ΑΡΜΕΥΤΗΣ ν. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ, Αγωγή αρ. 1300/2021, 20/9/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A228 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 1300/2021 Μεταξύ: XXXX ΑΡΜΕΥΤΗΣ Ενάγων και XXXX ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ Εναγόμενος Αίτηση ημερομηνίας 22.07.2021 Προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 22.07.2021 Ημερομηνία: 20.09.2021 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα/Αιτητή: Α. ΑΡΓΥΡΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ Για Εναγόμενο/Καθ' ου η αίτηση: Μ. Δαμιανού για Σ. ΣΑΜΨΩΝ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αγωγή του, για την οποία εκδόθηκε Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, ο Ενάγων αξιώνει εναντίον του Εναγόμενου αποζημιώσεις για δυσφήμιση και/ή επιζήμια ψευδολογία, που ισχυρίζεται πως διέπραξε ο Εναγόμενος, όταν την 02.07.2021 έγραψε, ανάρτησε και δημοσίευσε στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης «Facebook» τα εξής, που ο Ενάγων θεωρεί ότι αφορούν στο πρόσωπό του και τείνουν ή έχουν ως αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, να βλάψουν ή να επηρεάσουν με δυσμένεια την υπόληψη του Ενάγοντος ή το επάγγελμά του ή να προκαλέσουν την αποστροφή προς το πρόσωπό του ή να τον εκθέσουν σε μίσος, περιφρόνηση και χλεύη: «Οι Γιατροί πλασιέ σαν τον τύπο της φωτογραφίας άρκεψαν να λαλούν τους ευσυνείδητους συναδέλφους τους που τηρούν τον όρκο του υπποκράτη που λέει "Ούτε θα δίνω θανατηφόρων φάρμακο σε κάποιον που θα μου το ζητήσει, ούτε θα του κάνω μια τέτοια υπόδειξη" "Αρνητές Γιατρούς" Ο απόπατος με τους τηλεγιατρούς του χάρου που "συνταγογραφούν" που τες ειδήσεις εστάλωσε. Ένας να φωνάξει το βυτιοφόρο για την εκκένωση του βρόθρου.» (στο εξής «το κείμενο» ή «το δημοσίευμα») Αξιώνει επίσης σειρά διαταγμάτων με τα οποία να διατάσσεται ο Εναγόμενος να αποσύρει, αφαιρέσει ή διαγράψει το πιο πάνω δημοσίευμα από το «Facebook» και από όπου αλλού είναι δημοσιευμένο κατόπιν διαμοιρασμού ή κοινοποίησης ή αναπαραγωγής, την περαιτέρω αναπαραγωγή του και την επανάληψη στο μέλλον του ίδιου ή παρόμοιου κειμένου ή τη δυσφήμιση του Ενάγοντος. Η αίτηση και τα προσωρινά διατάγματα Στο πλαίσιο της αγωγής του, ο Ενάγων αιτήθηκε μονομερώς, με βάση μεταξύ άλλων το άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 και το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, την έκδοση προστακτικού διατάγματος και απαγορευτικών διαταγμάτων με το ίδιο περιεχόμενο ως ζητά και στην αγωγή του, μέχρι την εκδίκαση της αγωγής ή νεότερη διαταγή του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο που επιλήφθηκε της αίτησης του Ενάγοντος την 22.07.2021, υπό άλλη σύνθεση, εξέδωσε τα διατάγματα αυτά, βάσει της ένορκης δήλωσης του Ενάγοντος που συνοδεύει την αίτηση. Σε αυτήν, ο Ενάγων αναφέρει πως είναι απόφοιτος της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιατρικών Επιστημών Semmerlweis της Βουδαπέστης (Ουγγαρία) και ο τίτλος του έχει αναγνωριστεί από την Ελληνική Δημοκρατία και από την Κυπριακή Δημοκρατία, ως επίσης και η ειδικότητά του ως Πνευμονολόγος-Φυματιολόγος. Είναι εγγεγραμμένος στον Παγκύπριο Ιατρικό Σύλλογο με ειδικότητα Πνευμονολόγου - Φυματιολόγου από το 2008 και ασκεί το επάγγελμα για πολλά χρόνια. Προσκομίζει έγγραφα σχετικά με τις σπουδές και την ειδικότητά του. Την 02.07.2021, ενημερώθηκε από τρίτα πρόσωπα ότι ο Εναγόμενος ανάρτησε το προαναφερόμενο κείμενο που αφορά στο πρόσωπό του, μαζί με μια φωτογραφία που απεικονίζει τον Ενάγοντα και η οποία λήφθηκε από συνέντευξη που είχε δώσει ο Ενάγων στο τηλεοπτικό κανάλι Alpha Κύπρου σχετικά με τον εμβολιασμό και τους συναδέλφους του ιατρούς που παροτρύνουν τον κόσμο ενάντια στον εμβολιασμό. Ο Ενάγων προσκόμισε στιγμιότυπα οθόνης (screenshots) που δείχνουν τις αναρτήσεις του κειμένου αυτού αρχικά στο προφίλ χρήστη που φέρει το όνομα του Εναγόμενου, χωρίς περιορισμούς ως προς τη δημοσιότητα, και έπειτα κοινοποιήσεις της αρχικής δημοσίευσης σε ομάδες του μέσου κοινωνικής δικτύωσης «Facebook», δημόσιες και ιδιωτικές, που έχουν χιλιάδες μέλη, στις οποίες φαίνονται αλληλεπιδράσεις σχολίων, ηλεκτρονικών εκφράσεων (emoticons) και περαιτέρω κοινοποιήσεις. Ο Ενάγων αισθάνθηκε ότι διασύρεται από την ανάρτηση και μετέπειτα ανέλεγκτη διάδοση του κειμένου αυτού στο διαδίκτυο, και ερμήνευσε ότι το σχετικό κείμενο υπαινίσσεται κακόπιστα και αναληθώς πως ο ίδιος δεν είναι ευσυνείδητος ιατρός, δεν υπηρετεί τον όρκο του Ιπποκράτη επειδή δίνει ή παροτρύνει τον κόσμο να λάβει θανατηφόρο φάρμακο εννοώντας τα εμβόλια κατά του Covid, ότι χρηματίζεται για να προωθήσει θανατηφόρα φάρμακα εννοώντας τα εμβόλια κατά του Covid γιατί η έννοια της λέξης «πλασιέ» σημαίνει σύμφωνα με το λεξικό του Μαμπινιώτη «εμπορικό αντιπρόσωπο που αναλαμβάνει ο ίδιος με προμήθεια τη διάθεση προϊόντος σε εμπόρους ή ιδιώτες», ότι είναι «τηλεγιατρός του χάρου», ότι βρίσκεται μέσα στον «βόθρο» υπαινισσόμενος ότι είναι λύμα, ακάθαρτος· του προσδίδει μάλιστα το ποινικό αδίκημα της ανθρωποκτονίας. Αντιλαμβάνεται, ο Ενάγων, πως επειδή ο Εναγόμενος διαφωνεί με τα μέτρα, οδηγίες και εισηγήσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας που ο Ενάγων υιοθετεί και έχουν εισαχθεί και στην Κυπριακή νομοθεσία, επέλεξε τον τρόπο του διασυρμού. Ο συμπεριφορά του Εναγόμενου, κατά τον Ενάγοντα, έχει πλήξει ανεπανόρθωτα το όνομα, την τιμή, την υπόληψη, την αξιοπρέπεια, την προσωπικότητα, τη φήμη και το επάγγελμά του· τα δημοσιεύματα παρέμεναν κατά την έκδοση του διατάγματος δημοσιευμένα, και παράλληλα προωθούν το μίσος κα τη βία εναντίον του. Γι' αυτό είχε ζητήσει την άμεση και καταλυτική παρέμβαση του Δικαστηρίου, επιχειρηματολογώντας ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου. Διέκρινε τάση επανάληψης της συμπεριφοράς και εξέφρασε την άποψη πως η κατάσταση που βιώνουμε επιβάλλει την άμεση προστασία των ειδικών όπως είναι οι γιατροί από δυσφημιστικά σχόλια ώστε να μην δημιουργείται ο φόβος και η δυσπιστία στον λαό για την ικανότητα των ειδικών να τους προστατεύσουν όσο καλύτερα μπορούν από την πανδημία. Η ένσταση του Εναγόμενου Τα προσωρινά διατάγματα ορίστηκαν για επιστροφή την 02.08.2021, ημερομηνία κατά την οποία ο Εναγόμενος εμφανίστηκε στη διαδικασία, ανέφερε ότι ενίσταται στην εξακολούθηση της ισχύος τους, και ζήτησε χρόνο για να καταχωρίσει γραπτώς την ένστασή του. Με την ένσταση που καταχώρισε την 12.08.2021, προβάλλονται λόγοι ένστασης που συνοψίζονται στο ότι δεν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση ή και συνέχιση της ισχύος των διαταγμάτων, ούτε είναι δίκαιο να είχαν εκδοθεί και να εξακολουθήσουν να ισχύουν· τα προσωρινά διατάγματα που εκδόθηκαν είναι ταυτόσημα με αυτά που ζητούνται με την αγωγή, επιφέροντας ουσιαστικά επίλυσή της, αλλά και η ενασχόληση του Δικαστηρίου με αυτά βάζει το Δικαστήριο στη θέση να ασχοληθεί με την ουσία της υπόθεσης και να προκρίνει τον χαρακτήρα της δημοσίευσης ως δυσφημιστικής, ενώ ο Εναγόμενος διαθέτει υπεράσπιση, ότι το δημοσίευμα είναι αληθές, συνιστά έντιμο σχόλιο που έγινε καλόπιστα, και ως εκ της δραστηριότητας του Εναγόμενου ως δραστήριου στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με λόγο επί θεμάτων δημοσίου ενδιαφέροντος καλύπτεται από προνόμιο ή από προνόμιο υπό επιφύλαξη ή από τις αρχές περί ουδέτερου ρεπορτάζ ή την υπεράσπιση Raynolds· για τις υποθέσεις δυσφήμισης, πρέπει να συντρέχουν πρόσθετες προϋποθέσεις (το δημοσίευμα να είναι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας δυσφημιστικό, να αποκλείεται να είναι αληθές, να μην μπορεί να επιτύχει οποιαδήποτε υπεράσπιση και να υπάρχει η πρόθεση επανάληψης) που δεν πληρούνταν ούτε σωρευτικά ούτε κατά μόνας, και η περίπτωση δεν συνιστούσε τέτοια εξαιρετική και ξεκάθαρη περίπτωση για να εκδοθούν τέτοια διατάγματα· στην μαρτυρία που είχε προσκομίσει ο Ενάγων, δεν συγκεκριμενοποιούνταν κάποια πρόθεση επανάληψης ούτε τέτοια απέρρεε από το γεγονός ότι το κείμενο δημοσιεύθηκε την 02.07.2021 και μέχρι την υποβολή της αίτησής του δεν υπήρξε κάποια άλλη δημοσίευση που να δείχνει τέτοια ροπή, ενώ είχαν μεσολαβήσει άλλες 151 δημοσιεύσεις του Εναγόμενου για θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος· με την έκδοση ή συνέχιση της ισχύος των διαταγμάτων αυτών παραβιάζεται εν πάση περιπτώσει η ελευθερία του Εναγόμενου στον λόγο και την έκφραση με διάφορα μέσα. Ο Εναγόμενος εισάγει και λόγο ένστασης που σχετίζεται με την απόκρυψη από τον Ενάγοντα γεγονότων που κατά τη θέση του ήταν ουσιώδη, όπως το γεγονός ότι το δημοσίευμα δεν συνιστούσε ξαφνική και απρόκλητη τοποθέτηση αλλά απάντηση επί έντονης και δημόσιας τοποθέτησης και προσβλητικών και εκφοβιστικών δηλώσεων του Ενάγοντος που είχαν μεταδοθεί στο κανάλι Capital, στην εκπομπή της κυρίας XXXX Φλωρίδου, που αναδημοσιεύθηκαν από την κυρία Φλωρίδου στην προσωπική της σελίδα στο «Facebook» την 01.07.2021 ώρα 19:32 και στη συνέχεια στον τηλεοπτικό σταθμό Alpha Κύπρου την 01.07.2021, στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων, την 20:
- Κατά την καταχώριση της αγωγής, υπήρχε καταγγελία στην Αστυνομία του Εναγόμενου για απειλή βιαιοπραγίας και απειλή αναφορικά με το επίδικο δημοσίευμα ενώ στο διαδίκτυο κυκλοφορούσαν κατά τον ίδιο χρόνο και ακόμα κυκλοφορούν εκατοντάδες δημοσιεύματα με παρόμοιο ή πιο σκληρό περιεχόμενο ως προς τον αιτητή ή τις θέσεις του, για τα οποία ο ίδιος δεν αντέδρασε όμοια, συνθήκη που δημιουργεί και την πεποίθηση στον Εναγόμενο ότι το διάβημα του Ενάγοντος είναι καταχρηστικό και δι' αυτού επιχειρεί να εξυπηρετήσει αλλότριους σκοπούς. Ο Εναγόμενος υποστηρίζει την ένστασή του ενόρκως και στην ένορκη δήλωσή του αναφέρει, σε σχέση με το μορφωτικό και επαγγελματικό του επίπεδο, πως απέκτησε δίπλωμα μουσικής από το Wlihe (σημερινό Brunel University) του Ηνωμένου Βασιλείου, πτυχίο στη μουσική από το Reading University του Ηνωμένου Βασιλείου, πτυχίο στα μαθηματικά από το Open University του Ηνωμένου Βασιλείου, μεταπτυχιακό στην ηλεκτροακουστική μουσική από το City University του Ηνωμένου Βασιλείου, προέβη σε ερευνητικό έργο με αντικείμενο την Ελληνική πολιτικοποιημένη μουσική και ιδιαίτερα τη μουσική του Τζίμη Πανούση ως μέρος των σπουδών του προς απόκτηση διδακτορικού τίτλου σπουδών από το Goldsmiths University που δεν έχει ολοκληρώσει, συνεργάστηκε με τον προαναφερόμενο καλλιτέχνη σε συναυλίες, συνθέσεις και εκδόσεις, και με την επιστροφή του στην Κύπρο δίδαξε πληροφορική στα επιμορφωτικά προγράμματα του Υπουργείου Παιδείας, διατηρούσε φροντιστήριο όπου παρέδιδε μαθήματα πληροφορικής, μαθηματικών και μουσικής, διετέλεσε λέκτορας μουσικής και άλλων μαθημάτων σε ιδιωτικά πανεπιστήμια και σήμερα είναι μόνιμος καθηγητής μουσικής μέσης εκπαίδευσης. Έχει πλούσια αρθρογραφία σε εφημερίδες και περιοδικά και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, εμφανίζεται σε τηλεοπτικά και ραδιοφωνικά προγράμματα για θέματα που άπτονται των τεχνών και της εκπαίδευσης και δίνει συνεντεύξεις σε εφημερίδες, στον τύπο για θέματα πολιτικής, που σχετίζονται με τη διαφθορά ή το εκλογικό σύστημα, ενώ διετέλεσε και πρόεδρος της επιτροπής ενάντια στη διαφθορά του ΕΟΠ («εγώ ο πολίτης»). Από το 2008 είναι μέλος του «Facebook» όπου έχει ενεργό δράση και τοποθετείται δημόσια επί θεμάτων δημοσίου ενδιαφέροντος. Την 01.07.2021, περιήλθε στην αντίληψή του ότι ο αιτητής παραχώρησε συνέντευξη στον τηλεοπτικό σταθμό Capital, στην εκπομπή της κυρίας XXXXX Φλωρίδου, κατά την οποία δήλωσε, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη «κυκλώματος αντιεμβολιαστών», αποτελούμενο από ιατρούς και άλλα πρόσωπα που συμβουλεύουν τους ασθενείς να μην εμβολιαστούν κατά του ιού Covid-
- Η οπτικογραφημένη συνέντευξη είχε αναδημοσιευθεί από την κυρία Φλωρίδου στην προσωπική δημόσια σελίδα της στο «Facebook» την 01.07.2021 ώρα 19:34 και το δημοσίευμα βρίσκεται αναρτημένο στο διαδίκτυο μέχρι και σήμερα, το προσκομίζει και παραθέτει σχετικό σύνδεσμο. Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, ο αιτητής μιλούσε απαξιωτικά, ειρωνικά και μειωτικά, τόσο για τους ιατρούς όσο και για τα άτομα που επιλέγουν να μην εμβολιαστούν κατά του ιού Covid-19, αποδίδοντας ή καταλογίζοντας σε αυτούς, από τη μια, συμφέροντα, από την άλλη τη διάπραξη ενδεχόμενων αξιόποινων πράξεων στους ιατρούς επαγγελματίες υγείας που έχουν διαφορετική άποψη σε σχέση με τον εμβολιασμό, ενώ ταυτόχρονα επιτέθηκε και εκφόβισε απλό κόσμο στον οποίο καταλόγισε ευθύνη για την επιλογή του να μην εμβολιαστεί, ο Εναγόμενος προσκομίζει αποτυπωμένη σε έντυπη μορφή τη συνέντευξή του. Την ίδια ημέρα, 01.07.2021, περί την 20:27, το τηλεοπτικό κανάλι Alpha, στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων του, στο πλαίσιο ενημέρωσης με τίτλο «αρνητές γιατροί συμβουλεύουν ενάντια στον εμβολιασμό» δημοσίευσε εκ νέου περιληπτικά τις τοποθετήσεις του Ενάγοντος περί δήθεν ύπαρξης «κυκλώματος» που ξεκινά από την Ελλάδα και καταλήγει στην Κύπρο, με επαγγελματίες υγείας που είναι εναντίον του εμβολίου να προωθούν δήθεν ανορθόδοξους τρόπους προστασίας και θεραπείας από τον ιό και για τις σχετικές καταγγελίες του ίδιου στον Παγκύπριο Ιατρικό Σύλλογο, υλικό που ο Εναγόμενος προσκομίζει. Υπό αυτές τις συνθήκες και σε απάντηση στις προκλητικές, απαξιωτικές, προσβλητικές και εκφοβιστικές δημόσιες δηλώσεις του αιτητή εναντίον ιατρών με διαφορετική άποψη και ατόμων που επέλεξαν να μην εμβολιαστούν, προέβη στην επίδικη ανάρτηση που δημοσίευσε στην προσωπική του σελίδα στο «Facebook», με ταυτόχρονη προώθηση προς κοινοποίηση σε άλλες ομάδες/σελίδες στις οποίες συμμετέχει ως διαχειριστής ή μέλος. Προσκομίζει και ο ίδιος αντίγραφα των σχετικών δημοσιεύσεων. Θεωρεί πως ο Ενάγων απέκρυψε από το Δικαστήριο αυτές τις συνθήκες. Πέραν των συνθηκών αυτών είναι, όπως αναφέρει, πολύ συχνά που ο Ενάγων προβαίνει σε δημόσιες τοποθετήσεις, ορισμένες εκ των οποίων προσκομίζει. Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται πως, ενώ το Συμβούλιο της Ευρώπης με ψήφισμά του ημερομηνίας 27.01.2021 προτρέπει στην διασφάλιση της ενημέρωσης των πολιτών σε σχέση με την μη υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού και την αποχή από πιέσεις πολιτικές, κοινωνικές και άλλες να εμβολιαστούν, όπως και την όποια διακριτική μεταχείριση των ατόμων που δεν έχουν εμβολιαστεί, ο Ενάγων μπήκε σε μια διαδικασία συνεχών δημοσίων δηλώσεων κατά παράβαση αυτού του ψηφίσματος, αναφερόμενος σε «αρνητές ιατρούς» ή «κυκλώματα», κατά τρόπο που, σύμφωνα με τη θέση του Εναγόμενου, έρχεται και σε σύγκρουση με τους περί Ιατρικής Επαγγελματικής Δεοντολογίας Κανονισμούς και ειδικότερα την ηθική υποχρέωση να υπερασπίζεται την επαγγελματική αξιοπρέπεια των συναδέλφων του εναντίον συκοφαντίας ή επίκρισης και να μην εκθέτει στη δημοσιότητα επαγγελματικές διαφορές, όταν δε μεταδίδει τις τελευταίες εξελίξεις και προόδους στην ιατρική διάγνωση και θεραπεία και πρόληψη στο ευρύτερο κοινό να το πράττει κατά τρόπο αντικειμενικό χωρίς να προβάλλει μόνο τις δικές του θέσεις όταν υπάρχουν αντικρουόμενες απόψεις για το υπό συζήτηση θέμα, ώστε να μην προσπαθεί να προβάλει τον εαυτό του μειώνοντας άλλους. Ο Εναγόμενος θεωρεί πως ο Ενάγων απέκρυψε από το Δικαστήριο και τον ακριβή αριθμό των ατόμων που όντως διάβασαν το δημοσίευμα και προκάλεσε εντυπώσεις λανθασμένες σε σχέση με την έκταση της δημοσίευσης, ο ίδιος αναφέροντας δικούς του αριθμούς, που υπολογίζει να ανέρχονται σε 220 άτομα που είναι αυτά που «αντέδρασαν», εφόσον σε μια σελίδα ή ομάδα με χιλιάδες άτομα δεν σημαίνει ότι όλοι είδαν κάποιο δημοσίευμα. Δεν αποκάλυψε, επίσης, ο Ενάγων, πως είχε τη δυνατότητα απάντησης και τοποθέτησης επί του επίδικου δημοσιεύματος, κάτι που επέλεξε να μην πράξει, όπως και το γεγονός ότι ο Εναγόμενος είχε διασφαλίσει και τη θέση της αντίθετης άποψης στον δημόσιο διάλογο. Ο ίδιος ο Εναγόμενος, εν πάση περιπτώσει, συμμορφούμενος με τα προσωρινά διατάγματα αφαίρεσε το επίδικο δημοσίευμα. Μάλιστα, ο ίδιος, όπως αναφέρει δέχθηκε απειλές σε σχέση με το δημοσίευμα, για τις οποίες προέβη και ο ίδιος σε καταγγελία στην αστυνομία, κάτι που κατά τη θέση του Εναγόμενου, επίσης γνώριζε ο Ενάγων. Επαναλαμβάνει, ο Εναγόμενος, με λεπτομέρεια τους λόγους ένστασής του, τις υπερασπίσεις που προτίθεται να εγείρει, για να πει ότι είναι «αληθές» το σχόλιό του προσκομίζει αντίγραφο του όρκου του Ιπποκράτη που περιέχει τη φράση «ούτε θα δίνω θανατηφόρο φάρμακο σε κάποιον που θα μου το ζητήσει ούτε θα κάνω τέτοια υπόδειξη», ερμηνεύοντας ότι, επειδή το εμβόλιο συνιστά φάρμακο και επειδή έχουν καταγραφεί και θάνατοι κατόπιν παρενεργειών από εμβολιασμό, δίδεται και το νόημα της πιο πάνω φράσης σε σχέση με την ευθανασία. Εξηγεί επίσης πως η χρήση της λέξης «πλασιέ» ήταν μεταφορική, θέλοντας να αποδώσει την έννοια του «πλασάρω» ή «διαδίδω» ή «μεταφέρω» χωρίς να σχετίζεται με οικονομική συναλλαγή. Είναι αλήθεια, κατά τον Εναγόμενο, ότι ο Ενάγων σε δημοσίευσή του στην προσωπική του σελίδα την 24.05.2021 συνταγογραφούσε και συνέστηνε συγκεκριμένο φάρμακο-εμβόλιο από το διαδίκτυο σε υπαρκτό άτομο χωρίς να έχει ενώπιον του το ιατρικό ιστορικό του και να λαμβάνει υπόψη οποιαδήποτε άλλη παράμετρο, προσκομίζει απόσπασμα. Εξηγεί περαιτέρω τις υπερασπίσεις που ισχυρίζεται πως διαθέτει, αλλά και πώς ο ίδιος εισέπραξε το διάβημα αυτό του Ενάγοντος ως επίθεση στην ελευθερία της έκφρασής του. Επιχειρηματολογεί σε σχέση με τις επιμέρους προϋποθέσεις που θα πρέπει να συντρέχουν για τις υποθέσεις αυτής της φύσης, εκθέτει δημοσιεύματα στο διαδίκτυο και στο «Facebook» και εναντίον του Ενάγοντος με πολύ πιο σκληρό περιεχόμενο, τα οποία ο Ενάγων ανέχθηκε και ανέχεται. Ο Εναγόμενος, όπως ισχυρίζεται, δεν είναι αφερέγγυο πρόσωπο, εάν ο Ενάγων αποδείξει ότι δικαιούται σε αποζημιώσεις. Διαδικασία Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση, χωρίς την εισαγωγή άλλης μαρτυρίας. Οι συνήγοροι των δύο πλευρών αγόρευσαν, προς υποστήριξη των θέσεων του Ενάγοντος και του Εναγόμενου αντίστοιχα. Είναι ασφαλώς υπόψη του Δικαστηρίου ό,τι έχει αναφερθεί, στο πλαίσιο της αίτησης, της ένστασης, της εκατέρωθεν επιχειρηματολογίας, ακόμα κι αν δεν αναπαράγεται στο κείμενο της απόφασής του με την ίδια λεπτομέρεια. Δικαιοδοτικοί όροι Ο κανόνας είναι ότι και τα δύο μέρη σε μια διαδικασία θα πρέπει να ακούγονται πριν να αποδοθεί κάποια θεραπεία[1]. Κατά παρέκκλιση από τον κανόνα αυτό, για να μπορεί να εκδοθεί μονομερώς ένα απαγορευτικό διάταγμα με βάση το άρθρο 9 § 1 του Κεφ. 6, θα πρέπει να αποδεικνύεται ότι είναι επείγουσα ή ιδιαίτερη η περίπτωση που δικαιολογεί τέτοια ακρόαση, χωρίς την προηγούμενη ειδοποίηση της άλλης πλευράς. Τέτοια δικαιολόγηση είναι που μπορεί να επιτρέψει στο Δικαστήριο να αντλήσει δικαιοδοσία. Σε περίπτωση έκδοσης απαγορευτικού διατάγματος μονομερώς, εάν διαφανεί εκ των υστέρων, μετά από την ακρόαση και της άλλης πλευράς, ότι τα δεδομένα που στήριξαν το κατεπείγον ή την ιδιαιτερότητα της περίπτωσης δεν ήταν ορθά, το Δικαστήριο οφείλει να ακυρώσει το διάταγμα αυτό, χωρίς καν να μπει στη διαδικασία να αναθεωρήσει τις ουσιαστικές προϋποθέσεις έκδοσής του[2]. Συναφώς, όταν ένας διάδικος κινείται μονομερώς για να εξασφαλίσει προσωρινό διάταγμα, επικαλούμενος επείγουσα ή ιδιαίτερη περίπτωση, επειδή το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του και τις δύο πλευρές όταν επιλαμβάνεται τέτοιας υπόθεσης, έχει την ύψιστης πίστης υποχρέωση να αποκαλύψει όλα τα γεγονότα που σχετίζονται με το αίτημά του και θα μπορούσαν να επιδράσουν στην κρίση του Δικαστηρίου, αρνητικά ή θετικά[3]. Τόσον η φύση της υπόθεσης ως επείγουσας ή ιδιαίτερης όσο και η πληρότητα της αποκάλυψης εξετάζονται κατά προτεραιότητα, κατά τη διαδικασία αναθεώρησης του απαγορευτικού διατάγματος, υπό το φως των δεδομένων που προσφέρει η ακρόαση της άλλης πλευράς. Γνωρίζοντας πάντοτε πως «κατεπείγον» θεωρείται το ζήτημα που περιέρχεται σε γνώση του αιτούντος την ενδιάμεση θεραπεία σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματός του στον αντίδικο και εξασφάλιση του δικαιώματος του δευτέρου να ακουστεί[4]. Ο χρόνος δεν προσεγγίζεται με σταθερά ημερολογιακά δεδομένα, μα συναρτάται και με το είδος της ενδιάμεσης θεραπείας που ζητείται, το πολύπλοκο της υπόθεσης, την όλη διαφορά, και άλλους παράγοντες[5]. Σε ορισμένες περιπτώσεις, υπάρχει ο χρόνος να επιδοθεί η αίτηση στην άλλη πλευρά για να ακουστεί, αλλά η φύση της ενδιάμεσης θεραπείας που ζητείται καθιστά λογικά ασυμβίβαστη την προηγούμενη ειδοποίηση[6]. Η φύση των διαταγμάτων που ζητούνται για να αρθεί με δικαστική παρέμβαση κάποια συμπεριφορά που ο αιτών θεωρεί εξακολουθούμενα αδικοπρακτική και βλαπτική για τον ίδιο είναι ιδιαίτερη, ώστε οι αιτήσεις για έκδοση τέτοιων διαταγμάτων να μπορούν να εξεταστούν μονομερώς, χωρίς να πρέπει να δοθεί πρώτα ειδοποίηση στο πρόσωπο που ο αιτών θεωρεί αδικοπραγούντα· όπως συνέβη αρχικά και στην ZAM v. CFW [2011] EWHC 476 (QB) ή και σε πολλές άλλες περιπτώσεις, διάσπαρτες στην ευρύτερη νομολογία. Ο χρόνος εντός του οποίου κινείται ο Ενάγων για να εξασφαλίσει ενδιάμεση θεραπεία έχει οπωσδήποτε σημασία, περισσότερο όμως ουσιαστική, δεν αναιρεί την ιδιαιτερότητα των διαταγμάτων αυτών, ώστε να αποκλείει την έκδοσή τους μονομερώς. Το όλο ζήτημα με την έκδοση αυτών των διαταγμάτων γενικά δεν είναι τόσο δικαιοδοτικό (το ότι εκδόθηκαν μονομερώς), αλλά, σε συνάρτηση και με το περιεχόμενό τους, είναι ουσιαστικό, ότι εκδόθηκαν. Όσον αφορά την πληρότητα της αποκάλυψης, ο Ενάγων έθεσε ένα πλαίσιο υπόψη του Δικαστηρίου, που περιείχε πάντως το επίμαχο δημοσίευμα, τον τρόπο και τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η δημοσίευση στο «Facebook», μετά από τηλεοπτική συνέντευξη του Ενάγοντος ο οποίος δίδει συνεντεύξεις δημόσια ενώ είναι ιατρός κάνοντας λόγο για άλλους ιατρούς που είναι ενάντια στον εμβολιασμό, εκφέροντας ο ίδιος τις δικές του θέσεις για τον εμβολιασμό· ακόμα κι αν το πλαίσιο αυτό δεν ήταν τόσο λεπτομερές όσο το έθεσε ο Εναγόμενος με τη δική του μαρτυρία, δεν ήταν ακριβώς και παραπλανητικό, είτε ως προς την έκταση της δημοσιότητας (δεν έχει σημασία πόσοι είδαν το δημοσίευμα) είτε ως προς τις περιστάσεις (περισσότερες συνεντεύξεις του Ενάγοντος και όχι απλά εκείνη που προηγήθηκε στον Alpha Κύπρου)· εάν είχε όλη την πληροφορία που χρειάζεται το Δικαστήριο για να μπορέσει να εκδώσει διατάγματα αυτού του είδους (π.χ. και επαρκή αναφορά στα δεδομένα που αποκλείουν την έγερση υπερασπίσεων), είναι περαιτέρω ζήτημα που άπτεται των ουσιαστικών προϋποθέσεων, που αναθεωρούνται σήμερα, υπό το φως και όσων με λεπτομέρεια αναφέρει ο Εναγόμενος, παρά ζήτημα αποκάλυψης που επιδρά δικαιοδοτικά. Ουσιαστικές προϋποθέσεις Να τύχει αρχικά υπόμνησης πως, όπως προκύπτει και από το ίδιο το κείμενο του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960 και έχει εκτεταμένα νομολογηθεί με περαιτέρω επεξηγήσεις, για την έκδοση και κατ' επέκταση διατήρηση σε ισχύ παρεμπιπτόντων διαταγμάτων γενικά θα πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά τρεις προϋποθέσεις. Η πρώτη προϋπόθεση είναι πως θα πρέπει να υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση που αφορά σε συγκεκριμένο πράγμα, σε χρέος ή αποζημίωση, ορισμένα ή οριστά. Το σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση διαπιστώνεται με βάση τα καταχωρισμένα δικόγραφα ή, όπου δεν υπάρχουν, την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Εξετάζεται κατά πόσον αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στον νόμο αιτία αγωγής, η οποία, εάν επιτύχει, θα έχει ως συνέπεια τη χορήγηση ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας[7]. Δεν αρκεί βεβαίως να αποκαλύπτεται ένα συζητήσιμο ή δικάσιμο θέμα, αλλά θα πρέπει να υπάρχει και καλή βάση αγωγής, δηλαδή καλές πιθανότητες ο διάδικος που αιτείται να δικαιούται σε θεραπεία και έκδοση δικαστικής απόφασης. Δεν χρειάζεται ο Ενάγων, στην προσπάθειά του να δείξει καλή βάση αγωγής, να αποδείξει την απαίτησή του, όπως θα την αποδείκνυε και στη δίκη, αλλά να προβάλει, μέσα από τη μαρτυρία που προσκομίζει[8], σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του δικαιώματός του[9] σε ένα επίπεδο πέρα από την απλή δυνατότητα, αλλά χωρίς κατ' ανάγκη να αγγίζει το ισοζύγιο των πιθανοτήτων[10]. Η μαρτυρία θα πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η πιθανότητα. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960 είναι, εκτός εάν εκδοθεί ή αντίστοιχα διατηρηθεί σε ισχύ το διάταγμα, να υπάρχει το ενδεχόμενο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς, που να καθιστά δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη. Αυτή η προϋπόθεση έχει την έννοια ότι τυχόν αποζημιώσεις δεν θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία στην ίδια την αγωγή[11]. Εάν συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου αυτού, το Δικαστήριο εξετάσει, στο ισοζύγιο της δικαιοσύνης (balance of justice) εάν είναι δίκαιο να εκδοθεί ή να διατηρηθεί σε ισχύ ένα τέτοιο προσωρινό διάταγμα, διασφαλίζοντας ότι η εφαρμογή των νόμιμων προϋποθέσεων δεν θα οδηγήσει σε ένα αποτέλεσμα το οποίο, όμως, θα προκαλεί με άλλο τρόπο αδικία. Η έκδοση των παρεμπιπτόντων διαταγμάτων σε υποθέσεις λιβέλου είναι ευαίσθητο ζήτημα. Οι προϋποθέσεις που προβλέπει το άρθρο 32 του Νόμου 14/1960, παρόλο που δεν είναι ακόμα αποδεκτό πως αδρανούν ή δεν σχετίζονται, πάντως δεν εφαρμόζονται τόσο άμεσα, εφόσον υπάρχουν ειδικότερες προϋποθέσεις. Προϋποθέσεις που θα μπορούσε να λεχθεί πως έχουν σχηματίσει τον κανόνα πως θα πρέπει να αποφεύγεται η έκδοση προσωρινών διαταγμάτων γιατί, ακόμα κι αν το Δικαστήριο δεν πρέπει να εξετάζει σε αυτό το στάδιο τον χαρακτήρα του δημοσιεύματος ή άλλως πώς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης, η εγγενής παρεμβατικότητα των διαταγμάτων αυτών στον ελεύθερο λόγο και στην έκφραση, έστω κι αν είναι στη χρονική τους διάρκεια προσωρινά, ενέχει τέτοια δραστικότητα που αναπόφευκτα δημιουργεί ενός είδους εξίσωση της ενδιάμεσης θεραπείας με κάποια τελική που έπεται ή που θα έπρεπε να έπεται της αναγνώρισης του χαρακτήρα του δημοσιεύματος ως δυσφημιστικού ώστε τότε να καθιστά και αναγκαία και ανάλογη την παρέμβαση, την προσταγή να αφαιρεθεί ένα υφιστάμενο δημοσίευμα από τη δημόσια σφαίρα (γιατί είναι δυσφημιστικό), ή ακόμα και την ακόμα πιο δραστική απαγόρευση κάποιας μελλοντικής δημοσίευσης με αναφορά στο πρόσωπο του αιτούντος. Δεν είναι ότι αποκλείεται η έκδοση διαταγμάτων και υπό μορφή ενδιάμεσης θεραπείας, το Δικαστήριο έχει πάντοτε μια τέτοια εξουσία, αλλά υπό μορφή ενδιάμεσης θεραπείας εκδίδονται κατ' εξαίρεση, μόνον όταν το δημοσίευμα (όπου αυτό υφίσταται ήδη και ζητείται η ανάκλησή του) είναι ξεκάθαρα δυσφημιστικό ώστε να μην χρειάζεται πλήρης δίκη, και εκ προοιμίου αποκλείεται να επιτύχει η υπεράσπιση της αλήθειας, κατ' επέκταση όταν ο Ενάγων αποδεικνύει επαρκώς τον πιθανότατα ψευδή του χαρακτήρα, αλλά και όταν δεν υπάρχει οποιαδήποτε άλλη υπεράσπιση που θα μπορούσε να επιτύχει. Όσον αφορά ειδικότερα τα διατάγματα που είναι απαγορευτικά μελλοντικής δημόσιας έκφρασης και λόγου, ακόμα και στο πλαίσιο εκδίκασης της αγωγής, και πάλι, είναι με φειδώ που εκδίδονται. Πρέπει το Δικαστήριο να πειστεί ότι υπάρχει πρόθεση εκ μέρους του Εναγόμενου επανάληψης της δυσφήμισης, η οποία μπορεί να αποδειχθεί με δηλώσεις ή απειλές εκ μέρους του Εναγόμενου, συγκεκριμένες. Και η σκέψη που πάντοτε συνυπάρχει είναι πως, ακόμα και δυσφημιστική να είναι μια μελλοντική δημοσίευση, ο Εναγόμενος μπορεί να είναι σε θέση να την δικαιολογήσει με αναφορά στην αλήθεια ή εκείνη να συνιστά έντιμο σχόλιο επί θέματος δημοσίου ενδιαφέροντος, άρα οι παρεμβάσεις στον λόγο του Εναγόμενου πριν καν αυτός εκφραστεί είναι σαν να προδικάζουν τον λόγο αυτό. Όταν η απειλούμενη δυσφήμιση μπορεί να είναι προνομιούχος, αποφεύγεται η δικαστική παρέμβαση, εκτός από περιπτώσεις στις οποίες υποδεικνύεται ότι ο Εναγόμενος ενεργεί κακόπιστα (maliciously)· η δε κακοπιστία του (malice) θα πρέπει να είναι έκδηλη και απόλυτα ολοκληρωτική (absolutely overwhelming). Η αγγλική νομολογία που πλαισιώνουν οι Quartz Hill Consolidated Gold Mining Company v. Beall [1882] 20 Ch. D. 501, Coulson v. Coulson [1887] 3 T.L.R. 846, Liverpool Household Stores Association v. Smith [1887] 37 Ch. D. 170, Bonnard v. Perryman [1891] 2 Ch. 269, The Exclusive Brethren case [1980] 3 All E.R. 161, Schering Chemicals Ltd. v. Falkman Ltd and others [1981] 2 All E.R. 321, Harakas a.o. v. Baltic Mercantile and Shipping Exchange Ltd a.o. [1982] 2 All E.R. 701 και Herbage v. Pressdram [1984] 1 W.L.R. 1160, και αυτές οι αρχές, μεταφέρθηκαν στην εγχώρια νομολογία δια της C.T. Tobacco Limited v. Της Εταιρείας Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά.
(2003)1 Α.Α.Δ. 853, και έπειτα της Παναγιώτου ν. Μουλαζίμη
(2007)1 Α.Α.Δ. 78.. Σύμφωνα με το άρθρο 17 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148 («Κεφ.148»), δυσφήμιση είναι η δημoσίευση, από oπoιoδήπoτε πρόσωπo, με έvτυπo, γραπτό, ζωγραφιά, oμoίωμα, χειρovoμίες, λόγια ή άλλoυς ήχoυς, ή με κάθε άλλo μέσo oπoιασδήπoτε φύσης, περιλαμβαvόμεvης και της εκπoμπής με ασύρματη τηλεγραφία, δημoσιεύματoς τo oπoίo απoδίδει σε άλλo πρόσωπo έγκλημα ή απoδίδει σε άλλo πρόσωπo αvάρμoστη συμπεριφoρά σε δημόσια θέση ή εκ φύσεως τείvει στo vα βλάψει ή vα επηρεάσει με δυσμέvεια τηv υπόληψη άλλoυ πρoσώπoυ στo επάγγελμα, επιτήδευμα, τηv εργασία, απασχόληση, ή τη θέση τoυ ή εvδέχεται vα εκθέσει άλλo πρόσωπo σε γεvικό μίσoς, περιφρόvηση ή χλεύη, ή εvδέχεται vα πρoκαλέσει τηv απoστρoφή ή απoφυγή oπoιoυδήπoτε πρoσώπoυ από άλλoυς. Για τoυς σκoπoύς της πρόνοιας αυτής, «έγκλημα» σημαίvει πoιvικό αδίκημα ή άλλη αξιόπoιvη πράξη βάσει oπoιoυδήπoτε voμoθετήματoς πoυ ισχύει στη Δημoκρατία, καθώς και πράξη πoυ τελέστηκε oπoυδήπoτε, η oπoία, εάν τελείτo στη Δημoκρατία, θα ήταv αξιόπoιvη σε αυτήν. Χωρίς απόδειξη ειδικής ζημιάς, δεv είvαι δυvατή η έγερση αγωγής για δυσφήμιση η oπoία εvεργήθηκε με χειρovoμίες, με λόγια ή άλλoυς ήχoυς, με εξαίρεση τηv εκπoμπή με ασύρματη τηλεγραφία, εκτός όταv oι χειρovoμίες, τα λόγια ή άλλoι ήχoι απoδίδoυv έγκλημα πoυ δύvαται vα επισύρει στov εvάγovτα φυλάκιση, σκoπεύoυv στo vα βλάψoυv ή vα επηρεάσoυv με δυσμέvεια τηv υπόληψη τoυ εvάγovτα στo επάγγελμα, επιτήδευμα, εργασία, απασχόληση ή τη θέση τoυ, ή απoδίδoυv σε αυτόν μεταδoτική ή μoλυσματική vόσo ή σε γυvαίκα μoιχεία ή ασέλγεια. Δυσφήμιση διαπράττεται και εάν ακόμα τo δυσφημιστικό της vόημα δεv εκφράζεται ευθέως ή πλήρως· αρκεί εάν τo vόημα αυτό, και η αvαφoρά τoυ σε αυτό πoυ φέρεται ότι είvαι δυσφημoύμεvo δύvαvται vα συvαχθoύv είτε από αυτή τηv ίδια τηv δυσφημιστική δήλωση είτε από εξωτερικές περιστάσεις, είτε μερικά από τo έvα και μερικά από τo άλλo. Δεν αρκεί ένα δημοσίευμα να είναι δυσφημιστικό, ως ερμηνεύεται, αλλά θα πρέπει επίσης να δημοσιευθεί. Σύμφωνα με το άρθρο 18 του Κεφ. 148, πρόσωπo δημoσιεύει δυσφημιστικό δημoσίευμα εάν πρoκαλεί τέτoια χρήση τoυ εvτύπoυ, γραπτoύ, ζωγραφιάς, oμoιώματoς, χειρovoμιώv, λόγωv ή άλλωv ήχωv ή άλλωv μέσωv, με τα oπoία μεταδίδεται τo δυσφημιστικό δημoσίευμα, είτε με έκθεση, αvάγvωση, απαγγελία, περιγραφή, παράδoση, κoιvoπoίηση, διαvoμή, επίδειξη, έκφραση, εκφώvηση ή άλλως πως, ώστε τo δυσφημιστικό vόημα αυτoύ vα περιέρχεται ή vα εvδέχεται vα περιέλθει σε γvώση oπoιoυδήπoτε άλλoυ πρoσώπoυ ή αυτoύ πoυ δυσφημίζεται από αυτό ή τoυ συζύγoυ ή της συζύγoυ αυτoύ πoυ δημoσίευσε τη δυσφημιστική δήλωση κατά τη διάρκεια τoυ γάμoυ. Για τoυς σκoπoύς τoυ άρθρoυ αυτoύ, κoιvoπoίηση με αvoικτή επιστoλή ή ταχυδρoμικό δελτάριo, αvεξάρτητα εάν απoστέλλεται πρoς αυτόv πoυ δυσφημίζεται ή πρoς άλλoν, συvιστά δημoσίευση. Το διαδίκτυο συνιστά ένα σύγχρονο μέσο εκπομπής και διάδοσης ήχου, εικόνας, και γραφής, που εμπίπτει στην έννοια της «εκπομπής με ασύρματη τηλεγραφία» του άρθρου 17 του Κεφ. 148. Η εξαίρεση της δυνατότητας διάπραξης δυσφήμισης δια της εκπομπής με ασύρματη τηλεγραφία από την ανάγκη να αποδεικνύεται και ειδική ζημιά, σχετίζεται με το ότι αυτό το μέσο δημοσίευσης δεν έχει τον στιγμιαίο και κατ' επέκταση παροδικό και χωροχρονικά ελεγχόμενο χαρακτήρα της δυσφήμισης δια χειρονομίας ή ήχου ή λόγου που τελείται με άλλον τρόπο. Και στην τελευταία περίπτωση υπάρχουν εξαιρέσεις, στις οποίες η προσβολή καθίσταται διαρκέστερη όχι λόγω του είδους του μέσου, αλλά λόγω αυτού του περιεχομένου του δυσφημιστικού δημοσιεύματος (π.χ. αποδίδει έγκλημα). Σύμφωνα με το άρθρο 25 του Κεφ. 148, επιζήμια ψευδoλoγία συvίσταται στηv κακόβoυλη δημoσίευση ψευδoύς δήλωσης, πρoφoρικά ή άλλως πως πoυ αφoρά, μεταξύ άλλων, τo επάγγελμα, τo επιτήδευμα, τηv εργασία, εvασχόληση ή τη θέση άλλoυ͘. Καvέvας δεv τυγχάvει απoζημίωσης για επιζήμια ψευδoλoγία, εκτός αv εξαιτίας αυτής υπέστη ειδική ζημιά. Δεv επιβάλλεται o ισχυρισμός ή η απόδειξη ειδικής ζημιάς αv oι λέξεις επί τωv oπoίωv στηρίζεται η αγωγή σκoπεύoυv vα πρoκαλέσoυv στov εvάγovτα απώλεια απoτιμητή σε χρήμα και δημoσιεύovται εγγράφως ή με oπoιoδήπoτε άλλo πάγιo τρόπo͘ ή αv oι λέξεις σκoπεύoυv vα πρoκαλέσoυv στov εvάγovτα απώλεια απoτιμητή σε χρήμα σε σχέση με oπoιαδήπoτε θέση τηv oπoία αυτός κατέχει ή επάγγελμα, εvασχόληση, επιτήδευμα ή εργασία η oπoία ασκείται από αυτόv κατά τo χρόvo της δημoσίευσης. Η "δημoσίευση" έχει τηv έvvoια τηv oπoία απέδωσε στov όρo αυτό τo άρθρo 18 σε αvαφoρά με δυσφημηστικό δημoσίευμα. Η βάση αγωγής του Ενάγοντος είναι τόσο η δυσφήμιση όσο και η επιζήμια ψευδολογία, που αμφότερες συνιστούν αστικά αδικήματα, και φαίνεται να θέτουν δικάσιμο θέμα, για το οποίο θα πρέπει να διεξαχθεί δίκη, για να διαπιστωθεί δικαστικά, κατά πόσο το επίδικο δημοσίευμα, που φαίνεται μέσα από την μαρτυρία του Ενάγοντος να υφίσταται, συνιστά δυσφήμιση ή επιζήμια ψευδολογία ή όχι. Εάν πρέπει να κινηθούμε και με βάση τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960, θα μπορούσε να λεχθεί πως πληρείται η πρώτη προϋπόθεση. Το επίδικο δημοσίευμα, εκ πρώτης όψεως και μόνον, για σκοπούς προσέγγισης των προαναφερόμενων προϋποθέσεων, φαίνεται πως εξωτερικεύει την πραγματική παρατήρηση του Εναγόμενου πως υπάρχουν ιατροί, ανάμεσα στους οποίους και ο Ενάγων που εμφανίζεται και εκφέρει λόγο και γνώμη δημόσια, που εμφανίζονται δημόσια σε διάφορους τόπους και διαδίδουν ιατρικές απόψεις και γνώμες («γιατροί πλασιέ»), αποκαλώντας άλλους συναδέλφους τους ιατρούς, που όμως είναι ευσυνείδητοι (χωρίς να σημαίνει εξ αντιπαραβολής ότι οι ίδιοι είναι ασυνείδητοι), «αρνητές γιατρούς», απλά γιατί προσεγγίζουν διαφορετικά τις ηθικές τους υποχρεώσεις (ερμηνεύουν ότι το να χορηγούν εμβόλιο που πιθανόν να προκαλέσει ακόμα και παρενέργεια που να οδηγεί σε θάνατο ως κάποια μορφή «ευθανασίας», που απαγορεύει ο Ιπποκράτειος όρκος), συνθήκη που φαίνεται από το δημοσίευμα πως ο Εναγόμενος εισπράττει ως μη ηθική, στο επίπεδο των σχέσεων μεταξύ ιατρών και όπως αυτές οι σχέσεις αντανακλούν στην ευρύτερη κοινωνία. Θίγει, σε πιο γενικευμένο επίπεδο, πως η σύσταση συγκεκριμένων σκευασμάτων εξ αποστάσεων ή δια τηλεοράσεων, τα οποία όμως ενδέχεται να έχουν παρενέργειες, που να στοιχίζουν ακόμα και τη ζωή σε κάποιους («τηλεγιατρούς του χάρου»), συνιστά επίσης μια σοβαρή ηθικά επιλήψιμη συμπεριφορά που χαρακτηρίζει «απόπατο» και «βόθρο», για την οποία χρειάζεται κάποια διορθωτική παρέμβαση («βυτιοφόρο για την εκκένωση του βόθρου»). Ο λόγος του Εναγόμενου είναι αιχμηρός και σε σημεία εμφανέστατα μεταφορικός ή ακόμα και κυνικός ή και με άλλη οπτική σαρκαστικός. Δεν πρόκειται, όμως, για τόσο ξεκάθαρη περίπτωση δημοσίευσης για την οποία θα αποκλείονταν να μην υπάρχει διαφορετική προσέγγιση ως προς την αναγωγή της στην έννοια της δυσφήμισης, ή και τότε να ισχύει κάποια υπεράσπιση, περιλαμβανομένης της υπεράσπισης της αλήθειας όσον αφορά το γεγονός πως ο Ενάγων αποκάλεσε ιατρούς που είναι ενάντια στον εμβολιασμό «αρνητές γιατρούς» ή του έντιμου σχολίου επί ζητήματος γενικού κοινωνικού ενδιαφέροντος (ο τρόπος με τον οποίον οι ιατροί προσεγγίζουν τον εμβολιασμό σε συνάρτηση με την κοινωνική τους ευθύνη και την ιατρική δεοντολογία), όσον αφορά τον σχολιασμό του περί της ιατρικής ηθικής και δεοντολογίας. Δεν αποδίδεται στον Ενάγοντα αvάρμoστη συμπεριφoρά σε δημόσια θέση, εφόσον δεν φαίνεται να κατέχεται τέτοια δημόσια θέση από τον Ενάγοντα. Ούτε τείvει με ένα ξεκάθαρο τρόπο, η δημοσίευση, στo vα βλάψει ή vα επηρεάσει με δυσμέvεια τηv υπόληψη του Ενάγοντος στο ιατρικό επάγγελμα· δεν φαίνεται εκ πρώτης όψεως αντικειμενικά εφικτό να επηρεαστεί η υπόληψη του Ενάγοντος ως ιατρού επειδή απλά ο Εναγόμενος εξέφρασε δημόσια στο «Facebook» την άποψη πως ο χαρακτηρισμός από ιατρούς, περιλαμβανομένου του Ενάγοντος, άλλων ιατρών ως «αρνητών ιατρών» είναι κατά τη γνώμη του ηθικά επιλήψιμη. Ούτε φαίνεται ξεκάθαρα, μέσα από την μαρτυρία του Ενάγοντος στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας, όπως μπορεί να θεωρηθεί στην όψη της, να εκθέτει τον Ενάγοντα σε γεvικό μίσoς, περιφρόvηση ή χλεύη, ή ότι ενδέχεται να πρoκαλέσει τηv απoστρoφή ή απoφυγή του Ενάγοντος από άλλoυς. Δεν φαίνεται, από την πρώτη ανάγνωση τουλάχιστον, να αποδίδεται στον Ενάγοντα κάποια ποινικά κολάσιμη πράξη, παρά σύγκρουση με τους κανόνες της ιατρικής ηθικής και δεοντολογίας. Ο Εναγόμενος μάλιστα, όπως είναι κατανοητό από την όψη του δημοσιεύματός του, δεν εστιάζει ειδικά στον Ενάγοντα, παρότι χρησιμοποιεί τον Ενάγοντα ως το πρόσφατο παράδειγμα ιατρού που εμφανίστηκε δημόσια, ώστε να εξαχθεί από το δημοσίευμά του εύκολα κάποιος σκοπός του Εναγόμενου να πλήξει συγκεκριμένα τον Ενάγοντα επαγγελματικά και να του προκαλέσει απώλεια αποτιμητή σε χρήμα. Μέσα στο πλαίσιο του δημόσιου δημοκρατικού διαλόγου απόψεις σας αυτές του Εναγόμενου είναι και ανεκτές και χρήσιμες και δύσκολα μπορούν να θεωρηθούν δυσφημιστικές, αντιδράσεις δε που προσανατολίζονται με άξονα πως «η κατάσταση που βιώνουμε επιβάλλει την άμεση προστασία των ειδικών όπως είναι οι γιατροί από δυσφημιστικά σχόλια ώστε να μην δημιουργείται ο φόβος και η δυσπιστία στον λαό για την ικανότητα των ειδικών να τους προστατεύσουν όσο καλύτερα μπορούν από την πανδημία» δεν έχουν καλή δικαιολογητική θέση σε μία αγωγή ιδιωτικού δικαίου, όπου αναζητείται το ατομικό πλήγμα του Ενάγοντος και η σοβαρότητά του σε σημείο που να χρειάζεται να υπερτερήσει η προστασία της ιδιωτικής του ζωής έναντι της προστασίας της ελευθερίας του λόγους και έκφρασης του Εναγόμενου. Με γνώμονα και τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960, θα μπορούσε να λεχθεί πως δεν έχει ικανοποιηθεί το Δικαστήριο, στον απαιτούμενο βαθμό που χρειάζεται για τους σκοπούς αυτής της διαδικασίας, ότι υπάρχουν καλές πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής του Ενάγοντος. Νοείται πως δεν αποκλείεται, κατά τη δίκη, ο Ενάγων να προσκομίσει τέτοια μαρτυρία ή και να πείσει το Δικαστήριο πως υπέστη δυσφήμιση ή επιζήμια ψευδολογία, γι' αυτό ακριβώς θα διεξαχθεί και δίκη και δεν προδικάζεται εδώ αποτυχία της αγωγής του Ενάγοντος, αλλά με ό,τι έχει ενώπιον του το Δικαστήριο αυτή τη στιγμή, θα χρειάζονταν κάτι παραπάνω, για να αγγίξει εκείνο τον βαθμό, πέραν της απλής δυνατότητας, που χρειάζεται, για να είναι σε θέση να παρέμβει δικαστικά πριν από τη δίκη· κατ' εξαίρεση και ως επιβάλλεται σε τέτοιου είδους υποθέσεις. Εν ολίγοις, κατά τρόπο προφανή, η υπόθεση του Ενάγοντος δεν συνιστά εξαιρετική περίπτωση που δικαιολογεί ενδιάμεση δικαστική παρέμβαση. Κυρίως, μέσα από την μαρτυρία του Ενάγοντος, δεν προκύπτει με τη δέουσα ή και συγκεκριμένη λεπτομέρεια η ανησυχία ή ο φόβος του Ενάγοντος ότι ο Εναγόμενος θα διαπράξει δυσφήμιση ή επιζήμια ψευδολογία εναντίον του στο άμεσο μέλλον, ώστε να πρέπει να του απαγορευθεί να εκφέρεται με αναφορά στο πρόσωπο του Ενάγοντος γενικά. Δεν φαίνεται, ο Ενάγων, να υπόκειται κάποια παρενόχληση από επαναλαμβανόμενο ενοχλητικό λόγο του Εναγόμενου και το γεγονός ότι ο Εναγόμενος δημοσίευσε το προαναφερόμενο κείμενο, μέσα στην όλη δράση κοινωνικής δικτύωσής του, δεν μαρτυρεί από μόνο του εύλογη αιτία φόβου του Ενάγοντος ότι έχει μπει σε κάποιο στόχαστρο του Εναγόμενου και θα βλαφθεί επαγγελματικά με τρόπο που θα μπορούσε να αποδοθεί αιτιωδώς σε συγκεκριμένες ενέργειες του Εναγόμενου. Το γεγονός ότι ο Εναγόμενος είναι πολύ ενεργός στο «Facebook» δεν συνιστά από μόνο του λόγο που δημιουργεί τέτοιο κίνδυνο. Δεν ανέφερε ο Ενάγων συγκεκριμένη συμπεριφορά του Εναγόμενου που να είναι απειλητική, και το γεγονός ότι ο ίδιος αισθάνθηκε «απειλή» ή άλλη προσβολή και κατέφυγε στην Αστυνομία δεν λέει κάτι από μόνο του, όταν το ζητούμενο εδώ είναι πολύ συγκεκριμένο, να εξεταστεί εάν πρέπει το Δικαστήριο να απαγορεύσει στον Εναγόμενο συγκεκριμένη συμπεριφορά στο μέλλον. Με γνώμονα και πάλι στις ίδιες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960, αυτή η αδυναμία της υπόθεσης του Ενάγοντος απαντά και στη δεύτερη προϋπόθεση σε συνάρτηση με την ενδιάμεση θεραπεία που ζητήθηκε από αυτόν, αλλά και εν μέρει στην τρίτη προϋπόθεση. Παρενθετικά μόνον να λεχθεί πως στην τελευταία προϋπόθεση εξάλλου απαντά και το γεγονός ότι, ως προς την αξίωσή του για αποζημιώσεις, ο Ενάγων θα μπορούσε απλά να αποζημιωθεί, εάν αποδείξει ότι υπέστη δυσφήμιση ή επιζήμια ψευδολογία από τον Εναγόμενο, εφόσον δεν έχει αποκλειστεί και μια τέτοια δυνατότητα. Το υφιστάμενο δημοσίευμα, εν πάση περιπτώσει, έπαυσε να υφίσταται στη δημόσια σφαίρα, σύμφωνα με όσα έχει αναφέρει ο Εναγόμενος και δεν αμφισβητήθηκαν. Έχοντας διαπιστώσει τα πιο πάνω, δεν χρειάζεται το Δικαστήριο να υπεισέλθει σε επιμέρους προϋποθέσεις ή σε οποιουσδήποτε άλλους λόγους ένστασης του Εναγόμενου ή στην εξέταση οποιουδήποτε άλλου θέματος. Κατάληξη Για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί, επειδή δεν έχει αποδειχθεί ότι συντρέχουν σωρευτικά όλες οι προϋποθέσεις για την διατήρηση σε ισχύ των προσωρινών διαταγμάτων που είχαν εκδοθεί μονομερώς την 22.07.2021, κυριότερα δεν φαίνεται το δημοσίευμα να είναι αναμφίβολα δυσφημιστικό ή ότι υπήρξε σκοπός πρόκλησης ζημιάς στον Ενάγοντα, ούτε ότι ο Εναγόμενος θα διαπράξει δυσφήμιση ή επιζήμια ψευδολογία στο μέλλον, που αποδίδονται και πως δεν έχει αποδειχθεί η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960, και επειδή δεν έχουν καταδειχθεί άλλοι λόγοι γιατί τα διατάγματα αυτά να είναι αναγκαίο να εξακολουθήσουν να ισχύουν σήμερα, η αίτηση του Ενάγοντος απορρίπτεται και τα προσωρινά διατάγματα που εκδόθηκαν την 22.07.2021 ακυρώνονται και παύουν να ισχύουν. Τα έξοδα, ακολουθώντας τον κανόνα, εφόσον δεν έχει υποδειχθεί λόγος απόκλισης από αυτόν, επιδικάζονται υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον του Ενάγοντος όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής, εκτός εάν τα μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά. (Υπ.)............. Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Vuitton ν. Δέρμοσακ Λτδ
(1992)1 ΑΑΔ 1453. [2] Odysseos ν. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 CLR 557· Staνros Hotels Aprts Ltd κ.α. (Αρ.2)
(1994)1 ΑΑΔ 836· Βαβέλ Μπουτίκ Λτδ
(1995)1 ΑΑΔ 947· In Re B.P. Cyprus Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 861· Ιερά Μητρόπολη Πάφου ν. Aristo Developers Ltd
(2011)1 ΑΑΔ 1377· Αμβροσιάδου ν. Martin Coward, Έφεση 3/2011, ημερομηνίας 15.1.2013· Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Σιακατίδου, Πολιτική Έφεση 52/2010, ημερομηνίας 19.03.2014. [3] Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248. [4] Χατζηβασιλείου v. White Knight Holdings Ltd
(2004)1 ΑΑΔ 203. [5] Seamark Consultancy Services Limited v. Lasala
(2007)1 ΑΑΔ 162. [6] Χατζηβασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd
(2004)1 ΑΑΔ 203· Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Σιακατίδου, Πολιτική Έφεση 52/2010, ημερομηνίας 19.03.2014. [7] American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R. 504· Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598. [8] Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1 ΑΑΔ 253. [9] T.A. Micrologic Comp. Conlsut. Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 AAΔ 1802. [10] Πουργουρίδη ν. Μέζου
(1994)1 ΑΑΔ 201. [11] Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co. Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 2015. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο