← Κύπρος

GT GETTAXI LIMITED ν. HARMS κ.α., Αρ. Αγωγής: 2615/19, 20/8/2021

GT GETTAXI LIMITED ν. HARMS κ.α., Αρ. Αγωγής: 2615/19, 20/8/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A235 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαδοπούλου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2615/19 Μεταξύ: GT GETTAXI LIMITED, από τη Λεμεσό Ενάγουσα ν

  1. XXX HARMS, από τη Γερμανία
  2. XXX AKTIENGESELLSCHAFT, από τη Γερμανία Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 10.6.2020 Ημερομηνία: 20 Αυγούστου, 2021 Για την Εναγόμενη αρ. 1 - Αιτήτρια: κ. Γ. Μίτλετον Για την Ενάγουσα - Καθ'ης η Αίτηση: κ. Μενέλαος Κυπριανού ΑΠΟΦΑΣΗ Η Ενάγουσα καταχώρισε την 8.11.2019 την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή με την οποία εξαιτείται εναντίον του Εναγόμενου αρ. 1 αποζημιώσεις για παράβαση καθηκόντων πίστης (Fiduciary Duties) που όφειλε στην Ενάγουσα και/ή για απάτη και συνωμοσία με την Εναγόμενη αρ. 2 με σκοπό την πρόκληση ζημιάς στην Ενάγουσα, υπό την ιδιότητα της ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Ενάγουσας. Εναντίον της Εναγόμενης αρ. 2 εξαιτείται την επιδίκαση αποζημιώσεων για δόλια υποβοήθηση στην παράβαση από μέρους του Εναγομένου αρ.
  3. Όπως φαίνεται από τον φάκελο, πριν από την καταχώριση της αγωγής είχε εκδοθεί Διάταγμα με το οποίο δόθηκε άδεια για σφράγιση του Κλητηρίου Εντάλματος. Μετά την καταχώριση σχετικής αίτησης, την 27.11.2019 εξεδόθη διάταγμα με το οποίο επετράπη η επίδοση στους Εναγόμενους αρ. 1 και 2 εκτός δικαιοδοσίας της Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος, του Διατάγματος Σφράγισης με την Αίτηση για Σφράγιση, της αίτησης για Επίδοση εκτός Δικαιοδοσίας και του Διατάγματος για Επίδοση Εκτός Δικαιοδοσίας. Την 6.3.2020 ο Εναγόμενος αρ. 1 αιτήθηκε άδειας να καταχωρίσει Εμφάνιση υπό Διαμαρτυρία καθώς και παράταση για την καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης και, μετά την έκδοση διατάγματος προς τούτο, καταχώρισε την 7.3.2020 Σημείωμα Εμφάνισης υπό Διαμαρτυρία. Με την υπό εκδίκαση Αίτηση ο Εναγόμενος αρ. 1 εξαιτείται τα ακόλουθα: «
  4. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται και/ή να ακυρώνεται το Διάταγμα και/ή η Άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας ημερομηνίας 27.11.2019 («Διάταγμα Επίδοσης εκτός Δικαιοδοσίας») και/ή η επίδοση των εγγράφων της Αγωγής στον Αιτητή, διότι, μεταξύ άλλων και χωρίς περιορισμό, (α) οι προϋποθέσεις εξασφάλισης του Διατάγματος Επίδοσης Εκτός Δικαιοδοσίας δεν ικανοποιήθηκαν από την Ενάγουσα GT GETTAXI LIMITED («Καθ'ης η Αίτηση») και/ή (β) τα Κυπριακά Δικαστήρια στερούνται δικαιοδοσίας επί του Αιτητή είτε δυνάμει του Κανονισμού 1215/2012 («Κανονισμός») είτε άλλως πως, και/ή (γ) η Καθ'ης η Αίτηση παραβίασε την υποχρέωση της για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων κατά το μονομερές στάδιο εξασφάλισης του Διατάγματος Επίδοσης Εκτός Δικαιοδοσίας.
  5. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται και/ή ακυρώνεται το Διάταγμα και/ή Άδεια για σφράγιση και καταχώριση του Κλητηρίου Εντάλματος ημερ. 6.11.2019 που εκδόθηκε στα πλαίσια της Αίτησης Αρ. 287/2019 («Διάταγμα Σφράγισης») διότι μεταξύ άλλων και χωρίς περιορισμό (α) οι προϋποθέσεις εξασφάλισης του Διατάγματος Σφράγισης δεν ικανοποιήθηκαν από Καθ'ης η Αίτηση και/ή (β) τα Κυπριακά Δικαστήρια στερούνται δικαιοδοσίας επί του Αιτητή είτε δυνάμει του Κανονισμού είτε άλλως πως και/ή (γ) η Καθ'ης η Αίτηση παραβίασε την υποχρέωση της για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων κατά το μονομερές στάδιο εξασφάλισης του Διατάγματος Σφράγισης.
  6. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται και/ή να ακυρώνεται και/ή να αναστέλλεται η Αγωγή και/ή η Ειδοποίηση του Κλητηρίου Εντάλματος και/ή το Κλητήριο Ένταλμα, διότι, μεταξύ άλλων και χωρίς περιορισμό (α) οι προϋποθέσεις εξασφάλισης του Διατάγματος Σφράγισης δεν ικανοποιήθηκαν από Καθ'ης η Αίτηση και/ή (β) τα Κυπριακά Δικαστήρια στερούνται δικαιοδοσίας επί του Αιτητή είτε δυνάμει του Κανονισμού είτε άλλως πως και/ή (γ) η Καθ'ης η Αίτηση παραβίασε την υποχρέωση της για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων κατά το μονομερές στάδιο εξασφάλισης του Διατάγματος Επίδοσης Εκτός Δικαιοδοσίας και/ή του Διατάγματος Σφράγισης». Η Αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.16 Θ. 9, Δ.6 Θ.Θ. 1, 4 και 6, Δ.27 Θ.Θ. 1 - 3, Δ.39, , Δ.48 Θ.Θ. 1-3, 8, 8

(4), 9, 13, Δ.2 Θ. 2, Δ.5, Δ.5Α, Δ.51, Δ.57, Δ.64 Θ.Θ. 1-2, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 αρ. 3, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/1960 αρ. 21, 22, 29 και 30, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας Αρ. 26 και 30, στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό (ΕΕ) 1215/2012 αρ. 4 - 7 και 24, στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό (ΕΚ) 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, στις αρχές του κοινοδικαίου και της επιείκειας, στις συμφυείς εξουσίες, διακριτική ευχέρεια και πρακτική του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση στην οποία προβαίνει ο κ. Παναγιώτης Μακρίδης εκ των δικηγόρων του Εναγομένου αρ.
  1. Όπως αναφέρει ο κ. Μακρίδης η Ενάγουσα είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης συσταθείσα στην Κύπρο και προσφέρει υπηρεσίες τύπου Ride-Ηailing με μέθοδο κράτησης / μίσθωσης και πληρωμής μέσω εφαρμογής κινητών τύπου smartphone. Η Ενάγουσα δεν προσφέρει και ουδέποτε πρόσφερε οποιαδήποτε από τις υπηρεσίες της στην Κύπρο, ούτε είχε παρουσία ή υπόσταση στην Κύπρο. Η Εναγόμενη αρ. 2 είναι εταιρεία συσταθείσα στην Γερμανία και είναι μία από τις κορυφαίες αυτοκινητοβιομηχανίες στον κόσμο. Είναι η αποκλειστική μέτοχος της Volkswagen New Mobility GMBH (VWNM) η οποία είναι η αποκλειστική μέτοχος της VW New Mobility Luxembourg S.A. (VWNM Lux). Το 2016 η Εναγομένη αρ. 2 ίδρυσε ξεχωριστή θυγατρική εταιρεία, την MOIA GmbH η οποία το 2017 απορροφήθηκε από την VWNM και παραμένει η μοναδική μέτοχος της VWNM Lux. Η ΜΟΙΑ είναι το καθορισμένο τμήμα της Εναγομένης αρ. 2 επιφορτισμένο με την επιδίωξη του οράματος της Εναγομένης αρ. 2 στην νέα κινητικότητα και από το 2017 προφέρει σε δύο πόλεις της Γερμανίας υπηρεσίες με τακτικά δρομολόγια με shuttle κατά παραγγελία. Ο Εναγόμενος αρ. 1 εργοδοτήθηκε σε συνδεδεμένη της Εναγομένης αρ. 2 εταιρεία το 2008, το 2014 διορίστηκε Διευθυντής και Επικεφαλής Νέων Επιχειρηματικών Μοντέλων και Υπηρεσιών Κινητικότητας του Ομίλου της Εναγομένης αρ. 2 και τον Ιούνιο 2016 διορίστηκε διευθυντής της Ενάγουσας ενώ τον Οκτώβριο 2016 διορίστηκε Διευθύνοντας Σύμβουλος της ΜΟΙΑ. Εξηγώντας τους λόγους για τους οποίους γεννήθηκε η ανάγκη για 'νέα κινητικότητα' ο κ. Μακρίδης αναφέρει ότι η υπηρεσία 'Ride-Hailing' είναι το σύγχρονο αντίστοιχο ενός ταξί ενώ οι υπηρεσίες 'On-Demand Shuttle' είναι υπηρεσίες ιδιωτικής μεταφοράς που χρησιμοποιούν μικρά λεωφορεία σε ευέλικτες διαδρομές ή δρομολόγια βάσει πελατειακής ζήτησης. Αφού συνοψίζει τα παράπονα της Ενάγουσας, ο Ενόρκως Δηλών ισχυρίζεται ότι αυτά είναι παράλογα, ανυπόστατα και ψευδή. Τα σχέδια της νέας κινητικότητας του Ομίλου ήταν πλήρως διαφανή πριν και μετά την επένδυση αυτού στην Ενάγουσα, ενώ καθ' όλους τους χρόνους η ΜΟΙΑ επικεντρωνόταν στο Ride-Hailing και η Ενάγουσα επικεντρωνόταν σε υπηρεσίες Οn Demand Shuttle. Ο Εναγόμενος αρ. 1, καθ' όλη τη διάρκεια της θητείας του ως διευθυντής της Ενάγουσας, υποστήριζε πλήρως αυτήν και την προοπτική της στην αγορά αλλά επίσης στον Όμιλο της Εναγομένης αρ. 2 κατέβαλλε τα μέγιστα δυνατά να προωθήσει τα συμφέροντα της Ενάγουσας. Ουδέποτε προέβη σε παραστάσεις ή διαβεβαιώσεις ότι ο Όμιλος προτίθετο να επενδύσει περαιτέρω χρηματικά ποσά στην Ενάγουσα. Κατά τις αρχές του 2016 ο Όμιλος είχε αποφασίσει να εισχωρήσει στην αγορά νέας κινητικότητας εγκαθιδρύοντας την δική του εταιρεία και εξετάζονται διάφορες επιλογές για την επέκταση αυτής. Τον Δεκέμβριο 2015 η επενδυτική τράπεζα του ομίλου της Ενάγουσας προσέγγισε τον Όμιλο της Εναγομένης αρ. 2 και του πρόσφερε την δυνατότητα επένδυσης στην Ενάγουσα και ακολούθως το 2016 οι ομάδες των δύο ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις. Την 28.4.2016 ο Διευθύνοντας Σύμβουλος της Εναγομένης αρ. 2 ανακοίνωσε σε συνέδριο ότι θα δημιουργηθεί νέα ανεξάρτητη εταιρεία και ότι ήταν ανοιχτοί σε νέες συνεργασίες. Την 24.5.2016 υπογράφτηκαν τρεις Συμφωνίες σε σχέση με την επένδυση του Ομίλου της Εναγομένης αρ. 2 στην Ενάγουσα, η Συμφωνία Συμμετοχής, η Συμφωνία Μετόχων και η Συμφωνία Στρατηγικής Συμμαχίας. Η επένδυση της Εναγομένης αρ. 2 στην Ενάγουσα ανήλθε σε $300εκ με την ελπίδα ότι η Ενάγουσα θα μπορούσε να επεκταθεί και ανθήσει, και έλαβε αρκετή δημοσιότητα. Σε Παγκόσμιο Συνέδριο την 17.6.2016 ο Εναγόμενος αρ. 1 έδωσε παρουσίαση εξηγώντας την εγκαθίδρυση της ανεξάρτητης νομικής οντότητας με σκοπό την προώθηση της υπηρεσίας της νέας κινητικότητας. Την 29.8.2016 ο Όμιλος και η πόλη του Αμβούργου συμφώνησαν στρατηγικό συνεταιρισμό προώθησης αστικών εννοιών νέας κινητικότητας, συνεργασία για την οποία η Ενάγουσα ήταν ενήμερη από την αρχή των διαπραγματεύσεων. Την 29.9.2016 ο Όμιλος εξέδωσε ανακοίνωση από την οποία προέκυπταν τα βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα σχέδια του. Κατόπιν σύστασης της VWNM Lux ο Εναγόμενος αρ. 1 διορίστηκε τον Ιούνιο 2016 διευθυντής της Ενάγουσας. Θέση του κ. Μακρίδη είναι ότι ο Εναγόμενος αρ. 1 καθ' όλη τη διάρκεια της θητείας του υποστήριζε πλήρως τον όμιλο Gett και την δυναμική του στην αγορά και έδωσε τον καλύτερο του εαυτό στην προώθηση των συμφερόντων της Ενάγουσας. Το Δ.Σ. της Ενάγουσας συνεδρίαζε επισήμως σε τριμηνιαία βάση και οι συνεδρίες αυτές λάμβαναν χώρα είτε μέσω βίντεο/ τηλεδιάσκεψης, είτε μέσω συνεδριάσεων δια ζώσης κυρίως στο Λονδίνο. Όλοι οι διευθυντές της Ενάγουσας ήταν μη Κύπριοι και η Ενάγουσα δεν είχε πραγματικές εργασίες ή υπόσταση ή γραφεία στην Κύπρο. Μόνο μία συνεδρία του Δ.Σ. της Ενάγουσας φαίνεται να έχει λάβει χώρα στην Κύπρο, αυτή της 14.11.
  2. Ο Εναγόμενος αρ. 1 επισημαίνει επίσης ότι ουδέποτε υπήρξε μέλος της Επιτροπής Συντονισμού της Ενάγουσας. Όσον αφορά στο λανσάρισμα της ΜΟΙΑ, θέση του Εναγομένου αρ. 1 είναι ότι είχε συμφωνηθεί ότι θα ήταν ευεργετικό για τη Ενάγουσα και την ΜΟΙΑ όπως αυτό ανακοινωθεί σε κοινή παρουσίαση στη σκηνή του Συνεδρίου TechCrunch στο Λονδίνο και ετοιμάστηκε μετά από στενή συνεργασία με την Ενάγουσα. Από αλληλογραφία που επισυνάπτει, ο κ. Μακρίδης ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα ήταν πλήρως ενήμερη για το λανσάρισμα της ΜΟΙΑ αλλά και για τον κεντρικό ρόλο του Εναγομένου αρ. 1 σε αυτήν. Θέση του είναι ότι η Ενάγουσα σκόπιμα απέκρυψε τις περιστάσεις υπό τις οποίες η ΜΟΙΑ λανσαρίστηκε καθώς και την εμπλοκή της Ενάγουσας στην διαδικασία. Μέχρι τον Μάιο 2017 είχε ετοιμαστεί το Shuttle της ΜΟΙΑ και στο πνεύμα της καλής πίστης και διαφάνειας η ΜΟΙΑ επικοινώνησε με την Ενάγουσα ώστε να επαναβεβαιώσει ότι οι υπηρεσίες Οn Demand Shuttle δεν διέπονται από την Συμφωνά Στρατηγικής Συμμαχίας, η δε Ενάγουσα απάντησε ρητά ότι δεν έχει κανένα πρόβλημα με την δραστηριοποίηση της ΜΟΙΑ αυτή. Όσον αφορά στην εξαγορά της Split ο Εναγόμενος αρ. 1 ισχυρίζεται ότι αυτή δεν ήταν σχετική με το επιχειρηματικό σχέδιο της Ενάγουσας. Αναφερόμενος επιπλέον στην εξαγορά της Juno ο Ομνύοντας επεξηγεί την θέση του ως προς το γιατί αυτή ήταν αποτυχία, ισχυριζόμενος ότι δεν ευσταθεί ότι αυτή οφείλετο στις ισχυριζόμενες διαβεβαιώσεις της Εναγομένης αρ. 2 ότι θα επένδυε ποσά. Επεξηγούνται επίσης οι ανησυχίες της Εναγομένης αρ. 2 για περαιτέρω επένδυση στην Ενάγουσα όπως αυτές προέκυψαν από μελέτες της PWC. Ουδέποτε είχε δεσμευτεί, λέει, η Εναγόμενη αρ. 2 ότι θα συμμετείχε στον κύκλο χρηματοδότησης, η δε διεύθυνση της Ενάγουσας αποδέχθηκε πλήρως την ευθύνη για την κατάρρευση του κύκλου χρηματοδότησης. Επισυνάπτοντας ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 17.10.2017 ο Ομνύοντας εισηγείται ότι από αυτό προκύπτει η θέση της Ενάγουσας ότι η υπογραφή της αναδιατυπωμένης Συμφωνίας Στρατηγικής Συμμαχίας θα είχε πλεονεκτήματα για την Ενάγουσα και άρα εισηγείται ότι δεν ευσταθεί η θέση της Ενάγουσας ότι δήθεν εξαναγκάστηκε να την υπογράψει. Όσον αφορά στην κοινοπραξία που έγινε στο Ισραήλ η θέση του Εναγομένου αρ. 1 είναι ότι αυτή δεν συνήφθη από την ΜΟΙΑ αλλά από συνδεδεμένη εταιρεία του Ομίλου και κατά τον χρόνο εκείνο ο Εναγόμενος αρ. 1 δεν ήταν διευθυντής της Ενάγουσας. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι δεν επρόκειτο για ανταγωνιστική υπηρεσία. Τα πιο πάνω, εισηγείται ο κ. Μακρίδης καταδεικνύουν ότι το πραγματικό υπόβαθρο των γεγονότων δεν είναι όπως αυτό παρουσιάστηκε από την Ενάγουσα αλλά και ότι η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή αποτελεί μία ανυπόστατη προσπάθεια της Ενάγουσας να εξασκήσει αθέμιτη πίεση στον Όμιλο να επενδύσει περισσότερα χρηματικά ποσά. Θέση του Εναγομένου αρ. 1 είναι ότι η Ενάγουσα φέρει το βάρος να τεκμηριώσει εάν υπάρχει έγκυρη δικαιοδοτική βάση να ενάγει τον Εναγόμενο αρ. 1 στην Κύπρο κατά παρέκκλιση του αρ. 4 του ΕΚ 1215/
  3. Εισηγείται ότι κατά την εξέταση «του γεγονότος που θεμελιώνεται σε ζημιά» το Δικαστήριο θα πρέπει να επικεντρώνεται στον τόπο που έλαβε χώρα η πλειοψηφία των κατ' ισχυρισμό αδικοπραξιών και όχι όπου έλαβε χώρα ένα κατ' ισχυρισμό απομονωμένο περιστατικό. Οι συνεδριάσεις του Δ.Σ. της Ενάγουσας έλαβαν χώρα στη πλειοψηφία τους είτε δια βιντεοδιασκέψεων είτε δια κλήσεων με βίντεο. Σχετικά με την συνεδρία ημερ. 14.11.2016 εισηγείται ότι η Ενάγουσα επιχειρεί να εξυψώσει τη σημασία αυτής, ενώ δεν ήταν στην πραγματικότητα η πρώτη συνεδρία που έλαβε χώρα μετά που ο Εναγόμενος αρ. 1 διορίστηκε Διευθυντής της ΜΟΙΑ. Η δε ίδρυση και επιχείρηση της ΜΟΙΑ δεν έχουν καμία σχέση με την Κύπρο. Η Ενάγουσα δεν προσφέρει οποιεσδήποτε υπηρεσίες στην Κύπρο, ενώ όλα τα δημοσιεύματα αναφέρονται στον όμιλο της Ενάγουσας ως έχοντα ως έδρα το Ισραήλ. Το ιδρυτικό έγγραφο της Ενάγουσας προβλέπει ότι ο σκοπός της είναι η λειτουργία εμπορίου στο εξωτερικό. Εισηγείται οι συναφώς, ότι το αρ. 7
(2)του ΕΚ1215/12 δεν μπορεί να προσδώσει δικαιοδοσία στα Κυπριακά Δικαστήρια. Εισήγηση γίνεται και αναφορικά με παράβαση του καθήκοντος για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη από μέρους της Ενάγουσας. Η Ενάγουσα καταχώρισε Ένσταση στην Αίτηση η οποία στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.2 Θ.2, Δ.5 Θ.Θ.1, Δ.6 Θ.Θ.1(e) και (f), 2, 4, 5, 6, και 7, Δ.39, Δ.48 Θ.Θ.1-5, 8 και 9, Δ.64, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6 αρ. 3, στον περί Δικαστηρίων Νόμο αρ. 14/60, άρθρο 21
(1)(α), στον Κανονισμό (ΕΕ) αρ. 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012 για τη Διεθνή Δικαιοδοσία, την Αναγνώριση και την Εκτέλεση Αποφάσεων σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις αρ. 4, 5, 6, 7
(1)και
(2)και 24
(2), στον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Νοεμβρίου 2007 περί Επιδόσεως και Κοινοποιήσεως στα Κράτη Μέλη Δικαστικών και Εξωδίκων Πράξεων σε Αστικές ή Εμπορικές Υποθέσεις («επίδοση ή κοινοποίηση πράξεων») και κατάργησης του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1348/2000 του Συμβουλίου, στις αρχές του Κοινοδικαίου και της Επιείκειας, στις συμφυείς εξουσίες, στην πρακτική και στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Σε αυτήν προβάλλονται 3 λόγοι ένστασης τους οποίους και κρίνω χρήσιμο να παραθέσω αυτούσιους: «1. Το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την αγωγή καθότι: (A) Η απαίτηση στην αγωγή αφορά ζημιά η οποία προκλήθηκε από αστικά αδικήματα τα οποία διαπράχθηκαν εν όλω και/ή εν μέρει στην Κύπρο. (B) Η παράβαση των καθηκόντων πίστης του Εναγόμενου 1 έλαβε χώρα στην Κύπρο. Μεταξύ άλλων: (
  1. i)Ο Εναγόμενος 1 αποδέχθηκε τον διορισμό του ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Ενάγουσας. Ως εκ τούτου αποδέχθηκε όπως υπαχθεί στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων σε σχέση με παραβάσεις καθηκόντων πίστης (fiduciary duties) και άλλων καθηκόντων τα οποία όφειλε ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Ενάγουσας. (
  2. ii)Οι συνεδρίες του διοικητικού συμβουλίου της Ενάγουσας και/ή ορισμένες εξ αυτών, στις οποίες ο Εναγόμενος 1 παρέβη τα καθήκοντα πίστης και/ή τα άλλα καθήκοντα του προς την Ενάγουσα, έλαβαν χώρα στην Κύπρο. (Γ) Η Εναγόμενη 2 η οποία αποτελούσε σκιώδη διευθυντή ('shadow director') της Ενάγουσας, εφόσον ήλεγχε και/ή διηύθυνε και/ή καθοδηγούσε τις πράξεις και/ή ενέργειες του Εναγόμενου 1 στη διαδικασία λήψης αποφάσεων σε σχέση με την Ενάγουσα, παρέβη τα καθήκοντα πίστης που η ίδια όφειλε προς την Ενάγουσα και/ή παρείχε δόλια υποβοήθηση (dishonest assistance) στον Εναγόμενο 1 να παραβεί τα καθήκοντα πίστης που ο ίδιος όφειλε προς την Ενάγουσα. Κατά τον ίδιο τρόπο ως ανωτέρω, οι εν λόγω παραβάσεις της Εναγόμενης 2 έγιναν στην Κύπρο. (Δ) Η συνωμοσία και/ή η απάτη και/ή οι ψευδείς παραστάσεις των Εναγομένων εναντίον της Ενάγουσας, που είχαν ως αποτέλεσμα να υποστεί ζημιά η Ενάγουσα, έλαβαν χώρα μεταξύ άλλων και στην Κύπρο. (Ε) Πολλά από τα γεγονότα σε σχέση με τα οποία η Ενάγουσα προβάλλει απαίτηση ήσαν το αποτέλεσμα αποφάσεων που λήφθηκαν στο επίπεδο διοικητικού συμβουλίου κυπριακής εταιρείας. (ΣΤ) Οι αδικοπραξίες των Εναγομένων προκάλεσαν ζημιά σε περιουσιακά στοιχεία της Ενάγουσας που βρίσκονται στην Κύπρο. (Ζ) Ο τόπος της κεντρικής διοίκησης της Ενάγουσας είναι η Κύπρος αφού εκεί είναι το εγγεγραμμένο της γραφείο ως και το εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας που ασκεί τα καθήκοντα γραμματέα της Ενάγουσας. (Η) Το εφαρμοστέο δίκαιο είναι το κυπριακό δίκαιο με δεδομένο ότι οι υπό εξέταση παραβάσεις αφορούν καθήκοντα πίστης και άλλα καθήκοντα που οφείλονταν σε κυπριακή εταιρεία από μέλος του διοικητικού της συμβουλίου. 2. Υπάρχει εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής εναντίον των Εναγομένων μεταξύ άλλων για παράβαση καθηκόντων πίστης και/ή άλλων καθηκόντων των Εναγομένων προς την Ενάγουσα και/ή για δόλια υποβοήθηση (dishonest assistance) στην παράβαση καθηκόντων πίστης και/ή για συνωμοσία και/ή για απάτη και/ή για ψευδείς παραστάσεις που σκοπό και/ή αποτέλεσμα είχαν να υποστεί ζημιά η Ενάγουσα. 3. Ορθώς εκδόθηκαν από το σεβαστό Δικαστήριο τα διατάγματα ημερομηνίας 6/11/2019 για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος και ημερομηνίας 27/11/2019 για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, εφόσον πληρούνταν όλες οι αναγκαίες προϋποθέσεις και/ή εφόσον στις σχετικές μονομερείς αιτήσεις ημερομηνίας 29/10/2019 και 19/11/2019 η Ενάγουσα: (Α) Είχε καταδείξει ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Εναγομένων. (Β) Είχε καταδείξει ότι τα κυπριακά δικαστήρια κέκτηνται δικαιοδοσίας για εκδίκαση της υπόθεσης. (Γ) Είχε συμμορφωθεί με την υποχρέωση της για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη». Η Ένσταση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση της κας Χριστιάνας Κωνσταντινίδου εκ των δικηγόρων της Ενάγουσας η οποία αναφέρει ότι η αγωγή εδράζεται επί τριών βάσεων αγωγής, την παράβαση των καθηκόντων πίστης (fiduciary duties) που οι Εναγόμενοι όφειλαν προς την Ενάγουσα, τον δόλο, απάτη και συνομωσία από μέρους των Εναγομένων με σκοπό την πρόκληση ζημιάς στην Ενάγουσα και την δόλια υποβοήθηση (dishonest assistance) που παρασχέθηκε από την Εναγόμενη αρ. 2 στο να παραβεί ο Εναγόμενος αρ. 1 τα καθήκοντα πίστης που υπείχε προς την Ενάγουσα. Θέση της είναι ότι ο Εναγόμενος αρ. 1 είναι ανειλικρινής σε σχέση με τα πιο κάτω: - Το κατά πόσο ο Εναγόμενος αρ. 1 παρέστη ο ίδιος σε συνεδρία του διοικητικού συμβουλίου της Ενάγουσας που έλαβε χώρα στην Κύπρο τον Νοέμβριο 2016, παραθέτοντας στοιχεία που δείχνουν την κάθοδο του Εναγομένου αρ. 1 στην Κύπρο. - Τον ισχυρισμό που προβάλλουν αναφορικά με το ύψος της επένδυσης στην οποία προέβη η Εναγομένη αρ. 2 μέσω θυγατρικής της εταιρείας στην Ενάγουσα, αφού δεν πληροφορεί το Δικαστήριο πως είχε ετήσιο εισόδημα το 2016 €217δις και ως εκ τούτου η επένδυση της αποτελούσε το 0.1% των ετήσιων εισοδημάτων της και δεν θα ήταν καθόλου δύσκολο για την Εναγόμενη αρ. 2 να σαμποτάρει μία επένδυση €300εκ σε μία εταιρεία όπου κατείχε το 25% για να υποστηρίξει μίαν ανταγωνιστική εταιρεία που θα της άνηκε εξ ολοκλήρου. - Με την άρνηση του Εναγομένου αρ. 1 ότι ο ίδιος ουδέποτε παρέστησε ψευδώς ότι η Εναγόμενη αρ. 2 προτίθετο να επενδύσει περαιτέρω στην Ενάγουσα - Στην κακόπιστη προσπάθεια του Εναγομένου αρ. 1 να διαχωρίσει όρους και έννοιας των υπηρεσιών «Ride-Hailing» και «Ridepooling» και «Shuttle». Θέση της Ενάγουσας είναι ότι δεν μπορεί να δικαιολογηθεί διαχωρισμός μεταξύ των υπηρεσιών «Ride-Hailing», «Ridepooling» και «Shuttle» αφού και τα τρία αποτελούν μέρος της ίδιας έννοιας του «On Demand Mobility». Επισημαίνει ότι η Ενάγουσα λανσάρισε την δική της υπηρεσία «Ridepooling - Shuttle» προτού το πράξει η ΜΟΙΑ, αφού η Ενάγουσα την λάνσαρε στις 17.11.2016 στην Νέα Υόρκη και στις 5.12.2016 στο Λονδίνο, η δε πρόθεση της να το πράξει ήταν γνωστή και στους δύο Εναγόμενους πριν την σύναψη των τριών Συμφωνιών. Συνεπώς οι Εναγόμενοι γνώριζαν ότι το να εισέλθουν στον τομέα του Shuttle Bus Services μέσω της ΜΟΙΑ θα συνιστούσε δραστηριότητα ανταγωνιστική προς αυτές της Ενάγουσας. Γι' αυτό και η Εναγόμενη αρ. 2 ζήτησε από την Ενάγουσα να υπογράψει έγγραφο αποποίησης δικαιωμάτων σε σχέση με την συγχώνευση της ΜΟΙΑ με την VWNM. Παρά το γεγονός, όμως, ότι η Ενάγουσα δεν αποδέχτηκε να το πράξει, η Εναγόμενη αρ. 2 προχώρησε με την εν λόγω συγχώνευση και άρχισε να ανταγωνίζεται την Ενάγουσα μέσω της ΜΟΙΑ. Θέση της κας Κωνσταντινίδου είναι ότι οι Εναγόμενοι προέβησαν σε ψευδείς παραστάσεις προς την Ενάγουσα από τα μέσα του 2016 ότι η ΜΟΙΑ δεν θα ήταν αυτόνομη πλατφόρμα που να ανταγωνίζεται την Ενάγουσα αλλά η πραγματικότητα ήταν ότι την ανταγωνίζετο και ακόμη δραστηριοποιείται στους ίδιους τομείς που και η Ενάγουσα δραστηριοποιείται, και άρα ο Εναγόμενος αρ. 1 δεν δικαιούτο να είναι την ίδια στιγμή μέλος των Διοικητικών Συμβουλίων τόσο της Ενάγουσας όσο και της ΜΟΙΑ. Η Ενάγουσα ήταν πάντα πολύ περισσότερο από μία εταιρεία Ride-Hailing και η ικανότητα της να δημιουργεί και παρέχει ένα ευρύ φάσμα υπηρεσιών ήταν ο λόγος για τον οποίο η Εναγόμενη αρ. 2 αποφάσισε να επενδύσει σε αυτήν. Όπως λέει η κα Κωνσταντινίδου, λίγες βδομάδες μετά την υπογραφή των Συμφωνιών οι αξιωματούχοι της Εναγομένης αρ. 2 προώθησαν στην Ενάγουσα παρουσίαση που είχαν δημιουργήσει και που περιέγραφε το «Group Mobility Strategy» και περιείχε το όραμα του Διευθύνοντος Συμβούλου της Ενάγουσας με το οποίο είχε πείσει την Εναγόμενη αρ. 2 να επενδύσει στην Ενάγουσα. Αυτό παρουσίαζε τον πυρήνα γύρω από τον οποίο τα μέρη θα οικοδομούσαν τις κοινές τους δραστηριότητες στον τομέα της νέας κινητικότητας. Βάσει τούτου ο συνεταιρισμός με την Ενάγουσα αποτελούσε τον πυρήνα και όλες οι άλλες δραστηριότητες νέας κινητικότητας θα αναπτύσσονταν γύρω από αυτόν σε συνεργασία με την Ενάγουσα. Σκοπός των μερών ήταν ότι η συνεργασία μεταξύ της νέας οντότητας ΜΟΙΑ και της Ενάγουσας θα κάλυπτε όλους τους τομείς της νέας κινητικότητας. Αμφότεροι οι Εναγόμενοι είχαν προβεί σε προφορικές παραστάσεις προς την Ενάγουσα ότι αποτελούσε μέρος των προσπαθειών τους να δημιουργήσουν μία υπηρεσία από κοινού και άρα η Ενάγουσα είχε κάθε λόγο να πιστεύει ότι ο Όμιλος θα συνεργαζόταν μαζί της στο Αμβούργο. Η Ενάγουσα, ισχυρίζεται η Ομνύουσα, βασίστηκε στις παραστάσεις που αναφέρονται στην Τροποποιημένη Συμφωνία Στρατηγικής Συνεργασίας και στο ότι η νέα οντότητα θα συνεργάζετο μαζί της και δεν θα την ανταγωνιζόταν. Όπως εισηγείται η Ενόρκως Δηλούσα, εάν γνώριζε ότι η νέα οντότητα θα την ανταγωνίζετο, η Ενάγουσα δεν θα αποδέχεται όπως ο Εναγόμενος αρ. 1 διοριστεί μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της, και ούτε είναι λογικό να έχει ως στρατηγικό συνέταιρο ένα ανταγωνιστή της. Αποτέλεσε, ισχυρίζεται, έκπληξη για την Ενάγουσα όταν ανακάλυψε ότι η ΜΟΙΑ χρησιμοποιείτο από τους Εναγόμενους για να την σαμποτάρει, αφού οι Εναγόμενοι συνωμότησαν για να πλήξουν την Ενάγουσα που κατείχε κυρίαρχη θέση στην αγορά και να προωθήσουν την θέση της ΜΟΙΑ. Από τον Απρίλιο 2016 και πριν την σύναψη των Συμφωνιών οι Εναγόμενοι γνώριζαν ότι η Ενάγουσα σκόπευε να προσελκύσει νέα κεφάλαια κατά το μέσο των 2017 και 2018 και, τουλάχιστον μέχρι και τον Αύγουστο 2017, η Εναγομένη αρ. 2 δήλωνε ότι επιθυμούσε να συνεχίσει να επενδύει στην Ενάγουσα ώστε να μην μειωθεί το ποσοστό της σε αυτήν. Αυτό φαίνεται και από την παρουσίαση που έγινε από κοινού με την Εναγομένη αρ. 2 στο Λονδίνο, αλλά και στο ότι σε επικοινωνία που ο Εναγόμενος αρ. 1 είχε με την εταιρεία Shell έκανε αναφορά στην ύπαρξη σαφούς δέσμευσης από την πλευρά της Εναγομένης αρ. 2 προς την Ενάγουσα. Ουσιαστικά η θέση της Ενάγουσας εδράζεται στο ότι γνώριζε μεν για την ίδρυση της ΜΟΙΑ αλλά οι Εναγόμενοι δεν αποκάλυψαν το γεγονός ότι αυτή ιδρύθηκε με σκοπό να την ανταγωνιστεί. Ο Εναγόμενος αρ. 1 με την βοήθεια και ενεργώντας υπό τις οδηγίες της Εναγομένης αρ. 2, προωθούσε τα συμφέροντα της ΜΟΙΑ σε βάρος των συμφερόντων της Ενάγουσας, ενώ οι Εναγόμενοι παραπλάνησαν την Ενάγουσα να υπογράψει την Τροποποιημένη Συμφωνία Στρατηγικής Συμμαχίας. Οι Εναγόμενοι χρησιμοποιώντας ως μοχλό πίεσης προς την Ενάγουσα το θέμα του επόμενου επενδυτικού γύρου την υποχρέωσαν να υπογράψει την Τροποποιημένη και Αναδιατυπωμένη Συμφωνία Στρατηγικής Συμμαχίας. Είναι η θέση της Ενάγουσας ότι ο Εναγόμενος αρ. 1 γνώριζε για τις ψευδείς παραστάσεις και την πίεση που ασκούσε η Εναγόμενη αρ. 2 επί της Ενάγουσας και γνώριζε ότι η Εναγόμενη δεν είχε πρόθεση να επενδύσει στην Ενάγουσα αφού σκοπός της ήταν να επενδύσει στην ΜΟΙΑ που βρισκόταν σε ευθύ ανταγωνισμό με αυτήν. Επιπλέον ο Εναγόμενος αρ. 1 ζητούσε από τους υπάλληλους της Ενάγουσας να τον προμηθεύουν με εμπιστευτικές πληροφορίες, εμπορικά μυστικά και τεχνογνωσία σε σχέση με τις υπηρεσίες και τις δραστηριότητες της Ενάγουσας τις οποίες στην πραγματικότητα χρησιμοποιούσε προς όφελος της ΜΟΙΑ. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς του Εναγομένου αρ. 1 ότι οι περισσότερες συνεδρίες του Δ.Σ. της Ενάγουσας διεξήχθησαν μέσω τηλεδιάσκεψης ή έλαβαν χώρα στο Λονδίνο, η Ενάγουσα επιμένει ότι αριθμός αυτών έλαβαν χώρα στην Κύπρο. Όσον αφορά στο θέμα της δικαιοδοσίας, θέση του Εναγομένου αρ. 1 είναι ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια στερούνται δικαιοδοσίας εκδίκασης της αγωγής εφόσον: - ο Εναγόμενος αρ. 1 συμφώνησε να διοριστεί και διορίστηκε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου Κυπριακής Εταιρείας και θα πρέπει να θεωρηθεί ότι αποδέχθηκε να υπόκειται στην δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων αναφορικά με παραβιάσεις των καθηκόντων πίστης που προέκυπταν από την θέση αυτή. - Πολλά γεγονότα ήταν το αποτέλεσμα αποφάσεων που λήφθηκαν σε επίπεδο Διοικητικού Συμβουλίου Κυπριακής εταιρείας, ειδικότερα η συνεδρία 14.11.2016 που έλαβε χώρα στην Κύπρο και όπου ο Εναγόμενος αρ. 1 τοποθετήθηκε εσκεμμένα εναντίον των συμφερόντων της Ενάγουσας. - Η Γραμματέας της Ενάγουσας είναι επίσης Κυπριακή εταιρεία και άρα ακόμα και οι συνεδρίες που έγιναν με τηλεδιάσκεψη θα πρέπει να θεωρηθούν ότι έγιναν εκεί που τηρήθηκαν τα πρακτικά. - Το δίκαιο που πρέπει να εφαρμοστεί είναι το Κυπριακό. - Οι αδικοπραξίες που προκάλεσαν ζημιά στην Ενάγουσα σε περιουσιακά στοιχεία αυτής που βρίσκονται στην Κύπρο. Απορρίπτονται επιπλέον οι ισχυρισμοί περί μη αποκάλυψης. Με Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση του κ. Μακρίδη αναφέρεται ότι ο Εναγόμενος αρ. 1 όντως τελικά θυμήθηκε ότι ταξίδεψε στην Κύπρο την 14.11.2016 και ισχυρίζεται ότι η θέση που είχε εκφράσει στην αρχική του Ένορκη Δήλωση οφείλετο σε καλόπιστο λάθος. Ακολούθως αμφότεροι οι συνήγοροι αγόρευσαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους επικαλούμενοι τώρα και σχετική Νομολογία. Συγκεκριμένη αναφορά σε επιμέρους εισηγήσεις αυτών θα γίνει πιο κάτω στην παρούσα όπου κριθεί αναγκαίο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Απαραίτητη κρίνεται η εξέταση της εισήγησης περί του ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την αγωγή. Η εισήγηση αυτή εδράζεται στον ΕΚ 1215/2012 για τη Διεθνή Δικαιοδοσία, την Αναγνώριση και την Εκτέλεση Αποφάσεων σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις. Το αρ. 4 του ΕΚ1215/12 προβλέπει ότι «.πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων αυτού του κράτους μέλους, ανεξάρτητα από την ιθαγένεια τους». Όπως φαίνεται από το Κλητήριο Ένταλμα και την Ένορκη Δήλωση από μέρους της Ενάγουσας, οι αιτίες αγωγής της Ενάγουσας κατά του Εναγομένου αρ. 1 είναι οι εξής: (α) παράβαση καθηκόντων πίστης (breach of fiduciary duties) που οι Εναγόμενοι όφειλαν προς την Ενάγουσα (β) δόλος, απάτη και συνομωσία εκ μέρους των Εναγομένων με σκοπό την πρόκληση ζημιάς στην Ενάγουσα (γ) δόλια υποβοήθηση (dishonest assistance) που παρασχέθηκε από την Εναγόμενη αρ. 2 στον Εναγόμενο αρ. 1 στο να παραβεί ο Εναγόμενος αρ. 1 τα καθήκοντα πίστης που αυτός υπείχε προς την Ενάγουσα ή/και παροχή οδηγιών από την Εναγόμενη αρ. 2 προς τον Εναγόμενο αρ. 1 να παραβεί τα εκ λόγω καθήκοντα του. Έπεται πως δεν προβάλλεται συμβατική διαφορά, αφού η ουσία του αγώγιμου δικαιώματος είναι τα αστικά αδικήματα που φαίνονται πιο πάνω. Δεν θα συμφωνήσω, συνεπώς, με την θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου για τον Εναγόμενο αρ. 1 επί του σημείου αυτού. Ο Εναγόμενος αρ. 1 είναι κάτοικος Γερμανίας. Όπως ρητά αναφέρεται στο αρ. 5 του ίδιου Κανονισμού, τέτοια πρόσωπα δύναται να εναχθούν ενώπιον Δικαστηρίων άλλου Κράτους Μέλους μόνο σύμφωνα με τους κανόνες που προβλέπονται στα Τμήματα 2 - 7 του ΕΚ1215/12. Το αρ. 7
(2)του ΕΚ1215/2012 προβλέπει τα εξής: «Πρόσωπο που έχει την κατοικία του σε κράτος μέλος μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος:
  1. .......
  2. Ως προς ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός·..». Όπως επανειλημμένα έχει Νομολογηθεί, ο κανόνας είναι ότι δικαιοδοσία να εκδικάσει υπόθεση έχει το Δικαστήριο της χώρας όπου ο Εναγόμενος διατηρεί την κατοικία του. Τα όσα προβλέπονται στο αρ. 7
(2)αποτελούν παρέκκλιση από τον κανόνα αυτό και, ως τέτοιες, οι πρόνοιες πρέπει να ερμηνεύονται στενά και αυστηρά. Ο λόγος για την αυστηρή προσέγγιση είναι ότι τέτοια παρέκκλιση από τον κανόνα δικαιολογείται μόνο εάν υπάρχει ιδιαίτερα στενή σύνδεση με την συγκεκριμένη διαφορά και τα Δικαστήρια Κράτους Μέλους άλλου από αυτού στο οποίο έχει την κατοικία του ο Εναγόμενος. (βλ. μεταξύ άλλων Zuid Chemie BV v Philippo's Mineralenfabriek NV/SA, Case C-189/09, 16.7.2009). Όπως αναφέρθηκε στην Actial Farmaceutica LDA v Professor Claudio de Simone
(2016)EWCA Civ. 1311: «.The search is for the state where the jurisdictionally significant harm has occurred or where damage has occurred which is closest in causal proximity to the harmful event: see per Christofer Clarke LJ in AMC Futures at [31]» Επιπλέον στην πιο πάνω απόφαση τονίστηκε ότι στον Κανονισμό πρέπει να δίδεται ερμηνεία Ευρωπαϊκή και όχι εθνική[1]. Παραθέτω απόσπασμα από την απόφαση Universal Music International BV v Schilling
(2016)QB 967 όπου γίνεται σύνοψη της Νομολογίας του ΔΕΕ: «27 It is only by way of derogation from the fundamental principle laid down in article 2
(1)of Regulation No 44/2001, conferring jurisdiction on the courts of the member state in which the defendant is domiciled, that Section 2 of Chapter II thereof makes provision for certain special cases of conferral of jurisdiction, among them the case in article 5
(3)of that Regulation: see, inter alia, Coty Germany v First Note Perfumes NV (Case C-360/12) [2014] Bus LR 1294, para 44 and Melzer v MF Global UK Ltd (Case C-228/11) [2013] QB 1112, para
  1. In so far as the jurisdiction of the courts of the place where the harmful event occurred or may occur constitutes a rule of special jurisdiction, it must be interpreted independently and strictly2, which does not admit an interpretation going beyond the cases expressly envisaged by that Regulation: see, inter alia, the Coty Germany case, para 45 and Melzer's case, para
  2. 28 The main reason for the rule of special jurisdiction laid down in article 5
(3)of Regulation No 44/2001 is, according to the court's settled case law, based on the existence of a particularly close connecting factor between the dispute and the courts of the place where the harmful event occurred, which justifies the conferring of jurisdiction on those courts for reasons relating to the sound administration of justice and the efficacious conduct of proceedings: see the Zuid-Chemie case [2010] Bus LR 1026, para 24 and the case law cited. The courts for the place where the harmful event occurred are usually the most appropriate for deciding the case, in particular on the grounds of proximity and ease of taking evidence: see the Zuid-Chemie case, para 24 and the case law cited. 29 Article 5
(3)of Regulation No 44/2001 therefore provides that a person domiciled in one member state may be sued in another member state "in matters relating to tort, delict or quasi-delict, in the courts for the place where the harmful event occurred or may occur". 30 I note that that provision makes no mention whatever of harm or damage, but of a harmful event. It is therefore not the harm which is primarily referred to by the wording of article 5
(3)of Regulation No 44/2001, but the event giving rise to harm. The logic of that provision seems clear to me: a court will usually be best placed to gather the facts, to hear the witnesses and to undertake any procedural measure in the place where harm has in fact been caused. 31 None the less, it is well known that the court, since the landmark case which led to the judgment in Handelskwekerij GJ Bier BV v Mines de potasse d'Alsace SA (Case 21/76) [1978] QB 708; [1976] ECR 1735, para 24, interprets the words "place where the harmful event occurred" as covering two different places, namely, the place where the damage occurred (called "Erfolgsort" according to German academic lawyers) and the place of the causal event (called "Handlungsort" according to German academic lawyers) giving rise to that damage; see also the Zuid-Chemie case [2010] Bus LR 1026, para 23 and Kainz v Pantherwerke AG (Case C-45/13) [2015] QB 34, para 23. 32 As regards financial damage, the court held in Marinari's case [1996] QB 217, para 21 that the term "place where the harmful event occurred" did not cover the place where the victim claimed to have suffered financial damage following upon initial damage arising and suffered by him in another member state.». Όπως αναφέρεται και στην πιο πάνω απόφαση, καθοριστική υπήρξε η Mines de Potasse d'Alsace (πιο πάνω) όπου ξεκαθαρίστηκε ότι, «όταν ο τόπος που επήλθε το γεγονός που μπορεί να επισύρει ευθύνη εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας δεν συμπίπτει με τον τόπο όπου επήλθε η ζημιά λόγω του γεγονότος αυτού, ο όρος «τόπος όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός» στο άρθρο 5, 3 της Σύμβασης έχει την έννοια ότι αναφέρεται ταυτόχρονα και στον τόπο που επήλθε η ζημιά και στον τόπο του ζημιογόνου γεγονότος». Στην Zuid Chemie (πιο πάνω) εξηγήθηκε ότι ο «τόπος πραγματοποιήσεως της ζημιάς» είναι εκείνος όπου το γενεσιουργό της ζημιάς γεγονός παράγει τα ζημιογόνα αποτελέσματα του, ενώ, ο «τόπος όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός» είναι ο τόπος όπου έλαβε χώρα το αιτιώδες γεγονός. (βλ. επίσης Verein fur Knosumenteninformation v Volkswagen AG, Case C-343/19, 9.7.2020). Όπως αποφασίστηκε στην C-189/87 Athanasios Kalfelis v Bankhaus Schroder
(1988)ECR 5565 και υιοθετήθηκε στην Κυπριακή απόφαση Powertools Electro SRL v Black & Decker (Ελλας) Α.Ε.
(2013)1 Α.Α.Δ.2182: «.οι λέξεις "matters relating to a tort, delict or quasi-delict" Άρθρο 5
(3), καλύπτει όλες τις μορφές ευθύνης εκτός από τις συμβατικές». Είναι κοινώς αποδεκτό ότι ο Εναγόμενος αρ. 1 δεν έχει κατοικία ή έδρα στην Κύπρο. Συνεπώς, με βάση το αρ. 7
(2)πιο πάνω η Ενάγουσα μπορεί να επιλέξει να ενάγει αυτόν στην Κύπρο μόνο εάν στην Κύπρο είτε έλαβε χώρα το γενεσιουργό γεγονός που δύναται να στοιχειοθετήσει ευθύνη εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, είτε στην Κύπρο είναι ο τόπος επέλευσης της ζημιάς ή άλλως το γενεσιουργό της ζημιάς γεγονός. Θέση της Ενάγουσας είναι ότι ο Εναγόμενος αρ. 1 ήταν υψηλόβαθμο στέλεχος της Εναγομένης αρ. 2 και υπό τον πλήρη έλεγχο αυτής, ενεργούσε δε σύμφωνα με τις οδηγίες που λάμβανε από την Εναγομένη αρ.
  1. Εισήγηση αποτελεί ότι η Εναγόμενη αρ. 2 αποτελούσε 'σκιώδη διευθυντή' της Ενάγουσας λόγω της επιρροής που ασκούσε στον Εναγόμενο αρ.
  2. Στην Εναγόμενη αρ. 2 αποδίδονται πράξεις που συνιστούν δόλια υποβοήθηση προς τον Εναγόμενο αρ. 1 στο να παραβεί τα καθήκοντα πίστης που αυτός όφειλε προς την Ενάγουσα. Όπως προβάλλεται από πλευράς Ενάγουσας η συνομωσία μεταξύ των Εναγομένων έγκειται στο ότι σκοπός τους ήταν να προωθήσουν τα συμφέροντα της ΜΟΙΑ σε βάρος των συμφερόντων της Ενάγουσας. Ένας τρόπος με τον οποίο αυτό έγινε ήταν με το ότι η Εναγόμενη αρ. 2 είχε ψευδώς παραστήσει ότι θα συνέχιζε να επενδύει στην Ενάγουσα ενώ έπραξε το αντίθετο. Ισχυρίζεται η Ενάγουσα ότι οι πράξεις συνομωσίας έλαβαν χώρα, μεταξύ άλλων, σε συνεδρίες του Δ.Σ. της Ενάγουσας που έλαβαν χώρα στην Κύπρο στις οποίες παρέστη ο Εναγόμενος αρ.
  3. Στο στάδιο αυτό θα πρέπει να τονιστεί ότι το Δικαστήριο δεν θα προβεί στο πλαίσιο της παρούσας Αίτησης σε ευρήματα αλλά και ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να επιληφθεί της διαφοράς θα εξεταστεί με βάση τα γεγονότα που συνθέτουν την απαίτηση (βλ. Powertools Electro SRL v Black & Decker (Ελλάς) Α.Ε.
(2013)1 Α.Α.Δ. 2182) και τα οποία μπορούν να συναχθούν από την Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση. Σε σχέση με την δικαιοδοσία, θέση της Ενάγουσας αποτελεί ότι η απαιτούμενη ζημιά προκλήθηκε από αστικά αδικήματα που διαπράχθηκαν εν όλω ή εν μέρει στην Κύπρο, η συνομωσία μεταξύ των Εναγομένων αρ. 1 και 2 που είχε ως αποτέλεσμα να υποστεί ζημιά η Ενάγουσα έλαβε χώρα, μεταξύ άλλων, και στην Κύπρο ενώ οι αδικοπραξίες των Εναγομένων προκάλεσαν ζημιά σε περιουσιακά στοιχεία της Ενάγουσας στην Κύπρο. Ο Εναγόμενος αρ. 1 προβάλλει την θέση ότι η Ενάγουσα δεν προσφέρει και ουδέποτε πρόσφερε οποιεσδήποτε από τις υπηρεσίες της στην Κύπρο. Ο Εναγόμενος αρ. 1 έχει την κατοικία του στην Γερμανία. Μόνο μία εκ των συνεδριών του Δ.Σ. της Ενάγουσας έλαβε χώρα στη Κύπρο. Τα δημοσιεύματα αναφέρονται στον όμιλο της Ενάγουσας ως έχοντα ως έδρα το Ισραήλ, ενώ το καταστατικό της Ενάγουσας προβλέπει ότι σκοπός αυτής είναι η λειτουργία ηλεκτρονικού εμπορίου στο εξωτερικό. Η Ενάγουσα στηρίζει την θέση της ότι η συνομωσία έλαβε χώρα στην Κύπρο στο αρ. 191Α του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ 113 το οποίο αναφέρει τα εξής: «191A. Εκτός αν ρητώς προβλέπεται στο καταστατικό εταιρείας, συνεδρίαση των συμβούλων δύναται να πραγματοποιείται τηλεφωνικώς ή με οποιαδήποτε άλλα μέσα με τα οποία πρόσωπα που συμμετέχουν σε αυτήν μπορούν παράλληλα να ακούουν και να ακούονται από όλα τα άλλα πρόσωπα που συμμετέχουν σε αυτήν και τα πρόσωπα που συμμετέχουν με τον τρόπο αυτό συνυπολογίζονται για σκοπούς διαπίστωσης απαρτίας και για κάθε άλλο σκοπό ως παρόντα στη συνεδρίαση των συμβούλων: Νοείται ότι, στην πιο πάνω περίπτωση η συνεδρίαση των συμβούλων θεωρείται ότι έχει πραγματοποιηθεί εκεί όπου ευρίσκεται το πρόσωπο το οποίο τήρησε τα πρακτικά της σχετικής συνεδρίασης των συμβούλων». Η συνεδρία ημερ. 14.11.2016 έλαβε χώρα στην Κύπρο με την φυσική παρουσία του Εναγομένου αρ. 1. Η Γραμματέας της Ενάγουσας είναι Κυπριακή εταιρεία. Έπεται πως θα πρέπει να θεωρηθεί ότι οι συνεδρίες έλαβαν χώρα στην Κύπρο. Η Ενάγουσα εισηγείται ότι στην συνεδρία ημερ. 14.11.2016 συζητήθηκαν πολύ σοβαρά στρατηγικά θέματα υψηλής εμπιστευτικότητας και ο Εναγόμενος αρ. 1, με την υποβοήθηση της Εναγομένης αρ. 2, τοποθετήθηκε εσκεμμένα εναντίον των συμφερόντων της Ενάγουσας. Στην Αίτηση για άδεια Επίδοσης Εκτός Δικαιοδοσίας επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 11 τα πρακτικά της πιο πάνω συνεδρίας στα οποία φαίνονται οι τοποθετήσεις του Εναγομένου αρ. 1 επί διαφόρων θεμάτων. Το κατά πόσο οι τοποθετήσεις αυτές ήταν προς όφελος της ΜΟΙΑ και εναντίον της Ενάγουσας δεν μπορεί να εξαχθεί ως εύρημα, όμως, από τα πρακτικά και μόνο. Το γεγονός ότι οι συνεδρίες του Δ.Σ. της Ενάγουσας έλαβαν χώρα στην Κύπρο από μόνο του, όμως, δεν αρκεί ώστε να δικαιολογήσει παρέκκλιση από τον κανόνα ότι Εναγόμενος ενάγεται στο Κράτος Μέλος όπου έχει την διαμονή του. Η ισχυριζόμενη συνομωσία δεν περιορίζεται, όπως φαίνεται, στα όσα διαμείφθησαν στις συνεδρίες του Δ.Σ. της Ενάγουσας, αλλά επεκτείνεται σε γεγονότα που έλαβαν χώρα κυρίως σε άλλα Κράτη Μέλη. Αναζητείται, εν προκειμένω, η ιδιαίτερα στενή σύνδεση των γεγονότων με την Κύπρο, η οποία δεν προκύπτει από τα πιο πάνω. Όπως έχει επανειλημμένα νομολογηθεί οι ειδικές βάσεις διεθνούς δικαιοδοσίας που προβλέπονται από το αρ. 7
(2)χρήζουν στενής ερμηνείας, μη επιτρέποντας ερμηνεία που να βαίνει πέραν των περιπτώσεων που ρητώς προβλέπει. (βλ Zuid-Chemie (πιο πάνω). Το σκεπτικό «στηρίζεται στην ύπαρξη ιδιαιτέρως στενού συνδέσμου μεταξύ της διαφοράς και άλλων δικαστηρίων, εκτός των δικαστηρίων του τόπου κατοικίας του Εναγομένου, συνδέσμου ο οποίος δικαιολογεί την απονομή διεθνούς δικαιοδοσίας στα δικαστήρια αυτά για λόγους ορθής απονομής της δικαιοσύνης και αποτελεσματικής οργανώσεως της δίκης» (βλ. Antonio Marinari v Lloyd's Bank plc, Case C-364/93, 19.9.1995). Στην απόφαση Mines de Potasse d' Alcase (πιο πάνω) λέχθηκαν τα ακόλουθα: « «
  1. Ωστόσο το άρθρο 5 προβλέπει περιπτώσεις ειδικής δωσιδικίας, μεταξύ των οποίων μπορεί να επιλέξει ο ενάγων. 1 11.Η καθιέρωση αυτής της ευχέρειας επιλογής στηρίχθηκε στη σκέψη ότι σε σαφώς καθορισμένες περιπτώσεις υπάρχει ιδιαίτερα στενός σύνδεσμος μεταξύ της διαφοράς και του δικαστηρίου που μπορεί να κληθεί να επιληφθεί αυτής, τούτο δε χάριν της αποτελεσματικής εκδικάσεώς της». Με τα πιο πάνω δεδομένα δεν πρέπει να επιτραπεί στην Ενάγουσα να χρησιμοποιεί τον ισχυρισμό ότι υπέστη ζημιά στα περιουσιακά της στοιχεία ώστε να δημιουργήσει δικαιοδοσία στην χώρα διαμονής της ίδιας, αφού κάτι τέτοιο θα ήταν αντίθετο στο πνεύμα το ΕΚ1215/
  2. Όπως λέχθηκε και στην Marinari (πιο πάνω) η δυνατότητα επιλογής που έχει ο ενάγοντας δεν μπορεί να επεκταθεί πέραν των ιδιαίτερων περιστάσεων που τη δικαιολογούν, ειδάλλως θα υπήρχε ο κίνδυνος να καταστεί άνευ περιεχομένου η γενική αρχή περί διεθνούς δικαιοδοσίας των δικαστηρίων του τόπου κατοικίας του εναγομένου. Όπως λέχθηκε στην Dumez France v Hessische Landesbank (Helaba) Case C-220/88, 11.1.1990: «
  3. Προς επίτευξη του στόχου αυτού ο οποίος έχει θεμελιώδη σημασία σε μια σύμβαση η οποία επιδιώκει κυρίως να διευκολύνει την αναγνώριση και την εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων εκτός των κράτους στο οποίο εκδόθηκαν, είναι αναγκαίο να αποφεύγεται ο πολλαπλασιασμός των αρμοδίων δικαστηρίων, πράγμα το οποίο οξύνει τους κινδύνους εκδόσεως ασυμβίβαστων μεταξύ τους αποφάσεων που αποτελεί λόγο μη αναγνωρίσεως ή μη εκτελέσεως, σύμφωνα με το άρθρο 27, σημείο 3, της Συμβάσεως.
  4. Επιπλέον, ο στόχος αυτός δεν επιτρέπεται να γίνεται ερμηνεία της Συμβάσεως έτσι ώστε να αναγνωρίζεται, πέραν των ρητώς προβλεπόμενων περιπτώσεων, η αρμοδιότητα των δικαστηρίων της κατοικίας του ενάγοντος, πράγμα το οποίο θα παρείχε τη δυνατότητα στον τελευταίο να καθορίζει το αρμόδιο δικαστήριο επιλέγοντας τον τόπο κατοικίας του». Αυτό έχει γίνει και στην προκειμένη περίπτωση. Μοναδική σύνδεση της Κύπρου με την επίδικη διαφορά είναι το ότι η συνεδρία ημερ. 14.11.2016 έλαβε χώρα στην Κύπρο, ενώ τα πρακτικά των λοιπών συνεδριών του Διοικητικού Συμβουλίου της Ενάγουσας που έγιναν με τηλεδιάσκεψη τηρήθηκαν από την Κυπριακή εταιρεία Γραμματέα της Ενάγουσας. Αυτά δεν αρκούν για να θεωρηθεί ότι υπάρχει τέτοιος σύνδεσμος με την Κύπρο που να δικαιολογεί παρέκκλιση από τον κανόνα ότι οι Εναγόμενοι θα πρέπει να εναχθούν στον τόπο όπου έχουν την κατοικία τους. Όσον αφορά στο ότι η Ενάγουσα υπέστη ζημιά στα περιουσιακά της στοιχεία στην Κύπρο, αυτή ήταν σαφώς συνεπακόλουθο της ζημιάς που ενδεχομένως υπέστη στις εργασίες της σε άλλο Κράτος Μέλος. Παραθέτω απόσπασμα από την απόφαση Verein fur Konsumenteninformation v Volkswagen AG (πιο πάνω) όπου λέχθηκαν τα εξής: «26 In this regard, the referring court accurately recalled that, according to settled case-law, the concept of the 'place where the harmful event occurred' cannot be construed so extensively as to encompass every place where the adverse consequences of an event, which has already caused damage actually occurring elsewhere, can be felt. Consequently, that concept cannot be construed as including the place where the victim claims to have suffered financial damage following initial damage arising and suffered by him in another State (judgments of 19 September 1995, Marinari, C-364/93, EU:C:1995:289, paragraphs 14 and 15, and of 29 July 2019, Tibor-Trans, C-451/18, EU:C:2019:635, paragraph 28 and the case-law cited). 27 The Court has also ruled, as regards point 3 of Article 5 of the Brussels Convention, that damage which is no more than the indirect consequence of the harm initially suffered by other persons who were the direct victims of damage which occurred at a place different from that where the indirect victim subsequently suffered harm cannot establish jurisdiction under that provision (see, to that effect, judgment of 11 January 1990, Dumez France and Tracoba, C-220/88, EU:C:1990:8, paragraphs 14 and 22). 28 Similarly, the Court has held that subsequent adverse consequences are not capable of providing a basis for jurisdiction under point 2 of Article 7 of Regulation No 1215/2012 (see, to that effect, judgment of 29 July 2019, Tibor-Trans, C-451/18, EU:C:2019:635, paragraph 27 and the case-law cited)». Ομοίως στην υπόθεση Herald Kolassa v Barclays Bank plc Case C-375/13, 28.1.2015 λέχθηκαν τα εξής: «48 It should be recalled that the Court has held that the phrase 'place where the harmful event occurred' does not refer to the applicant's place of domicile by reason only of the fact that he has suffered financial damage there resulting from the loss of part of his assets which arose and was incurred in another Member State (judgment in Kronhofer, C‑168/02, EU:C:2004:364, paragraph 21). 49 Therefore, the mere fact that the applicant has suffered financial consequences does not justify the attribution of jurisdiction to the courts of the applicant's domicile if, as was the situation in the case giving rise to the judgment in Kronhofer (EU:C:2004:364), both the events causing loss and the loss itself occurred in the territory of another Member State (see, to that effect, judgment in Kronhofer, EU:C:2004:364, paragraph 20)». Στην Dumez France v Hessische Landesbank (Helaba) (πιο πάνω) οι Ενάγοντες ζητούσαν αποζημίωση για οικονομική ζημιά που κατ' ισχυρισμό υπέστησαν στην έδρα τους στην Γαλλία λόγω ζημιάς που υπέστησαν αρχικά οι θυγατρικές τους εταιρείες στην Γερμανία. Αποφασίστηκε ότι: «13 Αντίθετα, στην υπό κρίση υπόθεση τόσο το αίτιο, όσο και οι άμεσες συνέπειες της ζημίας, την οποία οι εταιρίες Dumez κ.ά. ισχυρίζονται ότι τους προκάλεσε η καταγγελία, εκ μέρους των γερμανικών τραπεζών, των συμφωνιών περί χορηγήσεως δανείου στον εργολάβο προς χρηματοδότηση των εργασιών, πραγματοποιήθηκαν στο ίδιο κράτος μέλος, δηλαδή σε εκείνο στο οποίο ήταν εγκατεστημένες τόσο οι τράπεζες που θα χορηγούσαν τις πιστώσεις, όσο και ο εργολάβος του έργου και οι θυγατρικές των εταιριών Dumez κ.ά., στις οποίες είχε ανατεθεί η εκτέλεση των εργασιών. Η ζημία στην οποία αναφέρονται οι θυγατρικές εταιρίες Dumez κ.ά. είναι απλώς η έμμεση συνέπεια των οικονομικών απωλειών που υπέστησαν αρχικά οι θυγατρικές τους λόγω της καταγγελίας των συμφωνιών περί χορηγήσεως δανείου και της διακοπής των εργασιών που ακολούθησε. 14 Από αυτό προκύπτει ότι, στην υπό κρίση υπόθεση, η προβαλλόμενη ζημία είναι απλώς η έμμεση συνέπεια της ζημίας την οποία υπέστησαν αρχικά άλλα νομικά πρόσωπα, που ήταν άμεσα θύματα της ζημίας, η οποία επήλθε σε τόπο διαφορετικό από εκείνο όπου ο εμμέσως ζημιωθείς υπέστη στη συνέχεια βλάβη. 15 Κατά συνέπεια, πρέπει να εξετασθεί εάν ο όρος « τόπος όπου επήλθε η ζημία », κατά την έννοια της προαναφερθείσας αποφάσεως της 30ής Νοεμβρίου 1976, αναφέρεται στον τόπο όπου οι εμμέσως ζημιωθέντες διαπιστώνουν τις δυσμενείς συνέπειες της ζημίας σε βάρος της δικής τους περιουσίας. 16 Επ' αυτού, η Σύμβαση, θεσπίζοντας στον τίτλο II το σύστημα διεθνούς δικαιοδοσίας, έθεσε στο άρθρο 2 ως γενικό κανόνα την αρμοδιότητα των δικαστηρίων του κράτους της κατοικίας του εναγομένου. Εξάλλου, η Σύμβαση αντιμετωπίζει δυσμενώς τη διεθνή αρμοδιότητα των δικαστηρίων της κατοικίας του ενάγοντος, ορίζοντας μάλιστα στο άρθρο 3, δεύτερο εδάφιο, ότι δεν εφαρμόζονται εθνικές διατάξεις που προβλέπουν τη δικαιοδοσία αυτή έναντι των εναγομένων που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος συμβαλλομένου κράτους. 17 Μόνο κατ' εξαίρεση από το γενικό κανόνα της αρμοδιότητας των δικαστηρίων του κράτους όπου έχει την κατοικία του ο εναγόμενος θεσπίζονται, βάσει του τμήματος 2 του τίτλου II, ορισμένες ειδικές βάσεις διεθνούς δικαιοδοσίας, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και εκείνη του άρθρου 5, σημείο 3, της Συμβάσεως. Όπως έχει ήδη κρίνει το Δικαστήριο (προαναφερθείσα απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 1976, σκέψεις 10 και 11 ), αυτές οι περιπτώσεις ειδικής δωσιδικίας, μεταξύ των οποίων μπορεί να επιλέξει ο ενάγων, στηρίζονται στην ύπαρξη ιδιαίτερα στενού συνδέσμου μεταξύ της διαφοράς και δικαστηρίων άλλων από εκείνα του κράτους της κατοικίας του εναγομένου, ο οποίος σύνδεσμος δικαιολογεί τη δικαιοδοσία αυτών των δικαστηρίων για λόγους ορθής απονομής της δικαιοσύνης και αποτελεσματικής εκδικάσεως της διαφοράς. 18 Προς επίτευξη του στόχου αυτού, ο οποίος έχει θεμελιώδη σημασία σε μία σύμβαση η οποία επιδιώκει κυρίως να διευκολύνει την αναγνώριση και την εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων εκτός του κράτους στο οποίο εκδόθηκαν, είναι αναγκαίο να αποφεύγεται ο πολλαπλασιασμός των αρμοδίων δικαστηρίων, πράγμα το οποίο οξύνει τους κινδύνους εκδόσεως ασυμβίβαστων μεταξύ τους αποφάσεων που αποτελεί λόγο μη αναγνωρίσεως ή μη εκτελέσεως, σύμφωνα με το άρθρο 27, σημείο 3, της Συμβάσεως. 19 Επιπλέον, ο στόχος αυτός δεν επιτρέπει να γίνεται ερμηνεία της Συμβάσεως έτσι ώστε να αναγνωρίζεται, πέραν των ρητώς προβλεπομένων περιπτώσεων, η αρμοδιότητα των δικαστηρίων της κατοικίας του ενάγοντος, πράγμα το οποίο θα παρείχε τη δυνατότητα στον τελευταίο να καθορίζει το αρμόδιο δικαστήριο επιλέγοντας τον τόπο κατοικίας του. 20 Από τις προηγούμενες παρατηρήσεις προκύπτει ότι ναι μεν ο όρος « τόπος όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός » του άρθρου 5, σημείο 3, της Συμβάσεως αναφέρεται, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου (προαναφερθείσα απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 1976), στον τόπο όπου επήλθε η ζημία, πλην όμως δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ότι αναφέρεται μόνο στον τόπο όπου το ζημιογόνο γεγονός, ο υπαίτιος του οποίου υπέχει ευθύνη εξ αδικοπραξίας ή εξ οιονεί αδικοπραξίας, παρήγαγε απευθείας τα ζημιογόνα αποτελέσματα του σε βάρος του αμέσως ζημιωθέντος. 21 Εξάλλου, ο τόπος όπου εκδηλώθηκε η αρχική ζημία έχει συνήθως στενό σύνδεσμο με τα άλλα στοιχεία που στοιχειοθετούν την ευθύνη, ενώ αυτό δεν συμβαίνει, στις περισσότερες περιπτώσεις, με τον τόπο της κατοικίας του εμμέσως ζημιωθέντος. 22 Επομένως, στο ερώτημα το οποίο υπέβαλε το παραπέμπον δικαστήριο πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ο κανόνας διεθνούς δικαιοδοσίας ο οποίος περιέχεται στο άρθρο 5, σημείο 3, της Συμβάσεως δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιτρέπει στον ενάγοντα που επικαλείται ζημία, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, αποτελεί συνέπεια της ζημίας που υπέστησαν άλλα πρόσωπα που ζημιώθηκαν άμεσα από το ζημιογόνο γεγονός, να εναγάγει τον υπαίτιο του γεγονότος αυτού ενώπιον των δικαστηρίων του τόπου στον οποίο διαπίστωσε ο ίδιος την περιουσιακή του ζημία». (βλ. Επίσης Rudolf Kronhofer v Marianne Maier, Case C-168/
  5. 10.6.2004, Universal Music International BV v Schilling (πιο πάνω), ΑB fly LAL Lithuanian Airlines v Starptautiska lidosta «Riga" VAS, Case C-27/17, 5.7.2018). Των πιο πάνω δεδομένων κατάληξη μου αποτελεί ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια στερούνται δικαιοδοσίας να εκδικάσουν την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή δυνάμει των προνοιών του αρ. 7
(2)του ΕΚ1215/
  1. Η κατάληξη μου αυτή καθιστά αχρείαστη την ενασχόληση μου με οποιοδήποτε άλλο ζήτημα ηγέρθη. Εκδίδεται συναφώς διάταγμα με το οποίο παραμερίζεται και ακυρώνεται το διάταγμα και/ή η άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας ημερ. 27.11.2019 και η επίδοση της αγωγής στον Εναγόμενο αρ.
  2. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο παραμερίζεται και ακυρώνεται η άδεια σφράγισης και καταχώρισης του Κλητηρίου Εντάλματος ημερ. 6.11.2019 στο πλαίσιο της Αίτησης με αρ. 287/
  3. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο παραμερίζεται και αναστέλλεται η αγωγή και η Ειδοποίηση του Κλητηρίου Εντάλματος και το Κλητήριο Ένταλμα. Τα έξοδα δεν υπάρχει λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται υπέρ του Εναγομένου αρ. 1 - Αιτητή και εναντίον της Ενάγουσας - Καθ'ης η Αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) Μαρίνα Παπαδοπούλου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] «First, the Regulation is to be given a community, not a national, construction». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.