Καλογερόπουλος ν. Νεοφύτου κ.α., Αρ. Αγωγής: 3534/14, 28/7/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A223 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Στ. Λουκίδου-Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3534/14 Μεταξύ: XXXXXX Καλογερόπουλος, από τη Λεμεσό Ενάγων Και XXXXX Νεοφύτου, από τη Λευκωσία Radiostage Company Ltd, από τη Λευκωσία XXXXX Χαραλάμπους, από το Κάτω Πύργο Εναγομένων -------------------- Αίτηση ημερομηνίας 23.12.2020 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 28.07.2021 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητές-Εναγόμενους 1 και 2: κα Α. Παναγιώτου για Αρτεμίου, Πιερή & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ου η Αίτηση-Ενάγοντα: κ. Π. Κλεοβούλου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με τη παρούσα αίτηση ημερ. 23.12.20 οι εναγόμενοι 1 και 2 ζητούν διάταγμα ή/και απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου με την οποία να διατάσσεται η ακύρωση ή/και ο παραμερισμός του μονομερούς διατάγματος ή/και της μονομερούς απόφασης επαναφοράς της παρούσας αγωγής που εκδόθηκε την 08/07/2019. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.26 Θ.14, Δ.33 Θ.Θ. 1-15, Δ.48, Θ. 8
(4), Δ.48 θθ. 1-13, Δ.57, Δ.64, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6 άρθρο 9, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο Ν. 14/60άρθρο 31, στις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες ή/και πρακτική του Δικαστηρίου. Οι λόγοι για τους οποίους ζητείται η ο παραμερισμός του Διατάγματος επαναφοράς της αγωγής αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και συγκεκριμένα της XXXXXX Παναγιώτου η οποία είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Εναγόμενους 1 και
- Δεν θεωρώ σκόπιμο να επαναλάβω το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης αλλά αναφορά θα γίνει στη συνέχεια εκεί που κρίνεται αναγκαίο. Η αίτηση αντιμετώπισε την ένσταση του Ενάγοντα που βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, Α.25, Κ.6, Δ.26, Κ.Κ. 13, 14, Δ.48 Θ. 1 - 4, 8 και 9 και Δ.64, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 31 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν14/1960), στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στη σχετική Νομολογία, στις συμφυείς εξουσίες και στην πρακτική του Δικαστηρίου Οι λόγοι της ένστασης είναι εμφανείς από το σώμα της γραπτής ειδοποίησης ένστασης και στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Ενάγοντα που τη συνοδεύει της οποία επίσης δεν θεωρώ σκόπιμο να επαναλάβω το περιεχόμενο της αλλά αναφορά θα γίνει εκεί που κρίνεται αναγκαίο. Σημειώνω ότι τα ίδια θέματα με την παρούσα απασχόλησαν το Δικαστήριο στην απόφαση του σημερινής ημερομηνίας στα πλαίσια της αίτηση ημερομηνίας 1.12.2020 που καταχωρήθηκε από τον Εναγόμενο
- Συνεπώς προς αποφυγή επανάληψης στο σημείο αυτό παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση μου. «Πριν προχωρήσω με την εξέταση της αίτησης θεωρώ χρήσιμο να καταγράψω ότι όπως προκύπτει και από τον φάκελο του Δικαστηρίου την 5.7.2018 η υπόθεση τέθηκε από το Πρωτοκολλητείο ενώπιον του Δικαστηρίου (με άλλη σύνθεση τότε) και η αγωγή απορρίφθηκε λόγω μη καταχώρησης έκθεσης απαίτησης βάσει της Δ.26 Θ.
