HUSSEIN ν. RELIANTCO INVESTMENTS LTD κ.α., Αγωγή αρ. 702/2020, 16/9/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A226 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 702/2020 Μεταξύ: ΧΧΧΧ HUSSEIN Ενάγων -και-
- RELIANTCO INVESTMENTS LTD
- UFX HOLDINGS LTD
- UFX GLOBAL LTD
- ΧΧΧΧ DE JONG Εναγόμενοι Αίτηση ημερομηνίας 29.06.2021 Ημερομηνία: 16.09.2021 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: Καμία εμφάνιση Για τους Εναγόμενους: κα Χατζησωτηρίου Μ. με κα Πουλλαδου Ε. για MICHAEL KYPRIANOU & CO LLC Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγων ήγειρε αγωγή εναντίον των Εναγόμενων με την οποία αξιώνει συγκεκριμένα χρηματικά ποσά ως ειδικές αποζημιώσεις και γενικές αποζημιώσεις, επικαλούμενος δόλο. Εξέδωσε γι' αυτό Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα και την 02.06.2020 καταχώρισε πολυσέλιδη Έκθεση Απαίτησης. Με την υπό εξέταση αίτησή τους, οι Εναγόμενοι ζητούν την απόρριψη και/ή διαγραφή «της αγωγής και/ή οποιασδήποτε άλλης διαδικασίας εκκρεμεί» και είναι μια αίτηση που βασίζουν στην Δ.19,κ.26 και Δ.27,κ.3 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠΔ) και στις «σύμφυτες εξουσίες» του Δικαστηρίου. Συνοδεύουν την αίτησή τους με ένορκη δήλωση και εκτενή μαρτυρία, δια της οποίας βασικά εξηγείται πως επήλθε εξώδικη διευθέτηση της αγωγής μετά την έγερσή της, με την υπογραφή κάποιας «συμφωνίας διευθέτησης» την 19.04.
- Εκκρεμούσης της αίτησης αυτής, οι συνήγοροι του Ενάγοντος, με την άδεια του Δικαστηρίου, αποσύρθηκαν από την εκπροσώπηση του Ενάγοντος. Ο Ενάγων, ο οποίος, όπως φαίνεται από το Κλητήριο Ένταλμα της αγωγής βρίσκεται στο Κουβέιτ, δεν εκπροσωπήθηκε κατά την 27.08.2021 που ήταν ορισμένη η αίτηση, παρότι δια της επιστολής των συνηγόρων του, που είχε προσκομίστηκε στο Δικαστήριο, ενημερώθηκε εγκαίρως, όπως και για τις συνέπειες της μη εκπροσώπησής του. Οι συνήγοροι των Εναγόμενων τότε ζήτησαν διατάγματα ως η αίτησή τους, δηλαδή την απόρριψη της αγωγής. Σημειώνεται πως ο Ενάγων, παρόλο που δεν εκπροσωπήθηκε στη διαδικασία με κάποιον δικονομικά αποδεκτό τρόπο, επικοινώνησε με το Δικαστήριο δια ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και μεταξύ άλλων ανέφερε πως εξαπατήθηκε όσον αφορά την υπογραφή κάποιας συμφωνίας μετά την αγωγή του και ότι δεν εξοφλήθηκε η απαίτησή του· ζήτησε να μην απορριφθεί η αγωγή του, αλλά να του δοθεί χρόνος να διορίσει δικηγόρο. Εξετάζοντας την αίτηση των Εναγόμενων πάντως στην απουσία του Ενάγοντος, το Δικαστήριο έθεσε στους συνήγορους των Εναγόμενων το ερώτημα και τους ζήτησε να τοποθετηθούν: κατά πόσο θεωρούν πως το Δικαστήριο μπορεί, βάσει της υφιστάμενης αίτησης των Εναγόμενων η οποία, βασιζόμενη στις Δ.19,κ.26 και Δ.27,κ.3 ΚΠΔ, αφορά σε διαγραφή δικογράφου και παραπέμπει στο δικόγραφο της Έκθεσης Απαίτησης του Ενάγοντος, ως εκείνο καταχωρίστηκε, να ακούσει μαρτυρία περί εξώδικης διευθέτησης της αγωγής ή εξόφλησης της απαίτησης, και να την απορρίψει, χωρίς η αγωγή να είναι ορισμένη ενώπιον του σε αυτό το στάδιο και ενώ δεν ακούει μαρτυρία. Κατόπιν συζήτησης με τους ευπαίδευτους συνήγορους των Εναγόμενων, επέλεξαν να προωθήσουν την αίτησή τους, επικαλούμενοι εν τέλει την Δ.27,κ.3 ΚΠΔ, αλλά και τη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Ειδικότερα, αναφέρθηκε, παραθέτοντας πρωτόδικη απόφαση[1]: «το Δικαστήριο έχει σε κάθε περίπτωση σύμφυτη εξουσία να αναστείλει ή να απορρίψει αγωγή και να διαγράψει δικόγραφα όταν αυτά είναι καταπιεστικά, ενοχλητικά και αποτελούν κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στο Annual Practice του 1958, σελ. 574 υπό τον τίτλο: «Striking Out», η σύμφυτη αυτή εξουσία του Δικαστηρίου έχει εκτενώς επεκταθεί ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να προστατεύει τον εαυτό του από την κατάχρηση. Η κύρια διαφορά μεταξύ της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου και της εξουσίας που παρέχεται στο Δικαστήριο από την Δ.27,κ.3 ΚΠΔ είναι ότι, όταν το Δικαστήριο ασκεί την σύμφυτή του εξουσία, μπορεί να επιτρέψει την προσκόμιση μαρτυρίας υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων προς απόδειξη του ότι το δικόγραφο συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου, ενώ στη βάση της Δ.27,κ.3 ΚΠΔ η φύση της αγωγής ή το ελάττωμα στο δικόγραφο πρέπει να διαφαίνεται από το ίδιο το δικόγραφο ή τις λεπτομέρειες που σε αυτό εκτίθενται και η παρουσίαση ένορκης μαρτυρίας δεν είναι επιτρεπτή, κάτι το οποίο είναι έκδηλο από το λεκτικό του ίδιου του θεσμού. Στο ίδιο σύγγραμμα, υπό τον τίτλο: «Inherent Jurisdiction», στην σελίδα 577, διασαφηνίζεται ότι, πέραν από τους θεσμούς, το Δικαστήριο έχει σύμφυτη εξουσία (inherent jurisdiction) να διατάξει την αναστολή οποιασδήποτε διαδικασίας που είναι εμφανώς καταπιεστική ή ενοχλητική (obviously frivolous and vexatious) ή αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Έχει, έτσι, εξουσία να διαγράψει ακόμα και την οπισθογράφηση του κλητηρίου εντάλματος ή μέρους αυτής ή να παραμερίσει την επίδοσή του. Η εξουσία αυτή δεν επηρεάζεται με κανένα τρόπο ούτε και μειώνεται, είτε από τον θεσμό 3, είτε από τον θεσμό 4 της Δ.25, οι οποίοι αντιστοιχούν με τους θεσμούς 2 και 3, αντίστοιχα, της Δ.27 των δικών μας Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Απεναντίας, η εξουσία αυτή αποτελεί εξουσία πρόσθετη προς την εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από τους πιο πάνω θεσμούς και, συνάμα, πολύτιμη εξουσία, αφού όταν γίνεται η επίκληση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου επιτρέπεται η προσαγωγή μαρτυρίας υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων. Στην υπόθεση Remmington v. Scoles
(1897)2 Ch.1 ήταν στην βάση εξωγενούς μαρτυρίας που το Δικαστήριο πείσθηκε ότι η υπεράσπιση ήταν ψεύτικη (sham) και έπρεπε να διαγραφεί ως καταχρηστική της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Άρα σε αντίθεση με αίτηση, η οποία βασίζεται στην Δ.27,κ.3 ΚΠΔ και η οποία αποφασίζεται με βάση το περιεχόμενο των δικογράφων και μόνο, στην περίπτωση που ο αιτητής επικαλείται την σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο έχει την δυνατότητα να αποφασίσει το ζήτημα της διαγραφής στην βάση μαρτυρίας. Σημειώνεται, ότι η εξουσία αυτή ασκείται με περίσκεψη και φειδώ και όπου είναι ξεκάθαρο ότι η απαίτηση θα αποτύχει.» Η Δ.27 ΚΠΔ, η οποία τιτλοφορείται «points of law raised by pleadings», περιέχει και τον Κανονισμό 3, με βάση τον οποίον: «The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just.» Αντικείμενο εξέτασης από το Δικαστήριο, με βάση τη Διαταγή αυτή, είναι το δικόγραφο, όπως αυτό εκφράζει την απαίτηση ή υπεράσπιση του διαδίκου· και αναλόγως της διαπίστωσης του Δικαστηρίου σε σχέση με το υπό εξέταση δικόγραφο, εφόσον πληρούνται οι επιμέρους προϋποθέσεις που τίθενται, το Δικαστήριο μπορεί είτε να απορρίψει ή να αναστείλει την αγωγή του ενάγοντος είτε να εκδώσει απόφαση εναντίον του εναγόμενου. Οι επιμέρους προϋποθέσεις είναι να μην αποκαλύπτεται μέσα από το δικόγραφο εύλογη αιτία αγωγής ή το δικόγραφο να είναι επιπόλαιο, κακόβουλο και ενοχλητικό (frivolous and vexatious). Όπως κατέστη περαιτέρω σαφές μέσα από τη νομολογία[2], το δικόγραφο εξετάζεται ως προς τη νομική του υπόσταση, και η διαγραφή αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, που συνυφαίνεται με το δικαίωμα του διαδίκου, εν προκειμένω του Ενάγοντος, να προσφύγει στη δικαιοσύνη και να ακουστεί· συνεπώς, η διαγραφή θα πρέπει να συνιστά επιλογή μόνον όταν δεν υφίσταται οποιαδήποτε άλλη εναλλακτική επιλογή (π.χ. τροποποίηση του δικογράφου), και όταν πρόκειται για ξεκάθαρη περίπτωση. Επειδή ακριβώς με την αίτηση που γίνεται βάσει της Δ.27.κ.3 ΚΠΔ βάλλεται η αντικειμενική υπόσταση του δικογράφου, το Δικαστήριο δεν ακούει μαρτυρία, αλλά κοιτάζει αυτό το δικόγραφο, στην προκειμένη περίπτωση την Έκθεση Απαίτησης του Ενάγοντος. Την ίδια εξουσία του Δικαστηρίου να διαγράψει δικόγραφο ή και να απορρίψει αγωγή εάν από το δικόγραφο της Έκθεσης Απαίτησης δεν προκύπτει αιτία αγωγής ή εάν αυτό είναι επιπόλαιο ή κακόβουλο ή ενοχλητικό, μπορεί να ασκήσει και δια της σύμφυτης εξουσίας του. Τα γεγονότα που ισχυρίζονται οι Εναγόμενοι όμως δεν σχετίζονται με την αντικειμενική υπόσταση του δικογράφου, ως αυτό είχε καταχωριστεί. Είναι μεταγενέστερα της Έκθεσης Απαίτησης και δεν ανατρέχουν ακριβώς στο δικόγραφο· εξαρτώνται από μαρτυρία, που θα πρέπει και να παρουσιαστεί και να αξιολογηθεί, η δε «συμφωνία διευθέτησης» να ερμηνευτεί. Το δικόγραφο της Έκθεσης Απαίτησης του Ενάγοντος, πάντως, περιέχει αιτία αγωγής γνωστή στο δίκαιο και δεν διασαφηνίζεται ούτε από τους Εναγόμενους κάποιο ελάττωμά του, που να δίδει τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να το διαγράψει και, διαγράφοντάς το, να απορρίψει και την αγωγή του Ενάγοντος. Με δεδομένο ότι το δικόγραφο του Ενάγοντος αποκαλύπτει βάση αγωγής και δεν υφίσταται σε αυτό νομικό ζήτημα που να εκμηδενίζει εκ προοιμίου τις πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής του Ενάγοντος, η αίτηση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή υπό την Δ.27,κ.3 ΚΠΔ. Το πραγματικό ζήτημα για τους Εναγόμενους είναι ότι, ενώ υπογράφθηκε «συμφωνία διευθέτησης», βάσει της οποίας, όπως ισχυρίζονται, επήλθε εξόφληση της απαίτησης του Ενάγοντος ή αναλήφθηκαν υποχρεώσεις που οι Εναγόμενοι θεωρούν πως εξισώνονται με τέτοια εξόφληση, ο Ενάγων παρέλειψε να διακόψει την αγωγή του, ενδεχομένως κατά παράβαση εκείνης της συμφωνίας. Η αίτηση των Εναγόμενων, θα συμφωνήσω μαζί τους, παρά την παράθεση των συγκεκριμένων διαδικαστικών κανονισμών, μπορεί να θεωρηθεί πως συνιστά μόνον αίτηση για απόρριψη της αγωγής του Ενάγοντος βάσει της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου, που επίσης επικαλούνται, παρόλο που δεν ζητούν την αναστολή κάθε περαιτέρω διαδικασίας ενόψει κάποιας συμφωνίας διευθέτησης, αλλά την απόρριψη της αγωγής του Ενάγοντος. Η νομολογία που παρατέθηκε δεν σχετίζεται με τα δεδομένα αυτά, που πάντως δεν είναι άγνωστα στην ευρύτερη νομολογία. Το Δικαστήριο προφανώς και έχει σύμφυτη εξουσία να προστατεύει τον εαυτό του από καταχρηστικές διαδικασίες, μεταξύ άλλων αναστέλλοντας την αγωγή, ακόμα και χωρίς αίτηση[3], τη σύμφυτη αυτή εξουσία του, όμως, την ασκεί με γνώμονα το σύνολο των περιστάσεων που έχει υπόψη του. Σύμφωνα με αυτά, ο Ενάγων δεν θέτει μαζί με τους Εναγόμενους υπόψη του Δικαστηρίου κάποια συμφωνία των μερών βάσει της οποίας το Δικαστήριο να μπορεί να λειτουργήσει εκ συμφώνου· ο ίδιος, επικοινωνώντας με το Δικαστήριο, εξέφρασε επιφύλαξη για το κύρος κάποιας «συμφωνίας διευθέτησης» στην οποία ωθήθηκε χωρίς όμως να λάβει χρήματα, και επιθυμία να μην απορριφθεί η αγωγή του. Λόγω των υγειονομικών μέτρων που ισχύουν, οι πρώτες εμφανίσεις διεξάγονται μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, και ο Ενάγων που βρίσκεται εκτός Κύπρου επικοινώνησε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ζητώντας χρόνο για να διορίσει δικηγόρο για να τον εκπροσωπήσει στην αγωγή. Ο παράλληλος συλλογισμός είναι πως σχετικοί ισχυρισμοί των Εναγόμενων περί διευθέτησης ή εξόφλησης που καθιστούν την αγωγή, εάν αυτή προωθηθεί για να επιλυθεί δικαστικά ζήτημα που συμφωνήθηκε, «vexatious», θα μπορούσαν να προβληθούν και σε υπεράσπισή τους[4]. Εάν διαπιστώσουν ότι ο Ενάγων προωθεί την αγωγή εναντίον τους παρά κάποια «συμφωνία διευθέτησης» τότε, στο πλαίσιο αυτής της αγωγής και όχι κατ' ανάγκη με μία νέα αγωγή, μπορούν να επιδιώξουν να εκτελέσουν συγκεκριμένο όρο κάποιας συμφωνίας διευθέτησης ζητώντας αναστολή των περαιτέρω διαδικασιών[5]. Τη δυνατότητα διαβήματος και στο πλαίσιο της υφιστάμενης αγωγής θεμελίωσε στην Αγγλική πρακτική η Eden v. Naish
(1878)7 Ch.D. 781, αποκλίνοντας από την μέχρι τότε πρακτική που επέβαλλε η Pryer v. Gribble Law Rep. 10 Ch. 534 να γίνεται ξεχωριστή αγωγή για ειδική εκτέλεση της συμφωνίας διευθέτησης. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, αιτήματος αναστολής (stay) κάθε περαιτέρω διαδικασίας, στη βάση συγκεκριμένων όρων συμφωνίας που περιλαμβάνει τέτοια υποχρέωση του Ενάγοντος, και μέχρι να υλοποιηθεί κάποια συμφωνία διευθέτησης, εάν ο Ενάγων αμφισβητήσει την ύπαρξη ή το περιεχόμενο της συμφωνίας διευθέτησης, το Δικαστήριο θα μπορούσε να ακούσει μαρτυρία για το συγκεκριμένο ζήτημα διακριτά. Δεν είναι αυτό το πλαίσιο που θέτουν στο Δικαστήριο οι Εναγόμενοι με την αίτησή τους αυτή, με την οποία ζητούν να απορριφθεί η αγωγή του Ενάγοντος ασχέτως των θέσεων του Ενάγοντος και αρκούμενοι στο ότι ο Ενάγων δεν εκπροσωπήθηκε στη διαδικασία κατά την ημέρα που ήταν ορισμένη η αίτησή τους, ερμηνεύοντας ότι έμεινε αναντίλεκτη η δική τους μαρτυρία σε σχέση με τους ισχυρισμούς περί διευθέτησης ή εξόφλησης, και προσκομίζοντας συμφωνία διευθέτησης. Σε τελική ανάλυση, οι ενέργειες που συνιστούν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε σχέση με την απόρριψη ή την αναστολή της αγωγής του Ενάγοντος θα πρέπει να είναι και αναγκαίες και ανάλογες υπό όσα διασφαλίζει και το άρθρο 30 του Συντάγματος. Τα δεδομένα που συνθέτουν την παρούσα περίπτωση, ο χρόνος και ο τρόπος που υποβλήθηκε το αίτημα (πρώτιστα βασιζόμενη σε διαταγές που αφορούν στην υπόσταση του δικογράφου και χωρίς να είναι ενώπιον του Δικαστηρίου η αγωγή), η συγκυρία της απόσυρσης των δικηγόρων του Ενάγοντος και η επικοινωνία του με το Δικαστήριο με τον τρόπο που γίνεται η επικοινωνία για υγειονομικούς λόγους και η από μέρους του αμφισβήτηση του κύρους μια τέτοιας συμφωνίας, η δυνατότητα των Εναγόμενων να προβάλουν τους ισχυρισμούς τους αυτούς δια υπεράσπισης και να δουν τότε που ο Ενάγων θα υποχρεούται να προωθήσει την αγωγή του εάν θα το πράξει ή όχι, το γεγονός ότι η συμφωνία διευθέτησης που επικαλούνται έχει χαρακτηριστικά που δεν την καθιστούν απλή ή σαφή σε σχέση με την υφιστάμενη αγωγή, δημιουργούν δυσαναλογία στο να απορριφθεί η αγωγή του σε αυτό το στάδιο, και αυτή η δυσαναλογία εμποδίζει το Δικαστήριο από το να ασκήσει κάποια σύμφυτη εξουσία· χωρίς να αποκλείεται να υπάρχουν συνθήκες που να δικαιολογούν την άσκησή της σε μεταγενέστερο χρόνο. Είναι κατανοητή πάντοτε η δυσκολία των Εναγόμενων να πρέπει να καταχωρίσουν υπεράσπιση στην αγωγή του Ενάγοντος, ενώ θεωρούν πως διευθετήθηκε η υπόθεσή τους, και να αναμένουν να δουν εάν ο Ενάγων θα προωθήσει ή όχι την αγωγή του. Δεν είναι όμως κατανοητή η βιασύνη με την οποία επιχειρούν να εξαναγκάσουν την απόρριψη της αγωγής του Ενάγοντος ή και η ανάγκη χρησιμοποίησης της περίστασης της απόσυρσης των δικηγόρων του Ενάγοντος, χωρίς να δοθεί χρονικό περιθώριο για ακρόαση του Ενάγοντος ακόμα και επί των ισχυρισμών περί εξώδικης διευθέτησης, ζητώντας από το Δικαστήριο να αγνοήσει ηλεκτρονική επικοινωνία του Εναγόμενου που δεν είναι θεσμοθετημένη διαδικαστικά, ενώ δεν το πράττει με την ηλεκτρονική επικοινωνία των συνηγόρων. Η αίτηση αυτή, δυστυχώς, στο παρόν στάδιο, δεν μπορεί να επιτύχει, και απορρίπτεται, χωρίς βλάβη του δικαιώματος των Εναγόμενων να υποβάλουν κάποια αίτηση για αναστολή της διαδικασίας βάσει κάποιας συμφωνίας διευθέτησης, εάν διαφανεί πως ο Ενάγων προωθεί την αγωγή του ενώ θα έπρεπε, βάσει συγκεκριμένων συμβατικών όρων, να πράξει το αντίθετο. Καμία διαταγή για έξοδα. (Υπ.) .............. Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] CLIN CO LTD ν. Asim Elahi, Αρ. Αγωγής: 1164/13, 05.06.2014. [2] Pelmaco Development Ltd
(1991)1 ΑΑΔ 246, Λοϊζος Λουκά & Υιοί Λτδ v Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας Α.Ε.
(1999)1 ΑΑΔ 1316, Cyber Group Ltd v. Χαραλαμπίδης
(2004)1 ΑΑΔ 852. [3] Tomlin v Standard Telephones and Cables Ltd [1969] 3 All ER 201, [1969] 1 WLR 1378, [4] Eden v. Naish
(1878)7 Ch D 781, Re Mathews, Oates v. Mooney [1905] 2 Ch 460, 74 LJ Ch 656, Snelling v. John G Snelling Ltd [1973] QB 87. [5] Βλ. και Baker v. Baker
(1886)55 LT 723, Re Gaudet Frères Steamship Co
(1879)12 Ch D 882, CA, Re Artistic Colour Printing Co
(1880)14 Ch D 502, Wright v. Redgrave
(1879)11 Ch D 24, CA. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο