← Κύπρος

STERKO DEVELOPERS LIMITED κ.α. ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ, Αγωγή αρ. 1054/2021, 13/9/2021

STERKO DEVELOPERS LIMITED κ.α. ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ, Αγωγή αρ. 1054/2021, 13/9/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A225 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 1054/2021 Μεταξύ:

  1. STERKO DEVELOPERS LIMITED
  2. ΧΧΧΧ ΧΑΤΖΗΣΤΕΡΚΩΤΗΣ Ενάγοντες και ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ Εναγόμενη Αίτηση ημερομηνίας 16.06.2021 Προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 18.06.2021 Ημερομηνία: 13.09.2021 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες/Αιτητές: κυρία Ελ. Χατζηστερκώτη για ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΧΑΤΖΗΣΤΕΡΚΩΤΗΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ Για Εναγόμενη/Καθ' ης η αίτηση: κυρία Ρ. Καραμανή για ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αίτηση και το προσωρινό διάταγμα Με αγωγή που καταχώρισαν οι Ενάγοντες 1 και 2 εναντίον της Εναγόμενης, για την οποία εξέδωσαν Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, ζητούν αναγνωριστικές αποφάσεις ότι η Εναγόμενη ενήργησε παράνομα, δόλια ή και με ψευδείς παραστάσεις ή και πρόωρα ή και άκυρα όταν προγραμμάτισε πλειστηριασμό των ενυπόθηκων - με την υποθήκη ΥΧΧΧΧ/2011 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού - ακινήτων με αριθμό εγγραφής 0/ΧΧΧΧ, Φ./Σχ.ΧΧΧΧ, Τεμάχιο ΧΧΧΧ, Τμήμα 0, στο Μοναγρούλλι («το Τεμάχιο 374») και του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/ΧΧΧΧ, Φ./Σχ.ΧΧΧΧ, Τεμάχιο ΧΧΧΧ, Τμήμα 0, στο Μοναγρούλλι («το Τεμάχιο 626»), που αμφότερα είναι αγροτεμάχια για τα οποία είχε διαταχθεί αναστολή εκποίησης μέχρι την 31.07.2021, και ενώ γνώριζε ότι για το Τεμάχιο 374 την 20.04.2018 εκδόθηκε δικαστική απόφαση ή και διατάγματα στην αγωγή 3886/2013 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, με τα οποία διατάσσεται η αναπροσαρμογή των συνόρων του Τεμαχίου 374, ιδιοκτησίας της Ενάγουσας 1, και του τεμαχίου 690, ιδιοκτησίας της Ιεράς Μονής Αγίου Γεωργίου Αλαμάνου, που σχετίζεται με τον φάκελο ΑΧΧΧΧΧ/2018, και πριν να ολοκληρωθεί η μεταφορά της υποθήκης επί της νέας εγγραφής με αριθμό ΧΧΧΧ, τεμάχιο ΧΧΧΧ εμβαδού 5361 τετραγωνικά μέτρα. Αξιώνουν περαιτέρω αποζημιώσεις λόγω δόλου, απάτης, ψευδών παραστάσεων ή και αδικαιολόγητου πλουτισμού. Στο πλαίσιο της αγωγής αυτής, η Ενάγουσα 1 καταχώρισε αίτηση με την οποία ζήτησε μονομερώς από το Δικαστήριο την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος σε σχέση με την εκποίηση των δύο ενυπόθηκων ακινήτων, ιδίως βάσει των άρθρων 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 και του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
  3. Στην ένορκη δήλωση της κυρίας ΧΧΧΧ Προδρόμου, αξιωματούχου της Ενάγουσας 1, που υποστηρίζει την αίτηση, αναφέρει πως η Ενάγουσα 1 υποθήκευσε τα δύο ακίνητα προς όφελος πιστωτή τα δικαιώματα του οποίου σήμερα ασκεί η Εναγόμενη, και η υποθήκευση ήταν για τα ακίνητα στο σχήμα και στην έκταση που αναφέρονταν στα πιστοποιητικά εγγραφής των ακινήτων (Τεκμήριο 1), για το Τεμάχιο 374 έκταση 5 δεκάρια και 017 τετραγωνικά μέτρα, που επί τόπου φαίνονταν στα συνημμένα κτηματικά σχέδια. Το 2013, η Ενάγουσα 1 ενήγαγε την Ιερά Μονή Γεωργίου Αλαμάνου με την αγωγή 3886/2013 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού για διαφορά των συνόρων τους και την 20.04.2018 εκδόθηκε, στο πλαίσιο της αγωγής εκείνης, εκ συμφώνου δικαστική απόφαση (Τεκμήριο 2), με την οποία το Δικαστήριο είχε διατάξει την αναπροσαρμογή των συνόρων, αφαιρώντας από το Τεμάχιο 374 έκταση 546 τετραγωνικά μέτρα, για να προστεθεί στο Τεμάχιο 690 της Ιεράς Μονής Αγίου Γεωργίου Αλαμάνου, και αφαιρώντας και από το Τεμάχιο 690 έκταση 546 τετραγωνικά μέτρα, για να προστεθεί στο Τεμάχιο
  4. Με την προσθαφαίρεση αυτή, είναι η θέση της Ενάγουσας 1, το Τεμάχιο 374 αλλάζει και ως προς την έκταση και ως προς το σχήμα του. Μετά την έκδοση της προαναφερόμενης απόφασης, είχε ξεκινήσει η διαδικασία από το Κτηματολόγιο Λεμεσού, με τον φάκελο ΑΧΧΧΧΧ/2018, με τον οποίο γίνεται αναπροσαρμογή συνόρων του Τεμαχίου 374 με το Τεμάχιο 690 και η ΥΧΧΧΧ/2011 θα μεταφερθεί επί της νέας εγγραφής που θα προκύψει μετά την αναπροσαρμογή, που θα λάβει αριθμό ΧΧΧΧ, νέος αριθμός τεμαχίου ΧΧΧΧ, που θα έχει έκταση 5.361 τετραγωνικά μέτρα (ενώ η υφιστάμενη είναι 5.017 τετραγωνικά μέτρα). Στην εκδοθείσα δικαστική απόφαση υπάρχει σχέδιο στο οποίο φαίνονται οι αναπροσαρμογές των συνόρων. Η Ενάγουσα 1 προσκόμισε (Τεκμήριο 3, Τεκμήριο 4 και Τεκμήριο 5) έγγραφα που σχετίζονται με τη διαδικασία στο Κτηματολόγιο, πιστοποιητικό έρευνας ημερομηνίας 28.05.2021 στο οποίο φαίνονται οι εν εξελίξει διαδικασίες και εκτίμηση που συνέταξε εκτιμητής, στην οποία αναφέρει πως τα δύο ενυπόθηκα ακίνητα είναι γεωργικά κτήματα που επηρεάζονται από την πολεοδομική ζώνη Γα
  5. Η αξία τους κατά την 01.01.2018 ήταν για το Τεμάχιο 374 στο ποσό των €37.600,00 και για το Τεμάχιο 626 στο ποσό των €19.400,
  6. Στο μέρος του Τεμαχίου 374 που αφαιρέθηκε για να προσαρτηθεί στο Τεμάχιο 690 της Ιεράς Μονής Αγίου Γεωργίου Αλαμάνου βρίσκεται το ιερό σπήλαιο του Αγίου Γερμανού καθώς επίσης έχει ανεγερθεί έπαυλη, το λεγόμενο «αρχονταρίκι», στο οποίο διαμένουν ο Αρχιεπίσκοπος και οι διάφοροι Επίσκοποι που επισκέπτονται κατά καιρούς την Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου του Αλαμάνου, τα οποία είναι και μεγάλης αξίας, οικονομικής και θρησκευτικής. Ενώ η Εναγόμενη γνωρίζει αυτά τα γεγονότα, προχώρησε με την εκποίηση του ενυπόθηκου Τεμαχίου 374 χωρίς να εμπλέξει τον δικαιούχο προς εγγραφή του μέρους του. Τυχόν εκποίηση του Τεμαχίου 374 τώρα, και πριν από την ολοκλήρωση της αναπροσαρμογής και μεταφοράς της υποθήκης στην ανάλογη έκταση επί της νέας εγγραφής, θα δημιουργήσει μεγάλη πραγματική αναστάτωση, ενώ απλά μπορεί να γίνει σε μεταγενέστερο χρόνο και αφού ολοκληρωθούν οι σχετικές διαδικασίες. Ο πλειστηριασμός του Τεμαχίου 374 είχε προγραμματιστεί για την 28.06.2021, εξ ου και αιτήθηκε την παρεμπόδιση της εκποίησης αυτής κατεπειγόντως. Η διαδικασία που κινήθηκε για τον πλειστηριασμό (Τεκμήριο 6) είναι κοινή για τα δύο ενυπόθηκα τεμάχια και τα ενυπόθηκα ακίνητα θα εκποιηθούν ως αυτά αναφέρονται στους υφιστάμενους τίτλους τους, και στην έκταση που αναφέρονται, όσον αφορά το Τεμάχιο 374 η αναφερόμενη προς εκποίηση έκταση είναι εκείνη των 5.017, χωρίς την αναπροσαρμογή. Η Ενάγουσα 1 επιχειρηματολογεί ότι, υπό αυτές τις πραγματικές συνθήκες, πληρούνται και οι νόμιμες προϋποθέσεις για να υφίσταται το απαγορευτικό διάταγμα μέχρι την εκδίκαση της αγωγής της Ενάγουσας
  7. Την 18.06.2021 που ήταν ορισμένη η αίτηση, το Δικαστήριο, αναγνωρίζοντας ότι υφίσταται το κατεπείγον και ότι η υπόθεση είναι τέτοιας φύσης, και ότι εκ πρώτης όψεως συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, εξέδωσε απαγορευτικό διάταγμα, υπό την εγγύηση €40.000,00 που υπέγραψε η Ενάγουσα 1, και το διάταγμα ορίστηκε επιστρεπτέο την 29.06.
  8. Η ένσταση της Εναγόμενης Την 29.06.2021 που ήταν ορισμένο για επιστροφή το προσωρινό διάταγμα, η Εναγόμενη εμφανίστηκε στη διαδικασία, ανέφερε ότι ενίσταται στην εξακολούθηση της ισχύος του προσωρινού διατάγματος, και ζήτησε χρόνο για να καταχωρίσει ένσταση. Κατόπιν κοινού προγραμματισμού με τους συνηγόρους των διαδίκων, και ιδίως με τους συνήγορους της Εναγόμενης, ως προς τον χρόνο που χρειάζονταν, η αίτηση ορίστηκε για Ακρόαση την 02.09.2021, με οδηγίες τυχόν ένσταση να καταχωριστεί μέχρι την 02.08.
  9. Ένσταση από μέρους της Εναγόμενης καταχωρίστηκε τελικά την 12.08.2021, η οποία, χωρίς εναντίωση της πλευράς της Ενάγουσας 1, θεωρήθηκε εμπρόθεσμη. Οι πολυάριθμοι λόγοι της έντασης της Εναγόμενης συνοψίζονται στο ότι η αίτηση της Ενάγουσας 1 ως επίσης και η αγωγή είναι πλέον άνευ αντικειμένου γιατί η διαδικασία της αναπροσαρμογής των συνόρων του Τεμαχίου 374 ολοκληρώθηκε και η υποθήκη ΥΧΧΧΧ/2011 μεταφέρθηκε ήδη στη νέα εγγραφή, και δεν πληρούνταν ούτε πληρούνται οποιεσδήποτε εκ των προϋποθέσεων που πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση ή και τη διατήρηση σε ισχύ του προσωρινού διατάγματος, ως αυτό τουλάχιστον φαίνεται από τη νομική αλλά και την γενική και αόριστη πραγματική βάση της Ενάγουσας 1, αλλά ούτε και το ισοζύγιο της ευχέρειας θα έπρεπε να κλίνει προς τα εκεί. Αυτό το προσωρινό διάταγμα καταρχάς δεν θα έπρεπε να είχε εκδοθεί μονομερώς γιατί δεν υφίστατο πράγματι το κατεπείγον, μα τεχνηέντως δημιουργήθηκε από την Ενάγουσα 1 για να αποκλείσει τον λόγο της Εναγόμενης πριν την ημερομηνία που είχε προγραμματιστεί ο πλειστηριασμός, με δεδομένο ότι η Εναγόμενη είχε απαιτήσει την πληρωμή του ενυπόθηκου χρέους από την 27.12.2016 και έπειτα την 02.04.2018, στη συνέχεια την 13.04.2018 ήγειρε την αγωγή 440/2018 Ε.Δ. Λάρνακας για την είσπραξη του χρέους στην οποία αξιώνει και διάταγμα εκποίησης (όπου, παρά την υπεράσπιση και ανταπαίτηση, δεν έγινε αναφορά στην αγωγή 3886/2013 Ε.Δ. Λεμεσού και στην εκ συμφώνου εκδοθείσα απόφαση), η διαδικασία του ιδιωτικού πλειστηριασμού είχε αρχίσει από την 16.10.2020 (χωρίς η Ενάγουσα 1 να έχει προσκομίσει τα απαραίτητα στοιχεία σε σχέση με την αίτηση ΑΧΧΧΧΧ/2018), η δε ειδοποίηση ΙΑ για τον πλειστηριασμό της 28ης Ιουνίου 2021 είχε επιδοθεί από την 10.05.2021 και η αγωγή και η αίτηση καταχωρίστηκαν την 16.06.2021, για πλειστηριασμό που είχε οριστεί την 28.06.2021· με αυτό τον χειρισμό, η Ενάγουσα 1 εξανάγκασε την ακύρωση του πλειστηριασμού, συνθήκη που η Εναγόμενη ερμηνεύει ως παραβίαση του δικαιώματός της να ακουστεί αλλά και του περιουσιακού της δικαιώματος· ως προς το τελευταίο, πρόσθετα γιατί δεσμεύεται η Εναγόμενη και σε σχέση με το Τεμάχιο 626 που δεν σχετίζεται με την αναπροσαρμογή των συνόρων, αλλά και γιατί η υποθηκευμένη περιουσία θεωρείται περιουσία του ενυπόθηκου πιστωτή. Εξάλλου, όπως αναφέρει η Εναγόμενη, η νέα αγωγή που ήγειρε η Ενάγουσα 1 είναι καταχρηστική, εφόσον εκκρεμεί η αγωγή 440/2018 Ε.Δ. Λάρνακας στο οποίο είναι επίδικη η ΥΧΧΧΧ/2011 και σε εκείνο το δικονομικό πλαίσιο θα μπορούσαν να υποβάλουν οποιοδήποτε αίτημα, όπως εξάλλου θα μπορούσαν ή και θα έπρεπε να καταστήσουν αναγκαίο διάδικο την Εναγόμενη στην αγωγή 3886/2013 Ε.Δ. Λεμεσού που αφορούσε στο ενυπόθηκο ακίνητο επί του οποίου ασκεί δικαιώματα η Εναγόμενη και όπου μάλιστα συμφώνησε αποξένωση μέρους του ενυπόθηκου ακινήτου. Η Ενάγουσα 1, όπως ισχυρίζεται η Εναγόμενη, δεν έχει λόγο για τον επηρεασμό δικαιωμάτων τρίτων, όπως είναι η Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου Αλαμάνου, που δεν είναι διάδικος στη διαδικασία, η δε δικονομική απουσία του τρίτου προσώπου συνιστά πρόσθετο λόγο απόρριψης της αίτησης και ακύρωσης του προσωρινού διατάγματος. Υπήρξε, εξάλλου, απόκρυψη από μέρους της Ενάγουσας 1 του ότι η Εναγόμενη δεν ήταν διάδικος στην αγωγή 3886/2013 Ε.Δ. Λεμεσού και μάλιστα σε αυτήν κατά παράβαση των συμβατικών της υποχρεώσεων έναντι στον ενυπόθηκο πιστωτή δέχθηκε αποξένωση μέρους του ενυπόθηκου ακινήτου, ότι εκκρεμεί η αγωγή 440/2018 Ε.Δ. Λάρνακας στο πλαίσιο της οποίας είχαν καταχωρίσει υπεράσπιση και ανταπαίτηση, ότι θα λάμβανε ίση έκταση γης από το Τεμάχιο της Ιεράς Μονής Αγίου Γεωργίου Αλαμάνου, και ότι γνώριζαν για τη διαδικασία πλειστηριασμού εδώ και καιρό. Η σύμβαση υποθήκευσης είναι αυτοτελής και η εκκρεμότητα οποιασδήποτε δικαστικής διαδικασίας δεν θα πρέπει να εμποδίζει την εκτέλεσή της ή την άσκηση του νόμιμου δικαιώματος του ενυπόθηκου πιστωτή να εκποιήσει την εξασφάλισή του για να εισπράξει το λαβείν του. Στην ένορκη δήλωση της κυρίας ΧΧΧΧ Αγά, λειτουργού στις υπηρεσίες της Εναγόμενης, που υποστηρίζει την ένσταση της Εναγόμενης, επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης με περαιτέρω πληροφορίες. Γίνεται αναφορά στις συνθήκες δανειοδότησης και υποθήκευσης, στις εγγυητικές υποχρεώσεις του Ενάγοντος 2, στους λόγους που οδήγησαν την Εναγόμενη στην καταχώριση της αγωγής 440/2018 Ε.Δ. Λάρνακας εναντίον της Ενάγουσας 1, δια της οποίας ζητούν την είσπραξη του χρέους και διάταγμα εκποίησης της ΥΧΧΧΧ/2011, και στην δική της απαίτηση εναντίον της Ενάγουσας 1 για το ενυπόθηκο χρέος, τονίζοντας ότι η Ενάγουσα 1 δεν πλήρωσε οποιοδήποτε ποσό έναντι αυτού. Αναφέρεται, επίσης, στη διαδικασία εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων που τροχιοδρομήθηκε με βάση το Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965, στο γεγονός ότι η Ενάγουσα 1 δεν πρόσβαλε την Ειδοποίηση ΙΑ για τον πλειστηριασμό, που έλαβε την 10.05.2021, με Έφεση εντός της προβλεπόμενης από τον νόμο προθεσμίας, και την 16.06.2021 προχώρησε με την αγωγή και την αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος, καταφέρνοντας έτσι να ακυρώσει τον πλειστηριασμό. Σε σχέση με την ήδη γενόμενη αναπροσαρμογή των συνόρων και την μεταφορά της υποθήκη στο νέο τεμάχιο, σε επικοινωνία που είχαν με το Κτηματολόγιο Λεμεσού την 11.08.2021, ενημερώθηκαν πως έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία, και προς υποστήριξη του επιχειρήματος προσκομίζει τα Τεκμήρια 10 και 11 που αριθμεί στην ένορκη της δήλωση η κυρία Αγά, που είναι έγγραφα έρευνας από την ελεύθερη διαδικτυακή πύλη του Κτηματολογίου επί της νέας εγγραφής και έλλειψης αποτελεσμάτων επί της παλαιότερης. Ο λόγος για τον οποίο δεν ειδοποιήθηκε η Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου του Αλαμάνου για τη διαδικασία πλειστηριασμού είναι γιατί δεν είναι ενδιαφερόμενο πρόσωπο με την έννοια του νόμου, αλλά σε κάθε περίπτωση η αναπροσαρμογή των συνόρων, είναι διαδικασία που δεσμεύει τον εκάστοτε νέο κύριο του πράγματος και δεν θα μπορούσε να αποτελεί λόγο για την αναστολή της εκποίησης. Ως πρόσθετο γεγονός αναφέρεται, στην ένορκη δήλωση, και το ότι η Εναγόμενη είναι φερέγγυα και μπορεί να αποζημιώσει την Ενάγουσα
  10. Η διαδικασία Η ακρόαση διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων της αίτησης και της ένστασης, χωρίς την εισαγωγή πρόσθετης μαρτυρίας. Αίτηση της Ενάγουσας 1 για καταχώριση συμπληρωτικής ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 02.09.2021 αποσύρθηκε και απορρίφθηκε την 03.09.
  11. Οι συνήγοροι των δύο πλευρών κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις, δια των οποίων επιχειρηματολογούν για τις θέσεις της Ενάγουσας 1 και της Εναγόμενης αντίστοιχα. Είναι υπόψη του Δικαστηρίου ό,τι έχει αναφερθεί. Δικαιοδοτικοί όροι Ο κανόνας είναι ότι και τα δύο μέρη σε μια διαδικασία θα πρέπει να ακούγονται πριν να αποδοθεί κάποια θεραπεία[1]. Κατά παρέκκλιση από τον κανόνα αυτό, για να μπορεί να εκδοθεί μονομερώς ένα απαγορευτικό διάταγμα με βάση το άρθρο 9 § 1 του Κεφ. 6, θα πρέπει να αποδεικνύεται ότι είναι επείγουσα ή ιδιαίτερη η περίπτωση που δικαιολογεί τέτοια ακρόαση, χωρίς την προηγούμενη ειδοποίηση της άλλης πλευράς. Τέτοια δικαιολόγηση είναι που μπορεί να επιτρέψει στο Δικαστήριο να αντλήσει δικαιοδοσία. Σε περίπτωση έκδοσης απαγορευτικού διατάγματος μονομερώς, εάν διαφανεί εκ των υστέρων, μετά από την ακρόαση και της άλλης πλευράς, ότι τα δεδομένα που στήριξαν το κατεπείγον ή την ιδιαιτερότητα της περίπτωσης δεν ήταν ορθά, το Δικαστήριο οφείλει να ακυρώσει το διάταγμα αυτό, χωρίς καν να μπει στη διαδικασία να αναθεωρήσει τις ουσιαστικές προϋποθέσεις έκδοσής του[2]. Συναφώς, όταν ένας διάδικος κινείται μονομερώς για να εξασφαλίσει προσωρινό διάταγμα, επικαλούμενος επείγουσα ή ιδιαίτερη περίπτωση, επειδή το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του και τις δύο πλευρές όταν επιλαμβάνεται τέτοιας υπόθεσης, έχει την ύψιστης πίστης υποχρέωση να αποκαλύψει όλα τα γεγονότα που σχετίζονται με το αίτημά του και θα μπορούσαν να επιδράσουν στην κρίση του Δικαστηρίου, αρνητικά ή θετικά[3]. Τόσον η φύση της υπόθεσης ως επείγουσας ή ιδιαίτερης όσο και η πληρότητα της αποκάλυψης εξετάζονται κατά προτεραιότητα, κατά τη διαδικασία αναθεώρησης του απαγορευτικού διατάγματος, υπό το φως των δεδομένων που προσφέρει η ακρόαση της άλλης πλευράς. Γνωρίζοντας πάντοτε πως «κατεπείγον» θεωρείται το ζήτημα που περιέρχεται σε γνώση του αιτούντος την ενδιάμεση θεραπεία σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματός του στον αντίδικο και εξασφάλιση του δικαιώματος του δευτέρου να ακουστεί[4]. Ο χρόνος δεν προσεγγίζεται με σταθερά ημερολογιακά δεδομένα, μα συναρτάται και με το είδος της ενδιάμεσης θεραπείας που ζητείται, το πολύπλοκο της υπόθεσης, την όλη διαφορά, και άλλους παράγοντες[5]. Σε ορισμένες περιπτώσεις, υπάρχει ο χρόνος να επιδοθεί η αίτηση στην άλλη πλευρά για να ακουστεί, αλλά η φύση της ενδιάμεσης θεραπείας που ζητείται καθιστά λογικά ασυμβίβαστη την προηγούμενη ειδοποίηση[6], εάν λόγου χάριν εκείνη από μόνη της ενέχει τον κίνδυνο να αποτραπεί η άσκηση του δικαιώματος αναζήτησης ενδιάμεσης θεραπείας. Δεν υπάρχει κάποια αμφιβολία ότι η Ενάγουσα 1 γνώριζε τα γεγονότα που θα μπορούσαν να δώσουν αφορμή για την αγωγή της νωρίτερα· για την υποθήκευση, τη διαδικασία αναπροσαρμογής των συνόρων, την πρόθεση της Εναγόμενης να ασκήσει το δικαίωμά της να εκποιήσει τα ενυπόθηκα ακίνητα, και για την ενεργοποίηση της διαδικασίας ιδιωτικού πλειστηριασμού με βάση τις διατάξεις του Μέρους IVA του Νόμου 9/
  12. Η ίδια δεν απέκρυψε κάτι σχετικό και προσκόμισε αντίγραφα της Ειδοποίησης ΙΑ και του Δελτίου Πλειστηριασμού, όπου φαίνεται και η ημερομηνία έκδοσης τους και η ημερομηνία επίδοσής τους, ενώ είναι γνωστό πως της Ειδοποίησης ΙΑ προηγούνται άλλες με βάση τον νόμο. Αδιαμφισβήτητο ήταν όμως, και είναι ακόμα δηλαδή, το γεγονός ότι η Εναγόμενη θα προχωρούσε άμεσα και οπωσδήποτε με την εκποίηση· είχε καθορίσει ημερομηνία πλειστηριασμού την 28.06.2021, και όπως φαίνεται δεν θα μπορούσε να την εμποδίσει οτιδήποτε στο να υλοποιήσει αυτό τον επικείμενο και βέβαιο «κίνδυνο», εκτός εάν εκδίδονταν το απαγορευτικό διάταγμα. Εάν η Εναγόμενη ειδοποιούνταν για την προσπάθεια της Ενάγουσας 1 να εξασφαλίσει μια τέτοια ενδιάμεση θεραπεία στο πλαίσιο αυτής της αγωγής της πριν από την ημερομηνία που σύμφωνα με τη μαρτυρία σκόπευε να προβεί στην εκποίηση, θα ήταν πολύ πιθανόν να προέβαινε σε ανάλογους χειρισμούς για να θέσει την προσπάθεια της αυτή άνευ αντικειμένου. Το Δικαστήριο της αγωγής δεν ενεργεί ως Εφετείο, προς αναθεώρηση της διαδικασίας που ακολουθήθηκε από τον ενυπόθηκο πιστωτή με βάση τον Νόμο 9/1965 για τον πλειστηριασμό, και δεν κινείται μέσα σε αποκλειστικές προθεσμίες που δίδει εκείνος ο νόμος για σκοπούς αναθεώρησης της διαδικασίας· άλλοι είναι οι σκοποί εκείνης της διαδικασίας και συνακόλουθα άλλα τα χρονικά όρια της αναθεώρησής της, που είναι σύντομα γιατί πρόκειται για διαδικασία που προβλέπει ο νόμος που ανακόπτεται μόνο για συγκεκριμένους λόγους. Ούτε το αντικείμενο της διαδικασίας ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ήταν ή είναι ο συγκεκριμένος πλειστηριασμός· χωρίς βεβαίως να είναι με οποιονδήποτε τρόπο επιθυμητή η παρεμπόδιση από ενυπόθηκους οφειλέτες της εφαρμογής του Νόμου 9/1965 με άλλους τρόπους, όπως δια αγωγής. Η Μυλωνάς ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση Ε176/2019, ημερομηνίας 10.12.2019, έτυχε συζήτησης με τους συνήγορους της Ενάγουσας 1 κατά την έκδοση του προσωρινού διατάγματος, και κατέστη ξεκάθαρη η διαφοροποίηση της παρούσας περίπτωσης, με την οποία η Ενάγουσα 1 δεν ζητούσε το προσωρινό διάταγμα για να δημιουργήσει κάποιο λόγο Έφεσης, αλλά για να αποτρέψει την επικείμενη εκποίηση, με οποιονδήποτε τρόπο κι αν γίνονταν. Δεν φάνηκε στο Δικαστήριο να πρόκειται για περίπτωση τεχνητής αγωγής· η διαδικασία αναπροσαρμογής των συνόρων, κατ' επέκταση διαφοροποίησης του ενυπόθηκου πράγματος, δεν αμφισβητείται ούτε από την Εναγόμενη πως υπήρχε και έλαβε χώρα κατά το χρονικό διάστημα που η ίδια επιχειρούσε να πλειστηριάσει. Υπήρξε ένα αίτημα που υποβλήθηκε την 16.06.2021, που καταχωρίστηκε αμέσως μετά την καταχώριση της αγωγής (χωρίς οποιαδήποτε καθυστέρηση σε σχέση με τον χρόνο καταχώρισης της αγωγής), και τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου την 18.06.2021, για την ακρόαση του οποίου εκτιμήθηκε, βάσει των ίδιων δεδομένων που εισφέρει στη διαδικασία και η Εναγόμενη σήμερα, πως δεν υπήρχε ο χρόνος για να ειδοποιηθεί και να ακουστεί η Εναγόμενη πριν να προβεί στην εκποίηση που σύμφωνα με την μαρτυρία επιχειρούσε, αλλά και ότι, εάν λάμβανε προηγούμενη ειδοποίηση, δεν θα ανέμενε μέχρι να εκδικαστεί κάποιο αίτημα της Ενάγουσας
  13. Το Δικαστήριο, υπό αυτές τις συνθήκες, μπορούσε να αντλήσει δικαιοδοσία από το άρθρο 9 του Κεφ.6 και να επιληφθεί της αίτησης της Ενάγουσας 1 χωρίς την προηγούμενη ειδοποίηση της Εναγόμενης, και ο χρόνος που όρισε το διάταγμα επιστρεπτέο, σε 10 ημέρες (7 εργάσιμες) από την έκδοσή του, ήταν ο χρόνος που υπολογίστηκε πως χρειάζεται για να συνταχθεί το διάταγμα, να διενεργηθεί η επίδοση, και να καταχωριστεί τυχόν ένσταση της Εναγόμενης. Η Εναγόμενη μπορεί να θεωρεί πως χρόνος λιγότερων ημερών ή ακόμα και ωρών και πάντως οποτεδήποτε πριν από την 28.06.2021 θα επαρκούσε για να ακουστεί, προσεγγίζοντας τον χρόνο με σημείο αναφοράς αποκλειστικά και μόνον στον δικό της σκοπό να εκποιήσει οπωσδήποτε την 28.06.2021, όπως είναι αντιληπτό για να μην μπει στη διαδικασία να εκδώσει ξανά άλλες ειδοποιήσεις με βάση τον Νόμο 9/1965 για κάποιο νέο πλειστηριασμό, σε μεταγενέστερο στάδιο. Δεν είναι με ένα τέτοιο κριτήριο που το Δικαστήριο καθορίζει τον χρόνο επιστροφής ενός απαγορευτικού διατάγματος, ο σκοπός έκδοσης του οποίου ήταν να απαγορεύσει προσωρινά την εκποίηση, μέχρι να ακουστούν και οι δύο πλευρές και να αποφασιστεί η ενδιάμεση θεραπεία. Αντικειμενικά θεωρούμενος ο χρόνος των 10 ημερών, ήταν επαρκής για να ακουστεί η Εναγόμενη, και στη συνέχεια να αποφασίσει το Δικαστήριο· αν και, παρόλο που η Ενάγουσα 1 κινήθηκε άμεσα μετά την έκδοση του διατάγματος για τη σύνταξή του (Παρασκευή 18.06.2021) και η επίδοση στην Εναγόμενη διενεργήθηκε σχετικά εγκαίρως (Τετάρτη 24.06.2021), η Εναγόμενη δεν είχε καταχωρίσει κάποιαν ένσταση μέχρι την Τρίτη 29.06.2021 που είχε κληθεί να εμφανιστεί στο Δικαστήριο για να ακουστεί, αλλά και τότε ζήτησε περαιτέρω χρόνο (επειδή ακριβώς, ως όφειλε, συμμορφώθηκε με το απαγορευτικό διάταγμα και δεν προέβη στην εκποίηση που σκόπευε την 28.06.2021), και μάλιστα δεν τήρησε ούτε το αρχικά καθορισμένο χρονοδιάγραμμα για την καταχώριση της ένστασής της. Εάν η Ενάγουσα 1 μπορούσε να ασκήσει νωρίτερα αγωγή εναντίον της Εναγόμενης, εφόσον γνώριζε τα γεγονότα που θα της έδιδαν - όπως τουλάχιστον η Ενάγουσα προβάλλει και δεν προαποφασίζεται- τέτοιο δικαίωμα να κινηθεί νομικά εναντίον της Εναγόμενης, δεν είναι σχετικό· δεν είναι παράγοντας που της στερεί το δικαίωμά της να αιτηθεί ενδιάμεση θεραπεία στο πλαίσιο της αγωγής της· που προφανώς εγέρθηκε ότι πλέον η Εναγόμενη ήταν βέβαιο ότι θα προχωρούσε με την εκποίηση και είχε προγραμματίσει συγκεκριμένο πλειστηριασμό, χωρίς να αναμένει την αναπροσαρμογή των συνόρων της ενυπόθηκης έκτασης, που κατά τη θέση της Ενάγουσας 1 ήταν γνωστή σε αυτήν, και χρειάζονταν ακόμα λίγο χρόνο. Το Δικαστήριο, σε αυτή τη διαδικασία, δεν εστιάζει στους λόγους για τους οποίους η Ενάγουσα 1 δεν κίνησε αγωγή νωρίτερα. Ούτε υποχρεωμένη ήταν η Ενάγουσα 1 να ασκήσει Έφεση εναντίον της Ειδοποίησης ΙΑ, εάν δεν συνέτρεξε κάποιος λόγος αναθεώρησης της διαδικασίας πλειστηριασμού δια Έφεσης και εάν το ζήτημα ήταν τέτοιο που δεν σχετίζεται με τη διαδικασία του πλειστηριασμού. Από την ημερομηνία που έλαβε γνώση της καθορισμένης ημερομηνίας του πλειστηριασμού, 10.05.2021, μέχρι την έγερση της αγωγής της, 16.06.2021, σε κάθε περίπτωση, δεν μεσολάβησε χρόνος που θα μπορούσε να θεωρηθεί μη εύλογος ή να οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι η Ενάγουσα 1 «δημιούργησε» το κατεπείγον ή έπραξε άλλως πώς προκειμένου να βλάψει την Εναγόμενη. Και πάντως, ακούγεται η Εναγόμενη σε αυτή τη διαδικασία. Επίσης, από τα όσα ανέφερε και η Εναγόμενη σε αυτή την ακρόασή της, η Ενάγουσα 1 δεν απέκρυψε κάτι που θα μπορούσε να επιδράσει στην κρίση του Δικαστηρίου σε σχέση με την έκδοση του προσωρινού διατάγματος. Εάν η Εναγόμενη επιχειρεί και μέσω αγωγής την είσπραξη του χρέους δεν είναι σχετικό με την απαίτηση της Ενάγουσας 1 βασικά να επωφεληθεί από την διαφορά της έκτασης που με κάποιο προκύπτει από την αναπροσαρμογή των συνόρων του ενυπόθηκου Τεμαχίου 374 και να μην παρεμποδιστεί η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης στην αγωγή 3886/2013 και η δική της υποχρέωση να παραχωρήσει συγκεκριμένη έκταση από το Τεμάχιο 374 στην Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου Αλαμάνου, προκειμένου να λάβει αντίστοιχη έκταση από το Τεμάχιο 690 ιδιοκτησίας της τελευταίας. Το γεγονός ότι η εκ συμφώνου απόφαση που εκδόθηκε στην αγωγή 3886/2013 δεν περιλαμβάνει ως διάδικο την Εναγόμενη δεν ήταν άγνωστο στο Δικαστήριο αυτό όταν εξέδιδε το προσωρινό διάταγμα, προσκόμισε αντίγραφο αυτής της απόφασης η Ενάγουσα 1· εάν ήταν έγκυρη ή όχι εκείνη η διαδικασία και εάν ορθά ή λανθασμένα εκδόθηκε εκείνη η απόφαση ή εάν η συμφωνία μεταξύ του ενυπόθηκου οφειλέτη και τρίτων με αντικείμενο μέρος του ενυπόθηκου τεμαχίου συνιστά παράβαση της μεταξύ τους συμφωνίας υποθήκευσης, δεν θα το κρίνει το Δικαστήριο στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας ή και χωρίς βάση αγωγής ενώπιον του για ακύρωση τέτοιας απόφασης λόγω δόλου. Δεν απέκρυψε, επίσης, η Ενάγουσα 1 ότι θα λάμβανε αντίστοιχη έκταση από το Τεμάχιο 690, όπως ισχυρίζεται η Ενάγουσα στην παράγραφο 28.13.3 της ένορκης δήλωσης της κυρίας Αγά· το ανέφερε ξεκάθαρα και προσκόμισε τη δικαστική απόφαση που αυτή τη ρύθμιση περιλαμβάνει. Η μαρτυρία της Ενάγουσας 1 ήταν ότι η Εναγόμενη γνώριζε για τη διαδικασία αναπροσαρμογής των συνόρων· και δεν ήταν εκδοχή της Ενάγουσας 1 ή κάποιο γεγονός ότι δεν γνώριζε η Εναγόμενη, για να αποκαλύψει η Ενάγουσα 1 κάτι τέτοιο· εφόσον πρόκειται, όπως εξήγησε, για διαδικασία που αναγράφεται ακόμα και στο πιστοποιητικό έρευνας επί του ακινήτου. Το Δικαστήριο θα προχωρήσει να αναθεωρήσει τις ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960 γιατί δεν θεωρεί πως υπήρξε παράβαση οποιοδήποτε δικαιοδοτικού όρου που να σχετίζεται με το κατεπείγον ή την ιδιαιτερότητα της περίπτωσης ή με την πληρότητα της αποκάλυψης πληροφοριών από την Ενάγουσα
  14. Είναι αυτές οι προϋποθέσεις που εξετάζονται ακόμα και όταν ζητείται θεραπεία με βάση το άρθρο 4 και το άρθρο 5 του Κεφ.
  15. Οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960 Όπως προκύπτει και από το ίδιο το κείμενο του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960 και έχει εκτεταμένα νομολογηθεί με περαιτέρω επεξηγήσεις, για την έκδοση και κατ' επέκταση διατήρηση σε ισχύ παρεμπιπτόντων απαγορευτικών διαταγμάτων θα πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά τρεις προϋποθέσεις. Η πρώτη προϋπόθεση είναι πως θα πρέπει να υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση που αφορά σε συγκεκριμένο πράγμα, σε χρέος ή αποζημίωση, ορισμένα ή οριστά. Το σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση διαπιστώνεται με βάση τα καταχωρισμένα δικόγραφα ή, όπου δεν υπάρχουν, την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Εξετάζεται κατά πόσον αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στον νόμο αιτία αγωγής, η οποία, εάν επιτύχει, θα έχει ως συνέπεια τη χορήγηση ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας[7]. Η Ενάγουσα 1 φαίνεται πως προέβη σε ενέργειες βελτίωσης και μεγέθυνσης της έκτασης του ακινήτου που επιβαρύνεται με υποθήκη, δίδοντας στην Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου Αλαμάνου μέρος της έκτασής του (που στην πράξη κατείχε η Ιερά Μονή) και λαμβάνοντας άλλο μέρος έκτασης ακινήτου που ανήκει σε αυτή την Ιερά Μονή, ώστε, με κάποιο τρόπο που δεν θα διαγνώσει το Δικαστήριο επί του παρόντος (δεν είναι κατανοητό στο Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο πώς, δίνοντας έκταση 546 τετραγωνικά μέτρα στο Τεμάχιο 690 και λαμβάνοντας έκταση 546 τετραγωνικά μέτρα από το Τεμάχιο 690, συμβαίνει και μεγέθυνση του Τεμαχίου 374), φαίνεται εκ πρώτης όψεως, μέσα από μαρτυρία που πάντως προσκόμισε η Ενάγουσα 1 μη αφήνοντας μετέωρο τον ισχυρισμό της, πως πριν από αυτή την συμφωνία και κατ' επέκταση δικαστική απόφαση, η έκταση του Τεμαχίου 374 ήταν 5.017 τετραγωνικά μέτρα, που εκείνη υποθηκεύθηκε προς όφελος της Εναγόμενης, και μετά από την αναπροσαρμογή, είναι 5.361 τετραγωνικά μέτρα. Η διαφορά στην έκταση δημιουργεί ενδεχομένως πρόσθετη αξία ως προς την οποία φαίνεται να θέλει να επωφεληθεί η Ενάγουσα 1, εξ ου και διεκδικεί, πέρα από σχετικές αναγνωριστικές δηλώσεις, και αποζημιώσεις, μεταξύ άλλων, στη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, εφόσον η υποθήκη θα μεταφερθεί στο ΟΛΟ της νέας εγγραφής, κατ' επέκταση θα καταλαμβάνει έκταση μεγαλύτερη από την αρχικά συμφωνηθείσα. Δεν διεκδικεί την προστασία δικαιωμάτων τρίτου προσώπου, ήτοι της Ιεράς Μονής Αγίου Γεωργίου Αλαμάνου, αλλά την προστασία του δικού της περιουσιακού δικαιώματος που αποκτά μέσα από τη διαδικασία της αναπροσαρμογής συνόρων, χωρίς να επιθυμεί να βλάψει το δικαίωμα του ενυπόθηκου πιστωτή να εκποιήσει έκταση 5.017 τετραγωνικών μέτρων, που όμως θα πρέπει να είναι και καθορισμένη επί τόπου, να μην υπάρχει ασάφεια ως προς ποια ακριβώς έκταση αφορά. Όπως είχε καθοριστεί επί τόπου κατά τον χρόνο της υποθήκευσης, σύμφωνα με την εκδοχή της Ενάγουσας 1, που ασφαλώς δεν αξιολογείται, περιλάμβανε και περιουσία της Ιεράς Μονής Αγίου Γεωργίου Αλαμάνου, ήτοι ακίνητα που ανεγέρθηκαν επί της γης και κατέχει το τρίτο πρόσωπο. Η εκποίηση της αρχικά υποθηκευμένης έκτασης, περιλαμβανομένης εκείνης της περιουσίας του τρίτου προσώπου, και άρα ο επηρεασμός της δυνατότητας της Ενάγουσας 1 να εκπληρώσει το περιεχόμενο της σχετικής δικαστικής απόφασης στην οποία φαίνεται να κατέληξε μια πολυετής δικαστική διαδικασία, αφορά στο δικαίωμα της Ενάγουσας 1 να λάβει από το τρίτο αυτό πρόσωπο την ίδιας έκτασης γη που συμφωνήθηκε και αποφασίστηκε δικαστικά, και να αποκτήσει τα πρόσθετα τετραγωνικά μέτρα. Σε εκείνη την αντιπαροχή και στην αξία της είναι που βασίζεται η Ενάγουσα 1 για να διεκδικεί εναντίον της Εναγόμενης. Γνήσια όπως φαίνεται, καθότι δεν μπορεί να γίνει εύκολα πιστευτό πως η Ενάγουσα 1 δρομολόγησε από το 2013, πριν από τη θέσπιση του Μέρους VIA του Νόμου 9/1965, ολόκληρες διαδικασίες, με εμπλεκόμενα τόσα πρόσωπα, με σκοπό να εμποδίσει την Εναγόμενη να πλειστηριάσει την ενυπόθηκη έκταση το
  16. Εξάλλου, μέχρι και την (μεταγενέστερη) απαίτηση πληρωμής από μέρους της Εναγόμενης, η Ενάγουσα 1 είχε, και μέχρι και την στιγμή της εκποίησης, δικαίωμα επιλογής, να πληρώσει για να διασώσει την περιουσία της. Αυτό το δικαίωμα επιλογής πιθανόν να προσπαθεί να διατηρήσει ακόμα, με την επίκληση ότι κάποια αναστολή εκποίησης που έλαβε χώρα περιλάμβανε και τα δύο ενυπόθηκα τεμάχια, επειδή είναι αγροτεμάχια, συνεπώς ισχυρίζεται παράλληλα και παράνομη εκποίησή τους από την Εναγόμενη ενόσω ίσχυε τέτοια αναστολή. Πληρείται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/
  17. Δεν αρκεί βεβαίως να αποκαλύπτεται ένα συζητήσιμο ή δικάσιμο θέμα, αλλά θα πρέπει να υπάρχει και καλή βάση αγωγής, δηλαδή καλές πιθανότητες ο διάδικος που αιτείται να δικαιούται σε θεραπεία και έκδοση δικαστικής απόφασης. Δεν χρειάζεται η Ενάγουσα 1, στην προσπάθειά της να δείξει καλή βάση αγωγής, να αποδείξει την απαίτησή της, όπως θα την αποδείκνυε και στη δίκη, αλλά να προβάλει, μέσα από τη μαρτυρία που προσκομίζει[8], σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του δικαιώματός της[9] σε ένα επίπεδο πέρα από την απλή δυνατότητα, αλλά χωρίς κατ' ανάγκη να αγγίζει το ισοζύγιο των πιθανοτήτων[10]. Η μαρτυρία θα πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η πιθανότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, η πιθανότητα αυτή προκύπτει σε επαρκή βαθμό από την μαρτυρία που προσκομίζει η Ενάγουσα 1 στην οποία φαίνεται εκ πρώτης όψεως αλλαγή στην έκταση του Τεμαχίου 374 μετά την αναπροσαρμογή. Κατά τον χρόνο έκδοσης του προσωρινού διατάγματος, διαφαίνονταν και η εξάρτηση αυτού του περιουσιακού οφέλους από την προσάρτηση των 546 τετραγωνικών μέτρων του Τεμαχίου 374 στο Τεμάχιο 690, ώστε εάν δεν λάμβανε χώρα η αναπροσαρμογή, να είχε χαθεί το περιουσιακό όφελος. Μετά από την ολοκλήρωση της αναπροσαρμογής των συνόρων, που δεν αμφισβητήθηκε πως στο μεταξύ έγινε, οι πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής της Ενάγουσας 1 εναντίον της Εναγόμενης φαίνεται να περιορίζονται στην αξίωσή της για αποζημίωση λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού· τουλάχιστον για τους σκοπούς αυτής της διαδικασίας. Σε αυτή την εγερθείσα δια της αγωγής αξίωση, δεν φαίνεται να είναι αναγκαίος διάδικος κάποιο τρίτο πρόσωπο, που, σε κάθε περίπτωση, εάν διαφανεί δικονομική απουσία αναγκαίου διαδίκου, δεν συνιστά λόγο απόρριψης της αγωγής. Πάντως, το προσωρινό διάταγμα που είχε εκδοθεί στο πλαίσιο της αγωγής φαίνεται να επιδόθηκε στην Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου Αλαμάνου, για να λάβει γνώση της διαδικασίας, και δη με έναν επεισοδιακό τρόπο, ως προς την αντιμετώπιση του δικαστικού επιδότη από μία μοναχή που συνάντησε στον χώρο. Με βάση τα δεδομένα που έχουμε ενώπιον μας, κρίνω πως πληρείται η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960, όσον αφορά την προαναφερόμενη αξίωση της Ενάγουσας
  18. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960 είναι, εκτός εάν εκδοθεί ή αντίστοιχα διατηρηθεί σε ισχύ το διάταγμα, να υπάρχει το ενδεχόμενο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς, που να καθιστά δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη. Αυτή η προϋπόθεση έχει την έννοια ότι τυχόν αποζημιώσεις δεν θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία στην ίδια την αγωγή[11]. Ακόμα και εάν δεν υπάρχει πράγματι πρόθεση για αποξένωση ή επιβάρυνση, η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί, μπορεί να καθιστά αναγκαία την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Η Ενάγουσα 1 αξίωσε ενδιάμεση θεραπεία μέχρι την ολοκλήρωση της μεταφοράς της ΥΧΧΧΧ/2011 επί της νέας εγγραφής, που σύμφωνα με την εκδοχή της Εναγόμενης, που δεν αμφισβητήθηκε, έγινε ήδη· δεν αμφισβητήθηκε με ένα δικονομικά αποδεκτό τρόπο, που τέτοιο δεν μπορεί πάντως να συνιστά η αγόρευση των συνηγόρων της Ενάγουσας
  19. Τυχόν αξίωσή της για αποζημιώσεις δεν θα είναι δύσκολο ή αδύνατον να ικανοποιηθεί, εάν φυσικά αποδειχθεί, με δεδομένη και την αδιαμφισβήτητη οικονομική ικανότητα της Εναγόμενης να ανταποκριθεί. Είναι γι' αυτό μόνο τον λόγο που το Δικαστήριο, σε αυτό το στάδιο, θα πρέπει να ακυρώσει το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε την 18.06.2021, όχι γιατί εκείνο δεν έπρεπε να εκδοθεί την 18.06.2021, τουλάχιστον σε σχέση με το Τεμάχιο
  20. Σε εκείνο τον χρόνο, εάν δεν εκδίδονταν το προσωρινό διάταγμα, θα διενεργούνταν ο πλειστηριασμός πριν από την αναπροσαρμογή των συνόρων του Τεμαχίου 374 και την μεταφορά της υποθήκης στη νέα εγγραφή που θα αφορούσε και στη νέα επί τόπου έκταση, περίπτωση στην οποία θα δημιουργούνταν όντως επηρεασμός στη δυνατότητα της Ενάγουσας 1 να λάβει την έκταση που αποφασίστηκε από το Τεμάχιο 690, εφόσον δεν θα προσαρτάτο η αντίστοιχη έκταση του Τεμαχίου 374 στο Τεμάχιο
  21. Με την ολοκλήρωση πλέον της αναπροσαρμογής των συνόρων και τη μεταφορά της υποθήκης στη νέα εγγραφή, όπως μαρτυρείται από την Εναγόμενη και δεν αμφισβητείται αυτή η μαρτυρία της για τους σκοπούς αυτής της διαδικασίας, αδρανεί αυτή η προϋπόθεση που θα έπρεπε να εξακολουθεί να συντρέχει για να μπορεί να διατηρηθεί σε ισχύ το προσωρινό διάταγμα. Κατ' ακρίβεια, εφόσον η αίτηση της Ενάγουσας 1 ήταν για ενδιάμεση θεραπεία μέχρι την ολοκλήρωση της αναπροσαρμογής, και σύμφωνα με τη μαρτυρία της Εναγόμενης που δεν αμφισβητήθηκε τελικά τέτοια αναπροσαρμογή έγινε, το Δικαστήριο ανέμενε από την πλευρά της Ενάγουσας 1 να συγκατατεθεί στην ακύρωση του προσωρινού διατάγματος ημερομηνίας 18.06.2021, που επιτέλεσε τον σκοπό του, εμπόδισε την πώληση που ήταν άμεσα επικείμενη, δίδοντας τον χρόνο που απαιτούνταν για την προστασία του περιουσιακού δικαιώματος της Ενάγουσας
  22. Δεν χρειάζεται πλέον κάποια απαγόρευση, στη βάση τουλάχιστον όσων είχε θέσει με την αίτησή της η Ενάγουσα
  23. Παρόλο που η έκδοση απαγορευτικού διατάγματος σε σχέση με την εκποίηση του Τεμαχίου 374 φαίνεται πως δεν θα μπορούσε να αποφευχθεί κατά την 18.06.2021, η έκδοση απαγορευτικού διατάγματος σε σχέση με την εκποίηση και του συνυποθηκευμένου Τεμαχίου 626 θα μπορούσε να αποφευχθεί, όπως διαπιστώνεται κατά την αναθεώρηση της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960 με αναφορά αποκλειστικά στο Τεμάχιο 626, και ακούγοντας και την Εναγόμενη. Ενδεχομένως ο πλειστηριασμός να μπορούσε να λάβει χώρα την 28.06.2021 μόνο για το Τεμάχιο 626, ασχέτως εάν ενεργοποιήθηκε κοινή διαδικασία εκποίησής του με το Τεμάχιο 374 και θα εκποιούνταν η υποθηκευμένη - με βάση την ΥΧΧΧΧ/2011 - περιουσία συνολικά· δεν εκτέθηκε βεβαίως αυτή η δυνατότητα με κάποιο σαφή τρόπο, ωστόσο προκύπτει μέσα από την εστίαση στο ότι είχε τεθεί στο Δελτίο Ηλεκτρονικού Πλειστηριασμού ξεχωριστή επιφυλαχθείσα τιμή πώλησης για το κάθε τεμάχιο, οπότε δεν θα μπορούσε και να αποκλειστεί η δυνατότητα. Υπάρχει βεβαίως βάση αγωγής της Ενάγουσας 1 ότι το Τεμάχιο 626 είναι αγροτεμάχιο και η εκποίησή του την 28.06.2021 θα ήταν παράνομη, καθότι υφίστατο απαγόρευση εκποίησης μέχρι την 31.07.2021, προσκόμισε και μαρτυρία δια της αίτησής της από εκτιμητή, ωστόσο η σχετική βάση αγωγής δεν είχε συνδεθεί επαρκώς ή τόσο καλά και με τη θεραπεία που ζητούνταν ενδιάμεσα· γι' αυτό θα μπορούσε να μην περιλαμβάνονταν στο προσωρινό διάταγμα. Τελειώνοντας το θέμα εδώ, στη διαπίστωση της μη συνδρομής της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960, δεν χρειάζεται να επαναζυγιστούν τα δεδομένα και στο ισοζύγιο της δικαιοσύνης (balance of justice), αλλά ούτε και να εξεταστούν και οι λοιποί λόγοι ένστασης. Σημειώνεται βεβαίως ότι, κατά την έκδοση του προσωρινού διατάγματος την 18.06.2021, τούτο το ισοζύγιο της δικαιοσύνης έκλινε προς την έκδοση του διατάγματος σε σχέση με το Τεμάχιο 374, εφόσον τυχόν μη εκποίηση την 28.06.2021 και μέχρι την αναπροσαρμογή των συνόρων του δεν θα επηρέαζε την Εναγόμενη όσο θα επηρέαζε την Ενάγουσα η εκποίηση του Τεμαχίου 374 ως είχε τροχιοδρομηθεί να γίνει την 28.06.2021, πριν από την αναπροσαρμογή και μεταφορά της υποθήκης στη νέα εγγραφή. Ήταν δίκαιο μα και πιο σύμφορο και για την Εναγόμενη να μην διεξαχθεί ο πλειστηριασμός του Τεμαχίου 374 την 28.06.2021 με βάση την Ειδοποίηση ΙΑ και το Δελτίο Πλειστηριασμού που είχε εκδώσει η Εναγόμενη, δίδοντας τον απαραίτητο χρόνο, για να λάβει η Ενάγουσα 1 την περιουσιακή έκταση από το Τεμάχιο 960 και να την προσαρτήσει στο Τεμάχιο 374, αλλά και για την αποφυγή δημιουργίας αγώγιμων δικαιωμάτων τρίτου προσώπου εναντίον τόσο της Ενάγουσας 1 όσο και της Εναγόμενης (to perfect the mortgage title). Κατάληξη Για τους λόγους που εξηγήθηκαν, επειδή, όπως προκύπτει από την αναθεώρηση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960, δεν συνέτρεξε η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960, ότι θα ήταν αδύνατο ή δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την ύπαρξη του προσωρινού διατάγματος ημερομηνίας 18.06.2021 αναφορικά με το Τεμάχιο 626, και πλέον αυτή έπαυσε να συντρέχει σήμερα αναφορικά με το Τεμάχιο 374, η αίτηση απορρίπτεται και το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 18.06.2021 ακυρώνεται. Τα έξοδα, ακολουθώντας το αποτέλεσμα της διαδικασίας αυτής, επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον της Ενάγουσας 1, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ............. Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Vuitton ν. Δέρμοσακ Λτδ

(1992)1 ΑΑΔ 1453. [2] Odysseos ν. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 CLR 557· Staνros Hotels Aprts Ltd κ.α. (Αρ.2)
(1994)1 ΑΑΔ 836· Βαβέλ Μπουτίκ Λτδ
(1995)1 ΑΑΔ 947· In Re B.P. Cyprus Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 861· Ιερά Μητρόπολη Πάφου ν. Aristo Developers Ltd
(2011)1 ΑΑΔ 1377· Αμβροσιάδου ν. Martin Coward, Έφεση 3/2011, ημερομηνίας 15.1.2013· Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Σιακατίδου, Πολιτική Έφεση 52/2010, ημερομηνίας 19.03.2014. [3] Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248. [4] Χατζηβασιλείου v. White Knight Holdings Ltd
(2004)1 ΑΑΔ 203. [5] Seamark Consultancy Services Limited v. Lasala
(2007)1 ΑΑΔ 162. [6] Χατζηβασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd
(2004)1 ΑΑΔ 203· Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Σιακατίδου, Πολιτική Έφεση 52/2010, ημερομηνίας 19.03.2014. [7] American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R. 504· Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598. [8] Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1 ΑΑΔ 253. [9] T.A. Micrologic Comp. Conlsut. Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 AAΔ 1802. [10] Πουργουρίδη ν. Μέζου
(1994)1 ΑΑΔ 201. [11] Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co. Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 2015. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.