- Εντούτοις η αγωγή παρά την απόρριψη της εξακολουθούσε να ορίζεται σε διάφορες ημερομηνίας και να καταχωρούνται δικόγραφα καθώς και να λαμβάνονται άλλα διαδικαστικά διαβήματα μέχρι την 24/06/
- Συγκεκριμένα μετά από την καταχώρηση αίτησης εκ μέρους του Ενάγοντα για απόφαση λόγω μη καταχώρησης υπεράσπισης τις 24/01/2019 καταχωρήθηκε η υπεράσπιση των Εναγόμενων 1 και 2 και την 01/02/2019 καταχωρήθηκε η απάντηση στην εν λόγω υπεράσπιση. Την 13/03/2019 καταχωρήθηκε η υπεράσπιση του Εναγόμενου 3 και την 28/03/2019 καταχωρήθηκε η απάντηση στην εν λόγω υπεράσπιση. Την 04/04/2019 καταχωρήθηκε αίτηση ορισμού και το Δικαστήριο με ειδοποίηση του ημερομηνίας 10/04/2019 όρισε την Αγωγή για οδηγίες την 10/05/2019 ημερομηνία κατά την οποία εκδόθηκε διάταγμα καταχώρησης ένορκης αποκάλυψης εγγράφων από όλες τις πλευρές. Την 04/06/2019 και 06/06/2019 καταχωρήθηκαν οι Ένορκες Δηλώσεις αποκάλυψης εγγράφων και την 21/06/2019 η Αγωγή ορίστηκε για Ακρόαση στις 14/02/
- Την 24ην Ιουνίου 2019 το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η αγωγή είχε απορριφθεί από τις 5.7.2018 και με σχετικό πρακτικό ακύρωσε την ημερομηνία ακρόασης. Οι δικηγόροι του Ενάγοντα αφού προφανώς πληροφορήθηκαν ότι η αγωγή φαινόταν στα πρακτικά του δικαστηρίου ότι είχε απορριφθεί από τις 05/07/2018, την 27/06/2019 καταχώρησαν μονομερή αίτηση βάσει της οποία και εκδόθηκε το διάταγμα επαναφοράς της Αγωγής ημερομηνίας 08/07/
- Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την εν λόγω αίτηση επαναφοράς της αγωγής, αναφέρεται ότι μετά από σχετική ειδοποίηση του Πρωτοκολλητείου ημερομηνίας 11.9.2017 η έκθεση απαίτησης καταχωρήθηκε στις 23.10.17, ήτοι εννέα μήνες πριν από την απόρριψη της αγωγής. Περιγράφονται επίσης όλα τα δικονομικά διαβήματα που ακολούθησαν μετά από την ημερομηνία απόρριψης της αγωγής όπως αυτά περιγράφονται πιο πάνω και επιπρόσθετα ότι ζητήθηκαν από τους Εναγόμενους και δόθηκαν περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες οι οποίες και βρίσκονται καταχωρημένες στο φάκελο του Δικαστηρίου. Η αίτηση για την επαναφορά της αγωγής ήταν ορισμένη στις 4.7.2019 και παρέμεινε για εξέταση στις 8.7.2019, ημερομηνία κατά την οποία το Δικαστήριο (με άλλη σύνθεση τότε) αφού άκουσε το δικηγόρο του Ενάγοντα ενέκρινε τη μονομερή αίτηση για την επαναφορά της αγωγής εκδίδοντας την ακόλουθη απόφαση την οποία κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσια. «Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.26, Κανονισμοί 13 και 14, Δ.48, στο Κεφ. 6 στον περί Δικαστηρίων Νόμων και στις εγγενείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από την ένορκη δήλωση του Παναγιώτη Γεωργίου δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο του δικηγόρου που εκπροσωπεί των ενάγοντα. Στην ένορκη δήλωση του αναφέρει το ιστορικό της υπόθεσης, και πως ουσιαστικά η εν λόγω αγωγή έχει απορριφθεί. Βασικός άξονας της θέσης του ενάγοντα είναι ότι η αγωγή απορρίφθηκε εκ λάθους την στιγμή που η έκθεση απαίτησης είχε καταχωριστεί από τις 23.10.17 και πάντα ότι εκ λάθους του Πρωτοκολλητείου δεν είχε τεθεί στο φάκελο του Δικαστηρίου. Υπάρχει όμως η ένορκη δήλωση επίδοσης της έκθεσης απαίτησης η οποία είναι κατατεθειμένη στο φάκελο. Το Δικαστήριο στις 5.7.18 δηλαδή μετά παρέλευσης 9 μηνών από την καταχώριση της έκθεσης απαίτησης είχε απορρίψει την αγωγή. Να σημειωθεί εδώ ότι ο κ. Κλεοβούλου είχε αναφέρει ότι το λάθος φαίνεται και από την πορεία που ακολούθησε η υπόθεση και παρά την απόρριψη της καταχωρίστηκαν μετέπειτα δικόγραφα και η υπόθεση είχε οριστεί για τις 14.2.20 για ακρόαση. Το ερώτημα που έχει τεθεί από πλευράς Δικαστηρίου ήταν κατά πόσο είναι από τις περιπτώσεις όπου θα πρέπει η αίτηση για επαναφορά να επιδοθεί στους καθ' ων η αίτηση - εναγόμενους. Η θέση του κ. Κλεοβούλου ήταν ότι τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση θα πρέπει να οδηγήσουν το Δικαστήριο στην αποφυγή από το ίδιο να δώσει οδηγίες όπως η αίτηση επιδοθεί ενόψει του ότι και η ίδιοι οι εναγόμενοι δεν έχουν λάβει γνώση του ότι η αγωγή έχει απορριφθεί και αυτό φαίνεται από την μετέπειτα διαδικασία αλλά και για να αποφυγή της πολυπλοκότητας των διαδικασιών. Ουσία είναι η απονομή της δικαιοσύνης και όχι η τυπολατρική προσέγγιση των θεσμών. Είναι δεδομένο ότι η αγωγή είχε απορριφθεί στις 5.7.18 και ο λόγος ήταν ότι δεν είχε λάβει μέτρα για προώθηση της αγωγής του ο ενάγοντας. Στο φάκελο όμως του Δικαστηρίου δεν υπάρχει κατατεθειμένη έκθεση απαίτησης χωρίς φυσικά το Δικαστήριο να γνωρίζει τον λόγο που δεν υπάρχει κατατεθειμένη. Εν τούτοις όμως υπάρχει ένορκη δήλωση επίδοσης της έκθεσης απαίτησης η οποία φαίνεται να είχε καταχωριστεί στις 23.10.
- Δηλαδή 9 μήνες πριν την απόρριψη της αγωγής. Περαιτέρω ακόμη και μετά την απόρριψη της αγωγής η διαδικασία είχε προχωρήσει, είχε καταχωριστεί αίτηση για απόφαση εναντίον των εναγομένων ημερομηνίας 29.12.18, καταχωρίστηκαν δικόγραφα όπου η υπεράσπιση των εναγομένων 1 και 2, απάντηση στην υπεράσπιση από πλευράς ενάγοντα και όπως και η έκθεση υπεράσπισης του εναγομένου 3 με τελική κατάληξη η υπόθεση να έχει οριστεί για ακρόαση 14.2.
- Φαίνεται ότι ούτε από πλευράς ενάγοντα ούτε από πλευράς εναγομένων 1,2 και 3 υπήρχε η αντίληψη ότι η αγωγή αυτή είχε απορριφθεί από τον Ιούλιο του 2018 εξού και η ακολουθητέα διαδικασία. Με βάση αυτό το δεδομένο αλλά και το ότι φαίνεται ότι η απαίτηση έχει καταχωριστεί από τον Οκτώβριο του 2017 κρίνω ότι το Δικαστήριο ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια μπορεί να εκδώσει διάταγμα χωρίς να δώσει οδηγίες για επίδοση της αίτησης στους εναγόμενους των οποίων τα δικαιώματα δεν πλήττονται καθ' οιονδήποτε τρόπο. Έχουν καταχωρίσει την υπεράσπιση τους και όλα τα επίδικα θέματα θα εξεταστούν κατά την ακρόαση της υπόθεσης που θα λάβει χώρα 14.2.20.»» Η πλευρά των Εναγόμενων 1 και 2 όπως προκύπτει από τα γεγονότα που περιγράφονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση κατά ή περί την 06/02/20, με επιστολή του δικηγορικού γραφείου που εκπροσωπεί τον Εναγόμενο 3 έλαβαν ενημέρωση ότι η με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγή είχε απορριφθεί από το Δικαστήριο στις 5/07/2018 λόγω μη προώθησης της από τον Ενάγοντα. Επιπλέον έλαβαν ενημέρωση ότι την 08/07/2019 το Δικαστήριο αποφάσισε την επαναφορά της αγωγής κατόπιν σχετικού αιτήματος του Ενάγοντα. Προβάλλουν ότι η διαδικασία επαναφοράς της αγωγής έλαβε χώρα στην απουσία τους και χωρίς να ειδοποιηθούν από το Πρωτοκολλητείο Λεμεσού σε σχέση με την απόρριψη της αγωγής, ενώ η αίτηση επαναφοράς της αγωγής δεν τους επιδόθηκε αλλά ούτε και τους κοινοποιήθηκε η σχετική απόφαση. Αναφέρουν επίσης ότι ο δικηγόρος του Ενάγοντα στις 10.2.2020 με σχετική επιστολή ενημέρωσε τον δικηγόρο τους ότι ο Ενάγοντας προέβη σε καταχώρηση αίτησης στηριζόμενος στη Δ.25 Θ. 6 με σκοπό τη διόρθωση του κατ' ισχυρισμό λάθους του Πρωτοκολλητείου. Οι δικηγόροι τους δείχνοντας εμπιστοσύνη στην γραπτή αναφορά του δικηγόρου του Ενάγοντα, ότι δηλαδή το Δικαστήριο άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια όπως διορθώσει το λάθος του Πρωτοκολλητείου