Παύλου κ.α. ν. Masteco Developers Ltd, Αρ. Αγωγής: 14/21, 25/8/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A237 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 14/21 Μεταξύ: 1.ΧΧΧΧ Παύλου, από την Λεμεσό 2.ΧΧΧΧ Παύλου, από την Λεμεσό Ενάγοντες/Αιτητές και Masteco Developers Ltd, από την Λεμεσό Εναγόμενη/Καθ' ης η αίτηση Ημερομηνία: 25.8.21 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες/Αιτητές: κ. Ν. Καλλής Για την Gordian Holdings Limited/ ενδιαφερόμενο μέρος: κκ Κούσιος Κορφιώτης Παπαχαραλάμπους ΔΕΠΕ ------------------------------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε αίτηση που υποβλήθηκε μονομερώς εκ μέρους των Εναγόντων/Αιτητών, από τώρα και στο εξής «οι Αιτητές», στις 18.1.21 με την οποία ζητείται η έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Στις 19.1.21 που η αίτηση ήταν ορισμένη για πρώτη εμφάνιση το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα ως η παράγραφος Β της υπό κρίση αίτησης το οποίο και όρισε επιστρεπτέο στις 25.1.21, από τώρα και στο εξής «το διάταγμα». Οι θεραπείες υπό παραγράφους Α, Γ και Δ αποσύρθηκαν από την πλευρά των Αιτητών και κατά συνέπεια απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο. Το διάταγμα απαγόρευε στην Εναγόμενη και/ή σε οποιοδήποτε τρίτο φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο έλκει οποιοδήποτε δικαίωμα επί του διαμερίσματος με αριθμό θύρας 203 το οποίο βρίσκεται στην οικοδομή «ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ Court», αριθμός εγγραφής 0/1ΧΧΧ9, Φ/Σχ 5Χ/4Χ, Τμήμα 0, τεμάχιο ΧΧ, στην τοποθεσία ΧΧΧΧ στην περιοχή ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ της επαρχίας ΧΧΧΧ να πωλήσει και/ή υποθηκεύσει και/ή διαθέσει και/ή μεταβιβάσει και/ή αποξενώσει και/ή επιβαρύνει καθ' οιονδήποτε τρόπο το εν λόγω διαμέρισμα. Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, θθ. 1-9, στα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, όπως τροποποιήθηκε, στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, όπως τροποποιήθηκε, και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από ένορκο δήλωση του Ενάγοντα 1, από τώρα και στο εξής «ο Ενάγων 1» ο οποίος είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Ενάγοντα 2 και αδελφό του να προβεί στην εν λόγω ένορκο δήλωση. Η Εναγόμενη δεν ενέστη στην έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων αφού στις 25.1.21 και ενώ επιδόθηκαν δεόντως σε αυτήν, μεταξύ άλλων, αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης και του διατάγματος δεν εμφανίσθηκε. Εμφανίσθηκε η εταιρεία Gordian Holdings Limited, από τώρα και στο εξής «η εταιρεία», στην οποία δόθηκε άδεια από αδελφό Δικαστή, ο οποίος επιλήφθηκε της υπόθεσης στις 25.1.21, να εμφανισθεί στην διαδικασία ως ενδιαφερόμενο μέρος και να καταχωρήσει ένσταση. Την ίδια ημέρα το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες όπως ο δικηγόρος των Αιτητών εφοδιάσει την εταιρεία με αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος και της υπό κρίση αίτησης. Εκ μέρους της εταιρείας καταχωρήθηκε στις 2.3.21 Ειδοποίηση Ένστασης η οποία συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του ΧΧΧΧ Τσαγγάρη, Λειτουργού στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών της εταιρείας από τις 18.1.20, από τώρα και στο εξής «ο Τσαγγάρης». Προηγουμένως και συγκεκριμένα από τον Οκτώβριο του 2013 ο Τσαγγάρης ήταν Λειτουργός στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ. Ο Τσαγγάρης γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο αδελφός Δικαστής ο οποίος επιλήφθηκε της υπόθεσης στις 25.1.21 την ημέρα εκείνη διέταξε όπως αναφορικά με την Εναγόμενη το διάταγμα καταστεί απόλυτο. Στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Οι Αιτητές αγόρασαν από την Εναγόμενη το διαμέρισμα με αριθμό θύρας ΧΧΧ στην οικοδομή «ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ Court», αριθμός εγγραφής 0/1ΧΧΧ9, Φ/Σχ 5Χ/4Χ, Τμήμα 0, τεμάχιο ΧΧ, στην τοποθεσία ΧΧΧΧ, στην περιοχή ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ της επαρχίας ΧΧΧΧ, από τώρα και στο εξής «το διαμέρισμα», χωρίς να έχει καταρτισθεί αγοραπωλητήριο έγγραφο μεταξύ των διαδίκων. Η Εναγόμενη είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο από τις 16.12.14, πράγμα που είναι παραδεκτό από την πλευρά της εταιρείας. Η αξία του διαμερίσματος κατά τον ουσιώδη χρόνο, προφανώς εννοείται το τίμημα, ήταν Λ.Κ.100.000,00 σεντ, ήτοι Ευρώ 168.004,92 σεντ, στο οποίο ποσό δεν συμπεριλαμβάνονταν το ΦΠΑ. Το διαμέρισμα πληρώθηκε με δύο επιταγές της τότε Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας Λτδ αξίας Λ.Κ.50.000,00 σεντ ημερομηνίας 8.7.09, η μια, και Λ.Κ.25.000,00 σεντ ημερομηνίας 9.6.09, η άλλη. Επιπλέον καταβλήθηκαν δύο δόσεις μετρητών και συγκεκριμένα Λ.Κ.20.000,00 σεντ στις 31.11.07 και Λ.Κ.5.000,00 σεντ στις 15.4.
- Κατά παράβαση των καθηκόντων και υποχρεώσεών της η Εναγόμενη παρέλειψε να μεταβιβάσει το διαμέρισμα στους Αιτητές παρά το ότι τους το παρέδωσε με αποτέλεσμα οι Αιτητές να υποστούν ζημία, ταλαιπωρία και έξοδα. Οι Αιτητές έχουν πολύ καλή βάση αγωγής και η πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής είναι πέραν από σίγουρη. Η Εναγόμενη στερείται άλλης περιουσίας. Σύμφωνα με πληροφορίες που έλαβε ο Ενάγων 1 από συγγενικό πρόσωπο του Διευθυντή της Εναγόμενης πρόθεση του τελευταίου είναι να πωλήσει το διαμέρισμα και να φύγει μόνιμα για το εξωτερικό. Σε τέτοια περίπτωση θα είναι αδύνατο να ικανοποιηθεί τυχόν υπέρ των Αιτητών εκδοθείσα δικαστική απόφαση. Συνεπώς είναι επείγον να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Επίσης συνεπεία της συμπεριφοράς της Εναγόμενης οι Αιτητές έχουν υποστεί ζημιά ύψους Ευρώ 168.004,92 σεντ. Ο Ενάγων 1 επισύναψε στην ένορκό του δήλωση τα ακόλουθα έγγραφα: αντίγραφο πιστοποιητικού ακίνητης ιδιοκτησίας αναφορικά με το διαμέρισμα - Τεκμήριο 1 αντίγραφα αποδείξεων είσπραξης με ημερομηνίες 26.10.07, 31.11.07 και 15.4.08 - Τεκμήριο 2 αντίγραφα δύο επιταγών της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας Λτδ ημερομηνιών 8.7.09 και 9.6.09 για τα ποσά των Ευρώ 50.000,00 σεντ και Ευρώ 25.000,00 σεντ αντίστοιχα - Τεκμήριο
- Στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Η εταιρεία είναι εταιρεία εξαγοράς πιστωτικών διευκολύνσεων η οποία συστάθηκε νόμιμα, λειτουργεί σύμφωνα με τον Περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113, όπως τροποποιήθηκε, και εδρεύει στην Λευκωσία. Η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ μεταβίβασε στην εταιρεία, μεταξύ άλλων, πιστωτικές διευκολύνσεις που είχαν παραχωρηθεί στην Εναγόμενη καθώς και τις εξασφαλίσεις που η Εναγόμενη είχε παραχωρήσει στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ για την παροχή των διευκολύνσεων. Σύμφωνα με τον Τσαγγάρη οι εξασφαλίσεις είναι οι υποθήκες με αριθμούς Υ4ΧΧ0/0Χ και Υ3ΧΧ9/0Χ με ημερομηνίες 18.4.07 και 27.4.06 αντίστοιχα και αφορούν στο διαμέρισμα. Σχετικά είναι τα Τεκμήρια 3-12 στην ένορκο δήλωση του Τσαγγάρη. Το τελευταίο τεκμήριο είναι «πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας». Σύμφωνα με το Τεκμήριο 12, λοιπόν, η Εναγόμενη είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του διαμερίσματος με αριθμό Χ, στον Χο όροφο, με αριθμό εγγραφής 0/1ΧΧΧ9, τεμάχιο ΧΧ στον ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ της επαρχίας ΧΧΧΧ. Το εν λόγω διαμέρισμα επιβαρύνεται με τις υποθήκες με αριθμούς Υ3ΧΧ9/0Χ ημερομηνίας 27.4.06 και Υ4ΧΧ0/0Χ ημερομηνίας 18.4.
- Ο Τσαγγάρης αγνοεί το περιεχόμενο των παραγράφων 7-17 της ένορκης δήλωσης του Ενάγοντα
- Όπως, όμως, και να' χει τα όσα ο Ενάγων 1 ισχυρίζεται στην ένορκό του δήλωση δεν νομιμοποιούν, σύμφωνα με τον ίδιο, τους Αιτητές να έχουν οποιαδήποτε αξίωση επί του διαμερίσματος και ως εκ τούτου να επιδιώκουν την μη πώλησή του από την εταιρεία ούσα η ενυπόθηκος δανειστής. Η εγγραφή των υποθηκών Υ4ΧΧ0/0Χ και Υ3ΧΧ9/0Χ προηγείται οποιουδήποτε άλλου δικαιώματος δύναται να πηγάζει από την ισχυριζόμενη προφορική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων. Επίσης οι Αιτητές πριν την αγορά του διαμερίσματος όφειλαν να προβούν σε έρευνα μέσω του Κτηματολογίου για να διαπιστώσουν αν υπήρχαν εγγεγραμμένες επιβαρύνσεις επί του διαμερίσματος, πράγμα το οποίο, όπως φαίνεται, δεν έπραξαν. Επίσης το αν οι Αιτητές έπεσαν θύματα απάτης από την Εναγόμενη, αυτό, δεν επηρεάζει τα δικαιώματα της εταιρείας που προκύπτουν από τις συμβάσεις υποθήκης και οι Αιτητές δεν νομιμοποιούνται στην έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος εναντίον της εταιρείας ιδιαίτερα όταν με την αγωγή τους εξαιτούνται εναντίον της Εναγόμενης την επιδίκαση αποζημιώσεων. Περαιτέρω οι Αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια αφού απέκρυψαν από το Δικαστήριο το γεγονός ότι επί του διαμερίσματος είναι εγγεγραμμένες οι υποθήκες με αριθμούς Υ4ΧΧ0/0Χ και Υ3ΧΧ9/0Χ προς όφελος της εταιρείας, πράγμα το οποίο ήταν εις γνώση τους όπως εις γνώση τους ήταν, επίσης, ο προγραμματισμένος πλειστηριασμός του διαμερίσματος από την εταιρεία για τις 19.1.21, ήτοι την ημέρα έκδοσης του διατάγματος. Αυτό επιβεβαιώνεται από το ότι μόλις 30 λεπτά μετά την έκδοση του διατάγματος η πρώτη έγνοια του δικηγόρου των Αιτητών ήταν να αποστείλει το διάταγμα στην εταιρεία με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο. Το ηλεκτρονικό μήνυμα στάλθηκε η ώρα 10:16 της 19.1.
- Συνεπώς οι Αιτητές δεν δικαιούνται να επικαλούνται το δίκαιο της επιείκειας. Αντίγραφο του εν λόγω ηλεκτρονικού μηνύματος ημερομηνίας 19.1.21 επισυνάπτεται στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση - Τεκμήριο
- Επίσης δεν πληρούται καμία από τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, όπως τροποποιήθηκε. Ακόμα και αν ήθελε γίνει αποδεκτό ότι πληρούνται οι πρώτες δύο η τρίτη προϋπόθεση οπωσδήποτε δεν πληρούται και κατά συνέπεια δεν τίθεται θέμα ανεπανόρθωτης ζημιάς ως οι Αιτητές αναληθώς ισχυρίζονται. Οι Αιτητές ενώ, από την μια, ισχυρίζονται ότι η Εναγόμενη αδυνατεί να τους αποζημιώσει, από την άλλη, παρέλειψαν να παρουσιάσουν μαρτυρία σε σχέση με την οικονομική της αφερεγγυότητα και με την αγωγή τους απαιτούν εναντίον της την επιδίκαση αποζημιώσεων. Αν δε ήθελαν να στραφούν εναντίον της εταιρείας, αυτή, διαθέτει περιουσιακά στοιχεία. Το διάταγμα σκοπό έχει να καθυστερήσει την διαδικασία ανάκτησης από την εταιρεία του διαμερίσματος και, μάλιστα, με δόλιο τρόπο. Το διάταγμα δεν μπορεί να υπερφαλαγγίσει τα δικαιώματα τρίτου αθώου μέρους τα οποία είναι κατοχυρωμένα μέσα από τις επίδικες συμφωνίες υποθήκης και την σχετική Νομοθεσία. Η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο με έξοδα εναντίον των Αιτητών και υπέρ της εταιρείας. Η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη στην βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την υπό κρίση αίτηση και την ένσταση. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι επιχειρηματολόγησαν υποστηρίζοντας την θέση του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί. Κρίνω σκόπιμο να εξετάσω πρώτα τον 4ο λόγο ένστασης που άπτεται της μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων από μέρους των Αιτητών αφού σύμφωνα με την Νομολογία όταν το Δικαστήριο διαπιστώσει απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων δεν προχωρεί σε εξέταση της αίτησης επί της ουσίας. Σύμφωνα με τον 4ο λόγο ένστασης: «οι Ενάγοντες δεν έχουν προβεί σε πλήρη και/ή αληθή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων και/ή γεγονότων που σχετίζονται με την αίτηση και/ή δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καλή πίστη και/ή με καθαρά χέρια και/ή απέκρυψαν σημαντικά στοιχεία και/ή ουσιώδη γεγονότα». Η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στην μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου. Ακριβώς επειδή στο στάδιο που η αίτηση υποβάλλεται η μόνη μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αυτή που προσκομίζεται από τον αιτητή ο αιτητής οφείλει να παρουσιάσει και να περιγράψει την υπόθεση στον Δικαστή όσο πιο δίκαια γίνεται. Θα πρέπει να τεθούν εις γνώση του Δικαστή οιεσδήποτε τυχόν υπερασπίσεις του καθ' ου η αίτηση ή οποιαδήποτε τυχόν προβλήματα ώστε η κρίση του Δικαστή να είναι όσο πιο αντικειμενική μπορεί να είναι στο αρχικό αυτό στάδιο της υπόθεσης (Βλ. Mark S.W. Hoyle, «The Mareva Injunction and Related Orders»,
(1997), 3η έκδοση, σελ. 71 υπό τον τίτλο «Lack of full disclosure»). Το Δικαστήριο στην περίπτωση της μη αποκάλυψης απαντά: «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει την διαταγή που έδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία (Βλ Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου, πιο πάνω). Η απόκρυψη ανατρέπει την βάση του διατάγματος και το καθιστά ακυρωτέο. Το διάταγμα που δόθηκε χωρίς να τηρηθεί η υποχρέωση αυτή του αιτητή θα πρέπει να ακυρωθεί κατά την inter partes ακρόαση της αίτησης (Βλ. Δήμος Πάφου ν. Σοφοκλή Βοσκού (
(2001)1 ΑΑΔ 1168). Οι παράμετροι και οι διαστάσεις της υποχρέωσης αποκάλυψης σε μονομερείς αιτήσεις αναπτύχθηκαν από τον Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κ. Πική, όπως ήταν τότε, δίνοντας την απόφαση της Ολομέλειας στην υπόθεση Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 597. Στις σελίδες 601-602 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση την χορήγηση θεραπείας πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου». Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επενεργεί καταλυτικά, διασαλεύοντας την βάση του διατάγματος, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του Δικαστηρίου. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Όπως ενδεικτικά αναφέρθηκε από τον Πρόεδρο Πική, όπως ήταν τότε, στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd ν. Χρήστου, πιο πάνω, στις σελίδες 602-603: «Όπως διαπιστώσαμε στην Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd . πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Το κριτήριο είναι . κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά εξ' αντικειμένου ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, οπότε, στην απουσία του αυτή τούτη η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής». Στην Αγγλική υπόθεση The King v. The General Commissioners for the Purposes of the Income Tax Acts for the District of Kensington, ex parte Princess Edmond De Polignac
(1917)1 KB 486 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «It has been for many years the rule of the Court and one which it is of the greatest importance to maintain, that when an applicant comes to the Court to obtain relief on an ex parte statement he should make a full and fair disclosure of all the material facts - facts, not law. He must not misstate the law if he can help it - the Court is supposed to know the law. But it knows nothing about the facts and the penalty by which the Court enforces that obligation is that if it finds out that the facts have not been fully and fairly stated to it, the Court will set aside any action which it has taken on the faith of the imperfect statement». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Για πολλά χρόνια αποτελεί κανόνα του Δικαστηρίου και είναι πολύ σημαντικό όπως ο κανόνας αυτός διατηρηθεί σε ισχύ ότι όταν ένας αιτητής αποτείνεται στο Δικαστήριο για ενδιάμεση θεραπεία με μονομερή αίτηση οφείλει να κάνει πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων - γεγονότων και όχι του Νόμου. Δεν πρέπει να παραθέσει λανθασμένα τον Νόμο - το Δικαστήριο θεωρείται ότι γνωρίζει τον Νόμο. Δεν γνωρίζει, όμως, τίποτα για τα γεγονότα και η τιμωρία διά της οποίας το Δικαστήριο διασφαλίζει την υποχρέωση αυτή είναι ότι αν το Δικαστήριο ανακαλύψει ότι τα γεγονότα δεν έχουν εκτεθεί ενώπιόν του πλήρως και με τρόπο δίκαιο το Δικαστήριο θα παραμερίσει οποιαδήποτε απόφαση έλαβε δίδοντας πίστη στην ανακριβή δήλωση». Στην υπόθεση M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co of USA
(1997)1(Γ) ΑΑΔ 1791 αποφασίσθηκε ότι το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται στο πλαίσιο της αντιδικίας των μερών. Το ουσιώδες του γεγονότος προσδιορίζεται με αναφορά στα επίδικα θέματα του αιτήματος για απαγορευτικό διάταγμα όπως καθορίζονται από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, όπως τροποποιήθηκε. Ό,τι πρέπει να αποκαλυφθεί σε κάθε περίπτωση είναι: «.γεγονότα γνωστά στον αιτητή ή γεγονότα τα οποία θα μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογες προσπάθειες, τα οποία σχετίζονται με: (α) το βάσιμο του δικαιώματός του, όπως διαγράφεται στο δικόγραφό του, (β) την σοβαρότητα του ζητήματος, το οποίο εγείρεται καθώς και (γ) την πιθανότητα επιτυχίας». Τέλος, η υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο ουσιώδη γεγονότα που είναι γνωστά στον αιτητή, αλλά και εκείνα που ο αιτητής μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογη έρευνα (Βλ. Bank Mellat v. Nikpour
(1985)F.S.R. 87). Εναπόκειται στον Δικαστή κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκτιμήσει την σημασία των στοιχείων που απεκρύβησαν. Ο Δικαστής κρίνει, και όχι ο αιτητής ή ο δικηγόρος του, αν το γεγονός που παραλείφθηκε είναι ουσιαστικό, αν ήταν γνωστό στον αιτητή ή όχι, αν μπορούσε εύλογα να γίνει γνωστό ή αν η παράλειψη έγινε χωρίς σκοπό παραπλάνησης (Βλ. Rex Kensington Income Tax Commissioners
(1917)1 KB 486). Η πλευρά των Αιτητών δεν αμφισβήτησε με ένα από τους τρόπους που επιτρέπουν οι Θεσμοί της Πολιτικής Δικονομίας οποιοδήποτε από τους ισχυρισμούς του Τσαγγάρη οι οποίοι εκτίθενται στην ένορκό του δήλωση. Μεταξύ άλλων, η πλευρά των Αιτητών δεν αμφισβήτησε τα όσα ο Τσαγγάρης ισχυρίσθηκε αναφορικά με τις υποθήκες που επιβαρύνουν το διαμέρισμα, ότι οι υποθήκες αυτές παραχωρήθηκαν από την Εναγόμενη προς όφελος, αρχικά, της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ και, μετέπειτα, της εταιρείας, τον πλειστηριασμό ο οποίος ήταν προγραμματισμένος να λάβει χώρα στις 19.1.21 και την γνώση των Αιτητών για όλα τα πιο πάνω. Δεν αμφισβήτησε, ακόμα, ότι ο δικηγόρος των Αιτητών στις 19.1.21 απέστειλε με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο την επιστολή - Τεκμήριο 14 στην ένορκο δήλωση του Τσαγγάρη - με την οποία πληροφορούσε την εταιρεία ότι ενωρίτερα την ίδια ημέρα είχε εκδοθεί το διάταγμα. Συν τοις άλλοις η μαρτυρία του Τσαγγάρη είναι σαφής και θετική. Επίσης τα τεκμήρια που επισυνάπτονται στην ένορκο δήλωση του Τσαγγάρη επιβεβαιώνουν τους αντίστοιχους ισχυρισμούς του. Τέλος, το ότι το διαμέρισμα επιβαρύνεται με τις προαναφερθείσες υποθήκες επιβεβαιώνεται από το Τεκμήριο
- Υπό το φως όλων των πιο πάνω οι ισχυρισμοί του Τσαγγάρη οι οποίοι περιλαμβάνονται στις παραγράφους 1-4 της ένορκής του δήλωσης είναι αποδεκτοί. Αποδεκτό, όπως πιο κάτω θα διαφανεί, είναι και το περιεχόμενο των παραγράφων 9 και
- Προκύπτει, επομένως, μεταξύ άλλων, ότι για τις 19.1.21 είχε προγραμματισθεί ιδιωτικός πλειστηριασμός του διαμερίσματος, διαδικασία την οποία κίνησε η εταιρεία ως η ενυπόθηκος δανειστής, προδήλως δυνάμει του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, Ν.9/65, όπως τροποποιήθηκε, από τώρα και στο εξής «ο Νόμος». Το πιο πάνω γεγονός οι Αιτητές το απέκρυψαν από το Δικαστήριο. Και για να πείσουν το Δικαστήριο για την αναγκαιότητα της έκδοσης του διατάγματος ισχυρίσθηκαν άλλα πράγματα τα οποία πόρρω απείχαν από αυτό που αποτελούσε τον πραγματικό τους φόβο. Συγκεκριμένα ισχυρίσθηκαν ότι η Εναγόμενη επιδίωκε να αποξενώσει το διαμέρισμα πουλώντας το σε τρίτους. Στην πραγματικότητα, όμως, αυτό που οι Αιτητές με την υπό κρίση αίτηση ήθελαν να πετύχουν δεν ήταν την αποτροπή της πώλησης του διαμερίσματος σε τρίτους από την Εναγόμενη, αλλά την ματαίωση του πλειστηριασμού από την εταιρεία. Έτσι εξηγείται η αποστολή της επιστολής - Τεκμήριο 14 στην ένορκο δήλωση του Τσαγγάρη - από τον δικηγόρο των Αιτητών προς την εταιρεία με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο την ημέρα έκδοσης του διατάγματος και λίγη μόνο ώρα μετά την έκδοσή του. Έτσι εξηγείται και ο τρόπος με τον οποίο είναι διατυπωμένη η παράγραφος Β της υπό κρίση αίτησης. Αυτή είναι διατυπωμένη με τρόπο ώστε να απευθύνεται όχι μόνο στην Εναγόμενη αλλά και στην εταιρεία αφού απευθύνεται και «. σε οιονδήποτε τρίτο φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο έλκει οιονδήποτε δικαίωμα επί του εν τη παραγράφω Α. ανωτέρω περιγραφομένου ακινήτου .». Η αναφορά σε τρίτο που έλκει δικαίωμα επί του διαμερίσματος δεν ήταν τυχαία. Προδήλως, στόχευε όπως το διάταγμα που θα εκδίδονταν εδύνατο να απευθυνθεί και προς την εταιρεία προς εξυπηρέτηση του σκοπού των Αιτητών. Χωρίς, όμως, να αποκαλυφθεί στο Δικαστήριο από την πλευρά των Αιτητών η ύπαρξη της εταιρείας, η ιδιότητα και ο τρόπος λειτουργίας της καθώς και το ότι η εταιρεία είχε ξεκινήσει διαδικασία πλειστηριασμού του διαμερίσματος στην βάση των προνοιών του Νόμου. Είναι φανερό ότι με την πιο πάνω φράση οι Αιτητές στόχευαν να πετύχουν αυτά που δεν θα μπορούσαν να πετύχουν αν αποκάλυπταν τα γεγονότα που απέκρυψαν. Είναι πέρα από έκδηλο ότι οι Αιτητές ενήργησαν με δόλιο τρόπο όπως και ο Τσαγγάρης διαλαλεί. Κρίνω πως τα γεγονότα που απέκρυψαν οι Αιτητές περιλαμβανομένων της ύπαρξης των υποθηκών επί του διαμερίσματος και του επικείμενου πλειστηριασμού με ενυπόθηκο δανειστή την εταιρεία ήταν ουσιώδη γεγονότα και ότι η αποκάλυψή τους από τους Αιτητές θα μπορούσε να ασκήσει επιρροή στην δικαστική κρίση. Κατ' αρχή το Δικαστήριο θα αναλογίζονταν ότι σε μια τέτοια περίπτωση θα έπρεπε να λάβει σοβαρά υπόψη ότι αν επιλαμβάνονταν της υπό κρίση αίτησης μονομερώς θα στερούσε από την εταιρεία το δικαίωμα να ακουσθεί ούσα ενδιαφερόμενο μέρος αφ' ης στιγμής ο πλειστηριασμός ήταν προγραμματισμένος να λάβει χώρα στις 19.1.21, δηλαδή, την ημέρα που η υπό κρίση αίτηση ήταν ορισμένη για πρώτη εμφάνιση και το Δικαστήριο όφειλε να της επιληφθεί και να αποφασίσει επ' αυτής. Πρωτίστως δε θα αναλογίζονταν κατά πόσο θα ήταν ορθό το διάταγμα να απευθύνεται στην εταιρεία αφού κάτι τέτοιο θα είχε ως αποτέλεσμα την ματαίωση του πλειστηριασμού, όπερ και εγένετο, στον οποίο η εταιρεία εδύνατο να προβεί δυνάμει του Νόμου. Θα αναλογίζονταν, με άλλα λόγια, αν θα ήταν ορθό και δίκαιο να ματαιωθεί ο προγραμματισμένος πλειστηριασμός και να στερηθεί η εταιρεία του εκπλειστηριάσματος επειδή τρίτα πρόσωπα, όπως οι Αιτητές, που δεν έχουν δικαίωμα σύμφωνα με τον Νόμο να ακυρώσουν πλειστηριασμό απλά έχουν απαίτηση εναντίον της Εναγόμενης. Ο Νόμος δίδει το δικαίωμα στον ενυπόθηκο δανειστή, στην προκειμένη περίπτωση την εταιρεία, για σκοπούς εξασφάλισης του λαβείν της να ακολουθήσει την προβλεπόμενη από αυτόν διαδικασία πλειστηριασμού ακινήτου το οποίο αποτελεί αντικείμενο υποθήκης η οποία παραχωρείται από τον ενυπόθηκο οφειλέτη για σκοπούς εξασφάλισης. Σύμφωνα με τον Νόμο ο πλειστηριασμός δύναται να ακυρωθεί στα πλαίσια αίτησης/έφεσης αν ο ενυπόθηκος οφειλέτης - και κανένας άλλος - εξασφαλίσει υπέρ του παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα στα πλαίσια αγωγής σύμφωνα με το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (άρθρο 44Γ
(3)(δ)). Σύμφωνα με τον Νόμο «ενυπόθηκος οφειλέτης» είναι ο κύριος ακινήτου που συνιστά υποθήκη επί του ακινήτου αυτού (άρθρο 44ΙΕ). Οι Αιτητές δεν είναι, όμως, ο ενυπόθηκος οφειλέτης. Ενυπόθηκος οφειλέτης στην προκειμένη περίπτωση είναι η Εναγόμενη. Η μη αποκάλυψη της ύπαρξης των υποθηκών οι οποίες επιβαρύνουν το διαμέρισμα και του επικείμενου πλειστηριασμού συνιστά εξ' αντικειμένου ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία του πιο πάνω στοιχείου η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής και πρέπει να ακυρωθεί. Η εξέταση των λοιπών λόγων ένστασης παρέλκει. Υπενθυμίζεται, επίσης, ότι για την Εναγόμενη το διάταγμα έχει καταστεί απόλυτο. Συνεπώς το διάταγμα ημερομηνίας 19.1.21 καθ' όσον αυτό αφορά στην εταιρεία, ήτοι την Gordian Holdings Limited, «και/ή σε οιονδήποτε τρίτο φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο έλκει οιονδήποτε δικαίωμα επί του διαμερίσματος», ήτοι του διαμερίσματος με αριθμό θύρας ΧΧΧ στην οικοδομή «ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ Court», αριθμός εγγραφής 0/1ΧΧΧ9, Φ/Σχ 5Χ/4Χ, Τμήμα 0, τεμάχιο ΧΧ, στην τοποθεσία ΧΧΧΧ, στην περιοχή ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ της επαρχίας ΧΧΧΧ, ακυρώνεται. Τα έξοδα της υπό κρίση αίτησης όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ της εταιρείας, ήτοι της Gordian Holdings Limited, και εναντίον των Εναγόντων 1 και 2/Αιτητών αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως. (Υπ.) ........... Π. Μιχαηλίδης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο