← Κύπρος

Chr. Karaolis Contractors - Developers Ltd ν. He κ.α., Αγωγή αρ.: 146/2013, 31/8/2021

Chr. Karaolis Contractors - Developers Ltd ν. He κ.α., Αγωγή αρ.: 146/2013, 31/8/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A241 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 146/2013 Μεταξύ: Chr. Karaolis Contractors - Developers Ltd, εκ Λεμεσού Ενάγουσας Και 1. ΧΧΧ He, από την Κίνα 2. ΧΧΧ Dong, από την Κίνα Εναγομένων -------------------------------------------------- Ημερομηνία: 31/8/2021 Εμφανίσεις: Για την ενάγουσα: κ. Φ. Σωφρονίου για Φωκάς Α. Σωφρονίου ΔΕΠΕ Για τους εναγομένους: κα Π. Τσαπούτσιη για Λ. Λουκαϊδου Θεοφάνους ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. Η αξίωση Η ενάγουσα, αξιώνει από τον εναγόμενο 1, ως περιορίστηκε στο στάδιο των αγορεύσεων, αναγνωριστική απόφαση ότι η επίδικη συμφωνία, που συνομολογήθηκε μεταξύ τους, τερματίστηκε νομότυπα και επιπρόσθετα, επιζητεί διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ο επαρχιακός κτηματολογικός λειτουργός Λεμεσού να αποσύρει ή διαγράψει την πιο πάνω συμφωνία από το σχετικό μητρώο. Η αγωγή εναντίον του εναγομένου 2, απορρίφθηκε για τους λόγους που εμφαίνονται στην απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 25.1.2018. Β. Τα δικόγραφα Στην έκθεση απαίτησης αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι ο εναγόμενος 1 με σχετικό πληρεξούσιο έγγραφο ημερ. 9.11.2010, εξουσιοδότησε τον εναγόμενο 2, όπως, για λογαριασμό του πρώτου, μεταξύ άλλων, διαπραγματευτεί, αγοράσει και υπογράψει σύμβαση πώλησης σε σχέση με οποιαδήποτε ακίνητη ιδιοκτησία στην Κύπρο και για οποιονδήποτε τίμημα. Ακολούθως, στις 25.11.2010 συνομολογήθηκε γραπτή συμφωνία με την οποία ο ενάγοντας πώλησε στον εναγόμενο 1, διά μέσω του πληρεξουσίου αντιπροσώπου του τελευταίου, εναγόμενου 2, μία διώροφη κατοικία με αρ. 16 που ευρίσκεται στο κτιριακό συγκρότημα "XXXXX" στη Γερμασόγεια της επαρχίας Λεμεσού (στο εξής «η κατοικία»). Το συμφωνηθέν τίμημα πώλησης ήταν €595.000 (συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α), πληρωτέο σε τρεις δόσεις ως ακολούθως: (
  2. i)€138.500 με την υπογραφή της συμφωνίας (
  3. ii)€456.000 στις 21.12.2010 και (iii) €500 κατά την εγγραφή της κατοικία στο όνομα του εναγομένου 1. Η πιο πάνω συμφωνία, ως αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης, διαλάμβανε μεταξύ άλλων, ότι η ενάγουσα θα παρέδιδε την κατοχή της κατοικίας στον εναγόμενο 1 «.κατά την ημερομηνία υπογραφής της . συμφωνίας απαλλαγμένη και/ή ελεύθερη από οποιαδήποτε υποθήκη και/ή επιβαρύνσεις». Κατά την υπογραφή της συμφωνίας, ο εναγόμενος 2 κατέβαλε στην ενάγουσα, για λογαριασμό του εναγόμενου 1, το ποσό των €138.500 και η ενάγουσα παρέδωσε σε αυτόν «. ελευθέρα την κατοχή της κατοικίας ως είχε συμφωνηθεί». Ακολούθως, στις 26.11.2010 η συμφωνία πώλησης κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού. Ο εναγόμενος 1, ως προβάλλεται, δεν συμμορφώθηκε με τις συμβατικές του υποχρεώσεις και ειδικότερα παρέλειψε να καταβάλει την δεύτερη δόση κατά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα. Η ενάγουσα, με επιστολή της ημερ. 25.4.2012, καλούσε τον εναγόμενο 1 όπως, εντός 7 ημερών, καταβάλει το ποσό των €508.426,79 (περιλήφθηκε και τόκος), διαφορετικά θα προχωρούσε στον τερματισμό της συμφωνίας. Ο τελευταίος, ως αναφέρεται, δεν συμμορφώθηκε και η ενάγουσα με επιστολή της ημερ. 10.5.2012 τον καλούσε όπως μεταβεί στο Κτηματολόγιο στις 18.5.2012 για να μεταβιβάσει σε αυτόν την κατοικία και να της καταβάλει το οφειλόμενο ποσό. Ο εναγόμενος 1, δεν ανταποκρίθηκε και έτσι η ενάγουσα με επιστολή της ημερ. 5.6.2012 τερμάτισε την πιο πάνω συμφωνία. Ο εναγόμενος 1, με την έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτηση του, αναγνωρίζει ότι πράγματι ο εναγόμενος 2 σύναψε την πιο πάνω συμφωνία (η οποία αφορούσε την κατοικία με αρ. 32), χρησιμοποιώντας το πληρεξούσιο, πλην όμως αυτή έγινε κατά παράβαση των οδηγιών του και/ή χωρίς την έγκριση του. Ως αναφέρεται, στο πλαίσιο σχετικής συμφωνίας, ημερ. 10.8.2010, ο εναγόμενος 1 κατέβαλε στην ενάγουσα το ποσό των €3.000 για να προκρατήσει την κατοικία με αρ 35 (πρόκειται για άλλη κατοικία). Προβάλλει δε ότι, η πιο συμφωνία αγοραπωλησίας είναι προϊόν δόλου, απάτης της ενάγουσας και του εναγόμενου 2, παραθέτοντας σχετικές λεπτομέρειες. Ο εναγόμενος 1 αναγνωρίζει ότι, μέσω του εναγομένου 2, κατέβαλε στην ενάγουσα το ποσό το ποσό των €138.500 για την αγορά όμως άλλης κατοικίας και ειδικότερα της κατοικίας με αρ.35. Προβάλλει ότι δεν έλαβε την κατοχή οποιασδήποτε κατοικίας. Επιπρόσθετα δε, ως αναφέρεται, σε τρεις περιπτώσεις μεταξύ Νοεμβρίου του 2010 και Απριλίου του 2011 κατέβαλε στον εναγόμενο 2 το συνολικό ποσό των €337.835,40 για να το καταβάλει στην ενάγουσα έναντι του τιμήματος αγοραπωλησίας για την κατοικία με αρ. 35 και τον διαβεβαίωσε ότι το έπραξε. Αρνείται ότι η συμφωνία τερματίστηκε νομότυπα και ότι η ενάγουσα απέστειλε τις επιστολές για τις οποίες γίνεται αναφορά πιο πάνω. Έτσι, ανταπαιτητικώς αξιώνει (
  4. i)αναγνωριστική απόφαση ότι η συμφωνία ημερ. 25.11.2010 είναι άκυρη λόγω δόλου, απάτης και ή ψευδών παραστάσεων (
  5. ii)το ποσό των €476.335,40 και (iii) τιμωριτικές αποζημιώσεις. Η ενάγουσα, στην απάντηση στην υπεράσπιση και την υπεράσπιση στην ανταπαίτηση προβάλλει, μεταξύ άλλων, ότι ο εναγόμενος γνώριζε κατά την υπογραφή της συμφωνίας ότι, η κατοικία δεν ήταν ελεύθερη από εμπράγματα βάρη και ότι είχε συμφωνηθεί ότι αυτή « .. κατά το χρόνο της μεταβίβασης. θα μεταβιβάζονταν ελεύθερη από οποιαδήποτε εμπράγματα βάρη ή επιβαρύνσεις.» στον εναγόμενο 1. Στο στάδιο αυτό, παρεμβάλλεται για να σημειωθεί ότι, σε αντίθεση με τα όσα αναφέρονται πιο πάνω, στην έκθεση απαίτησης αναφέρεται ότι η ενάγουσα θα παρέδιδε την κατοχή της κατοικίας στον εναγόμενο 1 κατά την υπογραφή της συμφωνίας, απαλλαγμένη και/ή ελεύθερη από οποιαδήποτε υποθήκη και/ή επιβαρύνσεις. Κατ' αρχάς επισημαίνεται ότι η δίκη δρομολογείται κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία (βλ. Παπαγεωργίου ν. Κλάππα

(1991)1 Α.Α.Δ. 24) και το Δικαστήριο περιορίζεται στην εξέταση των επιδίκων θεμάτων, όπως φαίνονται με το κλείσιμο των δικογράφων. Σημειώνεται ότι η υπόθεση θα αποφασιστεί με βάση τους ισχυρισμούς που εγείρονται στα δικόγραφα (βλ. Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24 και Ayia Napa Nissi Development Ltd και άλλου ν. Χρίστου Παπαμιχαήλ
(1992)1 Α.Α.Δ. 549 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). Στην υπόθεση Borna Alikhani v. Προδρόμου
(2012)1Α Α.Α.Δ. 657, επισημάνθηκε ότι "η απάντηση ("reply"), δεν αποτελεί το ορθό δικογραφικό forum για να προβληθεί αξίωση, ούτε να διαφοροποιήσει τα γεγονότα που περιβάλλουν την αξίωση και σίγουρα δεν προσφέρεται ως εφαλτήριο τροποποίησης, (δέστε Bullen & Leake: Precedents of Pleadings, 12η έκδ. σελ. 106 και 108 και Odgers on Civil Court Actions, 24η έκδ. σελ. 271-273).» Έτσι, και στην υπό εξέταση περίπτωση λαμβάνονται υπόψη οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί που προβάλλονται στην έκθεση απαίτησης, ως επίσης και στην απάντηση στην υπεράσπιση, σε όση έκταση οι τελευταίοι δεν διαφοροποιούν τα γεγονότα που περιβάλλουν την αξίωση, ως καθορίζονται στην έκθεση απαίτησης. Γ. Η μαρτυρία που προσκομίστηκε Η ενάγουσα για στοιχειοθέτηση της απαίτησης της, κάλεσε συνολικά 3 μάρτυρες, τους ΧΧΧ Λαζαρίδη, ΧΧΧ Βοσκαρίδου και τον ΧΧΧ Αγαθαγγέλου. Από την άλλη, ο εναγόμενος 1 κάλεσε τον ΧΧΧ Αγγελίδη. Οι δύο τελευταίοι είναι εκτιμητές ακινήτων. Ο ΧΧΧ Λαζαρίδης, εργάζεται στο λογιστικό γραφείο του ΧΧΧ Αβραάμ. Ο τελευταίος, στις 5.10.2017, έχει διοριστεί, με βάση ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης, ως παραλήπτης διαχειριστής της ενάγουσας (βλ. Τεκ. 1). Ανατέθηκε, αποκλειστικά, στον ΧΧΧ Λαζαρίδη ο έλεγχος και η διαχείριση των υποθέσεων της ενάγουσας και έχει υπό την φύλαξη του όλα τα σχετικά έγγραφα που αφορούν την τελευταία. Επισήμανε ότι, η ενάγουσα είναι εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη (βλ. Τεκ. 2) και είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια της κατοικίας (βλ. Τεκ. 3). Στο πλαίσιο της μαρτυρίας του, κάνοντας σχετική αναφορά, παρουσίασε: (
  1. i)το πληρεξούσιο έγγραφο (βλ. Τεκ. 5), με το οποίο ο εναγόμενος 1 εξουσιοδότησε τον εναγόμενο 2 να αγοράσει περιουσία και να υπογράψει σχετικά έγγραφα (
  2. ii)την συμφωνία, ημερ. 25.11.2010, με την οποία η ενάγουσα πώλησε στον εναγόμενο 1, μέσω του πληρεξουσίου αντιπροσώπου του -εναγόμενου 2 -, την κατοικία (βλ. Τεκ. 4). Η πιο συμφωνία πώλησης της κατοικίας με αρ. 16 ( αρ θύρας 32), διαλάμβανε, μεταξύ άλλων, ότι το συμφωνηθέν τίμημα πώλησης, ύψους €595.000 (συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α) ήταν πληρωτέο σε τρεις δόσεις ως ακολούθως: (ι) €138.500 με την υπογραφή της συμφωνίας (ιι) €456.000 στις 21.12.2010 και (ιιι) €500 κατά την εγγραφή της κατοικίας στο όνομα του εναγόμενου 1. Η συμφωνία προνοούσε ότι η ενάγουσα θα παρέδιδε ελεύθερη την κατοχή της κατοικίας στον αγοραστή, με την υπογραφή της συμφωνίας και με την πλήρη καταβολή του ποσού που περιγράφεται πιο πάνω, ελεύθερη από οποιαδήποτε υποθήκη ή επιβαρύνσεις. Στο στάδιο τούτο υπενθυμίζεται ότι στην έκθεση απαίτησης ρητά αναφέρεται ότι η ενάγουσα θα παρέδιδε κατοχή της κατοικίας στον εναγόμενο 1 κατά την υπογραφή της συμφωνίας, απαλλαγμένη και/ή ελεύθερη από οποιαδήποτε υποθήκη και/ή επιβαρύνσεις. Περαιτέρω δε, η συμφωνία προνοούσε ότι, σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής οποιασδήποτε δόσης ή μέρους αυτής, ο εναγόμενος 1 θα κατέβαλλε τόκο 8% ετησίως, επί των καθυστερημένων ποσών. Στις 26.11.2010, η πιο πάνω συμφωνία κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού. Στο πλαίσιο της μαρτυρίας του, ανέφερε ότι, πράγματι ο εναγόμενος 1, μέσω του αντιπροσώπου του (εναγόμενου 2) κατέβαλε το ποσό των €138.500, πλην όμως, παρέλειψε να συμμορφωθεί με τις συμβατικές του υποχρεώσεις, και ειδικότερα παρέλειψε να καταβάλει την δεύτερη δόση, ύψους €456.000. Έτσι η ενάγουσα, μέσω των δικηγόρων της, απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα, ημερ. 25.4.2012, στον εναγόμενο 2, με το οποίο καλούσε τον εναγόμενο 1 όπως εντός 7 ημερών, καταβάλει σε αυτήν το ποσό των €456.000 (δεύτερη δόση) πλέον τόκους, ήτοι σύνολο €508.426,79 (βλ. Τεκ. 6). Ο εναγόμενος 1, δεν ανταποκρίθηκε και έτσι η ενάγουσα, μέσω των δικηγόρων της, απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα, ημερ. 10.5.2012, στον εναγόμενο 2, με το οποίο καλούσε τον εναγόμενο 1 να προσέλθει στο κτηματολόγιο την 18.5.2012 για την εγγραφή της κατοικίας στο όνομα του και όπως καταβάλει το πιο πάνω ποσό ( βλ. Τεκ. 7). Ο τελευταίος δεν ανταποκρίθηκε και έτσι η ενάγουσα, μέσω των δικηγόρων της, απέστειλε στον εναγόμενο 2, πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του εναγόμενου 1 ηλεκτρονικό μήνυμα, ημερ. 5.6.2012, με το οποίο τερμάτισε την επίδικη συμφωνία και ζητούσε να αποσύρει το πωλητήριο έγγραφο από το κτηματολόγιο (βλ. Τεκ. 8). Όπως ανάφερε, ο εναγόμενος 1 δεν κατάβαλε οποιονδήποτε άλλο ποσό στην ενάγουσα και δεν απόσυρε το πωλητήριο έγγραφο από το κτηματολόγιο. Αντεξεταζόμενος παρουσίασε γραπτή συμφωνία, ημερ 10.8.2010 ( option to purchase immovable property), που συνομολογήθηκε μεταξύ της ενάγουσας και του εναγόμενου 1 με την οποία ο τελευταίος είχε το δικαίωμα αγοράς της κατοικίας με αρ 35 που βρίσκεται στο πιο πάνω συγκρότημα για το ποσό των €650.000 και σε αντάλλαγμα του πιο πάνω δικαιώματος κατέβαλε στην ενάγουσα το ποσό των €3.000 (βλ. Τεκ. 9). Η πιο πάνω συμφωνία, διαλάμβανε, μεταξύ άλλων, ότι ο εναγόμενος 1 θα μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμα αγοράς αφού απέστελλε γραπτή ειδοποίηση στην ενάγουσα εντός 3 μηνών από την πιο πάνω ημερομηνία. Στη δε περίπτωση, που δεν ασκούσε το δικαίωμα αγοράς, εντός του πιο πάνω χρονικού διαστήματος τότε, η συμφωνία θα τερματιζόταν. Επισήμανε ότι, το πιο πάνω ποσό των €3.000 που κατέβαλε ο εναγόμενος 1, πιστώθηκε έναντι της αγοράς της κατοικίας με αρ. 16 και συμπεριλαμβάνεται στο ποσό των €138.500. Η ΧΧΧ Βοσκαρίδου είναι δικηγόρος και στο πλαίσιο της μαρτυρίας της ανέφερε ότι κατόπιν οδηγιών, της ενάγουσας, απέστειλε τα τρία πιο πάνω ηλεκτρονικά μηνύματα (βλ. Τεκ. 6, 7 και 8). Στις 10.5.2012 έλαβε επιστολή από το δικηγορικό γραφείο Α. Νεοκλέους & Σία Δ.Ε.Π.Ε, το οποίο ενεργούσε για λογαριασμό του εναγόμενου 2 υπό την προσωπική του ιδιότητα και ως αντιπρόσωπος του εναγόμενου 1, με την οποία υπόβαλαν πρόταση, η οποία δεν έγινε αποδεκτή από την ενάγουσα. Ως ανάφερε, την επιστολή τερματισμού (βλ. Τεκ. 8) την κοινοποίησε και στο πιο πάνω δικηγορικό γραφείο. Ο ΧΧΧ Αγαθαγγέλου είναι εκτιμητής ακινήτων και στο πλαίσιο της μαρτυρίας του αναφέρθηκε στα προσόντα του. Ανάφερε ότι, γύρω στις αρχές του Νοέμβρη του 2019 του ζητήθηκε να εκτιμήσει την αξία της κατοικίας κατά την 5.6.2012 και ετοίμασε σχετική εκτίμηση (βλ. Τεκ. 10), αφού επιθεώρησε το ακίνητο την 7.11.2019. Ως ανέφερε, το υπό εκτίμηση ακίνητο βρίσκεται στο Δήμο Γερμασόγειας και έχει εύκολη πρόσβαση από και προς τον παραλιακό δρόμο και κατ' επέκταση προς τη θάλασσα. Εμπίπτει, στο τοπικό σχέδιο Λεμεσού, στη πολεοδομική ζώνη Τ1β. Επισήμανε ότι πρόκειται για την διώροφη κατοικία με αρ.16 (αρ. θύρας 32), η οποία διαθέτει τρία υπνοδωμάτια και αποτελείται από καλυμμένους χώρους συνολικού εμβαδού 123 τ.μ. Διαθέτει καλυμμένη βεράντα 8 τ.μ. και ακάλυπτη 6 τ.μ. Επίσης, έχει αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης της αυλής και καλυμμένου χώρου στάθμευσης. Η κατοικία, ως ανέφερε, κατά τον Ιούνιο του 2012 ήταν προφανώς σε καλή κατάσταση ενώ κατά την επιθεώρηση βρισκόταν σε κακή κατάσταση αφού, αφέθηκε στο χρόνο, χωρίς συντήρηση ή διαφύλαξη της από τα στοιχεία της φύσης. Για την εξεύρεση της αξίας της κατοικίας, κατά τη πιο πάνω ημερομηνία, χρησιμοποίησε τη συγκριτική μέθοδο εκτίμησης σε συνδυασμό με έρευνα και μελέτη της κτηματαγοράς στην περιοχή. Έλαβε υπόψη του έξι συγκριτικές πωλήσεις παρόμοιων ακινήτων που βρίσκονται στο ίδιο συγκρότημα και για τις οποίες γίνεται αναφορά στη έκθεση του (βλ. Τεκ. 10). Οι πιο πάνω πωλήσεις, έγιναν την ίδια περίοδο με την υπό εξέταση, οπόταν, δεν χρειάστηκε να προβεί σε χρονικές αναπροσαρμογές. Οι 5 από τις πιο πάνω συγκριτικές πωλήσεις κυμαίνονται από €2.592,05 μέχρι €2.771,08 το τ.μ. ενώ η άλλη ήταν €3.891,05 το τ.μ. Την τελευταία την χαρακτήρισε ως ακραία τιμή. Συνεκτίμησε το γεγονός ότι η κατοικία ήταν γωνιακή οπόταν ξέφυγε από το εύρος πώλησης των 5 συγκριτικών πωλήσεων και κατέληξε στο ποσό των €2.900 το τ.μ. Έτσι, καθόρισε την αγοραία αξία ως ακολούθως: (
  3. i)καλυμμένοι χώροι 123 τ.μ Χ €2.900/τ.μ. = €356.700 (
  4. ii)καλυμμένες βεράντες 8 τ.μ. Χ €1.450/τ.μ. = €11.600 (iii) ακάλυπτες βεράντες 6 τ.μ. Χ €725/τ.μ. = €4.350 Σύνολο €372.650 Ήταν η θέση του, ότι η αγοραία αξία της κατοικίας κατά την 5.6.2012 ήταν €373.000. Επισήμανε ότι δεν έλαβε υπόψη του τις εκτιμήσεις που διενήργησε το κτηματολόγιο για τις πιο πάνω συγκριτικές πωλήσεις, καθότι, ως ανέφερε, γίνονται βιαστικά για υπολογισμό των δικαιωμάτων και αποτελούν ενδεικτική τιμή. Η μοναδική μαρτυρία που προσφέρθηκε από τον εναγόμενο 1 είναι αυτή του εκτιμητή ακινήτων ΧΧΧ Αγγελίδη, ο οποίος κατόπιν οδηγιών που έλαβε στις 14.1.2020, ετοίμασε σχετική εκτίμηση της αγοραίας αξίας της κατοικίας κατά την 5.6.2012 (βλ. Τεκ. 11). Στην έκθεση του, αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι, « σήμερα η κατοικία φαίνεται να είναι καλής κατάστασης και συντήρησης, ωστόσο, φαίνεται ακατοίκητη και η αυλή της απεριποίητη.» Για να καταλήξει στην αξία της, χρησιμοποίησε την συγκριτική μέθοδο. Έλαβε υπόψη του εννέα συγκριτικές πωλήσεις παρόμοιων ακινήτων. Από αυτές, οι επτά βρίσκονται στο ίδιο συγκρότημα με την κατοικία και οι έξι είναι οι ίδιες με τις συγκριτικές πωλήσεις που χρησιμοποίησε ο ΧΧΧ Αγαθαγγέλου. Στην έκθεση αναφέρει ότι η συγκριτική πώληση με αρ 5 αφορά το « εξεταζόμενο ακίνητο». Αντεξεταζόμενος όμως σε κάποιο στάδιο δήλωσε ότι « μπορεί και να μην είναι το συγκεκριμένο, αλλά είναι πανομοιότυπο.». Στη συνέχεια το απέδωσε σε τυπογραφικό λάθος και, ως ανέφερε, θα έπρεπε να αναγράψει «.πανομοιότυπο με το εξεταζόμενο ακίνητο.». Οι άλλες δύο συγκριτικές πωλήσεις βρίσκονται σε γειτονικό συγκρότημα. Όλες οι πωλήσεις, έγιναν την ίδια περίοδο με την υπό εξέταση περίπτωση και κυμαίνονται από €3.614 το τ.μ. μέχρι €4.689 το τ.μ. Καθόρισε την αγοραία αξία της κατοικίας, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ως ακολούθως: (
  5. i)εμβαδό 123 τ.μ Χ €3.900/τ.μ. = €479.700 (
  6. ii)καλυμμένες βεράντες 8 τ.μ. Χ €1.950/τ.μ.= €15.600 (iii) ακάλυπτες βεράντες 6 τ.μ. Χ €975/τ.μ. = €5.850 Ήταν η θέση του, ότι η αγοραία αξία της κατοικίας κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν €500.000. Ο λόγος που διεύρυνε την έρευνα του και ανάτρεξε σε πωλήσεις γειτνιάζοντος συγκροτήματος ήταν διότι στο συγκρότημα που υφίσταται η επίδικη κατοικία υπήρχαν αποκλίσεις στις τιμές πώλησης και το κτηματολόγιο δεν τις είχε αποδεχτεί. Όταν του τέθηκε ότι, στο πλαίσιο της συγκριτικής μεθόδου δεν λαμβάνεται υπόψη η εκτίμηση του κτηματολογίου, αναγνώρισε ότι η σωστή μέθοδος είναι να ληφθεί υπόψη η τιμή πώλησης και η εκτίμηση του κτηματολογίου αποτελεί ένδειξη και για αυτό στην υπό εξέταση περίπτωση, διεύρυνε την εκτίμηση του. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι επιθεώρησε εξωτερικά τις κατοικίες, που έλαβε υπόψη το τίμημα πώλησης τους, πλην όμως, ως ισχυρίστηκε ένας έμπειρος εκτιμητής μπορεί να αντιληφθεί τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν στο εσωτερικό τους. Δ. Αξιολόγηση Απαραίτητη είναι η αξιολόγηση της μαρτυρίας για την εξαγωγή των αναγκαίων συμπερασμάτων. Το Δικαστήριο θα αναφερθεί εκτενέστερα στις τοποθετήσεις των μερών εκεί που θα εκτιμήσει ότι τούτο είναι αναγκαίο, χωρίς ασφαλώς να θεωρεί ότι υπάρχει υποχρέωση απάντησης σε κάθε επουσιώδες, εγειρόμενο επιχείρημα (βλέπε κατ' αναλογία Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490, 495) ή καθήκον ενασχόλησης με κάθε στοιχείο μαρτυρίας ή διαζευκτικής εκδοχής ή πιθανότητας που προβάλλεται και κρίνεται στην ολότητα της μαρτυρίας ως αντικειμενικά απίθανη ή παράλογη (βλ. κατ' αναλογία Τιμοθέου ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 671, 686). Είναι αυτονόητο πως εάν η προσέγγιση που εξηγείται πιο πάνω ήταν διαφορετική, το Δικαστήριο θα καλείτο να εξετάσει πιθανότητες ή θεωρίες ως προς τα συμβάντα που δεν θα μπορούσαν ευλόγως να εξαχθούν από τη μαρτυρία, κάτι που αφίσταται προφανώς του δικαστικού έργου (βλ. κατ' αναλογία Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, 224). Όπως δε έχει υποδειχθεί στην πρόσφατη απόφαση Guruli v. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2020:B160, Ποιν. Έφ. 263/17, ημερ. 22.5.2020, ένα Δικαστήριο οφείλει να εξετάζει τις μαρτυρίες στην ολότητα τους και να τις αξιολογεί με λογική προσέγγιση και στα πλαίσια της κοινής, ανθρώπινης εμπειρίας. Δεν ασχολείται με απομακρυσμένες πιθανότητες, ούτε και με θεωρίες που ευφάνταστα μπορούν να προωθηθούν. Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 661, δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο, ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέει την αλήθεια. Αξιολογώντας τη μαρτυρία, το Δικαστήριο δεν περιορίστηκε μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα (Rana και Άλλου ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 489, 500), αλλά την παράβαλε και διεύρυνε στο σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας (βλ. κατ' αναλογίαν, Βασιλείου ν Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 254, 260 και Φώτσιου ν. Ηροδότου
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1172, 1175). Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτέλεσε η δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία, αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ' αναλογίαν, C & A Pelekanos Associates Limited v. Πελεκάνου
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1273, 1280-1281). Το Δικαστήριο ασφαλώς διατηρεί πάντα τη δυνατότητα να αποδεχθεί μέρος μιας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μια μαρτυρία θα πρέπει να γίνει αποδεκτή ή να απορριφθεί στην ολότητα της (βλ. Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391 και Αντώνης Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301). Στο πλαίσιο της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια που κατέθεταν ενώπιον του. Αξιολογώντας τη μαρτυρία τους (με πλήρη πάντα επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αποσυναρτημένα επιπέδου απόδειξης), θέτει ως δείκτη, ανάμεσα σε άλλα, την πηγή και εμβέλεια των γνώσεων των μαρτύρων, στο βαθμό που τούτες αφορούσαν εκείνα περί των οποίων κατέθεταν, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά περί των οποίων κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών ανακολουθιών και αντιφάσεων (σε συγκριτική εξέταση με τις μικροαντιφάσεις), την ειλικρίνεια και τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την ύπαρξη νευρικότητας ή επιφυλακτικότητας, και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν ενώ έδιναν μαρτυρία (βλ. Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2Α Α.Α.Δ. 612 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). Το Δικαστήριο ήταν εξαιρετικά προσεκτικό στο να μην αποδώσει υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς τους, γνωρίζοντας ότι κάτι τέτοιο, ενδεχομένως, να ενέχει κινδύνους (βλ. κατ' αναλογίαν, Νικολάου ν. Παπαϊωάννου, ΠΕ 250/08, ημ. 20.10.11), επειδή δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να έχουν ιδιαίτερη ικανότητα στο να προβάλλουν μια τελείως διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικά τους χαρακτηρίζει (βλ. κατ' αναλογίαν, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 401, 406), αλλά και διότι κάποιες συμπεριφορές στο εδώλιο του μάρτυρα μπορεί να ορμώνται από πλειάδα αιτιών χωρίς αναγκαστικώς αυτές να εκπορεύονται από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. κατ' αναλογία, Χρίστου ν. Ηροδότου και άλλων
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 676, 685). Ο ΧΧΧ Λαζαρίδης, δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση, ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία του καθ' οιονδήποτε τρόπο. Παρουσίασε τα γεγονότα, ως ο ίδιος τα γνώριζε, χωρίς διαθλάσεις, εξογκώσεις ή υπερβολές. Ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Στο στάδιο τούτο, επισημαίνεται ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο δεν είχε άμεση, πρωτογενή γνώση των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση κατά τον ουσιώδη χρόνο. Δεν είχε οποιαδήποτε εμπλοκή στον καταρτισμό της συμφωνίας και των όσων μεταγενέστερα ακολούθησαν μέχρι και τον διορισμό του παραλήπτη-διαχειριστή. Η εμπλοκή του, αρχίζει με τον διορισμό του ΧΧΧ Αβραάμ ως παραλήπτη-διαχειριστή της ενάγουσας, στις 5.10.2017, όπου του ανατέθηκε ο έλεγχος και η διαχείριση των υποθέσεων της ενάγουσας και έτσι είχε υπό τη φύλαξή του όλα τα σχετικά έγγραφα που αφορούν την τελευταία. Δήλωσε ότι, δεν γνώριζε αν υπάρχουν άλλες πληρωμές ή έγγραφα, τα οποία να μην του έχουν δοθεί. Δεν γνώριζε αν ο εναγόμενος 2 κατέβαλε στον εναγόμενο 1, πέραν από το ποσό των €138.500, το ποσό για το οποίο γίνεται αναφορά στην έκθεση υπεράσπισης. Επιπρόσθετα, δεν γνώριζε αν για το ακίνητο εξασφαλίστηκε τραπεζική απαλλαγή, κατά τον επίδικο χρόνο αλλά, ως δήλωσε, θα μπορούσε να μεταβιβαστεί αν είχε εξοφληθεί το τίμημα πώλησης. Ως ανέφερε, η ενάγουσα μέχρι και σήμερα κατέχει το επίδικο ακίνητο, για το οποίο γίνεται αναφορά στη συμφωνία. Η ΧΧΧ Βοσκαρίδου, δικηγόρος, ως έχει ήδη αναφερθεί, κατόπιν οδηγιών της ενάγουσας, ανέλαβε τον χειρισμό της υπόθεσης και, μεταξύ άλλων, απέστειλε τα τρία πιο πάνω ηλεκτρονικά μηνύματα-επιστολές (βλ. Τεκ. 6, 7 και 8). Δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση, ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία της καθ' οιονδήποτε τρόπο. Ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Στο πλαίσιο της μαρτυρίας της, ανέφερε το τι της δήλωσε, ο διευθυντής και ιδιοκτήτης της ενάγουσας, ΧΧΧ Καραολής και ειδικότερα, μεταξύ άλλων, ότι: (i) ο τελευταίος προσπαθούσε να επικοινωνήσει με τον εναγόμενο 2, για εξόφληση του οφειλόμενου ποσού και ο τελευταίος δεν ανταποκρίθηκε και (ii) η ενάγουσα ήταν σε θέση να προχωρήσει με τη μεταβίβαση του ακινήτου. Επισημαίνεται ότι η εξ' ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται από οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον Δικαστηρίου, απλώς και μόνο διότι αυτή είναι εξ' ακοής (βλ. άρθρο 24 του Περί Αποδείξεως Νόμου). Κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί στην εξ' ακοής μαρτυρία, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική της αξία. Ειδικότερα μεταξύ άλλων παραγόντων που καθορίζει το άρθρο 27
(2)του πιο πάνω Νόμου, λαμβάνεται υπόψη, κατά πόσο θα ήταν εύλογο και εφικτό ο διάδικος, που έχει προσαγάγει την εξ ακοής μαρτυρία να είχε κλητεύσει ως μάρτυρα στην διαδικασία το πρόσωπο που έκανε την αρχική δήλωση. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που προσδίδεται από το Δικαστήριο στην εξ' ακοής μαρτυρία, λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη το κατά πόσο ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε (βλ. άρθρο 27 του Περί Αποδείξεως Νόμου). Η πρωτογενής μαρτυρία, ιδιαίτερα όπου αυτή μπορεί να παρασχεθεί χωρίς πρόβλημα, η κλήτευση και παρουσία των προσώπων που προέβηκαν στις αρχικές δηλώσεις, προσφέρει στο Δικαστήριο τη μοναδική ευκαιρία να την κρίνει υπό το φως της ανθρώπινης εμπειρίας μέσα από την εξέταση και αντεξέταση όπου οι μάρτυρες δοκιμάζονται ως προς την αλήθεια των λόγων τους. Η αποδοχή εξ ακοής μαρτυρίας είναι και παραμένει η εξαίρεση στον κανόνα και η αποδοχή της επιτρέπεται μόνο για καλό λόγο και σε αυτό στόχευε ο Νομοθέτης με τον Ν.32
(1)/2004 στο Κεφ. 9, ώστε να άρει πιθανές αδικίες από την αυστηρή εφαρμογή των κανόνων απόδειξης (βλ. Pakistan Cables Ltd v. NBS General Trading (Overseas) Co. Ltd.
(2012)1 A.A.Δ., 1711 και Τριφταρίδης ν. Xiaodan Liu, Έφεση αρ. 13/2015, ημερ. 5.10.2016). Στην προκείμενη περίπτωση, η ενάγουσα δεν κάλεσε ως μάρτυρα τον ΧΧΧ Καραολή, ιδιοκτήτη και διευθυντή της ενάγουσας. Δεν έχει καταδειχθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο ότι δεν ήταν εύλογο και εφικτό να κλητευθεί, ως μάρτυρας στη διαδικασία. Η ενάγουσα θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε. Εν κατακλείδι, λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, αλλά και τους υπόλοιπους παράγοντες που καθορίζονται στο άρθρο 27 του πιο πάνω Νόμου, για την αποδοχή ή μη εξ ακοής μαρτυρίας, δεν προσδίδεται οποιανδήποτε βαρύτητα και συνακόλουθα δεν γίνεται αποδεκτό, το τι δήλωσε στην ΧΧΧ Βοσκαρίδου, ο ΧΧΧ Καραολής, ως με λεπτομέρεια εκτίθεται πιο πάνω. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, τόσο ο ΧΧΧ Αγαθαγγέλου, ο οποίος κλήθηκε από την ενάγουσα όσο και ο ΧΧΧ Αγγελίδης, είναι εκτιμητές ακινήτων. Η ιδιότητα και τα προσόντα των πιο πάνω μαρτύρων δεν αμφισβητήθηκαν. Κατ' αρχήν επισημαίνεται ότι, με βάση τα όσα τέθηκαν, το Δικαστήριο, τους αποδέχεται ως πραγματογνώμονες και τη μαρτυρία τους την προσεγγίζει ως η νομολογία επιτάσσει (βλ. Anastasiades ν. The Republic
(1977)2 C.L.R. 92, Ευαγγέλου ν. Αμπίζα
(1982)1 Α.Α.Δ. 41, Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 746, Republic v. Chacholiades
(1992)1 A.A.Δ. 446, Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41, 62-65, Star Fiber-Glass v. Elneda Trading Ltd
(1992)1(B) A.A.Δ. 875). Αναμφίβολα, η σοβαρότητα και υπευθυνότητα, με την οποία μάρτυρες πραγματογνώμονες εκτελούν τα καθήκοντά τους, αποτελεί σημαντικό στοιχείο αξιολόγησης (βλ. κατ' αναλογία Μιτσιγιώργη κ.ά. ν. Αδελφών Γαλαζή (Ομόρρυθμης Εταιρείας)
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1811, 1814. Στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice
(2004), στη σελ. 2183, αναφέρονται τα ακόλουθα, σε σχέση με το καθήκον των πραγματογνωμόνων όταν αυτοί καταθέτουν υπό αυτή τους την ιδιότητα ενώπιον Δικαστηρίου: "The duty of the expert witness is to furnish the judge or jury with the necessary scientific criteria for testing the accuracy of their conclusions, so as to enable the judge or jury to form their own independent judgment by the application of those criteria to the facts proved in evidence;" Το Δικαστήριο πριν προχωρήσει στην αξιολόγηση των δύο πιο πάνω εκτιμητών επισημαίνει ότι, όπως έχει αναγνωριστεί νομολογιακά, η δυνατότητα σύγκρισης ενός ακινήτου με άλλα προϋποθέτει την ύπαρξη ομοιογένειας μεταξύ τους. Οι παράγοντες που τείνουν να στοιχειοθετήσουν τέτοια ομοιότητα εντοπίζονται στην τοποθεσία των ακινήτων, στα γεωφυσικά τους χαρακτηριστικά και στους όρους ανάπτυξης τους. Ο χρόνος διάθεσης των συγκριτικών αποτελεί άλλο σχετικό παράγοντα και ως προς τον τελευταίο, είναι εφικτή η σύγκριση εφόσον παρέχεται η δυνατότητα προσαρμογής της τιμής των διαθέσιμων συγκριτικών στα δεδομένα του κρίσιμου χρόνου (βλ. Terence Menelaos Spiby v. Δημοτικού Συμβουλίου Πάφου
(2002)1 Α.Α.Δ. 483). Η μαρτυρία του ΧΧΧ Αγαθαγγέλου έχει ήδη εκτεθεί πιο πάνω και δεν χρήζει επανάληψης. Έχει επεξηγήσει με την απαραίτητη λεπτομέρεια και επάρκεια, τα συγκριτικά που έλαβε υπόψη και τον τρόπο που κατέληξε στην πιο πάνω αγοραία αξία του ακινήτου κατά τον επίδικο χρόνο. Πέρα δε τούτου, δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση, ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία του καθ' οιονδήποτε τρόπο και συνακόλουθα το συμπέρασμά του. Ήταν μάρτυρας της αλήθειας και το Δικαστήριο αποδέχεται τη μαρτυρία του. Αναφορικά με τον εκτιμητή ΧΧΧ Αγγελίδη, που κλήθηκε από τον εναγόμενο
  1. Στο πλαίσιο της μαρτυρίας του ανέφερε ότι στις 14.1.2020 του δόθηκαν οδηγίες να ετοιμάσει σχετική εκτίμηση, πράγμα το οποίο έπραξε, αφού στις 28.1.2020 επιθεώρησε το υπό εξέταση ακίνητο. Στην έκθεση του, αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι, «σήμερα η κατοικία φαίνεται να είναι καλής κατάστασης και συντήρησης, ωστόσο φαίνεται ακατοίκητη και η αυλή της απεριποίητη.» Σύμφωνα με την αποδεκτή αλλά και αδιαμφισβήτητη περί τούτου μαρτυρία του εκτιμητή ΧΧΧ Αγαθαγγέλου, η επίδικη κατοικία αφέθηκε στο έλεος του χρόνου, χωρίς συντήρηση ή διαφύλαξή της από τα στοιχεία της φύσης. Κατά την επιθεώρηση της, από μέρους του τελευταίου, βρισκόταν σε κακή κατάσταση και επισύναψε στην έκθεση του σχετικές φωτογραφίες οι οποίες, με βάση τις αρχές της απλής παρατήρησης και μόνο και χωρίς το Δικαστήριο να υποκαθιστά τον εαυτό του εμπειρογνώμονα, διαπιστώνει ότι οι χώροι, που απεικονίζουν αυτές, βρίσκονται σε κακή κατάσταση. Σε ντουλάπια δεν υπάρχουν πόρτες, το μπάνιο είναι σε κακή κατάσταση και σε έπιπλο που βρίσκεται εντός αυτού, δεν υπάρχει καπάκι και πόρτες. Με βάση τα πιο πάνω, η αναφορά του ΧΧΧ Αγγελίδη, ότι η κατοικία φαίνεται να είναι καλής κατάστασης και συντήρησης, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ο πιο πάνω μάρτυρας, για να καταλήξει στην αξία της κατοικίας κατά τον Ιούνιο του 2012, χρησιμοποίησε την συγκριτική μέθοδο. Ως αναφέρεται στην έκθεση του, έλαβε υπόψη του εννέα συγκριτικές πωλήσεις. Από αυτές, ως δήλωσε, οι επτά βρίσκονται στο ίδιο συγκρότημα με την κατοικία, εκ των οποίων οι έξι είναι οι ίδιες με τις συγκριτικές πωλήσεις που χρησιμοποίησε ο ΧΧΧ Αγαθαγγέλου. Στην έκθεση του αναφέρει ότι η συγκριτική πώληση με αρ. 5, αφορά το εξεταζόμενο ακίνητο. Έλαβε υπόψη του, ως συγκριτική πώληση, για να καθορίσει την αξία της κατοικίας, την ίδια την κατοικία. Όταν, αντεξεταζόμενος, του υποδείχθηκε η πιο πάνω παραδοξότητα, δεν απέκλεισε την πιθανότητα να μην αφορά την κατοικία αλλά άλλο, πανομοιότυπο ακίνητο. Δήλωσε, χαρακτηριστικά «μπορεί και να μην είναι το συγκεκριμένο, αλλά είναι πανομοιότυπο». Στη συνέχεια διαφοροποιήθηκε, αποδίδοντας το σε τυπογραφικό λάθος και, ως δήλωσε, θα έπρεπε να αναγράψει «. πανομοιότυπο με το εξεταζόμενο ακίνητο». Από το πιο πάνω, υποδεικνύεται και η προχειρότητα της διεργασίας του πιο πάνω μάρτυρα. Στο πλαίσιο της μαρτυρίας του ανέφερε ότι διεύρυνε την έρευνα του και ανάτρεξε σε πωλήσεις γειτνιάζοντος συγκροτήματος καθότι στο συγκρότημα που υφίσταται η επίδικη κατοικία υπήρχαν αποκλίσεις στις τιμές πώλησης και το κτηματολόγιο δεν τις είχε αποδεχτεί. Αναγνώρισε ότι, στο πλαίσιο της συγκριτικής μεθόδου δεν λαμβάνεται υπόψη η εκτίμηση του κτηματολογίου και, ως ανέφερε, η τελευταία αποτελεί ένδειξη και γι' αυτό διεύρυνε την εκτίμησή του. Επιθεώρησε μόνον εξωτερικά τις κατοικίες του γειτνιάζοντος συγκροτήματος, που έλαβε υπόψη το τίμημα πώλησής τους και, παρά ταύτα, ήταν σε θέση να καθορίσει την αξία τους. Ως ισχυρίστηκε, ένας έμπειρος εκτιμητής μπορεί να αντιληφθεί τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν στο εσωτερικό τους. Δήλωσε χαρακτηριστικά, «. από εξωτερικά μπορεί κάποιος να καταλάβει, ένας έμπειρος εκτιμητής, να καταλάβει τα υλικά που χρησιμοποιούνται. Δηλαδή εάν είναι πολύ ψηλής ποιότητας, αν είναι μέσης ποιότητας, αν είναι καλής ποιότητας ή κακής ποιότητας.» Τα όσα σχετικά ανέφερε, πρόκειται για εικασίες. Η πιο πάνω αναφορά του όχι μόνο δεν εδράζεται σε στέρεο υπόβαθρο γεγονότων αλλά αντιστρατεύεται την κοινή λογική και, κατ' ελάχιστον, κατατάσσεται ως μη πειστική. Η όλη παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα δεν ήταν θετική. Όπως υποδεικνύεται ανωτέρω, η μαρτυρία του ήταν νεφελώδης, χαρακτηρίζεται από παλινδρομήσεις, ταλαντεύσεις, αντιφάσεις και υπεκφυγές. Συνακόλουθα, για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, η μαρτυρία του δεν γίνεται αποδεχτή. Αναφορικά με την εισήγηση της ευπαιδεύτου συνηγόρου του εναγόμενου 1 ότι η συμφωνία πώλησης ημερ. 25.11.2010 υπογράφηκε από τον εναγόμενο 2, πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του εναγόμενου 1, κατά παράβαση των οδηγιών του και χωρίς την έγκρισή του, κατ' αρχάς επισημαίνεται ότι καμία μαρτυρία προσκομίστηκε από μέρους του τελευταίου, που να υποστηρίζει τον πιο πάνω δικογραφημένο του ισχυρισμό. Πέρα δε τούτου, με το πληρεξούσιο έγγραφο ημερ. 9.11.2010, ο εναγόμενος 1 εξουσιοδότησε τον εναγόμενο 2, μεταξύ άλλων, να διαπραγματεύεται, αγοράζει οποιαδήποτε περιουσία στην Κύπρο, για οποιοδήποτε ποσό και να υπογράφει οποιαδήποτε σύμβαση πώλησης (βλ. Τεκ. 5). Συνακόλουθα, για τους πιο πάνω λόγους, η σχετική εισήγηση απορρίπτεται. Περαιτέρω, ήταν η θέση της συνηγόρου του εναγόμενου 1 ότι η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία αφορούσε άλλη κατοικία, λαμβανομένης υπόψη και της συμφωνίας ημερ. 10.8.2010 (βλ. Τεκ. 9). Με την πιο πάνω συμφωνία που συνομολογήθηκε μεταξύ της ενάγουσας και του εναγόμενου 1, ο τελευταίος είχε το δικαίωμα αγοράς της κατοικίας με αρ 35 που βρίσκεται στο πιο πάνω συγκρότημα για το ποσό των €650.000 και σε αντάλλαγμα του πιο πάνω δικαιώματος κατέβαλε στην ενάγουσα το ποσό των €3.
  2. Η πιο πάνω συμφωνία, διαλάμβανε, μεταξύ άλλων, ότι ο εναγόμενος 1 θα μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμα αγοράς αφού απέστελλε γραπτή ειδοποίηση στην ενάγουσα εντός 3 μηνών από την πιο πάνω ημερομηνία. Στη δε περίπτωση, που δεν ασκούσε το δικαίωμα αγοράς, εντός του πιο πάνω χρονικού διαστήματος τότε, η συμφωνία θα τερματιζόταν. Καμία μαρτυρία προσκομίστηκε από μέρους του εναγόμενου 1, ότι εξάσκησε το πιο πάνω δικαίωμα αγοράς της κατοικίας με αρ.
  3. Πέρα δε τούτου, όπως έχει ήδη επισημανθεί, με το πιο πάνω πληρεξούσιο έγγραφο, ημερ. 9.11.2010, το οποίο συνομολογήθηκε σε χρόνο μεταγενέστερο της συμφωνίας ημερ. 10.8.2010, ο εναγόμενος 1 εξουσιοδότησε τον εναγόμενο 2 να διαπραγματευτεί και να αγοράσει οποιαδήποτε περιουσία και έτσι συνομολογήθηκε η συμφωνία ημερ. 25.11.2010, με την οποία ο εναγόμενος 1, μέσω πληρεξουσίου αντιπροσώπου του - εναγόμενου 2, αγόρασε την κατοικία με αρ. 16 (αρ. θύρας 32). Συνακόλουθα, η σχετική εισήγηση της συνηγόρου του εναγόμενου 1 απορρίπτεται. Ε. Ευρήματα Με βάση το ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρικό υλικό και την πιο πάνω αξιολόγηση, τα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, έχουν ως ακολούθως: (i) Η ενάγουσα, είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης (βλ. Τεκ. 2) και κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια μιας διώροφης κατοικίας με αρ. 16 και αρ. θύρας 32, αρ. εγγραφής 0/ΧΧΧ81, Φ/Σχ. Χ/ΧΧ9/ΧΧ1, Τμήμα 6, τεμάχιο ΧΧ9, στην τοποθεσία Περβόλια του Δήμου Γερμασόγειας, της επαρχίας Λεμεσού (βλ. Τεκ. 3)[1]. (ii) Στις 5.10.2017 ο ΧΧΧ Αβραάμ έχει διοριστεί, με βάση ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης, ως παραλήπτης-διαχειριστής της ενάγουσας[2]. (iii) Ο εναγόμενος 1, με πληρεξούσιο έγγραφο ημερ. 9.11.2010 (βλ. Τεκ. 5), εξουσιοδότησε τον εναγόμενο 2 να προβαίνει στις ενέργειες που καθορίζονται σ' αυτό και, μεταξύ άλλων, για λογαριασμό του, να διαπραγματευτεί, αγοράσει οποιαδήποτε περιουσία στην Κύπρο, για οποιοδήποτε ποσό και να υπογράψει σύμβαση πώλησης (βλ. Τεκ. 5, παρ. 1). Επιπρόσθετα, εξουσιοδοτούσε τον εναγόμενο 2 να αποσύρει οποιοδήποτε χρηματικό ποσό από τραπεζικό λογαριασμό, αναφορικά με την πώληση ή αγορά οποιασδήποτε περιουσίας στην Κύπρο και να προβαίνει σε πληρωμές και να αποδέχεται επίδοση αγωγής ή άλλης νόμιμης διαδικασίας. (iv) Στις 25.11.2010 συνομολογήθηκε γραπτή συμφωνία με την οποία η ενάγουσα πώλησε στον εναγόμενο 1, διά μέσου του πληρεξουσίου αντιπροσώπου του τελευταίου - εναγόμενου 2 - την πιο πάνω κατοικία. Το συμφωνηθέν τίμημα πώλησης καθορίστηκε στις €595.000, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. και ήταν πληρωτέο ως ακολούθως: - €138.500 με την υπογραφή της συμφωνίας. - €456.000 την 21.12.2010 και - €500 κατά την εγγραφή της κατοικίας στο όνομα του εναγόμενου
  4. Η εν λόγω συμφωνία ρητά διαλαμβάνει ότι η ενάγουσα θα παρέδιδε ελεύθερη την κατοχή της κατοικίας στον αγοραστή με την υπογραφή της συμφωνίας. Επιπρόσθετα δε, προνοούσε ότι σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής οποιασδήποτε δόσης ή μέρους αυτής, ο εναγόμενος 1 θα κατέβαλλε τόκο 8% ετησίως επί των καθυστερημένων ποσών. (v) Ο εναγόμενος 1, στο πλαίσιο της πιο πάνω συμφωνίας, κατέβαλε στην ενάγουσα το ποσό των €138.
  5. Η τελευταία δεν παρέδωσε την κατοχή του ακινήτου στον αγοραστή. Έκτοτε, ουδέν ποσό καταβλήθηκε στην ενάγουσα. (vi) Η ενάγουσα στις 25.4.2012, δια μέσου των δικηγόρων της, απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στον εναγόμενο 2, πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του εναγόμενου 1, με το οποίο καλούσε τον τελευταίο όπως καταβάλει σ' αυτήν το ποσό των €456.000 (2η δόση) πλέον τόκους, ήτοι σύνολο €508.426,79 (βλ. Τεκ. 6). Ακολούθως, με τον ίδιο τρόπο αποστάληκε το ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 10.5.2012, στον εναγόμενο 2, με το οποίο καλούσε τον εναγόμενο 1 να προσέλθει στο κτηματολόγιο στις 18.5.2012, για την εγγραφή της κατοικίας στο όνομα του και όπως καταβάλει το πιο πάνω ποσό (βλ. Τεκ. 7). Στη συνέχεια, η ενάγουσα, μέσω των δικηγόρων της, απέστειλε στον εναγόμενο 2, πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του εναγόμενου 1, ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 5.6.2012, με το οποίο τερμάτισε την επίδικη συμφωνία και ζητούσε όπως αποσυρθεί το πωλητήριο έγγραφο από το κτηματολόγιο (βλ. Τεκ. 8). (vii) Την ίδια ημερομηνία που στάληκε το δεύτερο ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 10.5.2012 (βλ. Τεκ. 7), από τη δικηγόρο ΧΧΧ Βοσκαρίδου, η τελευταία έλαβε επιστολή από το δικηγορικό γραφείο Α. Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ, το οποίο ενεργούσε για λογαριασμό του εναγομένου 2 υπό την προσωπική του ιδιότητα και ως αντιπρόσωπος του εναγομένου 1, με την οποία υπέβαλαν πρόταση, η οποία δεν έγινε αποδεκτή. (viii) Η αξία της πιο πάνω κατοικίας με αρ. 16 (αρ. θύρας 32), κατά την 5.6.2012, ήταν €373.
  6. Στ. Νομική πτυχή-εισηγήσεις-υπαγωγή των γεγονότων στο νομικό πλαίσιο Το άρθρο 55
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 προβλέπει ότι αν ένας από τους συμβαλλόμενους ανέλαβε την υποχρέωση να προβεί σε ορισμένη ενέργεια εντός ορισμένου χρόνου και παραλείψει να πράξει τούτο, το μέρος της σύμβασης που δεν εκπληρώθηκε ακόμα καθίσταται ακυρώσιμο κατ' εκλογή του άλλου μέρους αν πρόθεση των συμβαλλομένων ήταν να καταστήσουν το χρόνο ουσιώδη όρο της σύμβασης (βλ. Pollock & Mulla, Indian Contract and Specific Relief Acts, 9η Έκδοση, σελ. 386, Paraskeva & Other v. Lantas
(1988)1 C.L.R. 285 και Iris Development Limited ν. Τάκη Λαζαρίδη
(2000)1 Γ Α.Α.Δ. 1504 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). Όπως έχει νομολογηθεί στην απουσία πρόθεσης των συμβαλλομένων για να καταστεί ο όρος ουσιώδης απαιτείται εύλογη σχετική ειδοποίηση στην οποία να τίθεται προθεσμία υλοποίησης του η οποία θα πρέπει να είναι εύλογη υπό τις περιστάσεις. Το τι συνιστά εύλογο χρόνο είναι θέμα πραγματικό και κρίνεται κάτω υπό τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Η ευπαίδευτη συνήγορος του εναγόμενου 1 εισηγήθηκε ότι η αξίωση του ενάγοντα είναι έκθετη σε απόρριψη καθότι ο τελευταίος, κατά παράβαση της συμφωνίας, δεν παρέδωσε την κατοχή της κατοικίας στον εναγόμενο 1 ως όφειλε, με την υπογραφή της συμφωνίας. Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου, η συμφωνία ρητά διαλάμβανε, μεταξύ άλλων, ότι, με την καταβολή του ποσού των €138.500, ο ενάγοντας θα παρέδιδε ελεύθερη την κατοχή της κατοικίας στον εναγόμενο
  1. Ο τελευταίος κατέβαλε το πιο πάνω ποσό, πλην όμως ο ενάγοντας δεν παρέδωσε την κατοχή της κατοικίας. Ο εναγόμενος 1, δικαιωματικά, ουδέν έπραξε για την πιο πάνω παράλειψη του ενάγοντα. Κατέβαλε το ποσό των €138.500, χωρίς να του παραδοθεί η κατοχή της κατοικίας. Με τη συμπεριφορά του εναγόμενου 1, ο συγκεκριμένος όρος, που αφορούσε την παράδοση της κατοικίας, κατέστη επουσιώδης. Η συμφωνία διαλάμβανε ότι το ποσό των €456.000 ήταν πληρωτέο την 21.12.
  2. Ο εναγόμενος 1 δεν κατέβαλε το πιο πάνω ποσό. Υπενθυμίζεται ότι δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να υποστηρίζει τα όσα αναφέρονται στην έκθεση υπεράσπισης, ότι ο τελευταίος κατέβαλε στον πληρεξούσιο αντιπρόσωπό του, μεταξύ Νοεμβρίου 2010 και Απριλίου 2011, το συνολικό ποσό των €337.835,40 για να το καταβάλει στην ενάγουσα, έναντι του τιμήματος αγοραπωλησίας άλλης κατοικίας (με αρ. 35) και ότι το έπραξε. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο εναγόμενος 1 δεν κατέβαλε το ποσό των €456.000, ως εκτίθεται ανωτέρω. Ήταν η θέση της συνηγόρου του εναγόμενου 1 ότι, η συμφωνία δεν τερματίστηκε νομότυπα καθότι η σχετική επιστολή στάληκε σε άλλο πρόσωπο και όχι στον εναγόμενο 1, ο οποίος δεν ομιλεί την αγγλική γλώσσα. Όπως έχει ήδη επισημανθεί, ο εναγόμενος 1 δεν κατέβαλε το ποσό των €456.000 κατά το χρόνο που όφειλε να το πράξει. Έτσι, στις 25.4.2012, η ενάγουσα, με ηλεκτρονικό μήνυμα που στάληκε στον εναγόμενο 2, πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του εναγόμενου 1, καλούσε τον τελευταίο όπως καταβάλει σ' αυτήν το πιο πάνω ποσό, πλέον τόκους. Δεν το έπραξε. Στη συνέχεια, η ενάγουσα, με τον ίδιο τρόπο, απέστειλε στον πιο πάνω πληρεξούσιο, ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 10.5.2012, με το οποίο καλούσε τον εναγόμενο 1 να προσέλθει την 18.5.2012 στο κτηματολόγιο για την εγγραφή της κατοικίας στο όνομά του και όπως καταβάλει το οφειλόμενο ποσό. Δεν το έπραξε. Έτσι η ενάγουσα, μέσω των δικηγόρων της, απέστειλε στον εναγόμενο 2, πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του εναγόμενου 1, ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 5.6.2012, με το οποίο τερμάτισε την επίδικη συμφωνία. Η συμφωνία αγοραπωλησίας, ημερ. 25.11.2010, προνοούσε, μεταξύ άλλων, ότι οποιαδήποτε επιστολή ή άλλη ειδοποίηση στον αγοραστή θα αποστέλλεται στη διεύθυνση που αναγράφεται στη συμφωνία ή στην τελευταία διεύθυνση που γνωστοποιείται γραπτώς από τον πωλητή στον αγοραστή (βλ. Τεκ. 4, παρ. 11). Στη συμφωνία όμως δεν καταγράφεται οποιαδήποτε διεύθυνση του εναγόμενου 1-αγοραστή ή και του πληρεξουσίου αντιπροσώπου του. Ούτε και στο πληρεξούσιο έγγραφο καταγράφεται οποιαδήποτε διεύθυνση του εναγόμενου 2 (βλ. Τεκ. 5). Με βάση το πιο πάνω πληρεξούσιο έγγραφο, ο εναγόμενος 1 εξουσιοδοτούσε τον εναγόμενο 2 να αποδέχεται επίδοση οποιασδήποτε αγωγής ή άλλης νόμιμης διαδικασίας (βλ. Τεκ. 5, παρ. 19). ΄Ετσι η ενάγουσα, νομότυπα, μέσω των δικηγόρων της, απέστειλε τα τρία πιο πάνω ηλεκτρονικά μηνύματα στον εναγόμενο
  3. Την ίδια ημερομηνία που στάληκε το δεύτερο ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 10.5.2012 (βλ. Τεκ. 7), η δικηγόρος ΧΧΧ Βοσκαρίδου, έλαβε επιστολή από το δικηγορικό γραφείο Α. Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ, το οποίο ενεργούσε για λογαριασμό του εναγόμενου 2, υπό την προσωπική του ιδιότητα και ως αντιπρόσωπος του εναγόμενου 1, με την οποία υπέβαλαν πρόταση, η οποία όμως δεν έγινε αποδεκτή από την ενάγουσα, γεγονός που υποδεικνύει ότι τα ηλεκτρονικά μηνύματα παραλήφθηκαν από τον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του εναγόμενου
  4. Έτσι, για όλους τους πιο πάνω λόγους, η σχετική εισήγηση ότι η συμφωνία δεν τερματίστηκε νομότυπα, απορρίπτεται. Τα όσα αναφέρει η συνήγορος του εναγόμενου 1, ότι ο τελευταίος δεν γνωρίζει την αγγλική γλώσσα, δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε μαρτυρία. Εξάλλου, το πληρεξούσιο έγγραφο, με το οποίο ο εναγόμενος 1 εξουσιοδότησε τον εναγόμενο 2, είναι στην αγγλική γλώσσα (βλ. Τεκ. 5). Επιπρόσθετα, η ευπαίδευτη συνήγορος του εναγόμενου 1 ανέφερε ότι δεν υφίσταται μαρτυρία ότι ήταν εφικτή η μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα του εναγόμενου 1, ελεύθερο από κάθε υποθήκη ή επιβάρυνση, όταν κλήθηκε ο τελευταίος να μεταβεί στο κτηματολόγιο και το ακίνητο ήταν διπλοπουλημένο. Όπως έχει ήδη επισημανθεί, ο εναγόμενος 1 κλήθηκε να μεταβεί στο κτηματολόγιο για να εγγραφεί η κατοικία στο όνομά του και δεν το έπραξε. Πέρα δε τούτου, τα όσα προβάλλονται, ότι η κατοικία πουλήθηκε δύο φορές, δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε μαρτυρία. Αντιθέτως, ο ΧΧΧ Λαζαρίδης, επί τούτου, δήλωσε ότι στο παρελθόν υπήρξε προφορική συμφωνία για πώληση της επίδικης κατοικίας, η οποία όμως δεν προχώρησε. Συνακόλουθα, οι σχετικές εισηγήσεις της συνηγόρου του εναγόμενου 1, απορρίπτονται. Για τους πιο πάνω λόγους που εξηγούνται, ο εναγόμενος 1 παραβίασε την επίδικη συμφωνία και η ενάγουσα νομότυπα την τερμάτισε. Όπως με λεπτομέρεια εκτίθεται ανωτέρω και δεν χρήζει επανάληψης, ο τελευταίος παρέλειψε να καταβάλει το ποσό των €456.000 και να προσέλθει στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού για την εγγραφή της κατοικίας στο όνομά του, παρά το γεγονός ότι κλήθηκε σχετικά από την ενάγουσα. Έτσι, δικαιολογείται η έκδοση απόφασης με την οποία αναγνωρίζεται ότι η επίδικη συμφωνία, ημερ. 25.11.2010, που συνομολογήθηκε μεταξύ της ενάγουσας και του εναγόμενου 1, τερματίστηκε νομότυπα και επιπρόσθετα δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται ο επαρχιακός κτηματολογικός λειτουργός Λεμεσού να αποσύρει την πιο πάνω συμφωνία από το σχετικό μητρώο που τηρείται. Ήταν η θέση της συνηγόρου του εναγόμενου 1, ότι θα πρέπει να επιστραφεί στον τελευταίο, το ποσό που κατέβαλε. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, το τίμημα πώλησης της κατοικίας ήταν €595.000, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. (€517.391,30 πλέον Φ.Π.Α.). Η αξία της κατοικίας, κατά τον τερματισμό, ήταν €373.
  5. Συνεπώς, δεν δικαιολογείται η επιστροφή οποιουδήποτε ποσού στον εναγόμενο
  6. Αναφορικά με την ανταπαίτηση. Η πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου, ότι ο εναγόμενος 1 παρέβηκε τη συμφωνία και ότι η ενάγουσα νομότυπα την τερμάτισε, σφραγίζει και το αποτέλεσμα της ανταπαίτησης. Στο στάδιο τούτο, υπενθυμίζεται ότι καμία μαρτυρία δεν προσκομίστηκε από μέρους του εναγόμενου 1, για τα όσα με την έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης, αποδίδει στην ενάγουσα. Έτσι, η ανταπαίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη. Ζ. Κατάληξη Συνακόλουθα, εκδίδεται απόφαση, με την οποία αναγνωρίζεται ότι η επίδικη συμφωνία, ημερ. 25.11.2010, που συνομολογήθηκε μεταξύ της ενάγουσας και του εναγόμενου 1, τερματίστηκε νομότυπα. Επιπρόσθετα, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ο επαρχιακός κτηματολογικός λειτουργός Λεμεσού να αποσύρει την πιο πάνω συμφωνία, με αρ. ΠΩΕΧΧΧ7/10, από το σχετικό μητρώο που τηρείται. Αναφορικά με τα έξοδα. Έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα, τα έξοδα της διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγόμενου 1, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται. (Υπ.) .............................. Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΗΓ/ΑΓ [1] Παραδεκτά γεγονότα, ημερ. 11.12.
  7. [2] Παραδεκτό γεγονός, ημερ. 11.12.
  8. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.