T., ως κηδεμόνας και/ή το πρόσωπο που ασκεί την γονική μέριμνα του ανήλικου XXX T. ν. M. κ.α., Αρ. Αγωγής: 3031/17, 19/8/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A234 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαδοπούλου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3031/17 Μεταξύ: XXX T., ως κηδεμόνας και/ή το πρόσωπο που ασκεί την γονική μέριμνα του ανήλικου XXX T., από τη Λεμεσό Ενάγοντα ν
- XXX M., από τη Λεμεσό
- LLC Falkon Air, από τη Ρωσική Ομοσπονδία Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 26.3.2018 για διαγραφή παραγράφων Ένορκης Δήλωσης Ημερ.: 19 Αυγούστου, 2021 Για τον Eνάγοντα - Αιτητή: κα Α. Σάββα Για τον Εναγόμενο αρ.1 - Καθ' ου η Αίτηση: κα Μ. Αυξεντίου Α Π Ο Φ Α Σ Η Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρίστηκε την 27.10.2017 και με αυτήν αξιώνονται αναγνωριστικές αποφάσεις και διακηρύξεις που αφορούν στην ιδιοκτησία μετοχών της Εναγόμενης αρ. 2 και την κατοχή αυτών υπό την ιδιότητα των Εναγομένων ως καταπιστευματοδόχοι προς όφελος και για λογαριασμό του ανήλικου υιού του Ενάγοντα. Την ίδια μέρα καταχωρίστηκε αίτηση για παροχή άδειας επίδοσης Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος στο εξωτερικό, η οποία και δόθηκε, όπως δόθηκε παρόμοια άδεια μαζί με άδεια για υποκατάστατο επίδοση στις 13.11.
- Ο Εναγόμενος αρ. 1 καταχώρισε ακολούθως αίτηση για παροχή άδειας καταχώρισης Εμφάνισης υπό Διαμαρτυρία, η οποία δόθηκε, και της οποίας ακολούθησε διαδικασία για παραμερισμό τόσο του Κλητηρίου Εντάλματος η οποία απορρίφθηκε μετά από ακροαματική διαδικασία. Παράλληλα με τα πιο πάνω την 27.10.2017 ο Ενάγοντας είχε καταχωρίσει αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων τα οποία εξεδόθησαν την 30.10.
- Η Ένσταση του Εναγομένου αρ. 1 στην Αίτηση για Προσωρινά Διατάγματα καταχωρίστηκε την 6.3.
- Ακολούθησε η υπό εκδίκαση Αίτηση με την οποία ο Ενάγοντας ζητά τα πιο κάτω: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διαγράφονται και/ή ακυρώνονται και/ή παραμερίζονται ως αχρείαστες και/ή επιπόλαιες και/ή σκανδαλώδεις και/ή άσχετες και/ή προσβλητικές και/ή ενοχλητικές και/ή μη επιτρεπτές και/ή προκαλούσες αμηχανία και/ή αχρείαστα έξοδα και/ή ως τείνουσες να προκαταλάβουν δυσμενώς και/ή να περιπλέξουν και/ή να ενοχλήσουν και/ή επιδιώξουν να καθυστερήσουν τη δίκαια διεξαγωγή της διαδικασίας, οι παράγραφοι με αριθμό 11.13 και 26 μέχρι και 33 της ένορκης δήλωσης του Εναγόμενου 1 ημερομηνίας 02/03/2018 (στο εξής «η ένορκη δήλωση Εναγομένου 1») καθώς και οι αντίστοιχες παράγραφοι στα Παραρτήματα Α και Β της ένορκης δήλωσης του XXX Γεωργιάδη (στο εξής «η ένορκη δήλωση Γεωργιάδη»), οι οποίες ένορκες δηλώσεις υποστηρίζουν την ένσταση του Εναγόμενου 1 ημερομηνίας 06/03/2018, (στο εξής «η ένσταση του Εναγομένου 1») στην Μονομερή Αίτηση του Ενάγοντα για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων ημερομηνίας 27/10/2017, (στο εξής «η Μονομερής Αίτηση για Προσωρινά Διατάγματα»). Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διαγράφεται και/ή ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται ως αχρείαστη και/ή επιπόλαιη και/ή σκανδαλώδης και/ή άσχετη και/ή προσβλητική και/ή ενοχλητική και/ή μη επιτρεπτή βάσει του κανόνα του κοινοδικαίου περί της μη αποδοχής (inadmissibility) δηλώσεων που έγιναν «άνευ βλάβης» και/ή στα πλαίσια και για τους σκοπούς διαπραγματεύσεων για εξώδικη διευθέτηση συγκεκριμένης διαφοράς και/ή ως προκαλούσα αμηχανία και/ή αχρείαστα έξοδα και/ή ως τείνουσα να προκαταλάβει δυσμενώς και/ή να περιπλέξει και/ή να ενοχλήσει και/ή επιδιώξει να καθυστερήσει τη δίκαια διεξαγωγή της διαδικασίας, η παράγραφος 40 της ένορκης δήλωσης του Εναγόμενου 1 περιλαμβανομένων των Τεκμηρίων 20 και 21 αυτής καθώς και η αντίστοιχη παράγραφος στα Παραρτήματα Α και Β της ένορκης δήλωσης Γεωργιάδη». Η Αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.38, Δ.39 Θ.Θ.2 και 18, Δ.48 Θ.Θ.1, 2, 3, 4 και 7, στον κανόνα του κοινοδικαίου περί της μη αποδοχής (inadmissibility) δηλώσεων που έγιναν «άνευ βλάβης» και/ή στα πλαίσια και για τους σκοπούς διαπραγματεύσεων για εξώδικη διευθέτηση συγκεκριμένης διαφοράς και στις συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση της κας Γεωργίας Τουμαζή εκ των δικηγόρων του Ενάγοντα η οποία εισηγείται ότι οι αναφορές του Εναγόμενου αρ. 1 στις παρ. 11.13 και 26 - 33 προβάλλονται εντελώς αυθαίρετα και αντινομικά και περιέχουν ισχυρισμούς που είναι αχρείαστοι, επιπόλαιοι, σκανδαλώδεις, άσχετοι, προσβλητικοί και ενοχλητικοί. Συγκεκριμένα, ο Εναγόμενος αρ. 1 στις παρ. 11.13 και 26 - 33 της Ένορκης του Δήλωσης που συνοδεύει την Ένσταση στην Αίτηση για Προσωρινό Διάταγμα, ισχυρίζεται ότι ο Ενάγοντας προέβη δήθεν σε υπεξαίρεση αντικειμένων μεγάλης αξίας. Ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι μόλις πληροφορήθηκε για την καταγγελία (την οποία θεωρεί εκδικητική, κακόπιστη και αβάσιμη) μερίμνησε για την άμεση μεταφορά των διαμαντιών στην Κύπρο και προέβη σε σχετική κατάθεση στην Αστυνομία. Η Αστυνομία δεν έχει προβεί σε περαιτέρω διερεύνηση της καταγγελίας έκτοτε. Θέση του Ενάγοντα είναι ότι ο Εναγόμενος προβάλλει τους προαναφερόμενους ισχυρισμούς, οι οποίοι είναι ψευδείς και άσχετοι με τα επίδικα θέματα, με σκοπό να προσδώσει ανεντιμότητα και συμπεριφορά προσβλητική στον Ενάγοντα, ενώ οι ισχυρισμοί τείνουν να μειώσουν την προσωπικότητα, το ήθος και την εντιμότητα του. Ως τέτοιοι συνιστούν σκανδαλώδεις, προσβλητικούς και ενοχλητικούς ισχυρισμούς που σκοπό έχουν να προκαλέσουν καθυστέρηση και να επηρεάσουν το Δικαστήριο, ενώ θα περιπλέξουν τα επίδικα θέματα στην αγωγή. Πέραν τούτου, στην παράγραφο 33 της Ένορκης Δήλωσης του Εναγομένου αρ. 1, γίνεται αναφορά σε άλλες δύο καταγγελίες που έγιναν από κάποιο μη κατονομαζόμενο Ρώσσο επιχειρηματία σε σχέση με τους οποίους ισχυρισμούς δεν παρέχεται οποιαδήποτε τεκμηρίωση ή λεπτομέρειες, ενώ θέση του Ενάγοντα είναι ότι αυτοί είναι και πάλι ψευδείς και προβάλλονται με σκοπό να επηρεάσουν και πάλι το Δικαστήριο. Στην παράγραφο 40 της Ένορκης Δήλωσης του Εναγομένου αρ. 1 γίνεται αναφορά σε επιστολή που ο Εναγόμενος αρ. 1 είχε προωθήσει προς τον Ενάγοντα και σε προσχέδιο συμφωνίας διευθέτησης που είχε αποστείλει ο Ενάγοντας στον Εναγόμενο αρ. 1 με σκοπό την επίλυση των μεταξύ τους διαφορών, η οποία τελικά δεν υπογράφτηκε. Θέση του Ενάγοντα είναι ότι τα προαναφερόμενα έγγραφα αποτελούν προνομιούχες και 'άνευ βλάβης' επικοινωνίες οι οποίες έγιναν στο πλαίσιο διαπραγματεύσεων με προοπτική συμβιβασμού, ενώ δεν έχουν σχέση με τα επίδικα θέματα. Η μαρτυρία αυτή, εισηγείται, δεν μπορεί να προσκομιστεί στο Δικαστήριο ως μαρτυρία χωρίς την έγκριση του Ενάγοντα, ενώ είναι επιπλέον αχρείαστη μαρτυρία για σκοπούς επίλυσης των επίδικων στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή θεμάτων. Ο Εναγόμενος αρ. 1 - Καθ'ου η Αίτηση καταχώρισε Ένσταση στην Αίτηση η οποία στηρίζεται στον περί Δικαστηρίων Νόμο (Ν.14/60)αρ. 2, 29, 30, 31, 32, και 43, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο (Κεφ. 6) αρ. 2, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.38, Δ.39, Δ.48 Θ.Θ.1 - 4, 7 - 9 και Δ.59, Δ.64, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας Αρ. 30 και 35, στο Αρ. 6 της ΕΣΔΑ, στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο αρ. 3 του περί Αποδείξεως Νόμου (Κεφ.9), στις νομικές αρχές που καθιερώθηκαν από το κοινοδίκαιο, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στις αρχές της επιείκειας και στην πρακτική και συμφυή δικαιοδοσία και εξουσίες του Δικαστηρίου. Σε αυτήν προβάλλονται 15 λόγοι ένστασης τους οποίους κρίνω χρήσιμο να παραθέσω αυτούσιους: «
- Η υπό κρίση αίτηση είναι παράτυπη, ή/και αντικανονική, ή/και νομικά και πραγματικά αστήρικτη, ή/και ανυπόστατη ή/και στερείται νομικού ή/και δικονομικού ή/και πραγματικού υπόβαθρου.
- Τα γεγονότα που υποστηρίζουν την Αίτηση δεν δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος ή/και οι ισχυρισμοί προς υποστήριξη της υπό κρίση Αίτησης είναι γενικοί, αόριστοι, ασαφείς και ελλιπείς ή/και δεν επεξηγούνται ή/και εξειδικεύονται επαρκώς οι λόγοι για τους οποίους οι συγκεκριμένοι παράγραφοι που ζητείται η διαγραφή τους είναι ενοχλητικοί ή/και σκανδαλώδεις (frivolous and vexations) ή/και άσχετοι με τα επίδικα θέματα της Αίτησης για Προσωρινά Διατάγματα ημερομηνίας 27/10/2017 (η Αίτηση για Προσωρινά Διατάγματα).
- Η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στην παράγραφο 40 της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Ένσταση του Εναγόμενου 1 περιλαμβανομένων των Τεκμηρίων 20 και 21, καθώς και η αντίστοιχη παράγραφος στα Παραρτήματα Α και Β της ένορκης δήλωσης του Γεωργιάδη έχει παρουσιαστεί καθόλα νόμιμα ενώπιον του Δικαστηρίου ή/και είναι υπό τις περιστάσεις αποδεκτή (admissible).
- Η υπό κρίση Αίτηση είναι πρόωρη ή/και αχρείαστη καθότι καλείται το Δικαστήριο να αποφασίσει για την αποδεκτότητα της μαρτυρίας που αποτελεί αντικείμενο της υπό κρίση Αίτησης έξω από το πλαίσιο της εκδίκασης της Αίτησης για Προσωρινά Διατάγματα ή/και σε πολύ πρώιμο στάδιο ή/και δεν νοείται ο αποσπασματικός αποκλεισμός ή/και αξιολόγηση μαρτυρίας σε αυτό το στάδιο και έξω από το πλαίσιο εκδίκασης της Αίτησης για Προσωρινά Διατάγματα.
- Η μαρτυρία στην έκταση κατά την οποία γίνεται αναφορά από τον Εναγόμενο 1 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση του στην Αίτηση για Προσωρινά Διατάγματα δεν είναι προνομιούχα και ούτε εφαρμόζεται σε σχέση με αυτή ο κανόνας της άνευ βλάβης επικοινωνίας (without prejudice). Άνευ βλάβης, της θέσης αυτής, ακόμη και εάν ήθελε θεωρηθεί η παράγραφος 40 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Ένσταση του Εναγόμενου 1 στην Αίτηση για Προσωρινά Διατάγματα περιέχει μαρτυρία που αποτελεί προνομιούχα επικοινωνία, και ως τέτοια τυγχάνει εφαρμογής ο γενικός κανόνας περί μη αποδεκτότητας τέτοιου είδους μαρτυρίας, τότε τυγχάνουν εφαρμογής οι εξαιρέσεις στον γενικό κανόνα που έχουν ως αποτέλεσμα τη μη ύπαρξη οποιουδήποτε κωλύματος στην παρουσίαση ή/και αποδεκτότητα (admissibility) της μαρτυρίας.
- Η μαρτυρία της οποίας επιδιώκεται η διαγραφή με την υπό κρίση Αίτηση είναι απολύτως αναγκαία και σημαντική για την προάσπιση των δικαιωμάτων ή/και εννόμων συμφερόντων του Εναγόμενου 1 ενώπιον του Δικαστηρίου ή/και είναι απαραίτητη για τη θεμελίωση, άσκηση και υποστήριξη των θέσεων που προβάλλει στην Ένσταση που έχει καταχωρήσει στην Αίτηση για Προσωρινά Διατάγματα ή/και υπεράσπιση του ή/και είναι απαραίτητη για την ορθή και δίκαιη απονομή της δικαιοσύνης.
- Η μαρτυρία της οποίας επιδιώκεται η διαγραφή είναι καθοριστικής σημασίας για την έκβαση της Αίτησης για Προσωρινά Διατάγματα ή/και απολύτως αναγκαία και σχετική με τα επίδικα θέματα που θα κληθεί το Δικαστήριο να αποφασίσει στο πλαίσιο της Αίτησης για Προσωρινά Διατάγματα και απόλυτα συνυφασμένη με το καθήκον πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης που είχε ο Ενάγοντας όταν αποτάθηκε στο Δικαστήριο μονομερώς με το οποίο δεν συμμορφώθηκε ή/και όφειλε ο ίδιος ο Ενάγοντας να παρουσιάσει την μαρτυρία αυτή στο Δικαστήριο όταν αποτάθηκε σε αυτό μονομερώς.
- Η φύση της μαρτυρίας της οποίας επιδιώκεται η διαγραφή με την υπό κρίση Αίτηση και ιδιαίτερα το γεγονός ότι αυτή συνδέεται με ζήτημα παραπλάνησης και εξαπάτησης του Δικαστηρίου και απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων επιβάλλει τη διατήρηση της και αξιολόγηση της από το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της Αίτησης για Προσωρινά Διατάγματα αφού μόνο έτσι θα διασφαλιστεί η ορθή απονομή της δικαιοσύνης.
- Τυχόν έγκριση της αίτησης θα έχει ως αποτέλεσμα την προσβολή του συνταγματικά (άρθρο 30 του Συντάγματος) και ευρωπαϊκά (άρθρο 6 της ΕΣΔΑ) κατοχυρωμένου δικαιώματος του Εναγόμενου 1 να παρουσιάσει όλο το υλικό που διαθέτει ώστε να προβάλει κατά τρόπο δίκαιο την Ένσταση του ή/και θα προσβάλει ανεπανόρθωτα το δικαίωμα του για δίκαιη δίκη.
- Τυχόν έγκριση της υπό κρίση αίτηση προσβάλλει τα θεμέλια της ορθής απονομής δικαιοσύνης και κράτους δικαίου ή/και υπάρχει ορατός κίνδυνος το Δικαστήριο να μην μπορεί να καταλήξει σε ασφαλή και δίκαια συμπεράσματα χωρίς την μαρτυρία αυτή ή/και θα έχει ως αποτέλεσμα την ανατροπή της δίκαιης διεξαγωγής της δίκης.
- Η εξισορρόπηση των δικαιωμάτων των διαδίκων και των πιθανών επιπτώσεων σε αυτά συνηγορεί υπέρ της απόρριψης της υπό κρίση Αίτησης λαμβανομένης υπόψη: (α) αφενός της έκδοσης του Προσωρινού Διατάγματος χωρίς να δοθεί η ευκαιρία στον Εναγόμενο 1 να ακουστεί και το αυξημένο καθήκον που είχε υπό τις περιστάσεις ο Ενάγων να παρουσιάσει στο Δικαστήριο όλα τα ουσιώδη γεγονότα και, (β) αφετέρου, της δραστικής φύσεως των θεραπειών που αποτελούν αντικείμενο της Αίτησης για Προσωρινά Διατάγματα.
- Η εξισορρόπηση των δικαιωμάτων των διαδίκων συνηγορεί υπέρ της απόρριψης της υπό κρίση αίτησης αφού θα ήταν δυσανάλογη η δυσχέρεια για τον Εναγόμενο 1 να μην του επιτραπεί να παρουσιάσει το υλικό αυτό.
- Η υπό κρίση αίτηση είναι καταχρηστική και επιδιώκει αλλότρια κίνητρα ή/και επιδιώκεται η συνέχιση της παραπλάνησης του Δικαστηρίου σε σχέση με ουσιώδη γεγονότα που ο Ενάγοντας γνωρίζει και τα οποία όφειλε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο, ή/και συνιστά προσπάθεια να αποφευχθεί ουσιώδης μαρτυρία η οποία αντικειμενικά θα επηρεάσει την κρίση του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της Αίτησης για Προσωρινά Διατάγματα ή/και καταβάλλεται με την υπό κρίση Αίτηση προφανής και εκτεταμένη προσπάθεια για εξαπάτηση ή/και συνέχιση εξαπάτησης του Δικαστηρίου κατά παράβαση της υποχρέωσης του να ενεργεί σύμφωνα με την αρχή της μέγιστης καλής πίστης (utmost good faith).
- Ο Ενάγων κατέστησε με τη συμπεριφορά του δυνατή ή/και επέτρεψε ή/και μετά την καταχώρηση της Αίτησης για Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση ημερομηνίας 26/03/2018 συγκατατέθηκε στην εισαγωγή της μαρτυρίας της οποίας επιδιώκει τη διαγραφή με την υπό κρίση Αίτηση ή/και δεν νομιμοποιείται ή/και εμποδίζεται (estopped) ή/και έχει απεμπολήσει (waived) οποιοδήποτε δικαίωμα ήθελε θεωρηθεί ότι είχε να επιδιώκει τις αιτούμενες θεραπείες.
- Ο Ενάγοντας απέτυχε να καταδείξει ότι θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά και δη ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα ή/και καμία απολύτως ζημιά δεν θα υποστεί από την απόρριψη της υπό κρίση Αίτησης». Η Ένσταση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση της κας Ντανιέλλας Κεφάλα εκ των δικηγόρων του Εναγομένου αρ. 1 η οποία αναφέρει ότι τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα αποστερήσει από τον Εναγόμενο αρ. 1 το δικαίωμα να υπερασπιστεί τον εαυτό του και να ενστεί στην διατήρηση σε ισχύ του προσωρινού διατάγματος. Επισημαίνει ότι την ίδια μέρα που καταχωρίστηκε η υπό εκδίκαση Αίτηση ο Ενάγοντας καταχώρισε και αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση με την οποία επιθυμεί να απαντήσει και αντικρούσει τους ισχυρισμούς του Εναγομένου αρ. 1, οι οποίοι από μελέτη φαίνεται ότι είναι οι επίδικοι. Θέση της κας Κεφάλα είναι ότι στην Αίτηση για Προσωρινό Διάταγμα ο Ενάγοντας δεν αποκάλυψε σωρεία γεγονότων ως επίσης ούτε και την σχέση που είχε με τον Εναγόμενο αρ. 1 και τις διάφορες δοσοληψίες μεταξύ των που είχαν προηγηθεί και τα οποία άπτονται των οικονομικών διαφορών μεταξύ των διαδίκων. Αυτό, εισηγείται, συνιστά προφανή παράβαση του καθήκοντος του Ενάγοντα για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη ενώ αποτελεί και εμφανή παραπλάνηση και εξαπάτηση του Δικαστηρίου από μέρους του. Οι επίδικες παραγράφοι προβάλλονται από τον Εναγόμενο αρ. 1 στην Ένσταση του ώστε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία η οποία, αν βρισκόταν ενώπιον του Δικαστηρίου, αυτό δεν θα προχωρούσε κατά την εισήγηση του στην έκδοση του διατάγματος μονομερώς. Ισχυρίζεται ότι θα πρέπει να βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου που θα εξετάσει την Αίτηση για Προσωρινά Διατάγματα όλα τα ουσιώδη γεγονότα που θα διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο στην έκβαση της. Εισήγηση της Ομνύουσας αποτελεί ότι τα όσα κατά την θέση του Εναγομένου αρ. 1 δεν είχαν αποκαλυφθεί, δεν πρέπει να αξιολογηθούν αποσπασματικά αλλά υπό το πρίσμα ολόκληρης της ενότητας, αφού περιγράφουν όλη την πορεία της σχέσης των διαδίκων ώστε να παρουσιαστούν οι συνθήκες υπογραφής της συμφωνίας ημερ. 4.4.
- Επιπλέον το περιεχόμενο των παραγράφων 26 - 33 της Ένορκης Δήλωσης του Εναγομένου αρ. 1 περιγράφει πως οι σχέσεις του με τον Ενάγοντα αλλοιώθηκαν, ποια γεγονότα προηγήθηκαν της καταχώρισης της αγωγής και που εδράζει την θέση του ότι η προώθηση της επιδιώκει αλλότρια κίνητρα. Όσον αφορά στην παράγραφο 40 της Ένορκης Δήλωσης του Εναγομένου αρ. 1 είναι η θέση της κας Κεφάλα ότι τα εκεί αναφερόμενα επιβεβαιώνουν τη θέση του Εναγόμενου αρ. 1 περί στενής επαγγελματικής σχέσης και απόλυτης εμπιστοσύνης που είχε στο πρόσωπο του Ενάγοντα, τους ισχυρισμούς του για ύπαρξη σωρείας οικονομικών εκκρεμοτήτων αλλά και την θέση του περί του ότι η επίδικη συμφωνία δεν είχε τον χαρακτήρα που ισχυρίζεται ο Ενάγοντας αλλά τελούσε υπό αίρεση. Σε σχέση με τα κοσμήματα η κα Κεφάλα ισχυρίζεται ότι, μετά την σύλληψη του Ενάγοντα, αυτός τα παρέδωσε οικειοθελώς στην Αστυνομία. Η υπόθεση αρχειοθετήθηκε ως υπόθεση που άπτεται διαφορών οικονομικής φύσης αλλά τα κοσμήματα δεν έχουν επιστραφεί στον Εναγόμενο αρ. 1, ενώ εκκρεμούν διαδικασίες ενώπιον Δικαστηρίων ως προς την εξακρίβωση της κυριότητας τους. Είναι η θέση του Εναγομένου αρ. 1 ότι η μαρτυρία της οποίας επιδιώκεται η διαγραφή επιβεβαιώνει με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο ότι ο Ενάγοντας δεν ήρθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και άρα η μαρτυρία είναι απολύτως αναγκαία και σημαντική για την προάσπιση των νομίμων δικαιωμάτων του. Είναι καθοριστικής σημασίας και σχετική με τα επίδικα θέματα που θα κληθεί το Δικαστήριο να αποφασίσει αφού είναι πλήρως συνυφασμένη με το καθήκον του Ενάγοντα για πλήρη αποκάλυψη. Απορρίπτει την θέση περί ύπαρξης προνομίου και άνευ βλάβης επικοινωνίας αφού οι θέσεις αυτές προβάλλονται σε πρώιμο στάδιο και το παρόν δεν αποτελεί το κατάλληλο διάβημα για να προβληθούν οι θέσεις του Ενάγοντα ως προς την αποδεκτότητα της μαρτυρίας. Εάν δε ήθελε κριθεί ότι η μαρτυρία και τα τεκμήρια αυτά αποτελούν όντως προνομιούχα επικοινωνία, εισηγείται ότι τυγχάνουν εφαρμογής οι εξαιρέσεις στον γενικό κανόνα, αφού σκοπό έχουν να αποδείξουν τις συνθήκες σύναψης της συμφωνίας ημερ. 4.4.
- Προβάλλεται επιπλέον η εισήγηση ότι η ταυτόχρονη καταχώριση από μέρους του Ενάγοντα της αίτησης για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης με την οποία να απαντήσει στους επίμαχους ισχυρισμούς, είναι καταχρηστική με αποτέλεσμα να έχει απεμπολήσει το δικαίωμα του να προωθεί την υπό εκδίκαση Αίτηση. Αμφότεροι οι συνήγοροι αγόρευσαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους. Συγκεκριμένη αναφορά σε επιμέρους εισηγήσεις αυτών θα γίνει πιο κάτω στην παρούσα όπου κριθεί απαραίτητο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Δικονομικό έρεισμα για το αίτημα διαγραφής παραγράφων από Ένορκη Δήλωση παρέχεται από την Δ.39 Θ.18 η οποία προβλέπει τα εξής: «
- The Court or a Judge may order to be struck out from any affidavit any matter which is scandalous and irrelevant». Όπως προκύπτει από το λεκτικό, οι επίδικες αναφορές πρέπει να είναι σκανδαλώδεις αλλά ταυτόχρονα να είναι και άσχετες. Δεν αρκεί, δηλαδή, να είναι μόνο σκανδαλώδεις. Η δε χρήση της λέξης «may» καταδεικνύει και το ότι το ζήτημα επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Όπως αναφέρεται στην σελ. 924 του The Annual Practice: «.the Court will only strike out matter that is both scandalous and irrelevant, or is otherwise oppressive.». Καθοδήγηση ως προς το τι εμπεριέχει ο όρος «σκανδαλώδες» μπορεί να αντληθεί από την Νομολογία που αφορά τόσο σε διαγραφή ισχυρισμών από Ένορκες Δηλώσεις, όσο και σε διαγραφή ισχυρισμών από δικόγραφα. Παραθέτω απόσπασμα από την απόφαση Soboh Petroleum (Cyprus) Ltd v Hussein Ali Nasrat Abdallah
(2013)1 Α.Α.Δ. 1520 στην οποία παρέπεμψαν και οι δύο συνήγοροι, όπου λέχθηκαν τα εξής: «Η Δ.39 θ. 18 και η Δ.19 θ. 26 των Θεσμών, στις οποίες, μεταξύ άλλων, στηρίζεται η αίτηση, παρέχουν τη δυνατότητα να διαγραφεί - η μεν πρώτη από ένορκη δήλωση, η δε δεύτερη από δικόγραφο - οτιδήποτε είναι αχρείαστο ή σκανδαλώδες, ή το οποίο τείνει να επηρεάσει δυσμενώς, ή να προκαλέσει αμηχανία, ή να καθυστερήσει τη δίκαιη δίκη της αγωγής. Η εξουσία διαγραφής που παρέχεται από τις πιο πάνω Διαταγές είναι διακριτικής μορφής και, ταυτόχρονα, πλατιά. Στη Vector Onega A.G. ν. Πλοίου M/V Girvas κ.ά. (Αρ. 1)
(2000)1 Α.Α.Δ.16, αναφέρθηκε ότι:- (σελ. 23) «Ακόμη και στις περιπτώσεις που οι συνθήκες υπαγορεύουν στένεμα της εξουσίας για να ασκηθεί κατά συγκεκριμένο τρόπο, όπως όταν επιζητείται διαγραφή υλικού από δικόγραφο λόγω δεδικασμένου, η εξουσία αυτή δε χάνει ολότελα το διακριτικό της χαρακτήρα.» Σύμφωνα δε με το Annual Practice, 1958, σελ. 477-479, η φράση: "Tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action" - («τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς, να προκαλέσουν αμηχανία, ή να καθυστερήσουν τη δίκαιη δίκη της αγωγής») - έχει ερμηνευθεί φιλελεύθερα από τα δικαστήρια, έτσι ώστε απλή πολυλογία να μην προκαλεί αμηχανία. Το Δικαστήριο δεν υποδεικνύει στα μέρη πώς θα διαμορφώσουν την υπόθεσή τους, εφόσον αυτά δεν παραβαίνουν τους κανόνες. Δικόγραφα, έστω και αν δεν είναι απόλυτα σύμφωνα με τους σχετικούς κανόνες, δε διαγράφονται. Το γεγονός ότι δικόγραφο περιέχει αχρείαστα ζητήματα δεν είναι αρκετό για να οδηγήσει σε διαγραφή του, εφόσον δεν προκαλείται ζημιά στον αντίδικο. Εάν, όμως, σε δικόγραφο, περιέχονται ισχυρισμοί παντελώς άσχετοι, από τους οποίους θα προκληθούν έξοδα και καθυστέρηση στην υπόθεση, τότε αυτοί δικαιολογείται να διαγραφούν. Ισχυρισμοί που προβάλλονται για ανεντιμότητα και συμπεριφορά προσβλητική για τον αντίδικο, εφόσον δεν είναι σχετικοί με τα επίδικα ζητήματα, θεωρούνται σκανδαλώδεις». Μελετώντας την Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση για Προσωρινό Διάταγμα διαφαίνεται ότι σε αυτήν ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη αρ. 2 (τελικός δικαιούχος της οποίας είναι ο Εναγόμενος αρ. 1) αγόρασε αριθμό μετοχών σε τρίτη εταιρεία προς όφελος και για λογαριασμό σε ίσα μέρη του Εναγομένου αρ. 1 και του ανήλικου υιού του κ. Tsvetkov (που είναι εν προκειμένω ο Ενάγοντας). Προς τούτο ο Ενάγοντας κατέβαλε ποσό $1.300.000. Σε κατοπινό στάδιο ο κ. Tsvetkov έμαθε ότι ο Εναγόμενος αρ. 1 προέβαινε σε διαπραγματεύσεις για πώληση των μετοχών και την 5.10.2017 έμαθε όντως ότι αυτές είχαν πουληθεί. Ταυτόχρονα έμαθε ότι ο Εναγόμενος αρ. 1 προσπαθεί να πουλήσει τόσο την οικία του στην Κύπρο αξίας €4εκ όσο και τις μετοχές που κατέχει στην εταιρεία Equix σε μία προσπάθεια αποξένωσης των περιουσιακών του στοιχείων στην Κύπρο. Με την Ένσταση του ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι ο Ενάγοντας δεν προέβη σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη των γεγονότων, παραθέτοντας στην παράγραφο 11 αριθμό ζητημάτων τα οποία εισηγείται ότι θα έπρεπε να είχαν αποκαλυφθεί. Μεταξύ αυτών είναι και ο ισχυρισμός στην παράγραφο 11.13 ότι ο Ενάγοντας δεν αποκάλυψε σειρά διαφωνιών μεταξύ τους και ιδιαίτερα το γεγονός ότι κατά την διάρκεια της εργοδότησης του κ. Tsvetkov στην εταιρεία Equix ο πρώτος είχε προβεί σε παράνομη υπεξαίρεση δύο αντικειμένων (διαμαντιών) μεγάλης αξίας, πράγμα που οδήγησε στην υποβολή καταγγελίας στην Αστυνομία, στην έκδοση εντάλματος σύλληψης εναντίον του, στην κατάσχεση των αντικειμένων και στην έναρξη ποινικής διερεύνησης εναντίον του. Παρά το γεγονός ότι στις παραγράφους 12 - 25 γίνεται περιγραφή του ιστορικού των σχέσεων και δοσοληψιών μεταξύ των διαδίκων, στις παραγράφους αρ. 26 - 32 ο Εναγόμενος αρ. 1 επανέρχεται με προβολή ισχυρισμών απάτης από μέρους του κ. Tsvetkov, που αφορά κυρίως στα κοσμήματα που αναφέρονται πιο πάνω, δίδοντας λεπτομέρειες. Στην δε παράγραφο 33 της Ένορκης του Δήλωσης ο Εναγόμενος αρ. 1 προβαίνει σε ισχυρισμό περί υποβολής καταγγελιών από άλλο πρόσωπο (το οποίο δεν κατονομάζει) εναντίον του κ. Tsvetkov. Από την παράγραφο 35 και μετέπειτα επανέρχεται σε ότι και ο ίδιος αποκαλεί «τις συνθήκες σύναψης της επίδικης συμφωνίας». Θα συμφωνήσω με την θέση του Ενάγοντα ότι οι επίμαχες αναφορές είναι σκανδαλώδεις. Παραθέτω απόσπασμα από το Annual Practice 1957 στην σελ. 367 στο οποίο παρέπεμψε και η ευπαίδευτος συνήγορος για τον Ενάγοντα: «Allegations of dishonesty and outrageous conduct etc are not scandalous, if relevant to the issue (Everett v Plythegch 12 Sim.363; Rubery v Grant, L.R. 13 Eq. 443). "The mere fact that these paragraphs state a scandalous fact does not make them scandalous" (per Brett, L.J., in Millington v Loring, 6 Q.B.D. p. 196). But if degrading charges be made which are irrelevant, or if, though the charge be relevant, unnecessary details are given, the pleading becomes scandalous (Blake v Albion Assurance Society, 45 L.J.C.P.663). "The sole question is whether the matter alleged to be scandalous would be admissible in evidence to show the truth of any allegation in the pleading which is material with reference to the relief prayed" (per Selborne, L.C., in Christie v Moignard, 24 Q.B.D.630). In Brooking v Maudslay, 55 L.T. 343, plaintiff made allegations in statement of claim of dishonest conduct against defendant but he stated in his reply that he sought no relief on that ground. The allegations thus became immaterial and were struck out as scandalous and embarrassing. So in an action on marine policies, a paragraph which purported to state what took place at an official inquiry held by the Wreck Commissioners was struck out as an attempt to discredit the plaintiffs and to prejudice the fair trial of the action (Smith v The British Insurance Co.,
(1883)W.N. 232; Lumb v Beaumont, 49 L.T.772). .». Και εν προκειμένω τα όσα διαμείφθησαν σε σχέση με τα κοσμήματα δεν είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα. Με τους επίμαχους ισχυρισμούς αποδίδεται στον κ. Tsvetkov (και όχι στον υιό του που είναι ο Ενάγοντας) η διάπραξη ποινικών αδικημάτων, παράνομων πράξεων απάτης, υπεξαίρεσης και άλλων κολάσιμων πράξεων. Ως τέτοιοι θα περιπλέξουν την εκδίκαση της υπόθεσης αφού αυτή θα επεκταθεί σε ζητήματα που δεν έχουν σχέση με τα επίδικα. Όσον αφορά δε στην παράγραφο 33 της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Ένσταση του Εναγομένου αρ. 1, παρατηρώ ότι με αυτή γίνεται προσπάθεια εισαγωγής ισχυρισμών παντελώς άσχετων με την υπό εκδίκαση αγωγή, που αφορούν κατ' ισχυρισμό σε καταγγελίες εναντίον του κ. Tsvetkov από τρίτο πρόσωπο, το οποίο δεν κατονομάζεται καν. Κατάληξη μου αποτελεί ότι η διακριτική μου ευχέρεια θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της διαγραφής των πιο πάνω ισχυρισμών ως σκανδαλώδεις και άσχετοι. Στρέφομαι τώρα στην παράγραφο 40 της Ένορκης Δήλωσης του Εναγομένου αρ. 1. Σε αυτήν γίνεται αναφορά σε προσπάθειες που έγιναν μεταξύ του κ. Tsvetkov και του Εναγομένου αρ. 1 για επίλυση των διαφορών τους. Επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 20 και 21 μία επιστολή που στάληκε από τον Εναγόμενο αρ. 1 στον Ενάγοντα και το προσχέδιο συμφωνίας που στάληκε από τον Ενάγοντα στον Εναγόμενο αρ. 1 η οποία όμως δεν υπογράφτηκε. Αμφότερα φέρουν την ένδειξη 'Άνευ Βλάβης' (Without Prejudice). Όπως έχει επανειλημμένα Νομολογηθεί ο κανόνας περί Προνομίου στις άνευ βλάβης δηλώσεις αναπτύχθηκε με σκοπό την ενθάρρυνση των διαδίκων να συμβιβάζουν τις διαφορές τους. Όπως αναφέρεται στο Σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης» των κ.κ. Ηλιάδη και Σάντη στην σελ. 1005: «.Σύμφωνα με τον γενικό κανόνα, δηλώσεις που λαμβάνουν χώρα άνευ βλάβης ή άνευ επηρεασμού κατά τη διευθέτηση μιας διαφοράς είτε πριν από την έγερση αγωγής (Barnerston v Framlington Group Ltd
(2007)3 All ER 1054) είτε κατά την εκκρεμοδικία, δεν γίνονται αποδεκτές ως μαρτυρία χωρίς την έγκριση του προσώπου ή του διαδίκου που προέβη σε αυτές (Skattou v M/V "Koreiz" and Another
(1982)1 CLR 804). Ο κανόνας δεν καθιερώνει απόλυτη απαγόρευση παρά μόνο δίνει προνόμιο - το οποίο βεβαίως μπορεί να εγκαταλειφθεί, όπως δια της εκ συμφώνου και ανεπιφύλακτης κατάθεσης των σχετικών επιστολών στην δίκη από τους διάδικους ως στοιχείου μαρτυρίας (Λαζούρας ν Σεργίου
(1999)(Α) Α.Α.Δ. 500) - στον διάδικο από τον οποίο προέρχεται η επικοινωνία, να εγείρει ένσταση στη παρουσίαση της (Electromatic Constructions Ltd v Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2009)1(Α) ΑΑΔ 258)». Όπως φαίνεται, τα όσα καταγράφονται στην παράγραφο 40 της Ένορκης Δήλωσης του Εναγομένου αρ. 1 αλλά και στα Τεκμήρια 20 και 21 αυτής δεν εμπίπτουν σε κάποια από τις εξαιρέσεις στον κανόνα. Ο Ενάγοντας έχει κάνει επίκληση του προνομίου του και άρα η μαρτυρία δεν είναι αποδεκτή. Επιπλέον θα πρέπει να σημειώσω και ότι η συγκεκριμένη μαρτυρία είναι άσχετη με τα επίδικα στην συγκεκριμένη Αίτηση για Προσωρινό Διάταγμα θέματα. Ούτε και συμφωνώ ότι η υποβολή της αίτησης για συμπληρωματική ένορκη δήλωση αποστερεί τον Ενάγοντα από το δικαίωμα προώθησης της παρούσας. Η έκδοση απόφασης στην υπό εκδίκαση Αίτηση θα επηρεάσει ενδεχομένως την προώθηση εκείνης, πράγμα που θα εξεταστεί όμως σε μεταγενέστερο στάδιο. Εκδίδεται συναφώς διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η διαγραφή ως σκανδαλώδεις και άσχετες των παράγραφων με αριθμό 11.13 και 26 μέχρι και 33 της Ένορκης Δήλωσης του Εναγόμενου αρ. 1 ημερομηνίας 2.3.2018 καθώς και οι αντίστοιχες παράγραφοι στην μετάφραση αυτής που επισυνάπτεται με ένορκη δήλωση του κ. XXX Γεωργιάδη, οι οποίες ένορκες δηλώσεις υποστηρίζουν την Ένσταση του Εναγόμενου αρ. 1 ημερομηνίας 6.3.2018 στην Αίτηση του Ενάγοντα για Προσωρινό Διάταγμα ημερ. 27.10.2017. Εκδίδεται επίσης διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η διαγραφή ως μη επιτρεπτή βάσει του κανόνα του κοινοδικαίου περί της μη αποδοχής (inadmissibility) δηλώσεων που έγιναν «άνευ βλάβης» και/ή στα πλαίσια και για τους σκοπούς διαπραγματεύσεων για εξώδικη διευθέτηση συγκεκριμένης διαφοράς και/ή ως προκαλούσα αμηχανία και/ή αχρείαστα έξοδα και/ή ως τείνουσα να προκαταλάβει δυσμενώς και/ή να περιπλέξει και/ή να ενοχλήσει και/ή επιδιώξει να καθυστερήσει τη δίκαια διεξαγωγή της διαδικασίας, η παράγραφος 40 της Ένορκης Δήλωσης του Εναγόμενου αρ. 1 περιλαμβανομένων των Τεκμηρίων 20 και 21 αυτής καθώς και η αντίστοιχη παράγραφος στην μετάφραση αυτής που επισυνάπτεται με ένορκη δήλωση του κ. XXX Γεωργιάδη. Ο Εναγόμενος αρ. 1 να καταχωρίσει εντός 20 ημερών από σήμερα τροποποιημένη Ένορκη Δήλωση ως το πιο πάνω διάταγμα. Τα έξοδα δεν υπάρχει λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα - Αιτητή και εναντίον του Εναγομένου αρ. 1 - Καθ'ου η Αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ............... Μ. Παπαδοπούλου, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο