Ματσίδης ν. Ματσίδη κ.α., Αρ. Αγωγής: 1683/20, 9/8/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A229 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1683/20 Μεταξύ: ΧΧΧΧ Ματσίδης, από την Λεμεσό Ενάγων και 1.ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ Ματσίδη, από την Λεμεσό 2.ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ Ματσίδης, από την Λεμεσό 3. Διευθυντής του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος του Υπουργείου Εσωτερικών Εναγόμενοι Ημερομηνία: 9.8.21 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα/Αιτητή: κα Έλενα Ευριπίδου Για την Εναγόμενη 1/Καθ' ης η αίτηση: κκ Κλεάνθης Καραμανίδης ΔΕΠΕ ---------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε αίτηση η οποία υποβλήθηκε από την πλευρά του Ενάγοντα/Αιτητή, από τώρα και στο εξής «ο Αιτητής», στις 23.3.21 με την οποία ζητείται η έκδοση διατάγματος το οποίο να επιτρέπει στον Αιτητή να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκο δήλωση στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την μονομερή αίτηση ημερομηνίας 17.8.20, από τώρα και στο εξής «η μονομερής αίτηση». Η υπό κρίση αίτηση υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση του ίδιου του Αιτητή ο οποίος έχει προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης. Η υπό κρίση αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση της Εναγόμενης 1/Καθ' ης η αίτηση, από τώρα και στο εξής «η Καθ' ης η αίτηση». Οι λόγοι ένστασης παρατίθενται στο σώμα της Ειδοποίησης σύμφωνα με την Δ.48, θ.4
(1)των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση της Εναγόμενης 1 η οποία έχει προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης. Μια αναδρομή στο ιστορικό της υπόθεσης από τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την μονομερή αίτηση και την ένσταση σε αυτή θα ήταν διαφωτιστική. Στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την μονομερή αίτηση αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Οι Εναγόμενοι 1 και 2, από τώρα και στο εξής «οι Εναγόμενοι», είναι οι γονείς του Αιτητή. Τον Ιούνιο του 2008 οι Εναγόμενοι μεταβίβασαν δυνάμει δωρεάς επ' ονόματι του Αιτητή ακίνητη περιουσία η οποία βρίσκεται στα χωριά ΧΧΧΧ και ΧΧΧΧ της επαρχίας Λεμεσού. Συγκεκριμένα 1 οικόπεδο, 8 χωράφια και γη όπως ο Αιτητής αποκαλεί την μεταβιβασθείσα σε αυτόν ακίνητη περιουσία. Στις 23.8.11 κατόπιν πρωτοβουλίας και προτροπής των Εναγόμενων ο Αιτητής υπέγραψε γενικό πληρεξούσιο έγγραφο - Τεκμήριο 1 - από τώρα και στο εξής «το πληρεξούσιο» - με το οποίο καθιστούσε τους Εναγόμενους γενικούς πληρεξούσιους αντιπροσώπους του. Ο λόγος που ο Αιτητής υπέγραψε το πληρεξούσιο ήταν γιατί κατά τον χρόνο υπογραφής του φοιτούσε σε Πανεπιστήμιο στην Λευκωσία και δεν διέθετε τον χρόνο να ασχολείται με την διαχείριση της περιουσίας του. Άλλος λόγος ήταν γιατί οι Εναγόμενοι αντιπαθούσαν την τότε σύντροφό του και νυν σύζυγο του. Παρόλα αυτά η σχέση του με τους Εναγόμενους τότε ήταν ακόμα καλή. Εκ των υστέρων ο Αιτητής θεωρεί ότι οι Εναγόμενοι ενήργησαν εκ του πονηρού. Με το πληρεξούσιο σκόπευαν να τον «ελέγχουν» ώστε σε περίπτωση που ο Αιτητής έκανε κάτι με το οποίο αυτοί δεν συμφωνούσαν να μπορούν να του πάρουν πίσω την περιουσία που του είχαν δωρίσει. Με την νυν σύζυγό του ο Αιτητής σύνηψε δεσμό το έτος 2008 όταν και οι δυο ήταν φοιτητές. Το 2010 συγκατοίκησαν και στις 18.10.17 παντρεύτηκαν με πολιτικό γάμο. Τον Μάιο του 2015 ο Αιτητής αποφάσισε να αγοράσει ένα διαμέρισμα το οποίο βρίσκεται στην ενορία ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ στην Λεμεσό, από τώρα και στο εξής «το διαμέρισμα». Για να το αγοράσει υπέγραψε συμφωνία ανταλλαγής ημερομηνίας 19.5.15 - Τεκμήριο 2 - με ένα οικόπεδο του οποίου ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης και το οποίο βρισκόταν στο χωριό ΧΧΧΧ. Η πράξη αυτή ήταν εις γνώση των Εναγόμενων και έγινε με την συγκατάθεσή τους αφού ο Εναγόμενος 2 υπέγραψε το εν λόγω συμφωνητικό έγγραφο ως μάρτυρας των υπογραφών των συμβαλλομένων μερών. Μετά την ανταλλαγή και εντός του ίδιου έτους ο Αιτητής ανακοίνωσε στους Εναγόμενους την απόφασή του να παντρευτεί με την νυν σύζυγό του σε πολύ στενό οικογενειακό και φιλικό κύκλο. Στο άκουσμα της πιο πάνω είδησης οι Εναγόμενοι αντέδρασαν αρνητικά και πολύ έντονα. Ως αποτέλεσμα επήλθε σοβαρή ρήξη στις σχέσεις μεταξύ του Αιτητή και της νυν συζύγου του, από την μια, και των Εναγόμενων, από την άλλη. Οι προσωπικές τους επαφές περιορίσθηκαν εντός των πολύ τυπικών οικογενειακών υποχρεώσεων. Σε άλλο σημείο της ένορκής του δήλωσης ο Αιτητής αναφέρει ότι από το 2015 και μετά οι σχέσεις του με τους Εναγόμενους ήταν σχεδόν ανύπαρκτες. Το Καλοκαίρι του 2017 ο Αιτητής ανακοίνωσε στον Εναγόμενο 2 την απόφασή του να προχωρήσει με την νυν σύζυγό του σε πολιτικό γάμο. Ο Εναγόμενος 2 ήταν εντελώς αντίθετος με την πιο πάνω απόφαση του Αιτητή. Στις αρχές Οκτωβρίου του 2017 ο Αιτητής ενημέρωσε τηλεφωνικώς την Εναγόμενη 1 για την ημερομηνία και ώρα του γάμου για να παρευρεθεί αν επιθυμούσε με τον Εναγόμενο
- Οι Εναγόμενοι εν τέλει δεν παρευρέθηκαν στον γάμο του Αιτητή. Αυτό κλόνισε σε σοβαρό βαθμό τις σχέσεις των διαδίκων με αποτέλεσμα να πάψουν να έχουν ουσιαστικές επαφές. Τον Ιανουάριο του 2020 ο Αιτητής επειδή δεν ήταν σίγουρος αν είχε καταβάλει τα αποχετευτικά τέλη για το διαμέρισμα αποτάθηκε με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στο Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντος. Στις 13.1.20 με έκπληξή του ενημερώθηκε από το Συμβούλιο ότι το διαμέρισμα δεν ήταν εγγεγραμμένο επ' ονόματί του, αλλά επ' ονόματι άλλου προσώπου. Αντίγραφο σχετικής αλληλογραφίας επισυνάφθηκε - Τεκμήριο
- Την ίδια ημέρα ο Αιτητής μετέβη στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού όπου και ενημερώθηκε ότι οι Εναγόμενοι στις 27.10.17 προέβησαν σε δήλωση μεταβίβασης του διαμερίσματος ισχυριζόμενοι ότι ήταν πληρεξούσιοι αντιπρόσωποι του Αιτητή και παρουσιάζοντας το πληρεξούσιο και δηλώνοντας ψευδώς ότι η μεταβίβαση του διαμερίσματος ήταν εις γνώση του Αιτητή και ότι το πληρεξούσιο δεν είχε ανακληθεί. Ο λόγος που οι Εναγόμενοι προέβησαν στην πιο πάνω πράξη ήταν γιατί δεν ήθελαν την σύζυγο του Αιτητή και γιατί πίστευαν ότι αυτή προσπαθούσε να του πάρει την περιουσία του. Είχαν δε αποφασίσει να οικειοποιηθούν όλης της περιουσίας του Αιτητή και τον προειδοποίησαν ότι αν αυτός δεν χώριζε την σύζυγό του δεν θα του έδιναν την περιουσία του ποτέ πίσω. Στις 13.1.20 ο Αιτητής προχώρησε σε ρητή ανάκληση του πληρεξούσιου. Στις 4.8.20 ο Αιτητής έλαβε από τον δικηγόρο της Εναγόμενης 1 επιστολή - Τεκμήριο 6 - σύμφωνα με την οποία ο Αιτητής και η σύζυγος του καλούνταν να παραδώσουν το διαμέρισμα στην Εναγόμενη 1 μέχρι τις 31.8.20 καθότι διέμεναν σε αυτό παράνομα. Κατόπιν νομικής συμβουλής που έλαβε ο Αιτητής αυτός στις 13.8.20 εξασφάλισε πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης περιουσίας - Τεκμήριο
- Προς έκπληξή του διαπίστωσε ότι οι Εναγόμενοι δυνάμει του πληρεξούσιου προέβησαν σε πράξεις μεταβίβασης αναφορικά και με τα υπόλοιπα ακίνητα τα οποία ήταν εγγεγραμμένα επ' ονόματι του. Οι μεταβιβάσεις έγιναν τόσο πριν όσο και μετά την μεταβίβαση του διαμερίσματος. Οι Εναγόμενοι δήλωναν ψευδώς ότι το πληρεξούσιο δεν είχε ανακληθεί και ότι οι σκοπούμενες δικαιοπραξίες ήταν εις γνώση του Αιτητή. Οι Εναγόμενοι προχώρησαν στις μεταβιβάσεις δολίως, εν αγνοία και χωρίς την συγκατάθεση του Αιτητή και όλα αυτά γιατί η σύζυγος του Αιτητή «δεν πληρούσε τις προδιαγραφές τους». Στην ένορκο δήλωση της Εναγόμενης 1 που υποστηρίζει την ένσταση στην μονομερή αίτηση η Εναγόμενη 1 αρνείται όλους τους ισχυρισμούς του Αιτητή που αναφέρονται στην ένορκό του δήλωση που υποστηρίζει την μονομερή αίτηση εκτός αυτούς που ρητά παραδέχεται στην εν λόγω ένορκο δήλωση. Ειδικότερα αυτή αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Ο Εναγόμενος 2 στο παρελθόν είχε εξωσυζυγική σχέση η οποία προκάλεσε σοβαρούς τριγμούς στον γάμο του με την Εναγόμενη
- Τα παιδιά του ζεύγους, ήτοι ο Αιτητής και η ΧΧΧΧ Ματσίδη, γνώριζαν για την εξωσυζυγική σχέση του πατέρα τους και γνώριζαν προσωπικά και το τρίτο πρόσωπο. Η Εναγόμενη 1 κατόπιν παράκλησης του Εναγόμενου 2 δέχθηκε τον τελευταίο πίσω στο σπίτι αν και η Εναγόμενη 1 δεν γνώριζε κατά πόσο ο Εναγόμενος 2 είχε στα αλήθεια διακόψει την παράνομη αλλά κατά τα άλλα σοβαρή σχέση που διατηρούσε. Η Εναγόμενη 1 έθεσε, όμως, σαν όρο στον Εναγόμενο 2, προκειμένου να τον δεχθεί πίσω, να μεταβιβάσει στα παιδιά τους όλη την περιουσία που ήταν εγγεγραμμένη επ' ονόματι του ώστε αυτή να προστατευθεί από τρίτα πρόσωπα. Ο Εναγόμενος 2 αποδέχθηκε τον όρο της συζύγου του υπό την προϋπόθεση να μεταβιβάσει στα παιδιά τους και η Εναγόμενη 1 την δική της περιουσία. Τα παιδιά δέχθηκαν αυτή την διευθέτηση η οποία θα ήταν μόνο προσωρινή. Δηλαδή η περιουσία θα επιστρέφονταν στους Εναγόμενους εφόσον ήθελε οριστικοποιηθεί ότι ο Εναγόμενος 2 είχε διακόψει οριστικά την σχέση του με το τρίτο πρόσωπο. Στην βάση των πιο πάνω μεταβιβάστηκαν δυνάμει δωρεάς στον Αιτητή τα ακίνητα που ο τελευταίος περιγράφει στην ένορκό του δήλωση καθώς και άλλα ακίνητα στην αδελφή του ΧΧΧΧ Ματσίδη. Το 2011 και όταν πλέον κατέστη σαφές ότι ο Εναγόμενος 2 είχε αφοσιωθεί στην οικογένειά του αποφασίσθηκε από όλη την οικογένεια όπως τα δυο παιδιά υπογράψουν προς όφελος των Εναγόμενων γενικό πληρεξούσιο έγγραφο ώστε να διαχειρίζονται οι Εναγόμενοι την περιουσία τους που δεν ήταν άλλη από αυτή που οι Εναγόμενοι είχαν μεταβιβάσει σε αυτούς δυνάμει δωρεάς. Να σημειωθεί ότι τους φόρους και τα τέλη που αφορούσαν την ακίνητη περιουσία των παιδιών τους πλήρωναν οι Εναγόμενοι. Γι' αυτό και ο Αιτητής υπέγραψε το πληρεξούσιο - Τεκμήριο 1 στην ένορκό του δήλωση που υποστηρίζει την μονομερή αίτηση. Τα όσα αντίθετα αναφέρονται στην ένορκο δήλωση του Αιτητή είναι ψεύδη και εκ των υστέρων σκέψεις του Αιτητή. Δυνάμει του πληρεξουσίου οι Εναγόμενοι πέτυχαν την μεταβίβαση επ' ονόματί τους διά δωρεάς διάφορων ακινήτων που είχαν μεταβιβάσει στον Αιτητή διά δωρεάς κατά το έτος
- Ο Αιτητής ήταν ενήμερος και σύμφωνος για όλες τις μεταβιβάσεις. Επίσης δυνάμει του πληρεξουσίου που υπέγραψε η ΧΧΧΧ Ματσίδη οι Εναγόμενοι πέτυχαν την μεταβίβαση επ' ονόματί τους διά δωρεάς διαφόρων ακινήτων που, επίσης, είχαν μεταβιβάσει στην ΧΧΧΧ Ματσίδη διά δωρεάς, επίσης, κατά το έτος
- Με τον Αιτητή οι Εναγόμενοι διατηρούσαν εξαιρετική σχέση ακόμα και όταν η σχέση του με την νυν σύζυγό του, την ΧΧΧΧ, είχε αρχίσει να γίνεται σοβαρή. Και τούτο παρά το γεγονός ότι η ΧΧΧΧ τους έδειχνε καθαρά ότι δεν τους ήθελε και ότι δεν επιθυμούσε είτε εκείνη είτε ο Αιτητής να έχουν σχέσεις μαζί τους. Είναι αλήθεια ότι οι Εναγόμενοι δεν παρευρέθηκαν στον γάμο του Αιτητή. Από υπαιτιότητα της ΧΧΧΧ όμως. Όμως τόσο πριν όσο και μετά τον γάμο οι σχέσεις τους με τον Αιτητή δεν είχαν διαταραχθεί. Τουναντίον ήταν εξαιρετικές παρά τα όσα αντίθετα αναφέρονται επί του προκειμένου στην ένορκο δήλωση του Αιτητή. Οι Εναγόμενοι μιλούσαν με τον Αιτητή πολύ συχνά είτε τηλεφωνικώς είτε μέσω τηλεφωνικών μηνυμάτων. Επίσης ο Αιτητής σχεδόν καθημερινά τόσο πριν τον γάμο όσο και μετά πήγαινε στο πατρικό του για να φάει με τους Εναγόμενους. Μάλιστα πολλές φορές η διευθέτηση για το φαγητό γινόταν μέσω της αδελφής του γιατί η σύζυγός του δεν ήθελε ο Αιτητής να μιλά ή να έχει οποιαδήποτε επαφή με την Εναγόμενη
- Μάλιστα, στις 9.11.18 η Εναγόμενη μετάφερε από τον κοινό λογαριασμό της με τον Εναγόμενο 2 το ποσό των Ευρώ 5.000,00 σεντ που ο Αιτητής χρειαζόταν για την επιχείρησή του. Η Εναγόμενη επισύναψε ως Τεκμήρια τα ακόλουθα έγγραφα: (α) αριθμό τηλεφωνικών μηνυμάτων σε σχέση με το ότι ο Αιτητής ενημερώνονταν για το φαγητό που υπήρχε στο σπίτι της Εναγόμενης 1 όπου πήγαινε και γευμάτιζε - Τεκμήριο 3 - (β) τηλεφωνικά μηνύματα που η Εναγόμενη 1 είχε ανταλλάξει με τον Αιτητή στις 15.4.19 με τα οποία τον ενημέρωνε πόσο καλή εντύπωση είχε κάνει ο Αιτητής σε μια γνωστή της Εναγόμενης 1 και ο Αιτητής της απάντησε με χαμόγελο και φιλάκι - Τεκμήριο 4 - (γ) τηλεφωνικά μηνύματα που η Εναγόμενη 1 αντάλλαξε με τον Αιτητή στις 9.11.18 με τα οποία ο Αιτητής απέστειλε στην Εναγόμενη 1 τα στοιχεία του λογαριασμού του για να του μεταφέρει η Εναγόμενη 1 το ποσό των Ευρώ 5.000,00 σεντ και στα οποία ο Αιτητής ευχαριστεί την Εναγόμενη 1 - Τεκμήριο 5 - και (δ) απόδειξη της μεταφοράς των Ευρώ 5.000,00 σεντ - Τεκμήριο
- Τα πιο πάνω καταρρίπτουν τους ισχυρισμούς του Αιτητή ότι από το 2015 οι σχέσεις του με τους Εναγόμενους ήταν ανύπαρκτες. Στις 13.1.20 ο Αιτητής τηλεφώνησε στην Εναγόμενη 1 και της είπε ότι δεν δεχόταν να αντιμετωπίζουν την σύζυγό του με άσχημο τρόπο και την απείλησε όπως και τον Εναγόμενο 2 ότι αν δεν του μεταβίβαζαν πίσω το διαμέρισμα θα προέβαινε σε καταγγελία στην Αστυνομία εναντίον του πιστοποιούντα υπαλλήλου για πλαστογραφία και εναντίον των ιδίων των Εναγόμενων για κλοπή του διαμερίσματος. Επισυνάπτεται σχετικό τηλεφωνικό μήνυμα - Τεκμήριο
- Επίσης τους εξύβρισε χυδαία πολλές φορές. Στις 14.1.20 ο Αιτητής επανήλθε με νέες απειλές και εξυβρίσεις. Την ίδια δε ημέρα απέστειλε στην Εναγόμενη 1 γραπτό μήνυμα στο τηλέφωνο - Τεκμήριο 8 - με το οποίο πληροφορούσε τους Εναγόμενους ότι δεν ήθελε το διαμέρισμα, ότι έψαχνε για άλλο και ότι θα τους ειδοποιούσε μόλις έφευγε. Ο Αιτητής εν τέλει δεν αποχώρησε από το διαμέρισμα και επανήλθε με εξυβρίσεις και απειλές όχι μόνο εναντίον των Εναγόμενων αλλά και εναντίον της αδελφής του ΧΧΧΧ Ματσίδη. Τον Ιούλιο του 2020 η Εναγόμενη 1 μέσω του δικηγόρου της απέστειλε την επιστολή - Τεκμήριο 6 στην ένορκο δήλωση του Αιτητή που υποστηρίζει την μονομερή αίτηση - ημερομηνίας 4.8.20 με την οποία καλούσε τον Αιτητή και την σύζυγό του να της παραδώσουν το διαμέρισμα, διαφορετικά θα λάμβανε δικαστικά μέτρα εναντίον τους. Η εν λόγω επιστολή επιδόθηκε αυθημερόν. Στις 4.8.20 επικοινώνησε μαζί με τους Εναγόμενους ένας αστυνομικός λέγοντάς τους στην παρουσία του Αιτητή ότι ο Αιτητής είχε κάνει καταγγελία εναντίον τους για πλαστογραφία και ότι είχε υποχρέωση να προωθήσει την καταγγελία. Οι Αστυνομικές Αρχές δεν επικοινώνησαν με τους Εναγόμενους, τουλάχιστον ξανά, για την καταγγελία της 4.8.20 αλλά ούτε και για την καταγγελία της 12.8.20 που, επίσης, έγινε όπως φαίνεται από το Τεκμήριο 8 της ένορκης δήλωσης του Αιτητή που υποστηρίζει την μονομερή αίτηση. Είναι αξιοσημείωτο ότι η καταγγελία του Αιτητή στην Αστυνομία περιορίζεται στο διαμέρισμα και δεν επεκτείνεται στα άλλα ακίνητα, πράγμα που δεν ισχύει για την αγωγή. Ο Αιτητής ουδέποτε κατέβαλε τα τέλη ή τους φόρους για τα ακίνητα που του είχαν μεταβιβασθεί. Ο δε ισχυρισμός του ότι έμαθε ότι το διαμέρισμα δεν ήταν πλέον εγγεγραμμένο επ' ονόματί του όταν ενδιαφέρθηκε να μάθει αν είχε καταβάλει τα αποχετευτικά τέλη είναι ψευδής. Τα τέλη καταβάλλονταν πάντοτε από τους Εναγόμενους. Σχετικές αποδείξεις επισυνάφθηκαν - Τεκμήριο
- Στην ένορκο δήλωση της ΧΧΧΧ Ματσίδη που υποστηρίζει την ένσταση στην μονομερή αίτηση αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Το 2008 ο πατέρας της, Εναγόμενος 2, διατηρούσε εξωσυζυγική σχέση με γνωστό στην οικογένειά της πρόσωπο. Μέσα στο πρώτο εξάμηνο του 2008 οι Εναγόμενοι ανακοίνωσαν στην ΧΧΧΧ και τον Αιτητή ότι ο Εναγόμενος 2 θα επέστρεφε στο σπίτι. Και ότι για να προστατευτεί η περιουσία της οικογένειας θα μεταβιβάζονταν στα αδέλφια ακίνητα διά δωρεάς. Τα αδέλφια, ήτοι η ΧΧΧΧ και ο Αιτητής, συγκατατέθηκαν με την αντίληψη ότι όταν θα οριστικοποιείτο ότι ο Εναγόμενος διέκοψε οριστικά την παράνομη του σχέση αυτοί θα λάμβαναν όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε η περιουσία να επιστραφεί στους Εναγόμενους. Έτσι το 2008 μεταβιβάσθηκαν στα αδέλφια διά δωρεάς ακίνητα τα οποία ήταν εγγεγραμμένα στο όνομα των Εναγόμενων. Όταν δε διεφάνη ότι ο Εναγόμενος ξεπέρασε την κρίση και ήταν και πάλι αφοσιωμένος στην οικογένειά του κατά το 2011 ο Αιτητής και η ΧΧΧΧ υπέγραψαν γενικό πληρεξούσιο έγγραφο προς τους Εναγόμενους για να μπορούν οι τελευταίοι να διαχειρίζονται την περιουσία που είχαν μεταβιβάσει στα παιδιά τους το 2008 ως οι ίδιοι επιθυμούσαν. Έτσι κατά το έτος 2011 οι Εναγόμενοι προχώρησαν σε μεταβιβάσεις επ' ονόματί τους ακινήτων που είχαν σε προγενέστερο χρόνο μεταβιβάσει στα παιδιά τους. Για κάθε μεταβίβαση που αφορούσε την ΧΧΧΧ πίσω στους Εναγόμενους η ΧΧΧΧ είχε γνώση καθότι οι Εναγόμενοι ενημέρωναν τα παιδιά τους εκ των προτέρων για κάθε μεταβίβαση. Ενήμερος ήταν και ο Αιτητής εξ' όσων η ΧΧΧΧ για κάποιες εκ των μεταβιβάσεων πίσω στους Εναγόμενους γνωρίζει ούσα παρούσα κατά την ενημέρωση προς τον Αιτητή. Για παράδειγμα, για την μεταβίβαση του διαμερίσματος πίσω στην Εναγόμενη 1 η ΧΧΧΧ ήταν παρούσα όταν ο Αιτητής ενημερώθηκε. Η σύζυγος του Αιτητή δεν συμπαθούσε την οικογένεια του Αιτητή, γι' αυτό και η πρώτη δεν είχε σχέσεις με την δεύτερη. Μάλιστα η σύζυγος του Αιτητή τους το έδειχνε ξεκάθαρα και δεν ήθελε ο Αιτητής να έχει σχέσεις με την οικογένειά του και δη με τους Εναγόμενους. Παρόλα αυτά ο Αιτητής είχε επαφή με την ΧΧΧΧ και τους Εναγόμενους και ερχόταν στο πατρικό του σπίτι σχεδόν καθημερινά και έτρωγε μαζί τους. Η ΧΧΧΧ επισύναψε σχετική ανταλλαγή μηνυμάτων μεταξύ της ιδίας και του Αιτητή. Τον Ιανουάριο του 2020 ο Αιτητής απειλούσε τους Εναγόμενους ότι αν δεν του μεταβίβαζαν πίσω το διαμέρισμα θα τους κατάγγελλε στην Αστυνομία για πλαστογραφία. Σε μια περίπτωση η ΧΧΧΧ του είπε στο τηλέφωνο ότι ήταν παρούσα όταν οι Εναγόμενοι τον ενημέρωναν ότι θα μεταβίβαζαν πίσω το διαμέρισμα οπότε και της το έκλεισε. Τους επόμενους μήνες δεν είχε καθόλου επικοινωνία μαζί της παρά μόνο της τηλεφωνούσε σποραδικά για να την βρίσει. Στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση υποστηρίζεται από τον Αιτητή ότι η αποκατάσταση της αλήθειας μπορεί να γίνει μόνο με την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκος δήλωση, από τώρα και στο εξής «η συμπληρωματική ένορκος δήλωση», επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- Σε αυτή ο Αιτητής επιθυμεί να αναφέρει τα ακόλουθα. Η Εναγόμενη 1 στην ένορκό της δήλωση αναφέρθηκε σε εξωσυζυγική σχέση του Εναγόμενου
- Ισχυρίσθηκε, επίσης, ότι ο Αιτητής και η ΧΧΧΧ γνώριζαν γι' αυτή και ότι γνώριζαν και το τρίτο πρόσωπο. Οι ισχυρισμοί αυτοί είναι ψευδείς και κακόπιστοι. Η Εναγόμενη 1 στην ένορκό της δήλωση ισχυρίσθηκε ότι αυτή και ο Εναγόμενος 2 ενημέρωσαν τον Αιτητή και την ΧΧΧΧ ότι η Εναγόμενη 1 έθεσε σαν όρο στον Εναγόμενο 2, προκειμένου να τον δεχθεί πίσω, να μεταβιβάσει στα παιδιά τους όλη την περιουσία που ήταν εγγεγραμμένη επ' ονόματι του και ότι ο Εναγόμενος 2 αποδέχθηκε τον όρο της Εναγόμενης 1 υπό την προϋπόθεση να μεταβιβάσει στα παιδιά τους και η Εναγόμενη 1 την δική της περιουσία. Ισχυρίσθηκε, επίσης, ότι ο Αιτητής και η ΧΧΧΧ επειδή ήθελαν να επιστρέψει ο Εναγόμενος 2 στο σπίτι αποδέχθηκαν να τους μεταβιβάσουν οι Εναγόμενοι την περιουσία τους και συμφώνησαν ότι όταν καθίστατο οριστικό ότι ο Εναγόμενος 2 θα διέκοπτε οριστικά την σχέση που είχε δημιουργήσει με το τρίτο πρόσωπο η περιουσία θα επιστρεφόταν στους Εναγόμενους για να την διαχειριστούν οι Εναγόμενοι όπως οι ίδιοι επιθυμούσαν αφού η περιουσία ήταν δική τους. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί είναι κατάφωρα ψευδείς και κακόπιστοι και αποτελούν μέρος του καλοστημένου σχεδίου των Εναγόμενων να παραπλανήσουν το Δικαστήριο για προσωρινή μεταβίβαση ακινήτων επ' ονόματι του Αιτητή και της ΧΧΧΧ. Είναι η θέση του Αιτητή ότι ο Εναγόμενος 2 ουδέποτε διατηρούσε εξωσυζυγική σχέση και ουδέποτε εγκατέλειψε την οικογενειακή εστία. Οπότε δεν υπήρχε θέμα η Εναγόμενη 1 να τον δεχόταν πίσω και, μάλιστα, με όρους. Η Εναγόμενη 1 τοποθετεί την απιστία σε χρόνο που ο Αιτητής φοιτούσε σε Πανεπιστήμιο στην Λεμεσό και διέμενε στην οικογενειακή εστία. Ουδέποτε λέχθηκε ενώπιόν του ή περιήλθε στην αντίληψή του οτιδήποτε περί απιστίας του πατέρα του. Ουδέποτε αποχώρησε για οποιαδήποτε χρονική περίοδο από την οικογενειακή εστία ο Εναγόμενος
- Επίσης η ΧΧΧΧ φοιτούσε στην ΧΧΧΧ οπότε δεν μπορεί να κλήθηκε από τους Εναγόμενους για να ενημερωθεί για τα πιο πάνω. Στην ένορκό του δήλωση που υποστηρίζει την μονομερή αίτηση ο Αιτητής δεν αναφέρθηκε σε λεπτομέρειες καθότι δεν μπορούσε να προβλέψει τους ψευδείς και ανυπόστατους ισχυρισμούς της Εναγόμενης
- Γι' αυτό και δεν αναφέρθηκε στις συζητήσεις οι οποίες είχαν προηγηθεί των μεταβιβάσεων εντός της οικογένειας. Συγκεκριμένα όταν οι Εναγόμενοι ανακοίνωσαν στον Αιτητή και την ΧΧΧΧ την απόφαση τους να τους διαμοιράσουν την περιουσία τους έγιναν και συζητήσεις ως προς τις προτιμήσεις του καθενός. Ο Αιτητής είχε εκφράσει την προτίμηση να πάρει το εξοχικό στην ΧΧΧΧ, πράγμα που έγινε. Ο ισχυρισμός της Εναγόμενης 1 ότι για κάθε πράξη μεταβίβασης η οποία έγινε μετά την υπογραφή του πληρεξουσίου ο Αιτητής ήταν ενήμερος και απόλυτα σύμφωνος είναι ψευδής και ανυπόστατος. Ο Αιτητής ουδέποτε γνώριζε και δεν ήταν σύμφωνος με οποιαδήποτε πράξη μεταβίβασης η οποία έγινε με την χρήση του πληρεξουσίου. Οι μοναδικές πράξεις μεταβίβασης τις οποίες αναγνωρίζει ως νόμιμες και έγκυρες είναι αυτές που έγιναν ενώπιον του Κτηματολογίου Λεμεσού στην προσωπική του παρουσία. Ο ισχυρισμός της Εναγόμενης 1 ότι αυτή και ο Εναγόμενος 2 έδωσαν στον Αιτητή το ποσό των Ευρώ 5.000,00 σεντ για σκοπούς της επιχείρησής του είναι ψευδής. Το πιο πάνω ποσό ήταν χρήματα που ο Αιτητής είχε δανείσει στους Εναγόμενους για σκοπούς ανακαίνισης της κατοικίας τους και απλά του τα επέστρεψαν. Κατά τον χρόνο του δανεισμού, ήτοι το 2017-2018, οι Εναγόμενοι αντιμετώπιζαν οικονομικές δυσκολίες καθότι η Εναγόμενη 1 δεν εργαζόταν και η ΧΧΧΧ ήταν φοιτήτρια και οι Εναγόμενοι είχαν να πληρώνουν τα έξοδα φοίτησης και συντήρησης της Παναγιώτας. Ζήτησαν, λοιπόν, από τον Αιτητή να τους βοηθήσει οικονομικά. Του επέστρεψαν το πιο πάνω ποσό παρόλο που ο ίδιος ποτέ δεν τους ζήτησε να του το επιστρέψουν. Επίσης κατά τον Νοέμβριο του 2018 που έγινε η μεταφορά των χρημάτων στον λογαριασμό του ο Αιτητής δεν είχε καν δική του επιχείρηση. Ήταν εργοδοτούμενος της εταιρείας ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ Ltd. Την δική του εταιρεία ο Αιτητής την ίδρυσε στις 7.2.
- Όταν μεταβίβασαν την περιουσία στον Αιτητή και την ΧΧΧΧ οι Εναγόμενοι κατέβαλλαν όλα τα τέλη οι ίδιοι αφού τα παιδιά τους ήταν οικονομικά εξαρτώμενα από τους ίδιους. Εξακολούθησαν δε να καταβάλλουν τα τέλη για την περιουσία που είχαν δωρίσει στον Αιτητή και μετά που ο Αιτητής ολοκλήρωσε τις σπουδές του κατά το έτος 2012 και εργοδοτήθηκε γιατί έτσι θεώρησαν δίκαιο να κάνουν μιας και πλήρωναν τα τέλη για την περιουσία που είχαν δωρίσει στην ΧΧΧΧ. Όταν ο Αιτητής αποφάσισε το 2015 να αγοράσει το διαμέρισμα κατέβαλε ο ίδιος όλα τα νενομισμένα τέλη. Τα τέλη για το φορολογικό έτος 2015 πληρώθηκαν από τον πωλητή του διαμερίσματος ως μέρος της συμφωνίας ανταλλαγής. Τα τέλη για τα έτη 2016 και 2017 καταβλήθηκαν από τον Αιτητή τον ίδιο. Ο Αιτητής επιθυμεί να επισυνάψει στην συμπληρωματική ένορκο δήλωση αντίγραφα των αποδείξεων πληρωμής των φορολογιών και τελών για το διαμέρισμα για τα έτη 2016 και
- Το έτος 2018 επειδή ο Αιτητής δεν είχε λάβει οποιοδήποτε τιμολόγιο για τέλη ούτε και υπενθύμιση για καθυστερημένα τέλη (καθότι το διαμέρισμα είχε μεταβιβασθεί στην Εναγόμενη 1 από τις 27.10.17) διέφυγε της προσοχής του ότι δεν είχε καταβάλει τα τέλη. Γι' αυτό και τον Ιανουάριο του 2019 επειδή δεν ήταν σίγουρος αν είχε καταβάλει τα αποχετευτικά τέλη απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στο ΣΑΛΑ οπότε και έλαβε την απάντηση - Τεκμήριο 4 στην ένορκό του δήλωση που υποστηρίζει την μονομερή αίτηση. Αναφορικά με την ένορκο δήλωση της ΧΧΧΧ ο Αιτητής επιθυμεί να αναφέρει τα ακόλουθα στην συμπληρωματική ένορκο δήλωση. Η ΧΧΧΧ ψευδώς αναφέρει στην ένορκό της δήλωση που συνοδεύει την ένσταση στην μονομερή αίτηση ότι η ίδια ήταν παρούσα όταν ενημέρωσαν τον Αιτητή για τις μεταβιβάσεις που γίνονταν και ειδικότερα ότι ήταν παρούσα όταν τον ενημέρωσαν για την μεταβίβαση του διαμερίσματος. Ουδέποτε έλαβε χώρα τέτοιο γεγονός. Ψευδής είναι, επίσης, ο ισχυρισμός της ΧΧΧΧ ότι ο Αιτητής είχε σχεδόν καθημερινή επαφή με τους Εναγόμενους και ότι έτρωγε μαζί τους. Δεν δέχεται τα μηνύματα που η Παναγιώτα επισυνάπτει στην ένορκό της δήλωση ως Τεκμήριο
- Όπως, όμως, και να' χει αυτά το μόνο πράγμα που αποδεικνύουν είναι ότι ο Αιτητής είχε με την ΧΧΧΧ κάποιες επαφές οι οποίες ήταν τυπικές. Οι ψευδείς ισχυρισμοί της ΧΧΧΧ δεν μπορούσαν να προβλεφθούν από τον Αιτητή όταν ορκιζόταν την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την μονομερή αίτηση, η ΧΧΧΧ προέβη δε σε αυτούς για να αποκομίσει όφελος καθότι αν οι Εναγόμενοι πετύχουν στην παρούσα υπόθεση όλη η περιουσία της οικογένειας θα καταλήξει στην ίδια. Με την συμπληρωματική ένορκο δήλωση το Δικαστήριο θα έχει την δυνατότητα να έχει μια ακριβή εικόνα των γεγονότων. Οι ισχυρισμοί της Εναγόμενης 1 και της ΧΧΧΧ διαστρεβλώνουν την αλήθεια και δεν θα πρέπει να μείνουν αναντίλεκτοι καθότι σε αντίθετη περίπτωση το Δικαστήριο δεν θα έχει ενώπιόν του την πραγματικότητα και η ορθή απονομή της δικαιοσύνης θα τεθεί σε κίνδυνο. Στην ένορκό της δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση στην υπό κρίση αίτηση η Εναγόμενη 1 αρνείται τους ισχυρισμούς που εκτίθενται τόσο στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση όσο και στην συμπληρωματική ένορκο δήλωση. Υιοθετεί και επαναλαμβάνει όλους τους λόγους ένστασης που εκτίθενται στην Ειδοποίηση ένστασης και εξαιτείται την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης με έξοδα. Η ακρόαση διεξήχθη στην βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την υπό κρίση αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις θέσεις του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί. Η Δ.48, θ.4
(2)των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39». Παρέχεται, επομένως, με τον πιο πάνω θεσμό η δυνατότητα καταχώρησης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Για να τύχει, όμως, κάποιος διάδικος του ευεργετήματος τούτου θα πρέπει να δείξει «καλό λόγο». Το αν θα επιτραπεί ή όχι σε ένα διάδικο να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκο δήλωση επαφίεται σαφώς στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου (Βλ. Ματθαίου κ.α.
(2008)1 ΑΑΔ 510). Στην υπόθεση Κούππα ν. Πουλλάς Τσαδιώτης Λτδ, ΠΕ 312/10 και 351/11, ημερομηνίας 17.7.14 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Θεωρούμε την πιο πάνω προσέγγιση του ευπαίδευτου Δικαστή λανθασμένη. Αφενός γιατί σε διαδικασίες της εξεταζόμενης φύσης δεν έχει θέση ο χαρακτηρισμός οποιουδήποτε των διαδίκων ως αναξιόπιστου και, αφετέρου, η αναφορά που γίνεται για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ή για αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα της εφεσίβλητης 1 για τεκμηρίωση του κατεπείγοντος είναι τουλάχιστο ατυχής. Το κατεπείγον, πρέπει να τεκμηριώνεται εξ υπαρχής και η εικόνα που μεταδίδεται από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει τη μονομερή αίτηση δεν επιτρέπεται να μεταβληθεί ή αλλοιωθεί μεταγενέστερα (Stavros Georghiou & Son (Scrap Metals) Ltd v. Του πλοίου LIRA
(2001)1 Α.Α.Δ. 1220) είτε με αντεξέταση είτε με συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Εξάλλου στις υπό συζήτηση διαδικασίες, άδεια για αντεξέταση σπάνια δίδεται (βλ. Αναφορικά με την αίτηση του Rana Wahed Ali (Αρ. 1)
(2004)1 Α.Α.Δ. 1660 και σύγγραμμα Injunctions του David Bean, 8η έκδοση, σελ. 70-71) εφόσον στις διαδικασίες αυτές το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης ούτε προβαίνει σε εξέταση των αμφισβητουμένων γεγονότων. Σ΄ ότι δε αφορά τη δυνατότητα που παρέχεται από τη Δ.48 θ.4
(2)για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η δυνατότητα αυτή παρέχεται υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου» και δεν βλέπουμε πως η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς θα μπορούσε να τεκμηριώσει «καλό λόγο». Στην υπόθεση Μαρίας Κόκκινου ν. Κυριάκου Κόκκινου, Έφεση 29/14, ημερομηνίας 3.11.16 ο εφεσείων αποτάθηκε μονομερώς στο Οικογενειακό Δικαστήριο και πέτυχε την έκδοση προσωρινών παρεμπιπτόντων διαταγμάτων εναντίον της εφεσείουσας. Η εφεσείουσα καταχώρησε ένσταση κατά της συνέχισης της ισχύος των διαταγμάτων υποστηριζόμενη από ένορκη δήλωση. Ακολούθως και κατόπιν σχετικής άδειας του Οικογενειακού Δικαστηρίου οι διάδικοι καταχώρησαν συμπληρωματική ένορκη δήλωση με συνημμένα τεκμήρια και η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Μετά την συμπλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας το Οικογενειακό Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του οριστικοποίησε το ένα εκ των δύο εκδοθέντων διαταγμάτων αφού η εφεσείουσα μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας της αίτησης είχε δεχθεί την οριστικοποίηση του άλλου. Η έφεση στόχευε στην ανατροπή της ενδιάμεσης απόφασης ως προς την οριστικοποίηση του μέρους του διατάγματος που αφορούσε στους τραπεζικούς λογαριασμούς της εφεσείουσας. Λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Με τους επτά εγειρόμενους λόγους έφεσης προσβάλλεται, ουσιαστικά, η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου για συνδρομή των προϋποθέσεων που τίθενται στο άρθρο 32 του Ν.14/60, το συμπέρασμα του ότι δεν υπήρχε παράλειψη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων από τον εφεσίβλητο και η απόφαση του να επιτρέψει στον εφεσίβλητο να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Το τελευταίο από τα παραπάνω παράπονα της εφεσείουσας αποτελεί το αντικείμενο του πρώτου λόγου έφεσης. Υποστηρίζει συναφώς πως ο εφεσίβλητος δεν απέδειξε καλό λόγο ώστε να του επιτραπεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ενώ επιτρέποντας την καταχώρηση της, αλλοιώθηκε η αρχική εικόνα που το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε ενώπιον του όταν εξέδιδε το προσωρινό διάταγμα. Σκοπός της καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από τον εφεσίβλητο ήταν για να απαντήσει σε ισχυρισμούς της εφεσείουσας οι οποίοι περιέχονται σε συγκεκριμένες παραγράφους της ένορκης δήλωσης και συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της που υποστήριζαν την ένσταση της στην αίτηση του για προσωρινό διάταγμα. Εγκρίνοντας το αίτημα του εφεσίβλητου, μετά από ακροαματική διαδικασία, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι είχαν καταδειχθεί «καλοί λόγοι», όπως απαιτείται από τη Δ.48,Θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ώστε να επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, με το σκεπτικό, «Αν δεν απαντηθούν οι ισχυρισμοί αυτοί, το Δικαστήριο δεν θα έχει μια ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα επί των εκατέρωθεν ισχυρισμών και θα μπορεί να εκληφθεί ότι ο αιτητής αποδέχεται τους ισχυρισμούς της καθ' ης η αίτηση». Θεώρησε ακόμη το πρωτόδικο Δικαστήριο πως αποτελούσε συνταγματικό δικαίωμα του εφεσίβλητου να υπερασπίσει τον εαυτό του σύμφωνα με το άρθρο 30 του Συντάγματος, ώστε να τεθεί η θέση του σε ισχυρισμούς της εφεσείουσας «που περιλαμβάνονται σε είκοσι έξι παραγράφους στην αρχική ένορκη δήλωσή της και άλλες έξι παραγράφους στη συμπληρωματική ένορκη δήλωσή της, σε δεκατρία τεκμήρια που επισυνάπτονται στην αρχική ένορκη δήλωση και σε τέσσερα τεκμήρια που επισυνάπτονται στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση.» Το ζήτημα της παραχώρησης ή μη άδειας για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ανάγεται, ασφαλώς, στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάσαντος Δικαστηρίου η οποία ασκείται σε συνάρτηση με τη φύση της ενδιάμεσης διαδικασίας και τα θέματα που αναδύονται ενώπιον του ως επίδικα. Η δυνατότητα άσκησης της εξουσίας αυτής υπέρ του αιτήματος, όπου ο επιδιωκόμενος σκοπός της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς, απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο πρόσφατα στην υπόθεση Χαράλαμπου Ανδρέα Κουππά ν. Πουλλας Τσαδιώτης Λιμιτεδ κ.ά, Π.Ε. 312/2010, ημερομηνίας 17.7.2014 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Σ΄ ότι δε αφορά τη δυνατότατα που παρέχεται από τη Δ.48 θ.4
(2)για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η δυνατότητα αυτή παρέχεται υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου» και δεν βλέπουμε πώς η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς θα μπορούσε να τεκμηριώσει «καλό λόγο».» Δεν υπάρχει, βέβαια, άκαμπτος κανόνας. Σε διαδικασίες, όμως, για προσωρινά διατάγματα, σπάνια είναι που θα προκύψει ανάγκη η οποία να εκφράζεται σε καλό λόγο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του αιτήματος. Και αυτό γιατί στις διαδικασίες αυτές το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται ουσιαστικά σε εξέταση της συνδρομής των νομοθετικών προϋποθέσεων για την έκδοση του διατάγματος, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και σε εξέταση των αμφισβητούμενων γεγονότων. Στην προκειμένη περίπτωση, το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά υπογράμμισε ότι η αίτηση του εφεσίβλητου για προσωρινό διάταγμα θα κρινόταν επί των γεγονότων που αναφέρονται στην αρχική ένορκη δήλωση του, εγκρίνοντας όμως το αίτημα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης λησμόνησε αυτά που υπογράμμισε και, ουσιαστικά, κατέστησε την απάντηση των ισχυρισμών της εφεσείουσας αυτοσκοπό. Παρόλο δε που ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσίβλητου, στα πλαίσια της συζήτησης της επίδικης αίτησης πρωτόδικα, αναφέρθηκε - όπως μνημονεύεται στην πρωτόδικη απόφαση - «στους ισχυρισμούς και στις ενότητες των ισχυρισμών από τις ένορκες δηλώσεις της καθ' ης η αίτηση, οι οποίοι, κατά την άποψη του, χρήζουν απάντησης», το Δικαστήριο δεν συνάρτησε την κρίση του με ό,τι θα μπορούσε να ήταν αναγκαίο για σκοπούς επίλυσης των επίδικων θεμάτων. «Καλός λόγος» προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιας ανάγκης με απώτερο σκοπό την επίλυση των επίδικων ζητημάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Εν προκειμένω, δεν είχε καταδειχθεί τέτοια ανάγκη. Η διαπίστωση αυτή οδηγεί, αναπόφευκτα, σε επιτυχία του πρώτου λόγου έφεσης και τον παραμερισμό της ενδιάμεσης απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου ημερομηνίας 30.9.2014 με την οποία παραχωρήθηκε άδεια στον εφεσίβλητο για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης .». Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι ακόμα και στην περίπτωση προσωρινών διαταγμάτων είναι δυνατή η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης νοουμένου ότι καταδειχθεί καλός λόγος προς τούτο. Η καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης θα είχε σκοπιμότητα στην παρούσα περίπτωση αν το Δικαστήριο στα πλαίσια της μονομερούς αίτησης εξέταζε την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται από τις δύο πλευρές και κατέληγε σε ευρήματα γεγονότων. Κάτι τέτοιο, όμως, όπως είναι σαφώς νομολογημένο, δεν επιτρέπεται στην περίπτωση που το Δικαστήριο έχει να εξετάσει αν θα οριστικοποιήσει μονομερώς εκδοθέν διάταγμα. Στις διαδικασίες αυτές το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης, ούτε προβαίνει σε εξέταση των αμφισβητουμένων γεγονότων. Συνεπώς στην παρούσα περίπτωση που οι διάδικοι με τις ένορκες τους δηλώσεις προβάλλουν αντικρουόμενες εκδοχές το Δικαστήριο δεν θα μπει στην διαδικασία να επιλύσει τα αμφισβητούμενα γεγονότα και να ανεύρει πού βρίσκεται η αλήθεια. Με την συμπληρωματική, όμως, ένορκο δήλωση αυτό ακριβώς είναι που επιδιώκεται. Και η υποβολή της υπό κρίση αίτησης επ' αυτής της λανθασμένης σκέψης, προδήλως, βασίζεται. Ότι, δηλαδή, το Δικαστήριο θα προβεί σε αξιολόγηση της αποδεικτικής αξίας των εκατέρωθεν ισχυρισμών που προβάλλονται στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την μονομερή αίτηση και την ένσταση σε αυτή. Το Δικαστήριο στην προσπάθειά του να αποφασίσει αν καταδείχθηκε ορατή πιθανότητα επιτυχίας δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της υπό του αιτητή προσαχθείσας μαρτυρίας, παρά μόνο σε αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης του («The Court must purport to make some evaluation . of the evidential strength of the case for the party applying for an injunction») (Βλ. Κώστας Ελευθερίου Κυρίσαββα ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Παντελούς Κωνσταντίνου Κκίζη κ.α. ν. Χάρη Γεωργίου Κύζη ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Μαριτσούς Κωστή Κκίζη
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1245). Στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1993)1 ΑΑΔ 246 λέχθηκε ότι στην διαδικασία προσωρινού διατάγματος το έργο του Δικαστηρίου είναι περιορισμένο. Το καθήκον του περιορίζεται στην διαπίστωση κατά πόσο οι τρεις βασικές προϋποθέσεις που ο Νομοθέτης έταξε στο άρθρο 32 του Ν.14/60 ικανοποιούνται. Το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα δεν αποφασίζει την ουσία της υπόθεσης και πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (Βλ. American Cyanamid Co v. Ethicon Ltd
(1975)1 All E R 504 (H.L.)). Ούτε και πρέπει να αποφαίνεται σε θέματα αξιοπιστίας εκτός εκεί που τούτο είναι απόλυτα αναγκαίο, διαφορετικά, θα επηρεάζονταν δυσμενώς η υπόθεση στην ουσία της για τον διάδικο εκείνο τον οποίο το Δικαστήριο κρίνει από το στάδιο αυτό ως αναξιόπιστο. Στην υπόθεση Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263 αναφέρεται ενδεικτικά στις σελίδες 267-268 ότι οι διάδικοι στο στάδιο αυτό περιορίζονται στο κατά πόσο το διάταγμα θα πρέπει να εκδοθεί υπό το φως των προνοιών του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 και των αρχών της Νομολογίας. Τα δικαιώματα των διαδίκων καθορίζονται αργότερα με την έκδοση της απόφασης η οποία θα είναι απόφαση επί της ουσίας της υπόθεσης και όχι στο στάδιο του προσωρινού διατάγματος. Το ορθό για τον Δικαστή είναι όπως στην απόφασή του για προσωρινό διάταγμα αποφεύγει να κάνει αναφορά σε θέματα που άπτονται της ουσίας της υπόθεσης για να αποφύγει με τον τρόπο αυτό να προδικάσει αναφορικά με αυτά. Τέλος, η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων (Βλ. Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 AAΔ 788). Υπό το φως όλων των πιο πάνω η καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε ωφέλιμο σκοπό. Τουναντίον αν επιτραπεί η καταχώρηση της αυτή θα αποκαλύψει μαρτυρία την οποία το Δικαστήριο θα αδυνατεί να χειρισθεί. Ακολουθεί ότι δεν καταδείχθηκε ότι συντρέχει καλός λόγος για την καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Οι λόγοι ένστασης με αριθμούς 2 και 8 ευσταθούν. Η εξέταση των λοιπών λόγων ένστασης παρέλκει. Συνακόλουθα η υπό κρίση αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εναγόμενης 1/Καθ' ης η αίτηση και εναντίον του Ενάγοντα/Αιτητή όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ............. Π. Μιχαηλίδης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση Subject: Civil / Other Actions / Interim cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο