← Κύπρος

GT GETTAXI LIMITED ν. HARMS, Αρ. Αγωγής: 2615/19, 20/8/2021

GT GETTAXI LIMITED ν. HARMS, Αρ. Αγωγής: 2615/19, 20/8/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A236 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαδοπούλου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2615/19 Μεταξύ: GT GETTAXI LIMITED, από τη Λεμεσό Ενάγουσα ν

  1. XXX HARMS, από τη Γερμανία
  2. XXX AKTIENGESELLSCHAFT, από τη Γερμανία Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 10.6.2020 Ημερομηνία: 20 Αυγούστου, 2021 Για την Εναγόμενη αρ. 2 - Αιτήτρια: κ. Μάρκος Γρηγόριος Δράκος Για την Ενάγουσα - Καθ'ης η Αίτηση: κ. Μενέλαος Κυπριανού ΑΠΟΦΑΣΗ Η Ενάγουσα καταχώρισε την 8.11.2019 την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή με την οποία εξαιτείται εναντίον του Εναγομένου αρ. 1 αποζημιώσεις για παράβαση καθηκόντων πίστης (Fiduciary Duties) που όφειλε στην Ενάγουσα και/ή για απάτη και συνωμοσία με την Εναγόμενη αρ. 2 με σκοπό την πρόκληση ζημιάς στην Ενάγουσα, υπό την ιδιότητα της ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Ενάγουσας. Εναντίον της Εναγομένης αρ. 2 εξαιτείται την επιδίκαση αποζημιώσεων για δόλια υποβοήθηση στην παράβαση από μέρους του Εναγομένου αρ.
  3. Όπως φαίνεται από τον φάκελο, πριν από την καταχώριση της αγωγής είχε εκδοθεί Διάταγμα με το οποίο δόθηκε άδεια για σφράγιση του Κλητηρίου Εντάλματος. Μετά την καταχώριση σχετικής αίτησης, την 27.11.2019 εξεδόθη Διάταγμα με το οποίο επετράπη η επίδοση στους Εναγόμενους αρ. 1 και 2 εκτός δικαιοδοσίας της Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος, του Διατάγματος Σφράγισης με την Αίτηση για Σφράγιση, της αίτησης για Επίδοση εκτός Δικαιοδοσίας και του Διατάγματος για Επίδοση Εκτός Δικαιοδοσίας. Την 11.3.2020 η Εναγόμενη αρ. 2 αιτήθηκε άδειας να καταχωρίσει Εμφάνιση υπό Διαμαρτυρία καθώς και παράταση για την καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης και, μετά την έκδοση διατάγματος προς τούτο, καταχώρισε την 16.3.2020 Σημείωμα Εμφάνισης υπό Διαμαρτυρία. Με την υπό εκδίκαση Αίτηση η Εναγόμενη αρ. 2 εξαιτείται τα ακόλουθα: «
  4. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται και/ή να ακυρώνεται το διάταγμα και/ή η άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας ημερομηνίας 27.11.2019 (το «Διάταγμα Επίδοσης εκτός Δικαιοδοσίας») και/ή η επίδοση των εγγράφων της Αγωγής στην Εναγόμενη 2, διότι, μεταξύ άλλων και χωρίς περιορισμό, (α) οι προϋποθέσεις του δικαστηρίου για άσκηση δικαιοδοσίας επί της Εναγομένης 2 δεν έχουν ικανοποιηθεί και/ή η Ενάγουσα απέτυχε να δείξει ότι οι προϋποθέσεις για εξασφάλιση άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και/ή για έκδοση του Διατάγματος Επίδοσης εκτός Δικαιοδοσίας έχουν ικανοποιηθεί· (β) δεν έχει αποδειχθεί ότι ο Κανονισμός 1215/2012/ΕΕ (ο «Κανονισμός») παρέχει στα Κυπριακά Δικαστήρια και/ή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού δικαιοδοσία, είτε κάτω από τα Άρθρα 7

(2)και 24
(2)του Κανονισμού, είτε διαφορετικά· (γ) το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού και/ή τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία κάτω από τον Κανονισμό, τον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/1960, τον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, και/ή διαφορετικά· (δ) η Ενάγουσα έχει παραβιάσει το καθήκον της για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη. 2. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται και/ή να ακυρώνεται η άδεια σφράγισης και καταχώρισης του Κλητηρίου Εντάλματος ημερομηνίας 6.11.2019 (το «Διάταγμα Σφράγισης») στο πλαίσιο της Αίτησης με αριθμό 287/2019, διότι, μεταξύ άλλων και χωρίς περιορισμό, (α) οι προϋποθέσεις του δικαστηρίου για άσκηση δικαιοδοσίας επί της Εναγομένης 2 δεν έχουν ικανοποιηθεί και/ή η Ενάγουσα απέτυχε να δείξει ότι οι προϋποθέσεις για εξασφάλιση άδειας για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος και/ή για έκδοση του Διατάγματος Σφράγισης έχουν ικανοποιηθεί· (β) δεν έχει αποδειχθεί ότι ο Κανονισμός παρέχει στα Κυπριακά Δικαστήρια και/ή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού δικαιοδοσία, είτε κάτω από τα Άρθρα 7
(2)και 24
(2)του Κανονισμού, είτε διαφορετικά· (γ) το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού και/ή τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία κάτω από τον Κανονισμό, τον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/1960, τον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, και/ή διαφορετικά· (δ) η Ενάγουσα έχει παραβιάσει το καθήκον της για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη. 3. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται και/ή να ακυρώνεται και/ή να αναστέλλεται η Αγωγή και/ή η Ειδοποίηση του Κλητηρίου Εντάλματος και/ή το Κλητήριο Ένταλμα, διότι, μεταξύ άλλων και χωρίς περιορισμό, (α) οι προϋποθέσεις του δικαστηρίου για άσκηση δικαιοδοσίας επί της Εναγομένης 2 δεν έχουν ικανοποιηθεί και/ή η Ενάγουσα απέτυχε να δείξει ότι οι προϋποθέσεις για άσκηση δικαιοδοσίας επί της Εναγομένης 2 έχουν ικανοποιηθεί· (β) δεν έχει αποδειχθεί ότι ο Κανονισμός παρέχει στα Κυπριακά Δικαστήρια και/ή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού δικαιοδοσία, είτε κάτω από τα Άρθρα 7
(2)και 24
(2)του Κανονισμού, είτε διαφορετικά· (γ) το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού και/ή τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία κάτω από τον Κανονισμό, τον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/1960, τον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, και/ή διαφορετικά· (δ) η Ενάγουσα έχει παραβιάσει το καθήκον της για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όταν αιτείτο το Διάταγμα Επίδοσης εκτός Δικαιοδοσίας και/ή το Διάταγμα Σφράγισης». Η Αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.16 Θ. 9, Δ.6 Θ.Θ. 1, 4 και 6, Δ.48 Θ.Θ. 1-3, 8, 8
(4), 9, 13, Δ.2 Θ. 2, Δ.5, Δ.5Α, Δ.39, Δ.51, Δ.57, Δ.64 Θ.Θ. 1-2, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 αρ. 3, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/1960 αρ. 21, 22, 29 και 30, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό (ΕΕ) 1215/2012 αρ. 4-6, 7 και 24, στον Κανονισμό (ΕΚ) 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, στις αρχές του κοινοδικαίου και της επιείκειας, στη νομολογία του Δικαστηρίου και στη συμφυή εξουσία, διακριτική ευχέρεια και πρακτική του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση στην οποία προβαίνει ο κ. Σωτήρης Χριστοφή εκ των δικηγόρων της Εναγομένης αρ.
  1. Ο κ. Χριστοφή προβάλλει την θέση ότι η αξίωση της Ενάγουσας κατά της Εναγομένης αρ. 2 είναι αβάσιμη. Όπως λέει, τον Απρίλιο 2016 ο τότε Εκτελεστικός Διευθυντής του Ομίλου Volskswagen (πιο κάτω αναφερόμενου ως «ο Όμιλος») ανακοίνωσε ότι ο Όμιλος εργαζόταν πάνω σε νέες ιδέες στον τομέα των υπηρεσιών κινητικότητας και είχε στόχο σύντομα να σχηματίσει μία νέα ανεξάρτητη εταιρεία εντός του Ομίλου για την προώθηση των επιχειρηματικών αυτών δραστηριοτήτων. Όντως, ένα μήνα αργότερα, ο Όμιλος πραγματοποίησε την πρώτη του επένδυση στον εν λόγω τομέα επενδύοντας $300εκ στην Ενάγουσα σε σχέση με υπηρεσία άμεσης και προηγμένης υπηρεσίας ταξί (ride hailing service). Η επένδυση έγινε μέσω νομικά ανεξάρτητων θυγατρικών εταιρειών του Ομίλου, των Volkswagen New Mobility GmbH Volkswagen (πιο κάτω αναφερόμενης ως «VWNM») και New Mobility Luxemberg S.A. (πιο κάτω αναφερόμενης ως «VWNM Lux») η οποία είναι θυγατρική της VWNM. Η VWNM Lux επένδυσε $300εκ στην Ενάγουσα και οι δύο εταιρείες σύνηψαν Συμφωνία Μετόχων και Συμφωνία Συμμετοχής. Η VWNM σύνηψε με την Ενάγουσα Συμφωνία Στρατηγική Συμμαχίας. Τον Ιούνιο 2016 συνήφθη Τροποποιημένη Συμφωνία Στρατηγικής Συμμαχίας και η VWNM Lux κατέστη επίσης συμβαλλόμενο μέρος ενώ τον Οκτώβριο 2017 συνήφθη η Τροποποιημένη και Αναδομημένη Συμφωνία Στρατηγικής Συμμαχίας. Η VWNM από τον Αύγουστο 2017 υιοθέτησε το όνομα MOIA GmbH μετά από συγχώνευση με θυγατρική της εταιρεία. Η VWNM Lux μετονομάστηκε σε MOIA GmbH Lux το
  2. Η ΜΟΙΑ Lux είχε δικαίωμα διορισμού μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου στην Ενάγουσα και από τον Ιούνιο 2016 μέχρι Αύγουστο 2018 αυτό το μέλος ήταν ο Εναγόμενος αρ.
  3. Η Εναγόμενη αρ. 2 δεν ήταν συμβαλλόμενο μέρος σε καμία εκ των συμφωνιών. Τον Ιούνιο 2016 οι διάδικοι άρχισαν να μιλούν για συνεργασία μεταξύ του Ομίλου και της Ενάγουσας και τον ίδιο μήνα ο Εναγόμενος αρ. 1 συμπαρουσίασε μαζί με τον κ. Zohar της Ενάγουσας λέγοντας ότι θα δημιουργείτο μία νέα οντότητα ώστε να προωθηθεί μία νέα υπηρεσία κινητικότητας μεταξύ των δύο. Ακολούθησαν ανακοινώσεις στις 29.8.2016 από την πόλη του Αμβούργου και τον Σεπτέμβριο 2016 από τον Όμιλο με τις οποίες ανακοινώθηκε ότι ο Όμιλος θα συνεργάζετο με την πόλη του Αμβούργου για να καινοτομήσουν στην ανάπτυξη νέων λύσεων κινητικότητας και ότι είχε ήδη συσταθεί νέα οντότητα εκτός από την συνεργασία που είχε γίνει στον τομέα με την Ενάγουσα. Το όνομα της νέας οντότητας ήταν ΜΟΙΑ και η ανακοίνωση έγινε από τον Εναγόμενο αρ. 1 μαζί με Διοικητικό Σύμβουλο της Ενάγουσας στις 5.12.2016, της οποίας και προηγήθηκαν δύο μήνες προετοιμασίες στις οποίες η Ενάγουσα είχε εμπλακεί και τις οποίες δεν αποκάλυψε. Επισυνάπτει αντίγραφο των παρουσιάσεων που έγιναν στο TechCrunch όπου ο Εναγόμενος αρ. 1 έκανε πολλές αναφορές στην συνεργασία με την Ενάγουσα. Θέση του κ. Χριστοφή είναι ότι τα πιο πάνω καταδεικνύουν ότι ο Όμιλος μέσω της ΜΟΙΑ είχε πρόθεση να εισέλθει στον τομέα της κινητικότητας με το δικό του εμπορικό σήμα και με τις δικές του υπηρεσίες ενώ οι Συμφωνίες που αναφέρονται πιο πάνω με την Ενάγουσα ήταν μόνο μέρος αυτής της εισόδου. Εισηγείται ότι οι δηλώσεις της Ενάγουσας περί αποκλειστικότητας δεν είναι ορθές. Παρά το γεγονός ότι αναγνωρίζει ότι στο πλαίσιο της υπό εκδίκαση Αίτησης το Δικαστήριο δεν θα αποφανθεί επί της ουσίας των ισχυρισμών της Ενάγουσας ή επί των ορίων της αποκλειστικής συνεργασίας μεταξύ των μερών της ΜΟΙΑ και της Ενάγουσας, παραθέτει γεγονότα ώστε να καταδείξει την σοβαρή παράβαση του καθήκοντος αποκάλυψης από μέρους της Ενάγουσας. Προς τούτο γίνεται αναφορά στην «γενική ιδέα» όπως αυτή παρουσιάζεται στην Αίτηση για Επίδοση Εκτός Δικαιοδοσίας από μέρους της Ενάγουσας προβάλλοντας την θέση ότι δεν αποτελεί δίκαιη παρουσίαση των Συμφωνιών. Καμία κοινοπραξία υπήρχε, απλώς ο Όμιλος επένδυσε στην Ενάγουσα, η δε επένδυση ρυθμίζετο από τις Συμφωνίες οι οποίες περιέχουν ρήτρα «Πλήρους Συμφωνίας» και ότι η ρήτρα αποκλειστικότητας που βρίσκεται στην Τροποποιημένη Συμφωνία Στρατηγικής Συμμαχίας υπόκειται και καθορίζεται με αναφορά σε ορισμένους και συγκεκριμένους τομείς, στον γεωγραφικό περιορισμό των Αποκλειστικών Εδαφών και στο ότι ο περιορισμός σε σύναψη δεσμευτικής συμφωνίας με τρίτο μέρος περιορίζετο σε Ανταγωνιστή της Ενάγουσας. Όλες οι συμφωνίες μεταξύ της ΜΟΙΑ και της Ενάγουσας περιέχουν ρήτρα διαιτησίας του Διαιτητικού Δικαστηρίου του Λονδίνου οι οποίες και δεν αποκαλύφθηκαν. Η Τροποποιημένη και Αναδομημένη Συμφωνία Στρατηγικής Συμμαχίας ημερ. 19.10.2017 έγινε για να αντιμετωπίσει προληπτικά πιθανά προβλήματα του δικαίου του ανταγωνισμού αλλά η Ενάγουσα εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία ώστε να προτείνει πρόσθετες τροποποιήσεις. Επισημαίνει ότι ο CFO της Ενάγουσας είχε προβεί σε επισκόπηση των όρων της εν λόγω Συμφωνίας στο Δ.Σ. της Ενάγουσας εξηγώντας τους ότι δεν υπήρχε υποχρέωση όπως οι εταιρείες εργαστούν αποκλειστικά η μία με την άλλη στα Αποκλειστικά Εδάφη αλλά θα ήταν «προτιμητέος συνέταιρος», ήτοι θα παρείχαν εκατέρωθεν δικαίωμα πρώτης ευκαιρίας για συζήτηση, λέγοντας μάλιστα ότι η υποχρέωση αποκλειστικότητας ήταν πολύ ελαστική εφόσον εάν οποιοσδήποτε εκ των δύο διαφωνούσε στο να λάβει μέρος σε κάποια επιχειρηματική δραστηριότητα μαζί με τον άλλο δεν θα ήτο δεσμευμένος από τέτοια αποκλειστικότητα. Ούτε και αυτή η αλληλογραφία αποκαλύφθηκε. Η δημιουργία της ΜΟΙΑ δεν ήταν, ισχυρίζεται ο κ. Χριστοφή, ούτε παράνομη ούτε άδικη και ο Όμιλος είχε δικαίωμα να συμμετέχει ανεξάρτητα στον τομέα της κινητικότητας. Ούτε και είχε η Εναγόμενη αρ. 2 υποχρέωση να αποκαλύψει την σύσταση της ΜΟΙΑ στην Ενάγουσα αλλά ούτως ή άλλως όλα είχαν γίνει δημόσια. Η Ενάγουσα γνώριζε εξ αρχής σχετικά με τον ρόλο της ΜΟΙΑ και του Εναγομένου αρ. 1, πράγμα που φαίνεται από την συμπεριφορά της Ενάγουσας. Πέραν τούτου είναι η θέση του ότι ούτε ο Όμιλος ούτε και η ΜΟΙΑ ενεπλάκησαν σε ανταγωνιστικές δραστηριότητες με την απόκτηση της Split στην Φινλανδία και την ίδρυση και λειτουργία της υπηρεσίας μεταφοράς με 'shuttle' της ΜΟΙΑ στο Αμβούργο, ούτε με την προγραμματισμένη κοινοπραξία μεταξύ του Ομίλου, της Mobileye και της Champion Motors στο Ισραήλ (πιο κάτω αναφερόμενη ως «η Ισραηλινή Κοινοπραξία»). Η εξαγορά της Split δεν ήταν μια εμπορικά σημαντική εξαγορά και η Ενάγουσα δεν ήγειρε ανησυχίες ή παράπονα κατόπιν της δημόσιας ανακοίνωσης για την εξαγορά αυτή. Όσον αφορά στο Αμβούργο, ο Ομνύοντας ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα είχε τότε επιβεβαιώσει ότι δεν ενδιαφέρετο να αναπτύξει ή συνεχίσει τις υπηρεσίες 'shuttle' στην Γερμανία, επικαλούμενος και σχετική αλληλογραφία προς τούτο. Αποτελεί περαιτέρω θέση της Εναγομένης αρ. 2 ότι η Ενάγουσα παραποιεί τα έγγραφα και τα γεγονότα σε σχέση με το αίτημα της ΜΟΙΑ για αποποίηση δικαιωμάτων σε σχέση με την Ενάγουσα, τις διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών και την Τροποποιημένη και Αναδιατυπωμένη Συμφωνία Στρατηγικής Συμμαχίας, παραθέτοντας λεπτομέρειες της μεταξύ των αλληλογραφίας. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς για μη επένδυση περαιτέρω ποσών στην Ενάγουσα, ο κ. Χριστοφή τονίζει ότι ο Όμιλος ουδέποτε δεσμεύτηκε ή είχε υποχρέωση να προβαίνει σε συνεχείς και περαιτέρω επενδύσεις στην Ενάγουσα. Ούτε είχε συμφωνηθεί ότι η Εναγόμενη αρ. 2 θα χρηματοδοτούσε περαιτέρω την Ενάγουσα σε σχέση με την εξαγορά της Juno. Οι ισχυρισμοί, λέει, ότι η Εναγόμενη αρ. 2 σκόπιμα οδήγησε σε ναυάγιο την προοπτική επένδυσης της Europcar είναι ασύμβατοι με τα αποδεικτικά στοιχεία και συγκεκριμένα την παραδοχή ότι η διοίκηση της Ενάγουσας ανέλαβε πλήρως την ευθύνη για το αποτέλεσμα της προσπάθειας χρηματοδότησης. Η δε απόφαση της Εναγομένης αρ. 2 να μην συμμετέχει στον γύρο χρηματοδότησης βασίστηκε σε αντικειμενικούς οικονομικούς λόγους και συμβουλές τους οποίους η Ενάγουσα γνώριζε, ενώ γνώριζε αλλά δεν αποκάλυψε και το ότι ο Όμιλος είχε λάβει συμβουλή από την PWC και την Bain & Company σε σχέση με το επενδυτικό σχέδιο της Ενάγουσας. Επισυνάπτει δε ηλεκτρονικό μήνυμα που απέστειλε ο Εναγόμενος αρ. 1 στην Ενάγουσα ημερ. 7.11.2017 προς υποστήριξη των πιο πάνω θέσεων του ότι δεν υπήρχε δέσμευση του Ομίλου ούτε για συμμετοχή στην χρηματοδότηση ούτε για επέκταση της επένδυσης του, ενώ αρνείται οποιοδήποτε ισχυρισμό ότι ο Όμιλος παρεμπόδισε με οποιοδήποτε τρόπο την πρόοδο της χρηματοδότησης. Η διαρροή της υποτιθέμενης απόφασης του Ομίλου να μην επενδύσει περαιτέρω στην Ενάγουσα ήταν ατυχής τόσο για τον Όμιλο όσο και για την Ενάγουσα και θέση του Ομίλου είναι ότι δεν γνωρίζει ποιος παρείχε τις πληροφορίες, οι οποίες δεν ήταν ούτε ακριβείς. Στρεφόμενος στο ζήτημα της δικαιοδοσίας ο κ. Χριστοφή επισημαίνει ότι σύμφωνα με τον Κανονισμό ΕΚ1215/2012 εναγόμενος που έχει την κατοικία του σε Κράτος Μέλος πρέπει να εναχθεί ενώπιον των Δικαστηρίων του Κράτους Μέλους εκείνου. Εισηγείται ότι, εφόσον η Εναγόμενη αρ. 2 έχει την κατοικία της στην Γερμανία, η Ενάγουσα έχει το βάρος απόδειξης του ότι υπάρχει δικαιοδοτική βάση στην Κύπρο κατά παρέκκλιση του αρ.
  4. Η Ενάγουσα επικαλείται το αρ. 7
(2)του Κανονισμού που προβλέπει ότι πρόσωπο που έχει την κατοικία του σε Κράτος Μέλος μπορεί να εναχθεί σε άλλο Κράτος Μέλος ως προς ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίες ενώπιον του Δικαστηρίου του τόπου όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός. Επικαλείται επίσης το αρ. 24
(2)που παρέχει δικαιοδοσία σε διαδικασίες που έχουν ως αντικείμενο το κύρος της σύστασης, ακυρότητας ή λύσης εταιρειών στα Δικαστήρια του Κράτους Μέλους όπου η εταιρεία έχει την έδρα της. Τέλος επίκληση κάνει η Ενάγουσα στο αρ. 3 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6. Ως προς το αρ.7
(2)του ΕΚ1215/12 θέση της Ενάγουσας είναι ότι την ζημιά υπέστη στην Κύπρο υπό την μορφή της μείωσης της αξίας της και/ή απώλειας κερδών. Ισχυρίζεται επίσης ότι η αδικοπραξία επεσυνέβη στην Κύπρο σε συνεδρίες του Διοικητικού Συμβουλίου. Θέση του κ. Χριστοφή είναι ότι η Νομολογία δεν στηρίζει την θέση αυτή και το αρ.7
(2)δεν τυγχάνει εφαρμογής εν προκειμένω. Η Ενάγουσα δεν έχει εμπορικά συμφέροντα στην Κύπρο οπότε οποιαδήποτε ζημιά έχει υποστεί στα βιβλία της είναι επακόλουθη της ζημιάς που υπέστη εκτός Κύπρου. Ισχυρίζεται ότι τίποτε δεν προσκομίστηκε από μέρους της Ενάγουσας που να αποδεικνύει ότι το Κυπριακό Δικαστήριο θα πρέπει να παρεκκλίνει από το αρ. 4 που προνοεί ότι η Εναγομένη αρ. 2 πρέπει να εναχθεί στην Γερμανία. Αναφορά στις λεπτομέρειες που παρατίθενται στις παραγράφους 91 - 115 θα γίνει πιο κάτω στην παρούσα. Εισήγηση της Εναγομένης αρ. 2 είναι ότι η Ενάγουσα δεν απέδειξε ούτε ότι έλαβε χώρα δικαιοδοτικά σχετικό γεγονός ή ζημιά που να κατέστη αισθητό στην Κύπρο αλλά αντίθετα υπάρχουν στοιχεία που καταδεικνύουν ότι στην Κύπρο δεν σημειώθηκαν δικαιοδοτικά σχετικές πράξεις ή ζημιές. Αναφερόμενος στο αρ. 24
(2)του ΕΚ 1215/12 ο Ομνύοντας εισηγείται ότι από το λεκτικό αυτού φαίνεται καθαρά ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής. Οι δε διατάξεις του αρ. 3 του Κεφ. 6 δεν μπορούν να εφαρμοστούν έναντι της Εναγομένης αρ. 2 η οποία είναι κάτοικος Γερμανίας. Εκφράζει την πεποίθηση ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Θέση του Ομνύοντα είναι ότι δεν υπάρχει σύνδεση με την Κύπρο αφού ο Όμιλος έχει την έδρα του στην Γερμανία και δεν πραγματοποίησε οποιαδήποτε ενέργεια στην Κύπρο, ενώ οποιαδήποτε τυχόν ζημιά υπέστη η Ενάγουσα την υπέστη εκτός Κύπρου. Παρά το γεγονός ότι η Ενάγουσα έχει συσταθεί στην Κύπρο εντούτοις καμία πραγματική σύνδεση έχει με την χώρα, δεν έχει επιχειρηματικές δραστηριότητες εδώ, όλοι οι σύμβουλοι της διαμένουν εκτός Κύπρου και η διαχείριση γίνεται από το Ισραήλ. Εισηγείται ότι η σύσταση και μόνο της Ενάγουσας στην Κύπρο δεν αρκεί για να προσδώσει δικαιοδοσία στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. Η Ενάγουσα καταχώρισε Ένσταση στην Αίτηση η οποία στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.2 Θ.2, Δ.5 Θ.Θ.1, Δ.6 Θ.Θ.1(e) και (f), 2, 4, 5, 6, και 7, Δ.39, Δ.48 Θ.Θ.1-5, 8 και 9, Δ.64, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6 αρ. 3, στον περί Δικαστηρίων Νόμο αρ. 14/60, άρθρο 21
(1)(α), στον Κανονισμό (ΕΕ) αρ. 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012 για τη Διεθνή Δικαιοδοσία, την Αναγνώριση και την Εκτέλεση Αποφάσεων σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις αρ. 4, 5, 6, 7
(1)και
(2)και 24
(2), στον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Νοεμβρίου 2007 περί Επιδόσεως και Κοινοποιήσεως στα Κράτη Μέλη Δικαστικών και Εξωδίκων Πράξεων σε Αστικές ή Εμπορικές Υποθέσεις («επίδοση ή κοινοποίηση πράξεων») και κατάργησης του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1348/2000 του Συμβουλίου, στις αρχές του Κοινοδικαίου και της Επιείκειας, στις συμφυείς εξουσίες, στην πρακτική και στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Σε αυτήν προβάλλονται 3 λόγοι ένστασης τους οποίους και κρίνω χρήσιμο να παραθέσω αυτούσιους: «1. Το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την αγωγή καθότι: (A) Η απαίτηση στην αγωγή αφορά ζημιά η οποία προκλήθηκε από αστικά αδικήματα τα οποία διαπράχθηκαν εν όλω και/ή εν μέρει στην Κύπρο. (B) Η παράβαση των καθηκόντων πίστης του Εναγόμενου 1 έλαβε χώρα στην Κύπρο. Μεταξύ άλλων: (
  1. i)Ο Εναγόμενος 1 αποδέχθηκε τον διορισμό του ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Ενάγουσας. Ως εκ τούτου αποδέχθηκε όπως υπαχθεί στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων σε σχέση με παραβάσεις καθηκόντων πίστης (fiduciary duties) και άλλων καθηκόντων τα οποία όφειλε ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Ενάγουσας. (
  2. ii)Οι συνεδρίες του διοικητικού συμβουλίου της Ενάγουσας και/ή ορισμένες εξ αυτών, στις οποίες ο Εναγόμενος 1 παρέβη τα καθήκοντα πίστης και/ή τα άλλα καθήκοντα του προς την Ενάγουσα, έλαβαν χώρα στην Κύπρο. (Γ) Η Εναγόμενη 2 η οποία αποτελούσε σκιώδη διευθυντή ('shadow director') της Ενάγουσας, εφόσον ήλεγχε και/ή διηύθυνε και/ή καθοδηγούσε τις πράξεις και/ή ενέργειες του Εναγόμενου 1 στη διαδικασία λήψης αποφάσεων σε σχέση με την Ενάγουσα, παρέβη τα καθήκοντα πίστης που η ίδια όφειλε προς την Ενάγουσα και/ή παρείχε δόλια υποβοήθηση (dishonest assistance) στον Εναγόμενο 1 να παραβεί τα καθήκοντα πίστης που ο ίδιος όφειλε προς την Ενάγουσα. Κατά τον ίδιο τρόπο ως ανωτέρω, οι εν λόγω παραβάσεις της Εναγόμενης 2 έγιναν στην Κύπρο. (Δ) Η συνωμοσία και/ή η απάτη και/ή οι ψευδείς παραστάσεις των Εναγομένων εναντίον της Ενάγουσας, που είχαν ως αποτέλεσμα να υποστεί ζημιά η Ενάγουσα, έλαβαν χώρα μεταξύ άλλων και στην Κύπρο. (Ε) Πολλά από τα γεγονότα σε σχέση με τα οποία η Ενάγουσα προβάλλει απαίτηση ήσαν το αποτέλεσμα αποφάσεων που λήφθηκαν στο επίπεδο διοικητικού συμβουλίου κυπριακής εταιρείας. (ΣΤ) Οι αδικοπραξίες των Εναγομένων προκάλεσαν ζημιά σε περιουσιακά στοιχεία της Ενάγουσας που βρίσκονται στην Κύπρο. (Ζ) Ο τόπος της κεντρικής διοίκησης της Ενάγουσας είναι η Κύπρος αφού εκεί είναι το εγγεγραμμένο της γραφείο ως και το εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας που ασκεί τα καθήκοντα γραμματέα της Ενάγουσας. (Η) Το εφαρμοστέο δίκαιο είναι το κυπριακό δίκαιο με δεδομένο ότι οι υπό εξέταση παραβάσεις αφορούν καθήκοντα πίστης και άλλα καθήκοντα που οφείλονταν σε κυπριακή εταιρεία από μέλος του διοικητικού της συμβουλίου. 2. Υπάρχει εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής εναντίον των Εναγομένων μεταξύ άλλων για παράβαση καθηκόντων πίστης και/ή άλλων καθηκόντων των Εναγομένων προς την Ενάγουσα και/ή για δόλια υποβοήθηση (dishonest assistance) στην παράβαση καθηκόντων πίστης και/ή για συνωμοσία και/ή για απάτη και/ή για ψευδείς παραστάσεις που σκοπό και/ή αποτέλεσμα είχαν να υποστεί ζημιά η Ενάγουσα. 3. Ορθώς εκδόθηκαν από το σεβαστό Δικαστήριο τα διατάγματα ημερομηνίας 6/11/2019 για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος και ημερομηνίας 27/11/2019 για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, εφόσον πληρούνταν όλες οι αναγκαίες προϋποθέσεις και/ή εφόσον στις σχετικές μονομερείς αιτήσεις ημερομηνίας 29/10/2019 και 19/11/2019 η Ενάγουσα: (Α) Είχε καταδείξει ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Εναγομένων. (Β) Είχε καταδείξει ότι τα κυπριακά δικαστήρια κέκτηνται δικαιοδοσίας για εκδίκαση της υπόθεσης. (Γ) Είχε συμμορφωθεί με την υποχρέωση της για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη». Η Ένσταση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση της κας Χριστιάνας Κωνσταντινίδου εκ των δικηγόρων της Ενάγουσας η οποία αναφέρει ότι η αγωγή εδράζεται επί τριών βάσεων αγωγής, την παράβαση των καθηκόντων πίστης (fiduciary duties) που οι Εναγόμενοι όφειλαν προς την Ενάγουσα, τον δόλο, απάτη και συνομωσία από μέρους των Εναγομένων με σκοπό την πρόκληση ζημιάς στην Ενάγουσα και την δόλια υποβοήθηση (dishonest assistance) που παρασχέθηκε από την Εναγόμενη αρ. 2 στο να παραβεί ο Εναγόμενος αρ. 1 τα καθήκοντα πίστης που υπείχε προς την Ενάγουσα. Θέση της είναι ότι η Εναγόμενη αρ. 2 είναι ανειλικρινής σε σχέση με τα πιο κάτω: - Το κατά πόσο ο Εναγόμενος αρ. 1 παρέστη ο ίδιος σε συνεδρία του διοικητικού συμβουλίου της Ενάγουσας που έλαβε χώρα στην Κύπρο τον Νοέμβριο 2016, παραθέτοντας στοιχεία που δείχνουν την κάθοδο του Εναγομένου αρ. 1 στην Κύπρο. - Τον ισχυρισμό που προβάλλει αναφορικά με το ύψος της επένδυσης στην οποία προέβη η Εναγομένη αρ. 2 μέσω θυγατρικής της εταιρείας στην Ενάγουσα, αφού δεν πληροφορεί το Δικαστήριο πως είχε ετήσιο εισόδημα το 2016 €217δις και ως εκ τούτου η επένδυση της αποτελούσε το 0.1% των ετήσιων εισοδημάτων της και δεν θα ήταν καθόλου δύσκολο για την Εναγόμενη αρ. 2 να σαμποτάρει μία επένδυση €300εκ σε μία εταιρεία όπου κατείχε το 25% για να υποστηρίξει μίαν ανταγωνιστική εταιρεία που θα της άνηκε εξ ολοκλήρου. - Με την κακόπιστη προσπάθεια της Εναγομένης αρ. 2 να διαχωρίσει όρους και έννοιας των υπηρεσιών «Ride-Hailing» και «Ridepooling» και «Shuttle». Θέση της Ενάγουσας είναι ότι δεν μπορεί να δικαιολογηθεί διαχωρισμός μεταξύ των υπηρεσιών «Ride-Hailing», «Ridepooling» και «Shuttle» αφού και τα τρία αποτελούν μέρος της ίδιας έννοιας του «On Demand Mobility». Επισημαίνει ότι η Ενάγουσα λανσάρισε την δική της υπηρεσία «Ridepooling - Shuttle» προτού το πράξει η ΜΟΙΑ, αφού η Ενάγουσα την λάνσαρε στις 17.11.2016 στην Νέα Υόρκη και στις 5.12.2016 στο Λονδίνο, η δε πρόθεση της να το πράξει ήταν γνωστή και στους δύο Εναγόμενους πριν την σύναψη της Συμφωνίας Στρατηγικής Συμμαχίας, Συμφωνίας Μετόχων και Συμφωνίας Συμμετοχής. Συνεπώς οι Εναγόμενοι γνώριζαν ότι το να εισέλθουν στον τομέα του 'Shuttle Bus Services' μέσω της ΜΟΙΑ θα συνιστούσε δραστηριότητα ανταγωνιστική προς αυτές της Ενάγουσας. Γι' αυτό και η Εναγόμενη αρ. 2 ζήτησε από την Ενάγουσα να υπογράψει έγγραφο αποποίησης δικαιωμάτων σε σχέση με την συγχώνευση της ΜΟΙΑ με την VWNM. Παρά το γεγονός, όμως, ότι η Ενάγουσα δεν αποδέχτηκε να το πράξει, η Εναγόμενη αρ. 2 προχώρησε με την εν λόγω συγχώνευση και άρχισε να ανταγωνίζεται την Ενάγουσα μέσω της ΜΟΙΑ. Θέση της κας Κωνσταντινίδου είναι ότι οι Εναγόμενοι προέβησαν σε ψευδείς παραστάσεις προς την Ενάγουσα από τα μέσα του 2016 ότι η ΜΟΙΑ δεν θα ήταν αυτόνομη πλατφόρμα που να ανταγωνίζεται την Ενάγουσα αλλά η πραγματικότητα ήταν ότι την ανταγωνίζετο και ακόμη δραστηριοποιείται στους ίδιους τομείς που και η Ενάγουσα δραστηριοποιείται, και άρα ο Εναγόμενος αρ. 1 δεν δικαιούτο να είναι την ίδια στιγμή μέλος των Διοικητικών Συμβουλίων και της Ενάγουσας και της ΜΟΙΑ. Η Ενάγουσα ήταν πάντα πολύ περισσότερο από μία εταιρεία Ride Hailing και η ικανότητα της να δημιουργεί και παρέχει ένα ευρύ φάσμα υπηρεσιών ήταν ο λόγος για τον οποίο η Εναγόμενη αρ. 2 αποφάσισε να επενδύσει σε αυτήν. Όπως λέει η κα Κωνσταντινίδου, λίγες βδομάδες μετά την υπογραφή των Συμφωνιών οι αξιωματούχοι της Εναγομένης αρ. 2 προώθησαν στην Ενάγουσα παρουσίαση που είχαν δημιουργήσει και που περιέγραφε το «Group Mobility Strategy» και περιείχε το όραμα του Διευθύνοντος Συμβούλου της Ενάγουσας με το οποίο είχε πείσει την Εναγόμενη αρ. 2 να επενδύσει στην Ενάγουσα. Αυτό παρουσίαζε τον πυρήνα γύρω από τον οποίο τα μέρη θα οικοδομούσαν τις κοινές τους δραστηριότητες στον τομέα της νέας κινητικότητας. Βάσει τούτου ο συνεταιρισμός με την Ενάγουσα αποτελούσε τον πυρήνα και όλες οι άλλες δραστηριότητες νέας κινητικότητας θα αναπτύσσονταν γύρω από αυτόν σε συνεργασία με την Ενάγουσα. Σκοπός των μερών ήταν ότι η συνεργασία μεταξύ της νέας οντότητας ΜΟΙΑ και της Ενάγουσας θα κάλυπτε όλους τους τομείς της νέας κινητικότητας. Αμφότεροι οι Εναγόμενοι είχαν προβεί σε προφορικές παραστάσεις προς την Ενάγουσα ότι αποτελούσε μέρος των προσπαθειών τους να δημιουργήσουν μία υπηρεσία από κοινού και άρα η Ενάγουσα είχε κάθε λόγο να πιστεύει ότι ο Όμιλος θα συνεργαζόταν μαζί της στο Αμβούργο. Η Ενάγουσα, ισχυρίζεται η Ομνύουσα, βασίστηκε στις παραστάσεις που αναφέρονται στην Τροποποιημένη Συμφωνία Στρατηγικής Συνεργασίας και στο ότι η νέα οντότητα θα συνεργάζετο μαζί της και δεν θα την ανταγωνιζόταν. Όπως εισηγείται η Ενόρκως Δηλούσα, εάν γνώριζε ότι η νέα οντότητα θα την ανταγωνίζετο, η Ενάγουσα δεν θα αποδέχεται όπως ο Εναγόμενος αρ. 1 διοριστεί μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της, και ούτε είναι λογικό να έχει ως στρατηγικό συνέταιρο ένα ανταγωνιστή της. Αποτέλεσε, ισχυρίζεται, έκπληξη για την Ενάγουσα όταν ανακάλυψε ότι η ΜΟΙΑ χρησιμοποιείτο από τους Εναγόμενους για να την σαμποτάρει, αφού οι Εναγόμενοι συνωμότησαν για να πλήξουν την Ενάγουσα που κατείχε κυρίαρχη θέση στην αγορά και να προωθήσουν την θέση της ΜΟΙΑ. Από τον Απρίλιο 2016 και πριν την σύναψη των Συμφωνιών οι Εναγόμενοι γνώριζαν ότι η Ενάγουσα σκόπευε να προσελκύσει νέα κεφάλαια κατά το μέσο των 2017 και 2018 και τουλάχιστον μέχρι και τον Αύγουστο 2017 η Εναγομένη αρ. 2 δήλωνε ότι επιθυμούσε να συνεχίσει να επενδύει στην Ενάγουσα ώστε να μην μειωθεί το ποσοστό της σε αυτήν. Αυτό φαίνεται και από την παρουσίαση που έγινε από κοινού με την Εναγομένη αρ. 2 στο Λονδίνο, αλλά και στο ότι σε επικοινωνία που ο Εναγόμενος αρ. 1 είχε με την εταιρεία Shell έκανε αναφορά στην ύπαρξη σαφούς δέσμευσης από την πλευρά της Εναγομένης αρ. 2 προς την Ενάγουσα. Ουσιαστικά η θέση της Ενάγουσας εδράζεται στο ότι γνώριζε μεν για την ίδρυση της ΜΟΙΑ αλλά οι Εναγόμενοι δεν αποκάλυψαν το γεγονός ότι αυτή ιδρύθηκε με σκοπό να την ανταγωνιστεί. Ο Εναγόμενος αρ. 1 με την βοήθεια και ενεργώντας υπό τις οδηγίες της Εναγομένης αρ. 2 προωθούσε τα συμφέροντα της ΜΟΙΑ σε βάρος των συμφερόντων της Ενάγουσας, ενώ οι Εναγόμενοι παραπλάνησαν την Ενάγουσα να υπογράψει την Τροποποιημένη Συμφωνία Στρατηγικής Συμμαχίας. Οι Εναγόμενοι χρησιμοποιώντας ως μοχλό πίεσης προς την Ενάγουσα το θέμα του επόμενου επενδυτικού γύρου την υποχρέωσαν να υπογράψει την Τροποποιημένη και Αναδιατυπωμένη Συμφωνία Στρατηγικής Συμμαχίας. Είναι η θέση της Ενάγουσας ότι ο Εναγόμενος αρ. 1 γνώριζε για τις ψευδείς παραστάσεις και την πίεση που ασκούσε η Εναγόμενη αρ. 2 επί της Ενάγουσας και γνώριζε ότι η Εναγόμενη δεν είχε πρόθεση να επενδύσει στην Ενάγουσα αφού σκοπός της ήταν να επενδύσει στην ΜΟΙΑ που βρισκόταν σε ευθύ ανταγωνισμό με αυτήν. Επιπλέον ο Εναγόμενος αρ. 1 ζητούσε από τους υπάλληλους της Ενάγουσας να τον προμηθεύουν με εμπιστευτικές πληροφορίες, εμπορικά μυστικά και τεχνογνωσία σε σχέση με τις υπηρεσίες και τις δραστηριότητες της Ενάγουσας τις οποίες στην πραγματικότητα χρησιμοποιούσε προς όφελος της ΜΟΙΑ. Όσον αφορά στο θέμα της δικαιοδοσίας, θέση της Ενάγουσας είναι ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια κέκτηνται δικαιοδοσίας εκδίκασης της αγωγής εφόσον: - ο Εναγόμενος αρ. 1 συμφώνησε να διοριστεί και διορίστηκε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου Κυπριακής Εταιρείας και θα πρέπει να θεωρηθεί ότι αποδέχθηκε να υπόκειται στην δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων αναφορικά με παραβιάσεις των καθηκόντων πίστης που προέκυπταν από την θέση αυτή. - Πολλά γεγονότα ήταν το αποτέλεσμα αποφάσεων που λήφθηκαν σε επίπεδο Διοικητικού Συμβουλίου Κυπριακής εταιρείας, ειδικότερα η συνεδρία 14.11.2016 που έλαβε χώρα στην Κύπρο και όπου ο Εναγόμενος αρ. 1 τοποθετήθηκε εσκεμμένα εναντίον των συμφερόντων της Ενάγουσας. - Η Γραμματέας της Ενάγουσας είναι επίσης Κυπριακή εταιρεία και άρα ακόμα και οι συνεδρίες που έγιναν με τηλεδιάσκεψη θα πρέπει να θεωρηθούν ότι έγιναν εκεί που τηρήθηκαν τα πρακτικά. - Το δίκαιο που πρέπει να εφαρμοστεί είναι το Κυπριακό. - Οι αδικοπραξίες που προκάλεσαν ζημιά στην Ενάγουσα σε περιουσιακά στοιχεία αυτής που βρίσκονται στην Κύπρο. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς της Εναγομένης αρ. 2 περί μη αποκάλυψης η κα Κωνσταντινίδου επισημαίνει ότι οι ρήτρες διαιτησίας αποκαλύφθηκαν ρητά. Τα γεγονότα που περιγράφονται στην Αίτηση, ισχυρίζεται, δεν αλλοιώνουν την θέση της Ενάγουσας αλλά ενισχύουν την θέση της ότι οι παραστάσεις των Εναγομένων ήσαν ότι θα συνεργάζονταν μαζί της. Σε σχέση με άλλες εισηγήσεις του κ. Χριστοφή, θέση της Ομνύουσας είναι ότι αυτές αποτελούν παρερμηνεία και παράθεση από μέρους τους των γεγονότων με λανθασμένο τρόπο, καθώς και προβολή διαφορετικών ερμηνειών και εκδοχών. Ακολούθως αμφότεροι οι συνήγοροι αγόρευσαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους επικαλούμενοι τώρα και σχετική Νομολογία. Συγκεκριμένη αναφορά σε επιμέρους εισηγήσεις αυτών θα γίνει πιο κάτω στην παρούσα όπου κριθεί αναγκαίο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Εν πρώτοις σημειώνω τις δηλώσεις του ευπαιδεύτου συνηγόρου για την Εναγόμενη αρ. 2 στην εμπεριστατωμένη του αγόρευση, αφενός ότι η Εναγόμενη αρ. 2 αρνείται έντονα τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας και, αφετέρου, ότι ο σκοπός της αγόρευσης του είναι να υποστηρίξει την Αίτηση της Εναγομένης αρ. 2 για το θέμα της έλλειψης δικαιοδοσίας. Η εισήγηση περί του ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την αγωγή εδράζεται στον ΕΚ 1215/2012 για τη Διεθνή Δικαιοδοσία, την Αναγνώριση και την Εκτέλεση Αποφάσεων σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις. Το αρ. 4 του ΕΚ1215/12 προβλέπει ότι «.πρόσωπα που έχουν την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων αυτού του κράτους μέλους, ανεξάρτητα από την ιθαγένεια τους». Όπως ρητά αναφέρεται στο αρ. 5 του ίδιου Κανονισμού, τέτοια πρόσωπα δύναται να εναχθούν ενώπιον Δικαστηρίων άλλου Κράτους Μέλους μόνο σύμφωνα με τους κανόνες που προβλέπονται στα Τμήματα 2 - 7 του ΕΚ1215/12. Αυτό οδηγεί και στο ότι ο ΕΚ1215/12 υπερισχύει των διατάξεων της Εθνικής νομοθεσίας. Όσον αφορά στην Εναγόμενη αρ. 2 είναι σαφές από τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα ότι δεν υφίσταται μεταξύ αυτής και της Ενάγουσας συμβατική σχέση, με αποτέλεσμα να μην τυγχάνει εφαρμογής το αρ. 7
(1)του Κανονισμού. Συνεπώς, η μοναδική εξαίρεση που μπορεί να δικαιολογήσει την έγερση αγωγής εναντίον της ενώπιον των Κυπριακών Δικαστηρίων είναι αυτή που παρέχεται από το αρ. 7
(2)το λεκτικό του οποίου και παραθέτω αυτούσιο: «Πρόσωπο που έχει την κατοικία του σε κράτος μέλος μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος:
  1. .......
  2. Ως προς ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός·..». Όπως επανειλημμένα έχει Νομολογηθεί, ο κανόνας είναι ότι δικαιοδοσία να εκδικάσει υπόθεση έχει το Δικαστήριο της χώρας όπου ο Εναγόμενος διατηρεί την κατοικία του. Τα όσα προβλέπονται στο αρ. 7
(2)αποτελούν παρέκκλιση από τον κανόνα αυτό και, ως τέτοιες, οι πρόνοιες πρέπει να ερμηνεύονται στενά και αυστηρά. Ο λόγος για την αυστηρή προσέγγιση είναι ότι τέτοια παρέκκλιση από τον κανόνα δικαιολογείται μόνο εάν υπάρχει ιδιαίτερα στενή σύνδεση με την συγκεκριμένη διαφορά και τα Δικαστήρια Κράτους Μέλους άλλου από αυτού στο οποίο έχει την κατοικία του ο Εναγόμενος. (βλ. μεταξύ άλλων Zuid Chemie BV v Philippo's Mineralenfabriek NV/SA, Case C-189/09, 16.7.2009). Όπως αναφέρθηκε στην Actial Farmaceutica LDA v Professor Claudio de Simone
(2016)EWCA Civ. 1311: «.The search is for the state where the jurisdictionally significant harm has occurred or where damage has occurred which is closest in causal proximity to the harmful event: see per Christofer Clarke LJ in AMC Futures at [31]» Επιπλέον στην πιο πάνω απόφαση τονίστηκε ότι στον Κανονισμό πρέπει να δίδεται ερμηνεία Ευρωπαϊκή και όχι εθνική[1]. Παραθέτω απόσπασμα από την απόφαση Universal Music International BV v Schilling
(2016)QB 967 όπου γίνεται σύνοψη της Νομολογίας του ΔΕΕ: «27 It is only by way of derogation from the fundamental principle laid down in article 2
(1)of Regulation No 44/2001, conferring jurisdiction on the courts of the member state in which the defendant is domiciled, that Section 2 of Chapter II thereof makes provision for certain special cases of conferral of jurisdiction, among them the case in article 5
(3)of that Regulation: see, inter alia, Coty Germany v First Note Perfumes NV (Case C-360/12) [2014] Bus LR 1294, para 44 and Melzer v MF Global UK Ltd (Case C-228/11) [2013] QB 1112, para
  1. In so far as the jurisdiction of the courts of the place where the harmful event occurred or may occur constitutes a rule of special jurisdiction, it must be interpreted independently and strictly2, which does not admit an interpretation going beyond the cases expressly envisaged by that Regulation: see, inter alia, the Coty Germany case, para 45 and Melzer's case, para
  2. 28 The main reason for the rule of special jurisdiction laid down in article 5
(3)of Regulation No 44/2001 is, according to the court's settled case law, based on the existence of a particularly close connecting factor between the dispute and the courts of the place where the harmful event occurred, which justifies the conferring of jurisdiction on those courts for reasons relating to the sound administration of justice and the efficacious conduct of proceedings: see the Zuid-Chemie case [2010] Bus LR 1026, para 24 and the case law cited. The courts for the place where the harmful event occurred are usually the most appropriate for deciding the case, in particular on the grounds of proximity and ease of taking evidence: see the Zuid-Chemie case, para 24 and the case law cited. 29 Article 5
(3)of Regulation No 44/2001 therefore provides that a person domiciled in one member state may be sued in another member state "in matters relating to tort, delict or quasi-delict, in the courts for the place where the harmful event occurred or may occur". 30 I note that that provision makes no mention whatever of harm or damage, but of a harmful event. It is therefore not the harm which is primarily referred to by the wording of article 5
(3)of Regulation No 44/2001, but the event giving rise to harm. The logic of that provision seems clear to me: a court will usually be best placed to gather the facts, to hear the witnesses and to undertake any procedural measure in the place where harm has in fact been caused. 31 None the less, it is well known that the court, since the landmark case which led to the judgment in Handelskwekerij GJ Bier BV v Mines de potasse d'Alsace SA (Case 21/76) [1978] QB 708; [1976] ECR 1735, para 24, interprets the words "place where the harmful event occurred" as covering two different places, namely, the place where the damage occurred (called "Erfolgsort" according to German academic lawyers) and the place of the causal event (called "Handlungsort" according to German academic lawyers) giving rise to that damage; see also the Zuid-Chemie case [2010] Bus LR 1026, para 23 and Kainz v Pantherwerke AG (Case C-45/13) [2015] QB 34, para 23. 32 As regards financial damage, the court held in Marinari's case [1996] QB 217, para 21 that the term "place where the harmful event occurred" did not cover the place where the victim claimed to have suffered financial damage following upon initial damage arising and suffered by him in another member state.». Όπως αναφέρεται και στην πιο πάνω απόφαση, καθοριστική υπήρξε η Mines de Potasse d'Alsace (πιο πάνω) όπου ξεκαθαρίστηκε ότι, «όταν ο τόπος που επήλθε το γεγονός που μπορεί να επισύρει ευθύνη εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας δεν συμπίπτει με τον τόπο όπου επήλθε η ζημιά λόγω του γεγονότος αυτού, ο όρος «τόπος όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός» στο άρθρο 5, 3 της Σύμβασης έχει την έννοια ότι αναφέρεται ταυτόχρονα και στον τόπο που επήλθε η ζημιά και στον τόπο του ζημιογόνου γεγονότος». Στην Zuid Chemie (πιο πάνω) εξηγήθηκε ότι ο «τόπος πραγματοποιήσεως της ζημιάς» είναι εκείνος όπου το γενεσιουργό της ζημιάς γεγονός παράγει τα ζημιογόνα αποτελέσματα του, ενώ, ο «τόπος όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός» είναι ο τόπος όπου έλαβε χώρα το αιτιώδες γεγονός. (βλ. επίσης Verein fur Knosumenteninformation v Volkswagen AG, Case C-343/19, 9.7.2020). Όπως επισημαίνει και ο κ. Δράκος στην αγόρευση του, οι αιτίες αγωγής της Ενάγουσας κατά της Εναγομένης αρ. 2 στην παρ. 8 της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Ένσταση, είναι οι εξής: (α) παράβαση καθηκόντων πίστης (breach of fiduciary duties) που οι Εναγόμενοι όφειλαν προς την Ενάγουσα (β) δόλος, απάτη και συνομωσία εκ μέρους των Εναγομένων με σκοπό την πρόκληση ζημιάς στην Ενάγουσα (γ) δόλια υποβοήθηση (dishonest assistance) που παρασχέθηκε από την Εναγόμενη αρ. 2 στον Εναγόμενο αρ. 1 στο να παραβεί ο Εναγόμενος αρ. 1 τα καθήκοντα πίστης που αυτός υπείχε προς την Ενάγουσα ή/και παροχή οδηγιών από την Εναγόμενη αρ. 2 προς τον Εναγόμενο αρ. 1 να παραβεί τα εκ λόγω καθήκοντα του. Όπως αποφασίστηκε στην C-189/87 Athanasios Kalfelis v Bankhaus Schroder
(1988)ECR 5565 και υιοθετήθηκε στην Κυπριακή απόφαση Powertools Electro SRL v Black & Decker (Ελλας) Α.Ε.
(2013)1 Α.Α.Δ.2182: «.οι λέξεις "matters relating to a tort, delict or quasi-delict" Άρθρο 5
(3), καλύπτει όλες τις μορφές ευθύνης εκτός από τις συμβατικές». Είναι κοινώς αποδεκτό ότι η Εναγόμενη αρ. 2 δεν έχει κατοικία ή έδρα στην Κύπρο. Συνεπώς, με βάση το αρ. 7
(2)πιο πάνω η Ενάγουσα μπορεί να επιλέξει να ενάγει αυτήν στην Κύπρο μόνο εάν στην Κύπρο είτε έλαβε χώρα το γενεσιουργό γεγονός που δύναται να στοιχειοθετήσει ευθύνη εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, είτε στην Κύπρο είναι ο τόπος επέλευσης της ζημιάς ή άλλως το γενεσιουργό της ζημιάς γεγονός. Θέση της Ενάγουσας είναι ότι ο Εναγόμενος αρ. 1 ήταν υψηλόβαθμο στέλεχος της Εναγομένης αρ. 2 και υπό τον πλήρη έλεγχο αυτής, ενεργούσε δε σύμφωνα με τις οδηγίες που λάμβανε από την Εναγομένη αρ.
  1. Εισήγηση αποτελεί ότι η Εναγόμενη αρ. 2 αποτελούσε 'σκιώδη διευθυντή' της Ενάγουσας λόγω της επιρροής που ασκούσε στον Εναγόμενο αρ.
  2. Στην Εναγόμενη αρ. 2 αποδίδονται πράξεις που συνιστούν δόλια υποβοήθηση προς τον Εναγόμενο αρ. 1 στο να παραβεί τα καθήκοντα πίστης που αυτός όφειλε προς την Ενάγουσα. Όπως προβάλλεται από πλευράς Ενάγουσας η συνομωσία μεταξύ των Εναγομένων έγκειται στο ότι σκοπός τους ήταν να προωθήσουν τα συμφέροντα της ΜΟΙΑ σε βάρος των συμφερόντων της Ενάγουσας. Ένας τρόπος με τον οποίο αυτό έγινε ήταν με το ότι η Εναγόμενη αρ. 2 είχε ψευδώς παραστήσει ότι θα συνέχιζε να επενδύει στην Ενάγουσα ενώ έπραξε το αντίθετο. Ισχυρίζεται η Ενάγουσα ότι οι πράξεις συνομωσίας έλαβαν χώρα, μεταξύ άλλων, σε συνεδρίες του Δ.Σ. της Ενάγουσας που έλαβαν χώρα στην Κύπρο. Στο στάδιο αυτό θα πρέπει να τονιστεί ότι το Δικαστήριο δεν θα προβεί στο πλαίσιο της Αίτησης αυτής σε ευρήματα και ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να επιληφθεί της διαφοράς θα εξεταστεί με βάση τα γεγονότα που συνθέτουν την απαίτηση (βλ. Powertools Electro SRL v Black & Decker (Ελλάς) Α.Ε.
(2013)1 Α.Α.Δ. 2182) και τα οποία μπορούν να συναχθούν από την Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση. Σε σχέση με την δικαιοδοσία, θέση της Ενάγουσας αποτελεί ότι η απαιτούμενη ζημιά προκλήθηκε από αστικά αδικήματα που διαπράχθηκαν εν όλω ή εν μέρει στην Κύπρο, η συνομωσία μεταξύ των Εναγομένων αρ. 1 και 2 που είχε ως αποτέλεσμα να υποστεί ζημιά η Ενάγουσα έλαβε χώρα, μεταξύ άλλων, και στην Κύπρο ενώ οι αδικοπραξίες των Εναγομένων προκάλεσαν ζημιά σε περιουσιακά στοιχεία της Ενάγουσας στην Κύπρο. Η Εναγομένη αρ. 2 προβάλλει την θέση ότι οι ανακοινώσεις και οι παρουσιάσεις έλαβαν χώρα στο Αμβούργο και αφορούσαν σε υπηρεσίες που θα παρέχονται στην Γερμανία. Η εταιρεία Split αποκτήθηκε στην Φινλανδία και η κοινοπραξία προγραμματίζετο να γίνει στο Ισραήλ. Η Ενάγουσα δεν έχει εμπορικά συμφέροντα στην Κύπρο, ενώ η οποιαδήποτε ζημιά στα βιβλία της Ενάγουσας είναι απλώς συνεπακόλουθο ζημιάς που υπέστη σε άλλο Κράτος μέλος. Οι Διοικητικοί Σύμβουλοι της Ενάγουσας διαμένουν εκτός Κύπρου και η διαχείριση της γίνεται από το Ισραήλ. Ουσιαστικά, εισηγείται, η μόνη σύνδεση με την Κύπρο είναι το ότι η Ενάγουσα συστάθηκε στην Κυπριακή Εταιρεία. Η Ενάγουσα στηρίζει την θέση της ότι η συνομωσία έλαβε χώρα στην Κύπρο στο αρ. 191Α του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ 113 το οποίο αναφέρει τα εξής: «191A. Εκτός αν ρητώς προβλέπεται στο καταστατικό εταιρείας, συνεδρίαση των συμβούλων δύναται να πραγματοποιείται τηλεφωνικώς ή με οποιαδήποτε άλλα μέσα με τα οποία πρόσωπα που συμμετέχουν σε αυτήν μπορούν παράλληλα να ακούουν και να ακούονται από όλα τα άλλα πρόσωπα που συμμετέχουν σε αυτήν και τα πρόσωπα που συμμετέχουν με τον τρόπο αυτό συνυπολογίζονται για σκοπούς διαπίστωσης απαρτίας και για κάθε άλλο σκοπό ως παρόντα στη συνεδρίαση των συμβούλων: Νοείται ότι, στην πιο πάνω περίπτωση η συνεδρίαση των συμβούλων θεωρείται ότι έχει πραγματοποιηθεί εκεί όπου ευρίσκεται το πρόσωπο το οποίο τήρησε τα πρακτικά της σχετικής συνεδρίασης των συμβούλων». Η συνεδρία ημερ. 14.11.2016 έλαβε χώρα στην Κύπρο με την φυσική παρουσία του Εναγομένου αρ. 1. Η Γραμματέας της Ενάγουσας είναι Κυπριακή εταιρεία. Έπεται πως θα πρέπει να θεωρηθεί ότι οι συνεδρίες έλαβαν χώρα στην Κύπρο. Η Ενάγουσα εισηγείται ότι στην συνεδρία ημερ. 14.11.2016 συζητήθηκαν πολύ σοβαρά στρατηγικά θέματα υψηλής εμπιστευτικότητας και ο Εναγόμενος αρ. 1, με την υποβοήθηση της Εναγομένης αρ. 2, τοποθετήθηκε εσκεμμένα εναντίον των συμφερόντων της Ενάγουσας. Στην Αίτηση για άδεια Επίδοσης Εκτός Δικαιοδοσίας επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 11 τα πρακτικά της πιο πάνω συνεδρίας στα οποία φαίνονται οι τοποθετήσεις του Εναγομένου αρ. 1 επί διαφόρων θεμάτων. Το κατά πόσο οι τοποθετήσεις αυτές ήταν προς όφελος της ΜΟΙΑ και εναντίον της Ενάγουσας δεν μπορεί να εξαχθεί ως εύρημα, όμως, από τα πρακτικά και μόνο. Το γεγονός ότι οι συνεδρίες του Δ.Σ. της Ενάγουσας έλαβαν χώρα στην Κύπρο από μόνο του, όμως, δεν αρκεί ώστε να δικαιολογήσει παρέκκλιση από τον κανόνα ότι Εναγόμενος ενάγεται στο Κράτος Μέλος όπου έχει την διαμονή του. Η ισχυριζόμενη συνομωσία δεν περιορίζεται, όπως φαίνεται, στα όσα διαμείφθησαν στις συνεδρίες του Δ.Σ. της Ενάγουσας, αλλά επεκτείνεται σε γεγονότα που έλαβαν χώρα κυρίως σε άλλα Κράτη Μέλη. Αναζητείται, εν προκειμένω, η ιδιαίτερα στενή σύνδεση των γεγονότων με την Κύπρο, η οποία δεν προκύπτει από τα πιο πάνω. Όπως έχει επανειλημμένα νομολογηθεί οι ειδικές βάσεις διεθνούς δικαιοδοσίας που προβλέπονται από το αρ. 7
(2)χρήζουν στενής ερμηνείας, μη επιτρέποντας ερμηνεία που να βαίνει πέραν των περιπτώσεων που ρητώς προβλέπει. (βλ Zuid-Chemie (πιο πάνω). Το σκεπτικό «στηρίζεται στην ύπαρξη ιδιαιτέρως στενού συνδέσμου μεταξύ της διαφοράς και άλλων δικαστηρίων, εκτός των δικαστηρίων του τόπου κατοικίας του Εναγομένου, συνδέσμου ο οποίος δικαιολογεί την απονομή διεθνούς δικαιοδοσίας στα δικαστήρια αυτά για λόγους ορθής απονομής της δικαιοσύνης και αποτελεσματικής οργανώσεως της δίκης» (βλ. Antonio Marinari v Lloyd's Bank plc, Case C-364/93, 19.9.1995). Στην απόφαση Mines de Potasse d' Alcase (πιο πάνω) λέχθηκαν τα ακόλουθα: « «
  1. Ωστόσο το άρθρο 5 προβλέπει περιπτώσεις ειδικής δωσιδικίας, μεταξύ των οποίων μπορεί να επιλέξει ο ενάγων. 1 11.Η καθιέρωση αυτής της ευχέρειας επιλογής στηρίχθηκε στη σκέψη ότι σε σαφώς καθορισμένες περιπτώσεις υπάρχει ιδιαίτερα στενός σύνδεσμος μεταξύ της διαφοράς και του δικαστηρίου που μπορεί να κληθεί να επιληφθεί αυτής, τούτο δε χάριν της αποτελεσματικής εκδικάσεώς της». Με τα πιο πάνω δεδομένα δεν πρέπει να επιτραπεί στον Ενάγοντα να χρησιμοποιεί τον ισχυρισμό ότι υπέστη ζημιά στα περιουσιακά του στοιχεία ώστε να δημιουργήσει δικαιοδοσία στην χώρα διαμονής του ιδίου, αφού κάτι τέτοιο θα ήταν αντίθετο στο πνεύμα το ΕΚ1215/
  2. Όπως λέχθηκε και στην Marinari (πιο πάνω) η δυνατότητα επιλογής που έχει ο ενάγοντας δεν μπορεί να επεκταθεί πέραν των ιδιαίτερων περιστάσεων που τη δικαιολογούν, ειδάλλως θα υπήρχε ο κίνδυνος να καταστεί άνευ περιεχομένου η γενική αρχή περί διεθνούς δικαιοδοσίας των δικαστηρίων του τόπου κατοικίας του εναγομένου. Όπως λέχθηκε στην Dumez France v Hessische Landesbank (Helaba) Case C-220/88, 11.1.1990: «
  3. Προς επίτευξη του στόχου αυτού ο οποίος έχει θεμελιώδη σημασία σε μια σύμβαση η οποία επιδιώκει κυρίως να διευκολύνει την αναγνώριση και την εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων εκτός των κράτους στο οποίο εκδόθηκαν, είναι αναγκαίο να αποφεύγεται ο πολλαπλασιασμός των αρμοδίων δικαστηρίων, πράγμα το οποίο οξύνει τους κινδύνους εκδόσεως ασυμβίβαστων μεταξύ τους αποφάσεων που αποτελεί λόγο μη αναγνωρίσεως ή μη εκτελέσεως, σύμφωνα με το άρθρο 27, σημείο 3, της Συμβάσεως.
  4. Επιπλέον, ο στόχος αυτός δεν επιτρέπεται να γίνεται ερμηνεία της Συμβάσεως έτσι ώστε να αναγνωρίζεται, πέραν των ρητώς προβλεπόμενων περιπτώσεων, η αρμοδιότητα των δικαστηρίων της κατοικίας του ενάγοντος, πράγμα το οποίο θα παρείχε τη δυνατότητα στον τελευταίο να καθορίζει το αρμόδιο δικαστήριο επιλέγοντας τον τόπο κατοικίας του». Αυτό έχει γίνει και στην προκειμένη περίπτωση. Μοναδική σύνδεση της Κύπρου με την επίδικη διαφορά είναι το ότι η συνεδρία ημερ. 14.11.2016 έλαβε χώρα στην Κύπρο, ενώ τα πρακτικά των λοιπών συνεδριών του Διοικητικού Συμβουλίου της Ενάγουσας που έγιναν με τηλεδιάσκεψη τηρήθηκαν από την Κυπριακή εταιρεία Γραμματέα της Ενάγουσας. Αυτά δεν αρκούν για να θεωρηθεί ότι υπάρχει τέτοιος σύνδεσμος με την Κύπρο που να δικαιολογεί παρέκκλιση από τον κανόνα ότι οι Εναγόμενοι θα πρέπει να εναχθούν στον τόπο όπου έχουν την κατοικία τους. Όσον αφορά στο ότι η Ενάγουσα υπέστη ζημιά στα περιουσιακά της στοιχεία στην Κύπρο, αυτή ήταν σαφώς συνεπακόλουθο της ζημιάς που ενδεχομένως υπέστη στις εργασίες της σε άλλο Κράτος Μέλος. Παραθέτω απόσπασμα από την απόφαση Verein fur Konsumenteninformation v Volkswagen AG (πιο πάνω) όπου λέχθηκαν τα εξής: «26 In this regard, the referring court accurately recalled that, according to settled case-law, the concept of the 'place where the harmful event occurred' cannot be construed so extensively as to encompass every place where the adverse consequences of an event, which has already caused damage actually occurring elsewhere, can be felt. Consequently, that concept cannot be construed as including the place where the victim claims to have suffered financial damage following initial damage arising and suffered by him in another State (judgments of 19 September 1995, Marinari, C-364/93, EU:C:1995:289, paragraphs 14 and 15, and of 29 July 2019, Tibor-Trans, C-451/18, EU:C:2019:635, paragraph 28 and the case-law cited). 27 The Court has also ruled, as regards point 3 of Article 5 of the Brussels Convention, that damage which is no more than the indirect consequence of the harm initially suffered by other persons who were the direct victims of damage which occurred at a place different from that where the indirect victim subsequently suffered harm cannot establish jurisdiction under that provision (see, to that effect, judgment of 11 January 1990, Dumez France and Tracoba, C-220/88, EU:C:1990:8, paragraphs 14 and 22). 28 Similarly, the Court has held that subsequent adverse consequences are not capable of providing a basis for jurisdiction under point 2 of Article 7 of Regulation No 1215/2012 (see, to that effect, judgment of 29 July 2019, Tibor-Trans, C-451/18, EU:C:2019:635, paragraph 27 and the case-law cited)». Ομοίως στην υπόθεση Herald Kolassa v Barclays Bank plc Case C-375/13, 28.1.2015 λέχθηκαν τα εξής: «48 It should be recalled that the Court has held that the phrase 'place where the harmful event occurred' does not refer to the applicant's place of domicile by reason only of the fact that he has suffered financial damage there resulting from the loss of part of his assets which arose and was incurred in another Member State (judgment in Kronhofer, C‑168/02, EU:C:2004:364, paragraph 21). 49 Therefore, the mere fact that the applicant has suffered financial consequences does not justify the attribution of jurisdiction to the courts of the applicant's domicile if, as was the situation in the case giving rise to the judgment in Kronhofer (EU:C:2004:364), both the events causing loss and the loss itself occurred in the territory of another Member State (see, to that effect, judgment in Kronhofer, EU:C:2004:364, paragraph 20)». Στην Dumez France v Hessische Landesbank (Helaba) (πιο πάνω) οι Ενάγοντες ζητούσαν αποζημίωση για οικονομική ζημιά που κατ' ισχυρισμό υπέστησαν στην έδρα τους στην Γαλλία λόγω ζημιάς που υπέστησαν αρχικά οι θυγατρικές τους εταιρείες στην Γερμανία. Αποφασίστηκε ότι: «13 Αντίθετα, στην υπό κρίση υπόθεση τόσο το αίτιο, όσο και οι άμεσες συνέπειες της ζημίας, την οποία οι εταιρίες Dumez κ.ά. ισχυρίζονται ότι τους προκάλεσε η καταγγελία, εκ μέρους των γερμανικών τραπεζών, των συμφωνιών περί χορηγήσεως δανείου στον εργολάβο προς χρηματοδότηση των εργασιών, πραγματοποιήθηκαν στο ίδιο κράτος μέλος, δηλαδή σε εκείνο στο οποίο ήταν εγκατεστημένες τόσο οι τράπεζες που θα χορηγούσαν τις πιστώσεις, όσο και ο εργολάβος του έργου και οι θυγατρικές των εταιριών Dumez κ.ά., στις οποίες είχε ανατεθεί η εκτέλεση των εργασιών. Η ζημία στην οποία αναφέρονται οι θυγατρικές εταιρίες Dumez κ.ά. είναι απλώς η έμμεση συνέπεια των οικονομικών απωλειών που υπέστησαν αρχικά οι θυγατρικές τους λόγω της καταγγελίας των συμφωνιών περί χορηγήσεως δανείου και της διακοπής των εργασιών που ακολούθησε. 14 Από αυτό προκύπτει ότι, στην υπό κρίση υπόθεση, η προβαλλόμενη ζημία είναι απλώς η έμμεση συνέπεια της ζημίας την οποία υπέστησαν αρχικά άλλα νομικά πρόσωπα, που ήταν άμεσα θύματα της ζημίας, η οποία επήλθε σε τόπο διαφορετικό από εκείνο όπου ο εμμέσως ζημιωθείς υπέστη στη συνέχεια βλάβη. 15 Κατά συνέπεια, πρέπει να εξετασθεί εάν ο όρος « τόπος όπου επήλθε η ζημία », κατά την έννοια της προαναφερθείσας αποφάσεως της 30ής Νοεμβρίου 1976, αναφέρεται στον τόπο όπου οι εμμέσως ζημιωθέντες διαπιστώνουν τις δυσμενείς συνέπειες της ζημίας σε βάρος της δικής τους περιουσίας. 16 Επ' αυτού, η Σύμβαση, θεσπίζοντας στον τίτλο II το σύστημα διεθνούς δικαιοδοσίας, έθεσε στο άρθρο 2 ως γενικό κανόνα την αρμοδιότητα των δικαστηρίων του κράτους της κατοικίας του εναγομένου. Εξάλλου, η Σύμβαση αντιμετωπίζει δυσμενώς τη διεθνή αρμοδιότητα των δικαστηρίων της κατοικίας του ενάγοντος, ορίζοντας μάλιστα στο άρθρο 3, δεύτερο εδάφιο, ότι δεν εφαρμόζονται εθνικές διατάξεις που προβλέπουν τη δικαιοδοσία αυτή έναντι των εναγομένων που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος συμβαλλομένου κράτους. 17 Μόνο κατ' εξαίρεση από το γενικό κανόνα της αρμοδιότητας των δικαστηρίων του κράτους όπου έχει την κατοικία του ο εναγόμενος θεσπίζονται, βάσει του τμήματος 2 του τίτλου II, ορισμένες ειδικές βάσεις διεθνούς δικαιοδοσίας, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και εκείνη του άρθρου 5, σημείο 3, της Συμβάσεως. Όπως έχει ήδη κρίνει το Δικαστήριο (προαναφερθείσα απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 1976, σκέψεις 10 και 11 ), αυτές οι περιπτώσεις ειδικής δωσιδικίας, μεταξύ των οποίων μπορεί να επιλέξει ο ενάγων, στηρίζονται στην ύπαρξη ιδιαίτερα στενού συνδέσμου μεταξύ της διαφοράς και δικαστηρίων άλλων από εκείνα του κράτους της κατοικίας του εναγομένου, ο οποίος σύνδεσμος δικαιολογεί τη δικαιοδοσία αυτών των δικαστηρίων για λόγους ορθής απονομής της δικαιοσύνης και αποτελεσματικής εκδικάσεως της διαφοράς. 18 Προς επίτευξη του στόχου αυτού, ο οποίος έχει θεμελιώδη σημασία σε μία σύμβαση η οποία επιδιώκει κυρίως να διευκολύνει την αναγνώριση και την εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων εκτός του κράτους στο οποίο εκδόθηκαν, είναι αναγκαίο να αποφεύγεται ο πολλαπλασιασμός των αρμοδίων δικαστηρίων, πράγμα το οποίο οξύνει τους κινδύνους εκδόσεως ασυμβίβαστων μεταξύ τους αποφάσεων που αποτελεί λόγο μη αναγνωρίσεως ή μη εκτελέσεως, σύμφωνα με το άρθρο 27, σημείο 3, της Συμβάσεως. 19 Επιπλέον, ο στόχος αυτός δεν επιτρέπει να γίνεται ερμηνεία της Συμβάσεως έτσι ώστε να αναγνωρίζεται, πέραν των ρητώς προβλεπομένων περιπτώσεων, η αρμοδιότητα των δικαστηρίων της κατοικίας του ενάγοντος, πράγμα το οποίο θα παρείχε τη δυνατότητα στον τελευταίο να καθορίζει το αρμόδιο δικαστήριο επιλέγοντας τον τόπο κατοικίας του. 20 Από τις προηγούμενες παρατηρήσεις προκύπτει ότι ναι μεν ο όρος « τόπος όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός » του άρθρου 5, σημείο 3, της Συμβάσεως αναφέρεται, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου (προαναφερθείσα απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 1976), στον τόπο όπου επήλθε η ζημία, πλην όμως δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ότι αναφέρεται μόνο στον τόπο όπου το ζημιογόνο γεγονός, ο υπαίτιος του οποίου υπέχει ευθύνη εξ αδικοπραξίας ή εξ οιονεί αδικοπραξίας, παρήγαγε απευθείας τα ζημιογόνα αποτελέσματα του σε βάρος του αμέσως ζημιωθέντος. 21 Εξάλλου, ο τόπος όπου εκδηλώθηκε η αρχική ζημία έχει συνήθως στενό σύνδεσμο με τα άλλα στοιχεία που στοιχειοθετούν την ευθύνη, ενώ αυτό δεν συμβαίνει, στις περισσότερες περιπτώσεις, με τον τόπο της κατοικίας του εμμέσως ζημιωθέντος. 22 Επομένως, στο ερώτημα το οποίο υπέβαλε το παραπέμπον δικαστήριο πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ο κανόνας διεθνούς δικαιοδοσίας ο οποίος περιέχεται στο άρθρο 5, σημείο 3, της Συμβάσεως δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιτρέπει στον ενάγοντα που επικαλείται ζημία, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, αποτελεί συνέπεια της ζημίας που υπέστησαν άλλα πρόσωπα που ζημιώθηκαν άμεσα από το ζημιογόνο γεγονός, να εναγάγει τον υπαίτιο του γεγονότος αυτού ενώπιον των δικαστηρίων του τόπου στον οποίο διαπίστωσε ο ίδιος την περιουσιακή του ζημία». (βλ. Επίσης Rudolf Kronhofer v Marianne Maier, Case C-168/
  5. 10.6.2004, Universal Music International BV v Schilling (πιο πάνω), ΑB fly LAL Lithuanian Airlines v Starptautiska lidosta «Riga" VAS, Case C-27/17, 5.7.2018). Των πιο πάνω δεδομένων κατάληξη μου αποτελεί ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια στερούνται δικαιοδοσίας να εκδικάσουν την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή δυνάμει των προνοιών του αρ. 7
(2)του ΕΚ1215/
  1. Η κατάληξη μου αυτή καθιστά αχρείαστη την ενασχόληση μου με οποιοδήποτε άλλο ζήτημα ηγέρθη. Εκδίδεται συναφώς διάταγμα με το οποίο παραμερίζεται και ακυρώνεται το διάταγμα και/ή η άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας ημερ. 27.11.2019 και η επίδοση της αγωγής στην Εναγόμενη αρ.
  2. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο παραμερίζεται και ακυρώνεται η άδεια σφράγισης και καταχώρισης του Κλητηρίου Εντάλματος ημερ. 6.11.2019 στο πλαίσιο της Αίτησης με αρ. 287/
  3. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο παραμερίζεται και αναστέλλεται η αγωγή και η Ειδοποίηση του Κλητηρίου Εντάλματος και το Κλητήριο Ένταλμα. Τα έξοδα δεν υπάρχει λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται υπέρ της Εναγομένης αρ. 2 - Αιτήτριας και εναντίον της Ενάγουσας - Καθ'ης η Αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) Μαρίνα Παπαδοπούλου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] «First, the Regulation is to be given a community, not a national, construction». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.