υπολογισμός ζημιών, το Διάταγμα μπορεί να δοθεί (Karydas Taxi Services Ltd v. Komodikis
(1975)1 Α.Α.Δ. 330). Σε περίπτωση όμως που η επιδίκαση αποζημιώσεων στον Αιτητή στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση προσωρινού διατάγματος δεν είναι απαραίτητη (βλ. ΚΟΤ ν. Θεωρή (πιο πάνω)). Η υπό εξέταση, όμως, δεν είναι η περίπτωση όπου οι Ενάγοντες αμφισβητούν μόνο το ύψος του ποσού. Ισχυρισμός τους αποτελεί ότι έχουν ικανοποιήσει τους εξ αποφάσεως όρους ώστε να μην υφίσταται πλέον η Υ1036/94. Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η ζημιά των Εναγόντων μπορεί να αποτιμηθεί χρηματικά. Όπως, όμως, έχει αναφερθεί και στην απόφαση Loucas Panayiotou Estates Ltd v. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολ. Εφ. Ε203/2013 ημερ. 11.9.2019 (με αναφορά στις αποφάσεις
(2001)1 Α.Α.Δ.1245 και Highgate Primary School Ltd v. Στέλιου Φυλακτίδη
(2009)1(Α) Α.Α.Δ.317): «Η πιο πάνω νομολογία σαφώς προσδιορίζει ότι η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την υποκατάσταση της υλικής ζημιάς. Θα πρέπει, συνεπώς, να λαμβάνονται υπόψη και άλλα στοιχεία, περιλαμβανομένης της προστασίας των δικαιωμάτων των αιτητών. Το θέμα αυτό, βεβαίως, δεν εξετάζεται αορίστως, αλλά είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το περιεχόμενο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου και συμπεριλαμβάνονται μέσα στην ένορκη δήλωση, επί του προκειμένου, των εφεσειόντων». Στο επίδικο ακίνητο βρίσκεται η κατοικία του Ενάγοντα αρ. 1. Σε περίπτωση όπου αυτή πωληθεί με πλειστηριασμό θα είναι αδύνατο για τους Ενάγοντες να την επανακτήσουν. Θα πρέπει επιπλέον να ληφθεί υπόψιν και η κατάσταση της υγείας του Ενάγοντα αρ. 1 ο οποίος υπέστη δύο καρδιακά επεισόδια τα τελευταία δύο χρόνια και αντιμετωπίζει επιπλέον σοβαρά κινητικά προβλήματα. Κατάληξη μου, συνεπώς, αποτελεί ότι και η τρίτη προϋπόθεση ικανοποιείται. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο πρέπει επίσης να εξετάσει αν είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Halsbury's Vol. 21 σελ. 366[1]). H ανάγκη προστασίας των Εναγόντων πρέπει να σταθμίζεται προς την αντίστοιχη ανάγκη των Εναγομένων και συνεπώς θα εξετάσω στο παρόν στάδιο την επίδραση που ενδεχομένως θα είχε τυχόν οριστικοποίηση του διατάγματος στα συμφέροντα όλων. Οι Εναγόμενοι διατηρούν ακόμη δεσμευμένο το επίδικο ακίνητο με την Υ1036/94 και άρα θα είναι σε θέση σε οποιοδήποτε μεταγενέστερο στάδιο να προωθήσουν την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου, το οποίο έχει εκτιμηθεί σε αξία πέραν του €1εκ. Σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, όμως, υπάρχει κίνδυνος πώλησης με πλειστηριασμό της κατοικίας του Ενάγοντα αρ. 1 με σοβαρές συνέπειες σε αυτόν. Κατ' επέκταση κατάληξη μου αποτελεί ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Εκδίδεται συναφώς Προσωρινό Διάταγμα που απαγορεύει στους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση να προχωρήσουν σε διαδικασία εκποίησης και/ή πλειστηριασμού του ακινήτου που αναγράφεται πιο κάτω και που επιβαρύνεται με τις Υποθήκες ΥXXX και ΥXXX του Επαρχιακού Κτηματολογικού γραφείου Λεμεσού, μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής ή και μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Περιγραφή Ακινήτου Ακίνητο με αρ. εγγραφής XXX, Φ/σχ. LIV/33, Τεμ.XXX, ιδιοκτησίας, από ½ μερίδιο των Εναγόντων Αιτητών, περιγραφόμενο ως οικόπεδο, το οποίο βρίσκεται στην τοποθεσία XXX της Αγίας Φυλάξεως της επαρχίας Λεμεσού με μη εγγεγραμμένα κτίρια. Εκδίδεται επίσης Προσωρινό Διάταγμα που να απαγορεύει στους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση, να συνεχίσουν την διαδικασία εκποίησης του ως άνω ενυπόθηκου ακινήτου με βάση τις σχετικές πρόνοιες του Νόμου περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων του 1965 όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα. Τα έξοδα δεν υπάρχει λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα, γι΄αυτό και επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων αρ. 1 και 2 - Αιτητών και εναντίον των Εναγομένων - Καθ'ων η Αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ............... Μ. Παπαδοπούλου, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] "Balance of convenience considered. Where any doubt exists as to the plaintiff's right, or if his right is not disputed, but its violation is denied, the Court, in determining whether an interlocutory injunction should be granted, takes into consideration the balance of convenience to the parties and the nature of the injury which the defendant, on the one hand, would suffer if the injunction was granted and he should ultimately turn out to be right, and that which the plaintiff, on the other hand, might sustain if the injunction was refused and he should ultimately turn out to be right. The burden of proof that the inconvenience which the plaintiff will suffer by the refusal of the injunction is greater than that which the defendant will suffer, if it is granted, lies on the plaintiff". cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.