στηριζόμενο στη Δ.25 Θ. 6, θεώρησαν ότι δεν υπήρχε περιθώριο για τη λήψη οποιουδήποτε δικονομικού διαβήματος. Το ζήτημα, επαναφοράς της αγωγής, εγέρθηκε εκ νέου κατά ή περί την 15/12/20, ημέρα κατά την οποία στάλθηκε ηλεκτρονικό μήνυμα προς το Δικαστήριο από τους δικηγόρους που εκπροσωπούν τον Εναγόμενο 3, με σκοπό όπως δοθούν περαιτέρω οδηγίες συνεπεία της εκ μέρους του καταχώρησης της αίτησης ημερ. 01/12/20 για παραμερισμό της απόφασης επαναφοράς της αγωγής. Ο λόγος, για τον οποίον σύμφωνα με τον Εναγόμενους 1 και 2 θα πρέπει να παραμερισθεί το προσβαλλόμενο διάταγμα επαναφοράς της αγωγής, επικεντρώνεται στο γεγονός ότι τούτο εκδόθηκε κατόπιν μονομερούς αίτησης ενώ με βάση τη Δ.48 θα έπρεπε να καταχωρηθεί δια κλήσεως έτσι ώστε να τους δοθεί η ευκαιρία να ακουστούν. Προβάλλεται συγκεκριμένα, όπως και στην προαναφερθείσα αίτηση του Εναγόμενου 3, ότι η εν λόγω αίτηση θα έπρεπε να είχε γίνει δια κλήσεως αφού δεν εμπίπτει στις αιτήσεις που οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας ορίζουν ότι μπορούν να γίνουν μονομερώς. Προβάλλεται ότι το Δικαστήριο λανθασμένα ή/και καθ' υπέρβαση των εξουσιών του ή/και έκδηλης νομικής πλάνης αναφορικά με την τήρηση του Νόμου και των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ή/και κατά παράβαση της φυσικής δικαιοσύνης εξέδωσε το διάταγμα ημερομηνίας 08/07/2019 για επαναφορά της αγωγής, αφού θα έπρεπε να διατάξει όπως η αίτηση επιδοθεί στους Εναγόμενους ούτως ώστε να ασκήσουν το θεμελιώδες δικαίωμα τους να ακουστούν. Επιπρόσθετα οι Εναγόμενοι 1 και 2 προβάλλουν πως λανθασμένα και/ή παράτυπα και/ή σκόπιμα αναφέρθηκε στους δικηγόρους τους από τον δικηγόρο του Ενάγοντα ότι νομική βάση της αίτησης για την επαναφορά της αγωγής απετέλεσε η Δ.25 Θ.
- Η πλευρά του Ενάγοντα με την ένσταση του προβάλλει μεταξύ άλλων πως η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε με αδικαιολόγητη καθυστέρηση, αποβλέπει στην καθυστέρηση της εκδίκασης της αγωγής και ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 με τη συμπεριφορά του αποδέχθηκαν την επαναφορά της αγωγής. Είναι η θέση του ότι το διάταγμα επαναφοράς της αγωγής ημερομηνίας 08/07/2019 εκδόθηκε δυνάμει μονομερούς αίτησης για να διορθωθεί το λάθος του Πρωτοκολλητείου και να αποκατασταθεί η αδικία που προκλήθηκε σε βάρος του. Ισχυρίζεται ότι το λάθος και ή η παράλειψη του λειτουργού του Δικαστηρίου να θέσει στον φάκελο της υπόθεσης την Έκθεση Απαίτησης του, δεν μπορεί να δημιουργήσει εμπόδιο στη διάγνωση των δικαιωμάτων του. Η ακρόαση της αίτησης περιορίσθηκε στις ένορκες δηλώσεις και τις αγορεύσεις των συνηγόρων των δύο πλευρών οι οποίες και έχουν μελετηθεί από το Δικαστήριο. Ήταν εισήγηση του δικηγόρου του Καθ' ου η Αίτηση ότι η υπό κρίση αίτηση επιζητεί να μετατρέψει το παρόν Δικαστήριο σε εφετείο. Προς τούτο είναι η θέση του ότι σύμφωνα με τη δικονομία και τις θεμελιώδεις αρχές λειτουργίας των Δικαστηρίων, απόφαση Δικαστηρίου ανατρέπεται μόνο με απόφαση Εφετείου. Προς τούτο παραθέτω αυτούσιο το ακόλουθο απόσπασμα από την προαναφερθείσα απόφαση μου σημερινής ημερομηνίας. «Στη βάση των πιο πάνω θα πρέπει συνεπώς πρωταρχικά να εξεταστεί αν παρέχεται στο Δικαστήριο εξουσία να παραμερίσει το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα ημερομηνίας 8.7.2019 με το οποίο διατάχθηκε η επαναφορά της αγωγής. Προς τούτο παραθέτω το σχετικό απόσπασμα από την προαναφερθείσα απόφαση μου σημερινής ημερομηνίας που εκδόθηκε στα πλαίσια της αίτησης ημερ. 1.12..2020 «Στην υπόθεση Έλλη Νικολαΐδου ν. Νίκου Αττίπα κ.α.
(1999)1 ΑΑΔ 1620 οι εναγόμενοι / εφεσίβλητοι με αίτηση διά κλήσεως ζήτησαν και εξασφάλισαν από το επαρχιακό δικαστήριο την ακύρωση εντάλματος κατοχής ακινήτου που εκδόθηκε από το Δικαστήριο κατόπιν μονομερούς αιτήσεως που είχε υποβληθεί από τους ενάγοντες / εφεσείοντες. Η εν λόγω αίτηση βασιζόταν στην Δ.48, θ.8
(4)των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε ότι παρείχετο δικαιοδοσία για την ακύρωση του εντάλματος κατοχής δυνάμει του πιο πάνω θεσμού. Οι εφεσείοντες αμφισβήτησαν την ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης. Υποστήριξαν, μεταξύ άλλων, πρώτο, πως η ανάληψη δικαιοδοσίας και η επακόλουθη έγκριση της αίτησης ισοδυναμούσε με ανεπίτρεπτη αναθεώρηση δικαστικής απόφασης από ομόβαθμο δικαστήριο ως εάν αυτό να ήταν δευτεροβάθμιο. Δεύτερο, ότι η χορήγηση της άδειας από το επαρχιακό δικαστήριο, όσο και αν εκδόθηκε μετά από ex parte αίτηση, σήμαινε το τέλος του θέματος σε ό,τι αφορούσε στο επαρχιακό δικαστήριο. Τέλος, ότι δικαιοδοσία παραμερισμού της χορηγηθείσας άδειας και του εντάλματος κατοχής είχε μόνο το Ανώτατο Δικαστήριο με προνομιακό ένταλμα. Το Εφετείο απέρριψε τα επιχειρήματα των εφεσειόντων και επιδοκίμασε την πρωτόδικη κρίση. Πιο κάτω παρατίθεται αυτούσιο απόσπασμα από την σελίδα 1626 της απόφασης: «Η Δ.48, θ.8
(4)αφορά σε κάθε διάταγμα που εκδίδεται ex parte. Ακολουθεί την απαρίθμηση των περιπτώσεων στις οποίες είναι δυνατόν να χορηγηθεί θεραπεία ex parte, στις οποίες περιλαμβάνεται σειρά κανονισμών για την χορήγηση άδειας. Δεν διακρίνομε κανένα λόγο για διαφοροποίηση ανάλογα με το αν το διάταγμα έχει ως περιεχόμενο την χορήγηση άδειας ή οτιδήποτε άλλο από τα προσδιοριζόμενα. Στόχος της Δ.48, θ.8
(4)εμφανώς είναι η παροχή δυνατότητας επανεξέτασης θέματος που ρυθμίστηκε ex parte, όταν εκείνος που επηρεάζεται επιθυμεί να ασκήσει το θεμελιώδες δικαίωμά του να ακουσθεί με προοπτική την ακύρωση ή την διαφοροποίησή του. Η έκδοση εντάλματος κατοχής μπορεί να γίνει ex parte, όπως ρητά ορίζει η Δ.43 Α, και οι εφεσίβλητοι, ως επηρεαζόμενοι, είχαν την δυνατότητα να επιδιώξουν τον παραμερισμό της δυνάμει της Δ.48, θ.8
(4).». Σύμφωνα με το Εφετείο το πρωτόδικο δικαστήριο παραμερίζοντας το προηγούμενο διάταγμά του, που είχε εκδοθεί μονομερώς, δεν προέβη σε αναθεώρηση προηγούμενης απόφασής του. Κρίθηκε δε, πως εφόσον το επαρχιακό δικαστήριο είχε διαπιστώσει ατέλεια που δεν θεραπεύθηκε με κατάλληλο δικονομικό διάβημα, ο παραμερισμός ήταν υπό τις περιστάσεις η ορθή προσέγγιση. Καθίσταται σαφές από τα πιο πάνω, ότι η Δ.48, θ.8
(4)των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, επί της οποία στηρίζεται η υπό κρίση αίτηση, παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία να παραμερίσει διάταγμά του που εκδόθηκε μονομερώς (Βλ., επίσης, Re Ανδρέα Πεδίου, Αίτηση Αρ. 165/04
(2004)1 ΑΑΔ 1995, Re Αντώνη Βούρου, Αίτηση Αρ. 70/03
(2003)1 ΑΑΔ 1176 και Re Αδάμου Μανώλη κ.α., Αίτηση Αρ. 114/04
(2004)1 ΑΑΔ 1443). Στην Re Εταιρεία Ξάνθος Λυσιώτης και Υιός Λτδ, Αίτηση Αρ. 131/96
(1996)1 ΑΑΔ 822 λέχθηκε, ότι διάταγμα που εκδόθηκε κατόπιν μονομερούς αιτήσεως μπορεί να προσβληθεί δυνάμει της Δ.48, θ.8
(4)μόνο με αίτηση διά κλήσεως και όχι μονομερώς (Βλ., επίσης, In the matter of application by Julia Hadjisoteriou
(1986)1 CLR 429). Περαιτέρω, στην υπόθεση Γιαννάκης Έλληνας ν. Ανδρέα Χριστοδούλου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 438 διασαφηνίσθηκε, ότι η διαδικασία διά κλήσεως δυνάμει της Δ.48, θ.8
(4)δεν συναρτάται με το πρόσωπο του Δικαστή, ο οποίος επιλήφθηκε προηγουμένως του θέματος κατόπιν μονομερούς αιτήσεως. Με άλλα λόγια, εξουσία για παραμερισμό διατάγματος δεν έχει μόνο ο Δικαστής που επιλήφθηκε της μονομερούς αιτήσεως στην βάση της οποίας εκδόθηκε το προσβαλλόμενο διάταγμα. Αξίζει να σημειωθεί, ότι η λειτουργία της Δ.48, θ.8
(4)δεν περιορίζεται μόνο στις μονομερείς αιτήσεις που εξειδικεύονται στην παράγραφο
(1)του θεσμού 8. Κατά μείζονα λόγο η δυνατότητα λειτουργίας της παραγράφου
(4)παρέχεται και εκεί όπου διάταγμα εκδόθηκε σε μονομερή αίτηση αναγόμενη έξω από την σφαίρα της παραγράφου
(1)του θεσμού 8, το δε γεγονός αυτό σε καμία περίπτωση δεν εκθεμελιώνει την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Το αντίθετο θα ήταν ασυμβίβαστο με την ευρύτητα του λεκτικού της παραγράφου
(4)του θεσμού 8 (Βλ. Γιαννάκης Έλληνας ν. Ανδρέα Χριστοδούλου κ.α. πιο πάνω). Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω πως το Δικαστήριο έχει την εξουσία να επανεξετάσει το ζήτημα αν καλώς εκδόθηκε το αναφερόμενο διάταγμα επαναφορά της αγωγής.» Όπως υπογραμμίζεται και πιο πάνω, ο λόγος για τον οποίον σύμφωνα με τους Εναγόμενους 1 και 2 θα πρέπει να παραμερισθεί το διάταγμα επαναφοράς της αγωγής, επικεντρώνεται στο γεγονός ότι εκδόθηκε κατόπιν μονομερούς αίτησης ενώ με βάση τη Δ.48, η αίτηση θα έπρεπε να καταχωρηθεί δια κλήσεως, έτσι ώστε, να τους δοθεί η ευκαιρία να ακουστούν. Τον ίδιο λόγο πρόβαλε και ο Εναγόμενος 3 με την αίτηση του ημερ.1.12.2020 και όπως λέχθηκε στην προαναφερθείσα απόφαση που εκδόθηκε στα πλαίσια της εν λόγω αίτησης, είναι δεδομένο ότι η αίτηση για την επαναφορά αγωγής δεν συγκαταλέγεται στις αιτήσεις που μπορούν να καταχωρηθούν μονομερώς σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.48
(8)- Αποτελεί περαιτέρω γεγονός ότι με την έγκριση της επαναφοράς της αγωγής στη βάση μονομερούς αίτησης δεν δόθηκε στον Εναγόμενο 3 το δικαίωμα να ακουστεί. Αφετέρου όμως σημειώνεται και είναι σημαντικό ότι η πλευρά των Εναγόμενων δεν αμφισβήτησε με οποιονδήποτε τρόπο και συνεπώς παρέμεινε αναντίλεκτο ότι η έκθεση απαίτησης καταχωρήθηκε στις 23.10.2017, αλλά εκ παραδρομής ή λάθους δεν είχε τεθεί στον φάκελο του Δικαστηρίου. Όπως άλλωστε διαπιστώνεται αλλά υπογραμμίζεται και στην απόφαση του Δικαστηρίου ημερ.8.7.2019 στο φάκελο υπάρχει ένορκη δήλωση επίδοσης προς τον Εναγόμενο 3 πιστού αντιγράφου της έκθεσης απαίτησης η οποία φαίνεται να είχε καταχωριστεί στις 23.10.17, δηλαδή εννέα μήνες πριν την απόρριψη της αγωγής. Όπως βέβαια υπογραμμίζεται στην απόφαση του ημερ. 8.7.2019 το Δικαστήριο δεν μπορούσε να γνωρίζει τον συγκεκριμένο λόγο που δεν τοποθετήθηκε η έκθεση απαίτησης στο φάκελο της υπόθεσης, αλλά διαπιστώθηκε τόσο η επίδοση της όσο και η συνέχιση καταχώρησης δικογράφων αλλά και άλλων διαδικαστικών μέτρων που περιγράφονται πιο πάνω με την ολοκλήρωση των οποίων η υπόθεση ορίσθηκε για ακρόαση. Υπό αυτές τις συγκεκριμένες και ιδιάζουσες θα έλεγα περιστάσεις κρίνω συνεπώς ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 όπως και ο Εναγόμενος 3, πλην της γενικής αναφοράς τους ότι στερήθηκαν του δικαιώματος τους να ακουστούν στην αίτηση επαναφοράς της αγωγής, είχαν καθήκον να αναφέρουν στο Δικαστήριο επί της ουσίας και συγκεκριμένα ποια θα ήταν η θέση τους και τι συγκεκριμένα θα αντέτειναν, στη περίπτωση που εμφανίζονταν στην αίτηση επαναφοράς της αγωγής. Αντίθετα στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση τους, δεν εντοπίζεται να προβάλλονται συγκεκριμένοι λόγοι που να καταδεικνύουν ότι υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις με την επαναφορά της αγωγής έχουν πληγεί τα οποιαδήποτε δικαιώματα τους. Συνεπώς δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή στη συγκεκριμένη περίπτωση η εισήγηση του δικηγόρου του Εναγόμενων 1 και 2 ότι, επί της ουσίας το ζήτημα της υπό κρίση αίτησης είναι μόνο η αποστέρηση του δικαιώματος τους να ακουστούν και όχι το εάν εκ λάθους το Πρωτοκολλητείο δεν τοποθέτησε στον φάκελο της υπόθεσης την έκθεση απαίτησης. Ακόμα κάτι που εγείρεται με την ένσταση του Ενάγοντα και κρίνω ότι θα πρέπει να εξεταστεί είναι και η καθυστέρηση που παρατηρείται στην υποβολή του αιτήματος. Ενώ ο Εναγόμενοι 1 και 2 δηλώνουν ότι πληροφορήθηκαν την απόρριψη και την επαναφορά της αγωγής από τις αρχές Φεβρουαρίου του 2020, εντούτοις, η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 23.12.2020 δηλαδή δέκα μήνες αργότερα. Οι Εναγόμενοι 1 και 2, προφανώς για να δικαιολογήσουν την καθυστέρηση που παρατηρείται στην καταχώρηση της αίτησης τους, πρόβαλαν ότι ο δικηγόρος του Ενάγοντα λανθασμένα και/ή παράτυπα και/ή σκόπιμα ανέφερε στους δικηγόρους τους ότι η αίτηση για την επαναφορά της αγωγής στηρίχθηκε στη Δ.25 Θ.
- Συγκεκριμένα ισχυρίζονται πως οι δικηγόροι τους βασιζόμενοι στη δήλωση του δικηγόρου του Ενάγοντα ότι η αίτηση του για την επαναφορά της αγωγής στηρίχθηκε στην Δ.25 Θ.6 που προνοεί τη διόρθωση γραφικών λαθών ή παραλείψεων στις αποφάσεις ή διατάγματα, θεώρησαν ότι δεν υπήρχε περιθώριο για τη λήψη οποιουδήποτε δικονομικού διαβήματος. Η θέση αυτή όμως δεν κρίνεται ικανή να αιτιολογήσει την καθυστέρηση στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης. Τούτο αφενός επειδή η Δ.25 Θ. 6 δεν παρέχει τη δυνατότητα επαναφοράς απορριφθείσας αγωγής και συνεπώς αυτό θα σήμαινε ότι η επαναφορά της αγωγής είχε εγκριθεί στη βάση λανθασμένου δικαιοδοτικού πλαισίου αλλά και αφετέρου όπως και η αίτηση για την επαναφορά αγωγής έτσι και η αίτηση βάσει της Δ.25 Θ.6 δεν συγκαταλέγεται στις αιτήσεις που μπορούν να καταχωρηθούν μονομερώς σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.48
(8)- Συνεπώς οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν μπορούν να επικαλούνται ότι επειδή ήταν με την εντύπωση πως η επαναφορά της αγωγής έγινε με βάση την Δ.25 Θ. 6 θεώρησαν ότι δεν υπήρχε περιθώριο για τη λήψη οποιουδήποτε δικονομικού διαβήματος. Καταλήγω συνεπώς ότι υπό τις περιστάσεις η αίτηση υποβλήθηκε με καθυστέρηση. Επιπρόσθετα είναι εισήγηση του Ενάγοντα ότι οι Εναγόμενοι με τη συμπεριφορά τους αποδέχθηκε την επαναφορά της αγωγής Για το ζήτημα αυτό που συνδέεται θεωρώ και με την καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης σημειώνονται τα ακόλουθα τα οποία κρίνω ότι συνηγορούν υπέρ της πιο πάνω εισήγησης της πλευράς του Ενάγοντα. Όπως υπογραμμίζεται και στην απόφαση μου στα πλαίσια της αίτησης του Εναγόμενου 3, στις 20.10.2020 που η αγωγή ήταν ορισμένη για ακρόαση η πλευρά του Εναγόμενου 3 υπέβαλε αίτημα αναβολής της ακρόασης για προσωπικούς λόγους το οποίο και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο με αποτέλεσμα η ακρόαση να αναβληθεί για τις 27.11.
- Οι Εναγόμενοι 1 και 2 στις 20.10.2020 συγκατατέθηκαν στο αίτημα αναβολής της ακρόασης (η υπογράμμιση δική μου) παραλείποντας, όπως και ο Εναγόμενος 3 να κάνουν οποιανδήποτε αναφορά και ή να εγείρουν ζήτημα για την απόρριψη και την επαναφορά της αγωγής που προηγήθηκαν και που, σύμφωνα πάντα με τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση τους, είναι ξεκάθαρο ότι ήταν εν γνώση τους. Εξετάζοντας συνεπώς όλα τα πιο πάνω δεδομένα και τα ιδιαίτερα περιστατικά της συγκεκριμένης υπό εξέταση περίπτωσης και συνυπολογίζοντας αυτά με την απουσία συγκεκριμένου λόγου δυσμενούς επηρεασμού των δικαιωμάτων των Εναγόμενων 1 και 2, κρίνω ότι αποτελούν επαρκή στοιχεία που να συνηγορούν υπέρ της απόρριψης του αιτήματος τους για τον παραμερισμό του διατάγματος επαναφοράς της αγωγής. Εναπόκειται σε κάθε περίπτωση στο εκδικάζον δικαστήριο η εξέταση θέματος επαναφοράς αγωγής υπό το φως των συγκεκριμένων λόγων που προβάλλονται σε κάθε περίπτωση. Στην υπό εξέταση περίπτωση και υπό τις ιδιάζουσες περιστάσεις που την περιβάλλουν η έκδοση του διατάγματος επαναφοράς της αγωγής κρίνω πως επενεργεί προς το συμφέρον της απονομής δικαιοσύνης. Υπό το φως συνεπώς των πιο πάνω η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2 όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας εκδίκασης της αγωγής. (Υπ.) ................ Στ. Λουκίδου-Βασιλείου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο