Αιμιλιανού κ.α. ν. Demlaw Investment Limited, Αρ. Αγωγής: 276/20, 10/9/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A251 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 276/20 Μεταξύ: 1.ΧΧΧΧ Αιμιλιανού, από την Λεμεσό 2.ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ Αιμιλιανού, από την Σιγκαπούρη Ενάγοντες/Καθ' ων η αίτηση και Demlaw Investment Limited, από την Λεμεσό και άλλοι Εναγόμενοι/Αιτητές Ημερομηνία: 10.9.21 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες/Καθ' ων η αίτηση: κκ Economides Kranos & Co LLC Για τους Εναγόμενους 2-20/Αιτητές: κκ Άντης Τριανταφυλλίδης και Υιοί ΔΕΠΕ ------------------------------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε αίτηση που υποβλήθηκε εκ μέρους των Εναγόμενων 2-20/Αιτητών, από τώρα και στο εξής «οι Αιτητές», στις 27.10.20 με την οποία ζητείται: «διάταγμα του Δικαστηρίου διατάσσον την απόρριψη και/ή τον παραμερισμό και/ή την αναστολή της Αγωγής και/ή τη διαγραφή του Κλητηρίου Εντάλματος και/ή της Έκθεσης Απαίτησης στην παρούσα Αγωγή ως μη αποκαλύπτουσα οποιαδήποτε εύλογη ή οποιαδήποτε αιτία Αγωγής (cause of action) εναντίον των Εναγόμενων και/ή ως επιπόλαια και ενοχλητική (frivolous and vexatious)». Η υπό κρίση αίτηση υποβλήθηκε χωρίς ένορκο δήλωση και βασίζεται στην Δ.48, θθ. 1-4 και 9, Δ.19, θ.26, Δ.27, θ.3, Δ.33, θ.15 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα δε επί των οποίων στηρίζεται «εμφαίνονται στο φάκελο της υπόθεσης και ιδιαίτερα από την Έκθεση Απαίτησης η οποία καταχωρίστηκε από τους Ενάγοντες». Εκ μέρους των Εναγόντων/Καθ' ων η αίτηση καταχωρήθηκε Ειδοποίηση Ένστασης η οποία συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του κύριου ΧΧΧΧ Γεωργίου. Η ένσταση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στην Δ.48, θθ. 1-4 και 9, Δ.19, θ.26, Δ.27, θ.3, Δ.33, θ.15 και Δ.64 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, το άρθρο 30 του Συντάγματος, το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και την σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση εκτίθενται στην ένορκο δήλωση του κύριου Γεωργίου, «το φάκελο του Δικαστηρίου και τη δικογραφία .». Ο κύριος Γεωργίου είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των Καθ' ων η αίτηση, γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της υπόθεσης από πληροφόρηση που έλαβε από τους Καθ' ων η αίτηση, ως διατείνεται, τους δικηγόρους τους και τον φάκελο της υπόθεσης. Είναι δε δεόντως εξουσιοδοτημένος από τους Καθ' ων η αίτηση να προβεί στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση εκ μέρους και για λογαριασμό τους. Ο κύριος Γεωργίου υιοθετεί τους λόγους ένστασης οι οποίοι εκτίθενται στο σώμα της Ειδοποίησης και είναι η θέση του ότι για τους λόγους αυτούς και εξ' όσων έτυχε συμβουλής από τους δικηγόρους που χειρίζονται την αγωγή η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Οι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι: η υπό κρίση αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και/ή στερείται νομικού και/ή πραγματικού ερείσματος δεν συντρέχουν, ούτε ικανοποιούνται οι απαιτούμενες από τον Νόμο ή την Νομολογία προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων δεν στοιχειοθετούνται λόγοι και/ή επαρκείς και/ή ικανοποιητικοί και/ή ουσιαστικοί λόγοι, ούτε και παρουσιάσθηκε μαρτυρία που να δικαιολογεί την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων το Δικαστήριο στερείται εξουσίας να χορηγήσει τις αιτούμενες θεραπείες στην βάση του ένδικου μέσου που χρησιμοποιήθηκε. Η υπό κρίση αίτηση δεν είναι το ορθό μέσο η υπό κρίση αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή αόριστη και/ή ασαφής η αίτηση εμπεριέχει ισχυρισμούς οι οποίοι έπρεπε να εμπεριέχονται σε ένορκο δήλωση. Κατά συνέπεια η υπό κρίση αίτηση πάσχει καθότι δεν συνοδεύεται από ένορκο δήλωση οι Αιτητές απέτυχαν να καταδείξουν τις εξαιρετικές περιστάσεις στην βάση των οποίων το Δικαστήριο δύναται να ασκήσει την εξουσία του υπέρ της έκδοσης των αιτουμένων διαταγμάτων η Έκθεση Απαίτησης αποκαλύπτει εύλογη και/ή οποιαδήποτε και/ή επαρκή και/ή ικανοποιητική αιτία αγωγής (cause of action) εναντίον των Αιτητών η Έκθεση Απαίτησης αποκαλύπτει καλό και/ή επαρκές και/ή ικανοποιητικό αγώγιμο δικαίωμα η αγωγή και/ή η Έκθεση Απαίτησης δεν είναι ενοχλητική και/ή επιπόλαιη και/ή μηδαμινή η υπό κρίση αίτηση υπόκειται σε απόρριψη καθότι δεν επιζητείται η προδικαστική εκδίκαση αμιγώς νομικών σημείων, αλλά «η εκδίκαση ισχυρισμών αμφοτέρων των διαδίκων» το Δικαστήριο στερείται εξουσίας στο παρόν στάδιο, ήτοι προδικαστικά, να εξετάσει τα εγειρόμενα ζητήματα καθότι αυτά «συνιστούν μέρος των επίδικων θεμάτων της ουσίας της αγωγής, τα οποία δέον όπως εκδικασθούν κατά το ακροαματικό στάδιο της αγωγής» η υπό κρίση αίτηση δεν προωθείται στην βάση σοβαρών νομικών ζητημάτων τα οποία θα έχουν καθοριστικό ρόλο για την έκβαση της αγωγής και/ή τα ζητήματα που εισάγονται με την υπό κρίση αίτηση είναι αλυσιτελή για να εκδικασθούν προδικαστικά τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η υπό κρίση αίτηση δεν είναι παραδεκτά και/ή τίθενται υπό αμφισβήτηση και/ή δεν υφίσταται κοινό πραγματικό υπόβαθρο για την επίλυσή τους οι Αιτητές δεν προσέρχονται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια αλλά με κακή πίστη (mala fide) η υπό κρίση αίτηση είναι κακόπιστη και σκοπεί στην προώθηση παράνομων και/ή αλλότριων και/ή αθέμιτων σκοπών και/ή δεν εξυπηρετεί οποιοδήποτε σκοπό η υπό κρίση αίτηση συνιστά καταφρόνηση και/ή κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, γίνεται κακόπιστα και/ή κακόβουλα και χρησιμοποιείται ως μέσο καταπίεσης των Καθ' ων η αίτηση και/ή προσβάλει την άσκηση των νόμιμων δικαιωμάτων τους η προώθηση της υπό κρίση αίτησης γίνεται με μοναδικό γνώμονα την πρόκληση κωλυσιεργίας και/ή παρέλκυσης εκδίκασης και/ή εκτροχιασμό της πορείας της αγωγής επηρεάζοντας δυσμενώς το δικαίωμα των Καθ' ων η αίτηση για εκδίκαση της υπόθεσής τους εντός εύλογου χρόνου η υπό κρίση αίτηση αντίκειται της αρχής και/ή συνταγματικής επιταγής της σύντομης διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων και/ή η αιτούμενη αναστολή αποτελεί καταχρηστική προσπάθεια παράκαμψης και/ή αποφυγής του υφιστάμενου νομοθετικού καθεστώτος τυχόν έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων θα συνιστούσε και/ή θα απέληγε σε αρνησιδικία και/ή παραβίαση και/ή παρεμπόδιση της ορθής, ουσιαστικής, αποτελεσματικής και/ή ταχείας και/ή απρόσκοπτης απονομής της δικαιοσύνης τυχόν έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων θα οδηγήσει σε καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των Καθ' ων η αίτηση και/ή θα επηρεάσει δυσμενώς τα συνταγματικά και έννομα δικαιώματα των Καθ' ων η αίτηση να προωθήσουν ενώπιον του Δικαστηρίου τις νόμιμες αξιώσεις τους και/ή για δίκαιη δίκη. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι επιχειρηματολόγησαν υποστηρίζοντας την θέση του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί. Στην εμπεριστατωμένη, ικανότατη και διαφωτιστικότατη αγόρευσή του ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών υποστήριξε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Με την υπό κρίση αίτηση επιδιώκεται η απόρριψη της παρούσας αγωγής, από τώρα και στο εξής «η αγωγή», για τον λόγο ότι αυτή δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία αγωγής. Δικονομικό έρεισμα για την αιτούμενη θεραπεία αποτελεί η Δ.27, θ.3 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Με την αγωγή οι Καθ' ων η αίτηση επιζητούν τον παραμερισμό απόφασης η οποία εκδόθηκε εκ συμφώνου μεταξύ των Αιτητών και της Εναγόμενης 1 στην αγωγή στα πλαίσια της αγωγής με αριθμό 2ΧΧ9/Χ6, από τώρα και στο εξής «η απόφαση». Η αγωγή με αριθμό 2ΧΧ9/Χ6 ηγέρθη από τους Καθ' ων η αίτηση εναντίον των Αιτητών. Οι Αιτητές καταχώρησαν Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση. Η Ανταπαίτηση στρεφόταν εναντίον των Καθ' ων η αίτηση και της Εναγόμενης 1 στην αγωγή. Οι Αιτητές ως εξ' ανταπαιτήσεως ενάγοντες στην αγωγή με αριθμό 2ΧΧ9/Χ6 καταχώρησαν αίτηση εναντίον της Εναγόμενης 1/εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενης 3 στην αγωγή με αριθμό 2ΧΧ9/Χ6 για έκδοση απόφασης επί της ανταπαίτησης λόγω παράλειψης καταχώρησης Υπεράσπισης, από τώρα και στο εξής "η αίτηση". Στα πλαίσια της αίτησης εκδόθηκε εκ συμφώνου η απόφαση εναντίον της Εναγόμενης 1 χωρίς οι Αιτητές να λάβουν γνώση. Η απόφαση προνοούσε για την έκδοση διατάγματος με το οποίο ακυρώνονταν η απόφαση της Εναγόμενης 1/ εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενης 3 στην αγωγή με αριθμό 2ΧΧ9/Χ6 με την οποία εγκρίθηκε η μεταβίβαση των μετοχών του Ενάγοντα 1/εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενου 1 στην αγωγή με αριθμό 2ΧΧ9/Χ6 που είχε στην Εναγόμενη 1/εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενη 3 στην αγωγή με αριθμό 2ΧΧ9/Χ6 στον Ενάγοντα 2/ εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενο 2 στην αγωγή με αριθμό 2ΧΧ9/Χ6. Προνοούσε, επίσης, για την έκδοση διατάγματος με το οποίο διατάσσονταν η διόρθωση του Μητρώου Μελών της Εναγόμενης 1/εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενης 3 στην αγωγή με αριθμό 2ΧΧ9/Χ6 με την απάλειψη του ονόματος του Ενάγοντα 2/εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενου 2 στην αγωγή με αριθμό 2ΧΧ9/Χ6 ως μετόχου της και την αντικατάστασή του με τον Ενάγοντα 1/εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενο 1 στην αγωγή με αριθμό 2ΧΧ9/Χ6 καθότι η μεταβίβαση έγινε κατά παράβαση του καταστατικού της Εναγόμενης 1/εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενης 3 στην αγωγή με αριθμό 2ΧΧ9/Χ6 και της συμφωνίας «Mirror Image». Το παράπονο των Καθ' ων η αίτηση είναι ότι η απόφαση επηρεάζει δυσμενώς τα δικαιώματά τους και ότι κατά την έκδοση της και ενώ ήταν ενδιαφερόμενα πρόσωπα δεν τους είχε δοθεί το δικαίωμα να ακουσθούν. Ισχυρίζονται ότι οι Αιτητές συνωμότησαν μεταξύ τους με σκοπό να αποστερήσουν από τους Καθ' ων η αίτηση το πιο πάνω δικαίωμα και ότι δολίως τους το αποστέρησαν. Η απόφαση λήφθηκε συνεπεία δόλου και οι λεπτομέρειες δόλου εκτίθενται στην παράγραφο 54 της Έκθεσης Απαίτησης. Το ερώτημα που τίθεται επί τάπητος είναι αν οι προαναφερόμενες δικογραφημένες λεπτομέρειες δόλου αποκαλύπτουν εύλογη αιτία αγωγής εναντίον των Αιτητών. Η απάντηση για τους λόγους που επεξηγούνται στην αγόρευση θα πρέπει να είναι αρνητική. Οι Αιτητές δεν αμφισβητούν την δυνατότητα παραμερισμού δικαστικής απόφασης η οποία εκδόθηκε συνεπεία δόλου μέσω αγωγής η οποία εγείρεται από οποιοδήποτε πρόσωπο, είτε διάδικο είτε μη, δυνάμει της Δ.33, θ.15 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Σύμφωνα με την Νομολογία το κατά πόσο υφίσταται ή όχι εύλογη αιτία αγωγής κρίνεται αποκλειστικά από το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης. Ως εκ τούτου η μαρτυρία η οποία προσκομίσθηκε με την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση θα πρέπει να αγνοηθεί. Παρεμπιπτόντως η πλευρά των Αιτητών δεν αποδέχεται τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των Καθ' ων η αίτηση περιλαμβανομένων των λεπτομερειών δόλου. Οι κατηγορίες αποφάσεων οι οποίες δύνανται να παραμερισθούν λόγω δόλου είναι δύο (Βλ. Halsburys Laws of England, 5th edition, Vol. 11, para. 1213). Η πρώτη είναι όταν ο δόλος προέρχεται από το ίδιο το Δικαστήριο (fraud in the court) που δεν είναι αυτό που επικαλούνται οι Καθ' ων η αίτηση. Οι Καθ' ων η αίτηση επικαλούνται την δεύτερη κατηγορία κατά την οποία ο δόλος συνεπεία του οποίου εκδίδεται απόφαση προέρχεται από ένα ή περισσότερους διάδικους (fraud by one or more of the parties). Το παράπονο των Καθ' ων η αίτηση στρέφεται εναντίον των Αιτητών οι οποίοι σύμφωνα με τους Καθ' ων η αίτηση ενήργησαν δόλια. Το ερώτημα, όμως, είναι ποια είναι η έννοια του δόλου σε τέτοιες περιπτώσεις και σε τι συνίσταται ο δόλος ο οποίος είναι ικανός να οδηγήσει σε παραμερισμό δικαστικής απόφασης. Και αυτό γιατί θα πρέπει να αποφασισθεί κατά πόσο οι δικογραφημένες λεπτομέρειες δόλου μπορούν να αποτελέσουν βάση για παραμερισμό απόφασης αν αποδειχθούν κατά την δίκη. Σύμφωνα με την Κυπριακή Νομολογία θα πρέπει στα πλαίσια της αγωγής για παραμερισμό της απόφασης να αποδειχθεί με μαρτυρία απόκρυψη γεγονότων και, κατ' επέκταση, παραπλάνηση του Δικαστηρίου σε ζητήματα που επηρέασαν την έκδοση της απόφασης. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Karim v. Κονιδάρη
(1995)1 ΑΑΔ 145 και Ιακώβου Μαρία ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2004)1 ΑΑΔ 992. Τα συστατικά στοιχεία του δόλου που είναι ικανός να παραμερίσει απόφαση συνοψίζονται στο σύγγραμμα Civil Fraud, 1η έκδοση, παράγραφοι 30-013 και είναι τα ακόλουθα: (α) συνειδητή και εσκεμμένη ανεντιμότητα από τον επιτυχόντα διάδικο σε σχέση με την σχετική μαρτυρία που δόθηκε ή ενέργεια που λήφθηκε ή δήλωση που έγινε ή ζήτημα που αποκρύβηκε η οποία σχετίζεται με την προσβαλλόμενη απόφαση, (β) η σχετική μαρτυρία, ενέργεια, δήλωση ή απόκρυψη (η οποία έγινε με συνειδητή και εσκεμμένη ανεντιμότητα) πρέπει να είναι ουσιώδης (material). Το ουσιώδες της νέας μαρτυρίας αξιολογείται με αναφορά στην επίδραση που έχει η νέα μαρτυρία στην μαρτυρία επί της οποίας βασίσθηκε η αρχική απόφαση και (γ) η σχετική μαρτυρία, ενέργεια, δήλωση ή απόκρυψη πρέπει να έχει ανακαλυφθεί εκ των υστέρων (newly) και δεν πρέπει να είχε τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στην αρχική αγωγή. Επίσης η νέα αγωγή πρέπει να βασίζεται σε νέα μαρτυρία την οποία ο παραπονούμενος δεν θα μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να είχε παρουσιάσει ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τον χρόνο που εκδόθηκε η πρώτη απόφαση. Οι δικογραφημένες λεπτομέρειες δόλου δεν πληρούν τα πιο πάνω κριτήρια. Επομένως και αν ακόμα αυτοί αποδειχθούν κατά την δίκη δεν θα δύνανται να οδηγήσουν σε παραμερισμό της απόφασης. Η Έκθεση Απαίτησης είναι, έτσι, εντελώς ανυπόστατη με αποτέλεσμα να μην αποκαλύπτεται εύλογο αγώγιμο δικαίωμα. Είναι, επίσης, νομολογημένο, μεταξύ άλλων, ότι αν ο ισχυριζόμενος δόλος δεν εγείρει εύλογη προοπτική επιτυχίας η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί ή ανασταλεί ως ενοχλητική. Δικαιολογείται, λοιπόν, η απόρριψη της αγωγής από αυτό το στάδιο. Οι Καθ' ων η αίτηση θα μπορούσαν να προσβάλουν την απόφαση είτε με την καταχώρηση προνομιακού εντάλματος τύπου certiorari (Βλ. William Thomas Winkless v. Alpha Bank Cyprus Ltd κ.α.), είτε με την καταχώρηση έφεσης κατόπιν αδείας η οποία λαμβάνεται από το Ανώτατο Δικαστήριο (Βλ. Cyprus Asbestos Mines Co Ltd
(1990)1 ΑΑΔ 49). Στην αγόρευσή του ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση υποστήριξε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδικάσει προδικαστικά οποιοδήποτε νομικό σημείο εγείρει ένας διάδικος μέσω των δικογράφων του δυνάμει της Δ.27, θθ.1-4 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Με τον τρόπο αυτό εξοικονομείται χρόνος και αποφεύγονται περιττά έξοδα όταν η εκδίκαση θα οδηγήσει σε επίλυση της ουσίας της υπόθεσης ή ενός σημαντικού ζητήματος. Σύμφωνα με την Νομολογία διαταγή δυνάμει της Δ.27, θ.1 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας εκδίδεται μόνο για θέματα για τα οποία δεν θα δοθεί περαιτέρω φως στην δίκη, ενώ δεν εκδίδεται όταν υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα. Τα ζητήματα που εγείρονται στα πλαίσια των προδικαστικών ενστάσεων πρέπει να περιορίζονται σε αμιγώς νομικά ζητήματα και το πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου στηρίζονται δεν πρέπει να τελεί υπό αμφισβήτηση. Αν τα γεγονότα τελούν υπό αμφισβήτηση ή είναι ασαφή ή ο Νόμος είναι ασαφής, τότε, το ορθό είναι όπως το Δικαστήριο προχωρήσει σε δίκη ολόκληρης της αγωγής σύμφωνα με την Δ.33 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Εκδίδεται διαταγή δυνάμει της Δ.27, θ.1 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας όταν με την προδικαστική επίλυση νομικού ζητήματος αποφασίζεται όλη η υπόθεση ή ένα ουσιώδες θέμα της αγωγής. Στην αγόρευση λέχθηκε και το εξής. Τα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα που συνθέτουν την απαίτηση και αποκλειστική πηγή αναζήτησής τους είναι η Έκθεση Απαίτησης. Η Δ.19, θ.26 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας επιτρέπει την διαγραφή οποιουδήποτε ζητήματος σε οποιαδήποτε οπισθογράφηση ή δικόγραφο το οποίο είναι μη αναγκαίο ή σκανδαλώδες ή τείνει να επηρεάσει δυσμενώς ή να προκαλέσει αμηχανία ή να καθυστερήσει την δίκαιη εκδίκαση της αγωγής. Κύριος σκοπός του πιο πάνω θεσμού είναι η συμμόρφωση των διαδίκων με τους κανόνες σύνταξης των δικογράφων. Νοουμένου ότι οι διάδικοι δεν παραβαίνουν τους κανόνες το Δικαστήριο δεν υποδεικνύει πώς αυτοί θα διαμορφώσουν την υπόθεσή τους. Με τον πιο πάνω θεσμό δύναται να διαγραφεί κάποιο επιλήψιμο μέρος ή ζήτημα σε δικόγραφο, αλλά όχι ολόκληρη η αγωγή. Δυνάμει του πιο πάνω θεσμού δύνανται να διαγραφούν ισχυρισμοί παντελώς άσχετοι ή ισχυρισμοί περί ανεντιμότητας του αντιδίκου ως σκανδαλώδεις νοουμένου ότι αυτοί δεν είναι σχετικοί με τα επίδικα ζητήματα. Η Δ.19, θ.26 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας δεν τυγχάνει εφαρμογής στην υπό εξέταση περίπτωση. Με την υπό κρίση αίτηση ζητείται η διαγραφή της αγωγής. Με την Δ.19, θ.26 το Δικαστήριο δύναται να διατάξει την διαγραφή μόνο μέρους ή ζητήματος σε δικόγραφο και οι Αιτητές απέτυχαν να συγκεκριμενοποιήσουν τα ζητήματα των οποίων εξαιτούνται την διαγραφή. Επίσης απέτυχαν να αποδείξουν ότι τα θέματα που θίγονται στην οπισθογράφηση ή την Έκθεση Απαίτησης είναι μη αναγκαία ή σκανδαλώδη. Σύμφωνα με την Δ.33, θ.15 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας απόφαση η οποία εκδίδεται με δόλο δύναται να παραμερισθεί με αγωγή η οποία μπορεί να εγερθεί από διάδικο ή τρίτο πρόσωπο. Πρόκειται για αρχή δικαίου η οποία τυγχάνει καθολικής εφαρμογής. Στο Αγγλικό σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 22, παράγραφος 1669 αναφέρεται ότι στην αγωγή δεν είναι αρκετό να υπάρχει ισχυρισμός για δόλο. Πρέπει να παρατίθενται και λεπτομέρειες. Οι λεπτομέρειες δόλου πρέπει να εκτίθενται επακριβώς και οι σχετικοί ισχυρισμοί να αποδεικνύονται με αυστηρότητα. Είναι η θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι οι ισχυριζόμενες δόλιες ενέργειες των Αιτητών παρατίθενται με επάρκεια και πληρότητα. Προς τούτο γίνεται ειδικά επίκληση των παραγράφων 12 και 13 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση. Δεν συντρέχουν οι απαραίτητες από την Νομολογία προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Επίσης στην ένσταση παρατίθενται δεόντως, ενδελεχώς και με επάρκεια σωρεία λόγων που συνηγορούν με την μη έγκριση της υπό κρίση αίτησης. Η υπό κρίση αίτηση είναι παράτυπη, αντικανονική και αόριστη καθότι «εμπεριέχει» ισχυρισμούς οι οποίοι θα έπρεπε να στηρίζονται και να τεκμηριώνονται ενόρκως. Οι Αιτητές δεν έπρεπε να αρκεστούν σε μια ασαφή και ατεκμηρίωτη νύξη στο σώμα της υπό κρίση αίτησης. Κατά συνέπεια η υπό κρίση αίτηση ένεκα του ότι δεν συνοδεύεται από ένορκο δήλωση πάσχει. Το Δικαστήριο αδυνατεί να αποφασίσει τα επίδικα ζητήματα της υπό κρίση αίτησης καθότι αυτά δεν είναι αμιγώς νομικά και η Δ.27, θ.1 δεν τυγχάνει εφαρμογής στην υπό εξέταση περίπτωση. Οι Αιτητές όφειλαν να παραθέσουν γεγονότα για να τεκμηριώσουν την εν γένει θέση τους ότι η αγωγή είναι επιπόλαια και ενοχλητική (frivolous and vexatious) και όχι να αρκούνται σε μια αποσπασματική και ασαφή αναφορά γεγονότων όπως στα «γεγονότα που εμφαίνονται στο φάκελο της υπόθεσης και ιδιαίτερα στην Έκθεση Απαίτησης». Η αγωγή αποκαλύπτει και στοιχειοθετεί δεόντως και επαρκώς εύλογη και ικανοποιητική βάση αγωγής (cause of action) αφού η βάση της αγωγής βρίσκει έρεισμα στην Δ.33, θ.15 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Οι Καθ' ων η αίτηση παρέθεσαν με επάρκεια και πληρότητα τις κατ' ισχυρισμό δόλιες ενέργειες των Αιτητών υπό μορφή λεπτομερειών δόλου στην παράγραφο 54 της Έκθεσης Απαίτησης, υποπαραγράφους (α) ως (ιε). Οι λεπτομέρειες δόλου ικανοποιούν τις απαιτήσεις/προϋποθέσεις της Νομολογίας. Οι Καθ' ων η αίτηση μέσω της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση πέτυχαν να αποσείσουν το βάρος απόδειξης. Με τις παραγράφους 12 και 13 της εν λόγω ένορκης δήλωσης ο κύριος Γεωργίου προέβη σε εκτενή αναφορά στο υπόβαθρο γεγονότων και στις λεπτομέρειες δόλου που προηγήθηκαν και συνέτειναν στην έκδοση της απόφασης. Οι Αιτητές με μεθοδικότητα, αδικαιολόγητα, αυθαίρετα και αντικανονικά άσκησαν πίεση στον Ενάγοντα 1 ώστε να προβεί σε ακύρωση της μεταβίβασης των μετοχών στον Ενάγοντα 2. Οι Αιτητές παραβίασαν την συμφωνία συνεταιρισμού και την συμφωνία οιωνοί συνεταιρισμού προμηνύοντας ότι θα αποπέμψουν τον Ενάγοντα 1 σύμφωνα με τον όρο 17
(2)της συμφωνίας συνεταιρισμού. Συγκεκριμένα καμία εκ των περιστάσεων που περιλαμβάνονται στον όρο 17
(2)της συμφωνίας συνεταιρισμού δεν σχετίζεται με τα εν λόγω γεγονότα και την ισχυριζόμενη συμπεριφορά του Ενάγοντα 1. Συνεπεία των ανωτέρω ο Ενάγων 1 προέβη στην έγερση της αγωγής με αριθμό 2ΧΧ9/Χ6 ώστε όλα τα πιο πάνω ζητήματα και διαφορές συμπεριλαμβανομένης και της διαμάχης αναφορικά με την μεταβίβαση των μετοχών στην Εναγόμενη 1 από τον Ενάγοντα 1 στον Ενάγοντα 2 ακουσθούν και αποφασισθούν από το Δικαστήριο. Η απόφαση επηρεάζει δυσμενώς και πλήττει τα καλώς νοούμενα συμφέροντα και δικαιώματα των Καθ' ων η αίτηση ως αυτά απορρέουν, μεταξύ άλλων, από την συμφωνία οιωνοί συνεταιρισμού και την συμφωνία συνεταιρισμού - Τεκμήρια 2 και 3 στην ένορκο δήλωση του κύριου Γεωργίου. Η προσθήκη της Εναγόμενης 1 ως διαδίκου στην αγωγή με αριθμό 2ΧΧ9/Χ6 αποτελεί περίτεχνο τρόπο εξασφάλισης της απόφασης διά της συνειδητής και ηθελημένης παραπλάνησης του Δικαστηρίου με σκοπό την εξασφάλιση των συμφερόντων των Αιτητών. Για να μπορέσει το Δικαστήριο να αποφασίσει αν η απόφαση εκδόθηκε συνεπεία δόλου θα πρέπει να ακούσει μαρτυρία στα πλαίσια της δίκης. Τα εγειρόμενα ζητήματα δεν εμπίπτουν στην σφαίρα νομικών ζητημάτων, οπότε η εξέταση του υπόβαθρου των γεγονότων κρίνεται σκόπιμη με την παράθεση μαρτυρίας. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφασίσει το εν λόγω ζήτημα προδικαστικά. Τα εγειρόμενα με την υπό κρίση αίτηση ζητήματα άπτονται της ουσίας της αγωγής και δέον όπως ακουσθούν κατά την δίκη. Η Διαταγή 27 δεν τυγχάνει εφαρμογής στην υπό εξέταση περίπτωση. Ούτε και η Δ.19, θ.26 για τους λόγους που εξηγήθηκαν ανωτέρω. Έγκριση της υπό κρίση αίτησης ισοδυναμεί με καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των Καθ' ων η αίτηση καθότι οι τελευταίοι σε μια τέτοια περίπτωση θα απωλέσουν το συνταγματικό τους δικαίωμα να προωθήσουν την υπόθεσή τους και να προβάλουν τις θέσεις τους με την παρουσίαση μαρτυρίας. Η υπό κρίση αίτηση είναι, επομένως, κακόπιστη. Η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον των Αιτητών. Η Διάταξη 27, θεσμός 3 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας επί της οποίας στηρίζεται η υπό κρίση αίτηση διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο δύναται να διατάξει την διαγραφή οποιουδήποτε δικογράφου για τον λόγο ότι αυτό δεν αποκαλύπτει εύλογο αγώγιμο δικαίωμα ή απάντηση και σε κάθε τέτοια περίπτωση ή στην περίπτωση που η αγωγή ή η υπεράσπιση καταδεικνύεται από τα δικόγραφα να είναι επιπόλαιη και ενοχλητική το Δικαστήριο δύναται να διατάξει την αναστολή ή την απόρριψη της αγωγής ή να εκδώσει απόφαση αναλόγως όπως θεωρήσει δίκαιο». Ο πιο πάνω θεσμός είναι πανομοιότυπος με τον θεσμό 4 της Διάταξης 25 των παλαιών Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών. Σύμφωνα με το Αγγλικό σύγγραμμα Annual Practice του 1958 η εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο με τον πιο πάνω κανονισμό ασκείται μόνο σε εμφανείς και ξεκάθαρες περιπτώσεις και αφού το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι δεν υπάρχει εύλογο αγώγιμο δικαίωμα ή ότι η διαδικασία είναι επιπόλαιη και ενοχλητική (frivolous and vexatious). Η εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από τον πιο πάνω θεσμό ασκείται μόνο στις περιπτώσεις όπου δεν χωρεί αμφιβολία. Η διαγραφή δικογράφου αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο (Βλ. In Re Pelmaco Development Ltd
(1991)1 ΑΑΔ 246, Nur Celik Sanayi Ve Ticaret A.A. κ.α. ν. Το Πλοίο Marwa M κ.α.
(2003)1 ΑΑΔ 1159 και Nagle v. Feilden
(1966)1 All E R 689). Δεν διατάσσεται διαγραφή δικογράφου εκτός αν αυτό είναι τόσο ανυπόστατο (demurrable) ώστε να μην δύναται να διασωθεί ούτε με διαταγή για τροποποίησή του (Βλ. σελίδα 574 υπό τον τίτλο: «Scope of this Rule»). Στην υπόθεση Cyber Group Ltd v. Κυριάκου Χαραλαμπίδη και Άλλων
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1852 λέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι με την Δ.27, θ.3 των Θεσμών της Πολιτικής εξετάζεται από το Δικαστήριο η εγκυρότητα του δικογράφου. Στην υπόθεση In Re Pelmaco Development Ltd
(1991)1 ΑΑΔ 246, που πιο πάνω μνημονεύεται, λέχθηκε ότι η διαπίστωση κατά πόσο η δικογραφία αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα δεν είναι θέμα διακριτικής ευχέρειας αλλά θέμα δικαίου. Γι' αυτό όχι μόνο το πρωτόδικο Δικαστήριο αλλά και το Εφετείο είναι σε θέση να καταλήξει σε συμπεράσματα σε σχέση με την δικαιϊκή υπόσταση δικογράφου. Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι αίτηση δυνάμει του πιο πάνω θεσμού μπορεί να υποβληθεί πριν την καταχώρηση της Υπεράσπισης, όχι, όμως, πριν την παράδοση της Έκθεσης Απαίτησης. Πριν την παράδοση της Έκθεσης Απαίτησης δεν μπορεί να διαταχθεί αναστολή της διαδικασίας δυνάμει του επικαλούμενου θεσμού. Και αυτό είναι λογικό αφού όταν γίνεται επίκληση του εν λόγω θεσμού δεν επιτρέπεται η προσαγωγή μαρτυρίας και το θέμα κρίνεται από το Δικαστήριο μόνο υπό το φως των ισχυρισμών που εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης (Βλ. Annual Practice του 1958, σελ. 575 υπό τους τίτλους: «Application» και «No reasonable cause of action»). Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι ο υπό συζήτηση κανονισμός εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που ένα δικόγραφο κρινόμενο και ιδωμένο μέσα από τους ισχυρισμούς και μόνο που εκτίθενται σε αυτό είτε δεν αποκαλύπτει εύλογο αγώγιμο δικαίωμα, είτε αποκαλύπτει μια διαδικασία, απαίτηση ή υπεράσπιση, επιπόλαιη και ενοχλητική (frivolous and vexatious). Στο ίδιο σύγγραμμα στην σελίδα 575 υπό τον τίτλο: «No reasonable cause of action» αναφέρεται ότι αφ' ης στιγμής η Έκθεση Απαίτησης αποκαλύπτει κάποιο αγώγιμο δικαίωμα ή εγείρει κάποιο ζήτημα κατάλληλο για να αποφασισθεί από τον Δικαστή ή τους ενόρκους δεν δικαιολογεί διαγραφή της το γεγονός ότι η υπόθεση του ενάγοντα είναι αδύνατη ή ότι πιθανόν να μην πετύχει. Στο εν λόγω σύγγραμμα παρατίθενται με αναφορά σε υποθέσεις διάφορες περιπτώσεις στις οποίες η Έκθεση Απαίτησης διαγράφηκε και η αγωγή απορρίφθηκε για τον λόγο ότι δεν αποκαλύπτονταν εύλογο αγώγιμο δικαίωμα. Μεταξύ άλλων, αναφέρονται οι ακόλουθες περιπτώσεις: (α) αγωγής που προσέκρουε στην αρχή του δεδικασμένου, (β) αγωγής για σύμβαση στην οποία φαινόταν ξεκάθαρα ότι δεν υπήρχε σύμβαση μεταξύ των διαδίκων ή (γ) η σύμβαση δεν ήταν έγκυρη κατά τον νόμο, (δ) αγωγής με την οποία αξιωνόταν θεραπεία σε βάση η οποία δεν αποτελούσε την βάση για την θεραπεία εκείνη, (ε) αγωγής στην οποία αξιωνόταν θεραπεία που το Δικαστήριο δεν είχε την εξουσία να παραχωρήσει, (στ) αγωγής για δυσφήμηση στην οποία η Έκθεση Απαίτησης απεκάλυπτε ότι η δημοσίευση που είχε γίνει ήταν απόλυτα προνομιούχα. Στο σύγγραμμα Bullen & Leake and Jacobs Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, σελίδες 142-144 υπό τον τίτλο «Pleadings disclosing no reasonable cause of action or ground of defence» αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Δικόγραφο το οποίο δεν αποκαλύπτει εύλογο αγώγιμο δικαίωμα ή υπεράσπιση δύναται να διαγραφεί ή τροποποιηθεί και η αγωγή δύναται να ανασταλεί ή απορριφθεί ή να εκδοθεί απόφαση αναλόγως της περίπτωσης. Εύλογο αγώγιμο δικαίωμα σημαίνει αγώγιμο δικαίωμα με κάποιο ενδεχόμενο επιτυχίας ιδωμένο υπό το φως και μόνο των ισχυρισμών που εκτίθενται στο δικόγραφο. Εύλογο αγώγιμο δικαίωμα σημαίνει απλά και μόνο αγώγιμο δικαίωμα που είναι εύλογο και όχι απαραίτητα και καλό. Συνεπώς νοουμένου ότι η Έκθεση Απαίτησης περιλαμβανομένων των λεπτομερειών (particulars) αποκαλύπτει κάποια αιτία αγωγής ή κάποιο ερώτημα κατάλληλο να αποφασισθεί από το Δικαστήριο είτε το ερώτημα είναι νομικό είτε πραγματικό είτε μεικτό νομικό και πραγματικό το ότι η υπόθεση είναι αδύνατη ή δεν είναι πιθανό να πετύχει στην δίκη δεν αποτελεί λόγο για την διαγραφή του. Όταν η Έκθεση Απαίτησης ή η Υπεράσπιση δεν αποκαλύπτουν εύλογο αγώγιμο δικαίωμα ή υπεράσπιση αντίστοιχα για τον λόγο ότι ελλείπει κάποιος ουσιώδης ισχυρισμός ή γιατί το δικόγραφο είναι διατυπωμένο με ελαττωματικό τρόπο το Δικαστήριο δύναται να διαγράψει το δικόγραφο αλλά δεν θα απορρίψει την αγωγή ή εκδώσει απόφαση. Θα δώσει στον διάδικο άδεια για τροποποίηση και αν είναι αναγκαίο να επιδώσει νέο δικόγραφο για να διορθώσει ή θεραπεύσει τα ελαττώματα του αρχικού δικογράφου. Από την άλλη, αν το Δικαστήριο είναι ικανοποιημένο ότι το δικόγραφο δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα ή υπεράσπιση, αναλόγως της περίπτωσης, και ότι καμία τροποποίηση όσο ευφυής και αν είναι δεν θα διορθώσει ή θεραπεύσει το ελάττωμα το δικόγραφο θα διαγραφεί και η αγωγή θα απορριφθεί ή θα εκδοθεί απόφαση αναλόγως της περίπτωσης. Η Έκθεση Απαίτησης θα διαγραφεί και η αγωγή θα απορριφθεί στις ακόλουθες περιπτώσεις: (α) όταν σε αγωγή βασισμένη σε σύμβαση φαίνεται ξεκάθαρα ότι δεν υπάρχει σύμβαση μεταξύ των διαδίκων ή (β) καμία σύμβαση έγκυρη κατά τον νόμο ή (γ) η σύμβαση είναι παράνομη ή (δ) όταν η θεραπεία που ζητείται με την αγωγή είναι θεραπεία που το Δικαστήριο δεν έχει την εξουσία να χορηγήσει ή (ε) όταν ζητείται θεραπεία αναφορικά με αιτία η οποία δεν είναι αιτία για τέτοια θεραπεία. Όπως όταν η Έκθεση Απαίτησης αποκαλύπτει στην όψη της μια πολύ καλή υπεράσπιση στην αγωγή, όπως, για παράδειγμα, ισχυρισμό ότι σε αγωγή για δυσφήμιση η δημοσίευση είναι απόλυτα προνομιούχα. Όταν είναι ξεκάθαρο ότι η αγωγή θα αποτύχει ή όταν το δικόγραφο αποκαλύπτει υπόθεση που το Δικαστήριο είναι βέβαιο ότι δεν θα πετύχει ή ότι δεν θα δοθεί θεραπεία στην δίκη η αγωγή θα ανασταλεί ή αποσυρθεί. Στο Αγγλικό σύγγραμμα Annual Practice του 1958, σελ. 575 υπό τον τίτλο: «Frivolous or Vexatious Actions» σημειώνεται ότι η φράση «επιπόλαιες και ενοχλητικές αγωγές» αναφέρεται σε αγωγές οι οποίες είναι έκδηλα επιπόλαιες και ενοχλητικές ή εμφανώς ανυπόστατες. Το δικόγραφο πρέπει να είναι εμφανώς καταπιεστικό ώστε η προώθησή του να αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Στις σελίδες 145-146 του ιδίου συγγράμματος υπό τον τίτλο «Frivolous or vexatious pleadings and actions» αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Δικόγραφο ή η οπισθογράφηση του κλητηρίου που είναι επιπόλαιη ή ενοχλητική (frivolous or vexatious) δύναται να διαγραφεί ή τροποποιηθεί και η αγωγή να ανασταλεί η τροποποιηθεί ή να εκδοθεί διάταγμα ανάλογα της περίπτωσης. Δικόγραφο ή αγωγή είναι επιπόλαιο (frivolous) όταν είναι άνευ περιεχομένου (without substance) ή ανυπόστατο (groundless), μη ρεαλιστικό (fanciful) και ενοχλητικό (vexatious) όταν στερείται καλής πίστης (bona fides), είναι ανέλπιδο (hopeless) ή καταπιεστικό (oppressive) και τείνει να προκαλέσει στην άλλη πλευρά αχρείαστη αγωνία, ταλαιπωρία και έξοδα. Έτσι δικόγραφο μπορεί να είναι επιπόλαιο (frivolous) όταν ο διάδικος «παίζει» με το Δικαστήριο (trifling with the Court) ή όταν η προώθησή του θα ήταν χάσιμο του χρόνου του Δικαστηρίου ή όταν δεν είναι δεκτικό αιτιολογημένης επιχειρηματολογίας. Δικόγραφο δύναται να είναι ενοχλητικό (vexatious) όταν είναι χωρίς έρεισμα ή όταν δεν θα μπορούσε να πετύχει ή όταν η αγωγή εγείρεται ή η υπεράσπιση προβάλλεται μόνο για να ενοχλήσει ή για τον προσπορισμό ενός φανταστικού πλεονεκτήματος. Επαφίεται στην διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η κρίση αν ένα δικόγραφο είναι επιπόλαιο ή ενοχλητικό (frivolous or vexatious). Δεν θα πρέπει να διατάσσεται η διαγραφή ενός δικογράφου ή η απόρριψη μιας αγωγής για τον λόγο ότι τα αποκαλυφθέντα γεγονότα δεν είναι πιθανό να αποδειχθούν και το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί μια τέτοια εξουσία μόνο στις απλές και ξεκάθαρες περιπτώσεις. Μόνο υποθέσεις που δεν πρέπει να προωθούνται πρέπει να ανακόπτονται, ήτοι υποθέσεις οι οποίες είναι φανερά επιπόλαιες ή ενοχλητικές (frivolous or vexatious) ή φανερά ανυπόστατες (Βλ. Att-Gen of Duchy of Lancaster v. London and North Western Ry
(1892)3 Ch 274). Στην υπόθεση Μαρία Ιακώβου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2004)1 ΑΑΔ 992 λέχθηκαν τα ακόλουθα από το Εφετείο: «Στην Karim v. Κονιδάρη
(1995)1 Α.Α.Δ. 145, 148 (απόφαση Πική, Δ., όπως ήταν τότε) το θέμα του παραμερισμού απόφασης για το λόγο ότι είχε εκδοθεί με δόλο τέθηκε ως εξής: «Η Αρχή, η οποία ενσωματώνεται στην Δ.33 θ.15, πηγάζει από την απόφαση του Αγγλικού Εφετείου στην Birch v. Birch [1902] P. 62 στην οποία διακηρύχθηκε ότι συνιστά θεμελιωμένη αρχή δικαίου ότι απόφαση η οποία εκδίδεται με δόλο μπορεί να παραμεριστεί σε αγωγή η οποία υποβάλλεται από διάδικο ή τρίτο πρόσωπο. Πρόκειται για αρχή δικαίου που με μια εξαίρεση, αποφάσεις κυρωτικές διαθήκης, τυγχάνει καθολικής εφαρμογής. Η αρχή αυτή, όπως επισημαίνεται, έχει βαθιές ρίζες στο Αγγλικό δίκαιο (Βλ. Barnsly v. Powel [1749] 1 Ves. Sen. 287 και Wyatt v. Palmer [1899] 2 Q.B. 106) .................................. Και η κυπριακή νομολογία αναγνωρίζει την ύπαρξη ανάλογων αρχών δικαίου με εκείνες οι οποίες απαντώνται στην Birch και Nixon (ανωτέρω) (Βλ. Savva v. Hadjichristodoulou II C.L.R. 3 και Hassan v. Yiarim, XI C.L.R. 96)». Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 22, παράγραφος 1669, σελίδες 790-791 αναφέρονται υπό τον τίτλο «Setting aside a judgment by fraud» τα ακόλουθα. Δικαστική απόφαση η οποία λήφθηκε με δόλο είτε από το Δικαστήριο είτε από ένα ή περισσότερους διάδικους δύναται να προσβληθεί με αγωγή η οποία μπορεί να εγερθεί χωρίς άδεια του Δικαστηρίου. Σε μια τέτοια αγωγή δεν είναι αρκετό να ισχυρισθεί ο ενάγων δόλο χωρίς να δώσει λεπτομέρειες και ο δόλος πρέπει να σχετίζεται με ζητήματα τα οποία εκ πρώτης όψεως θα αποτελούσαν λόγο για παραμερισμό της απόφασης αν αποδεικνύονταν με μαρτυρία και όχι με ζητήματα τα οποία είναι δευτερεύοντα. Ο ενάγων πρέπει να καταδείξει ότι έχει ισχυρή υπόθεση για να πετύχει τον παραμερισμό της απόφασης. Επίσης ο ισχυριζόμενος δόλος πρέπει να έχει λογική πιθανότητα επιτυχίας και να έχει ανακαλυφθεί μετά την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης, ειδάλλως η αγωγή θα ανασταλεί ή απορριφθεί ως ενοχλητική (vexatious). Στην υπόθεση Μαρία Ιακώβου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2004)1 ΑΑΔ 992, που πιο πάνω μνημονεύεται, λέχθηκαν, επίσης, τα ακόλουθα: «Στην Jonesco v. Beard [1930] A.C. 298, 300 (H.L.) λέχθηκε ότι σύμφωνα με την από μακρού χρόνου θεμελιωμένη πρακτική του Δικαστηρίου η ορθή μέθοδος αμφισβήτησης απόφασης για το λόγο ότι λήφθηκε με δόλο είναι με αγωγή στην οποία, όπως σε κάθε άλλη αγωγή που βασίζεται σε δόλο, οι λεπτομέρειες του δόλου πρέπει να δίδονται επακριβώς και οι ισχυρισμοί να αποδεικνύονται με την αυστηρή απόδειξη που απαιτείται από μια τέτοια κατηγορία. Λέχθηκε, επίσης, (βλ. σελ. 301, 302) ότι «ο δόλος αποτελεί μια ύπουλη ασθένεια και αν αποδειχθεί καθαρά ότι έχει χρησιμοποιηθεί για να εξαπατηθεί το Δικαστήριο επεκτείνεται και μολύνει το όλο σώμα της απόφασης. Αν υποθέσουμε ότι η διαδικαστική δυσκολία έχει ξεπερασθεί, το ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο ο δόλος έχει προσδιορισθεί και αποδειχθεί»**. H Jonesco (πιο πάνω) υιοθετήθηκε στην Ampthill Peerage Case [1976] 2 All E.R. 411, 419. Λέχθηκε ότι οι αυθεντίες σε σχέση με τις αποφάσεις το κάμνουν ξεκάθαρο ότι ένας που επιθυμεί να αμφισβητήσει απόφαση για το λόγο ότι λήφθηκε με δόλο πρέπει να προβάλει τους ισχυρισμούς του με πλήρη λεπτομέρεια και πρέπει να είναι διατεθειμένος να αποδείξει αυτά που ισχυρίζεται με αυστηρό τρόπο*. Στην Birch v. Birch [1894] 86 L.T. 364 λέχθηκε: «Όπου μια αγωγή είναι μια ανεξάρτητη διαδικασία για παραμερισμό απόφασης για το λόγο ότι λήφθηκε με δόλο αυτή μπορεί να εξεταστεί για το λόγο ότι έχει εξασφαλισθεί με το δόλο διαδίκου στην αγωγή. Πλην όμως ένας απλός γενικός ισχυρισμός για δόλο χωρίς λεπτομέρειες δεν είναι αρκετός». Οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι οι λεπτομέρειες δόλου στην παράγραφο 54 της Έκθεσης Απαίτησης δεν είναι επαρκείς υπό την έννοια ότι δεν πληρούν τα κριτήρια/χαρακτηριστικά του δόλου ο οποίος είναι ικανός να παραμερίσει απόφαση ληφθείσα συνεπεία δόλου και, κατ' επέκταση, την απόφαση. Είναι προδιαγεγραμμένο ότι η αγωγή θα αποτύχει αφού και αν ακόμα αποδειχθούν οι λεπτομέρειες δόλου η απόφαση δεν θα παραμερισθεί. Επομένως είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως η πορεία της αγωγής ανακοπεί από τώρα. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών στην εμπεριστατωμένη αγόρευσή του και στην προσπάθειά του να διαφωτίσει το Δικαστήριο ως προς τα απαραίτητα στοιχεία του δόλου επικαλέσθηκε το Αγγλικό σύγγραμμα Civil Fraud, 1η έκδοση. Στην παράγραφο 38-013 του συγγράμματος, στο μέρος Mainwork, Section G, Chapter 38, Section C με τίτλο «Elements to be proved» αναφέρεται ότι τα στοιχεία τα οποία πρέπει να αποδειχθούν για να παραμερισθεί προηγούμενη δικαστική απόφαση ληφθείσα συνεπεία δόλου είναι τα ακόλουθα: «First, there has to be a «conscious and deliberate dishonesty» by the winning party (or someone for whom it must take responsibility) in relation to the relevant evidence given, or action taken, statement made or matter concealed, which is relevant to the judgment sought to be impugned. Secondly, the relevant evidence, action, statement or concealment (performed with conscious and deliberate dishonesty) must be «material». The question of materiality of the fresh evidence is to be assessed by reference to its impact on the evidence supporting the original decision, not by reference to its impact on what decision might be made if the claim were to be retried on honest evidence. Thirdly, the relevant evidence, action, statement or concealment must be newly discovered and must not have been before the court in the original action. Moreover, the action must be based on new evidence which the claimant could not with reasonable diligence have placed before the court at the time the first judgment was given». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Πρώτο, πρέπει να υπάρχει «συνειδητή και εσκεμμένη ανεντιμότητα» από τον επιτυχόντα διάδικο . σε σχέση με την σχετική μαρτυρία που δόθηκε ή την ενέργεια που λήφθηκε ή την δήλωση που έγινε ή το θέμα που αποκρύβηκε που είναι σχετικό με την εκκαλούμενη απόφαση. Δεύτερο, η σχετική μαρτυρία, ενέργεια, δήλωση ή απόκρυψη (που έγινε με συνειδητή και εσκεμμένη ανεντιμότητα) πρέπει να είναι ουσιώδης. Το ερώτημα του ουσιώδους της νέας μαρτυρίας αξιολογείται με αναφορά στην επίδραση της στην μαρτυρία που υποστηρίζει την αρχική απόφαση και όχι με αναφορά στην επίδρασή της ως προς το ποια απόφαση θα λαμβάνονταν αν η απαίτηση επανεκδικαζόταν στην βάση ειλικρινούς μαρτυρίας. Τρίτο, η σχετική μαρτυρία, ενέργεια, δήλωση ή απόκρυψη πρέπει να έχει ανακαλυφθεί εκ των υστέρων (newly) και δεν πρέπει να είχε τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στην αρχική αγωγή. Επίσης η αγωγή πρέπει να βασίζεται σε νέα μαρτυρία την οποία ο παραπονούμενος δεν θα μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να είχε θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τον χρόνο που εκδόθηκε η πρώτη απόφαση». Οι συγγραφείς του συγγράμματος σχολιάζουν ότι είναι γενικά αποδεκτό ότι τα κριτήρια του πιο πάνω τεστ στην πρακτική είναι δύσκολο να ικανοποιηθούν και σπάνια ικανοποιούνται. Το πρώτο στοιχείο πηγάζει από την απόφαση του Λόρδου Wilberforce στην υπόθεση The Ampthill Peerage
(1977)AC 547. Για σκοπούς παραμερισμού απόφασης ληφθείσας συνεπεία δόλου πρέπει να υπάρχει συνειδητή απόφαση για παραποίηση (falsify) ή απόκρυψη (supress) μαρτυρίας με πρόθεση να εξαπατηθεί το Δικαστήριο. Η εσκεμμένη απόκρυψη ενός γεγονότος ή εγγράφου συνιστά δόλο. Το φάσμα της διαγωγής εκείνης που μπορεί να οδηγήσει στον παραμερισμό μιας απόφασης είναι ευρύ. Περιλαμβάνει κάθε λογής κακή πίστη και κακή πρακτική με την οποία ένας από τους διαδίκους αποπροσανατολίζει και εξαπατάει το Δικαστήριο (Βλ. Jet Holdings v. Patel
(1990)1 QB 335) Αναφορικά με το δεύτερο στοιχείο (materiality) υποδεικνύονται τα ακόλουθα. Πρέπει να καταδειχθεί ότι το Δικαστήριο εξαπατήθηκε και ότι έχει επενεργήσει στην βάση της εξαπάτησης αυτής. Η λέξη «ουσιώδης» σημαίνει ότι η νέα μαρτυρία που επιδιώκεται να παρουσιασθεί μετά την έκδοση της πρώτης απόφασης καταδεικνύει ότι η προηγούμενη σχετική μαρτυρία, ενέργεια, δήλωση ή απόκρυψη (η οποία ήταν το αντικείμενο της συνειδητής ή εσκεμμένης ανεντιμότητας) ήταν ο λόγος που ώθησε το Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση με τον τρόπο που την εξέδωσε (operative cause). Με άλλα λόγια, πρέπει να καταδειχθεί ότι η νέα μαρτυρία θα άλλαζε εντελώς τον τρόπο με τον οποίο το πρώτο Δικαστήριο προσέγγισε το θέμα και κατέληξε στην απόφασή του. Δεν είναι απαραίτητο η ανειλικρινής μαρτυρία, ενέργεια, δήλωση ή απόκρυψη να είναι η μοναδική ή έστω η αποφασιστική αιτία της πρώτης απόφασης. Όμως πρέπει να προκάλεσε την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης με τον τρόπο που αυτή εκδόθηκε. Έτσι αποφασίσθηκε στην υπόθεση Royal Bank of Scotland Plc v. Highland Financial Partners LLP η οποία ακολουθήθηκε από πολλές μεταγενέστερες αποφάσεις. Όμως στην πρόσφατη υπόθεση Salekipour v. Parmar
(2018)2 WLR 1090 το πιο πάνω κριτήριο θεωρήθηκε πολύ αυστηρό και ότι δεν συνάδει με την απόφαση του Court of Appeal στην υπόθεση Hamilton v. Al Fayed (No. 4)
(2000)EWCA Civ 3012 όπου ο Λόρδος Phillips Master of the Rolls μίλησε για ανειλικρινή μαρτυρία που απλά επηρέασε την έκβαση της δίκης (affected the outcome of the trial). Ο Sir Terence Etherton, Master of the Rolls, εκδίδοντας απόφαση στην Salekipour είπε ότι έτεινε να συμφωνήσει με τον εφεσείοντα ότι το τεστ στην Highland Partners ήταν αρκετά αυστηρό και ότι η ορθή προσέγγιση ήταν αυτή του Court of Appeal στην υπόθεση Hamilton αν και τόνισε ότι ήταν αχρείαστο να αποφασίσει επί του συγκεκριμένου θέματος. Αναφορικά με το τρίτο στοιχείο υποδεικνύονται τα ακόλουθα. Ο δόλος πρέπει να σχετίζεται με μαρτυρία ή υλικό το οποίο δεν υπήρχε ενώπιον του πρώτου Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο πρέπει να εξέδωσε απόφαση στην βάση λανθασμένης αντίληψης. Επίσης η νέα μαρτυρία ή το νέο υλικό στο οποίο στηρίζεται ο παραπονούμενος στην δεύτερη αγωγή πρέπει να είναι τέτοιας φύσης ώστε όχι μόνο να μην ήταν διαθέσιμο στον παραπονούμενο αλλά και να μην μπορούσε να ανακαλυφθεί από αυτόν με εύλογη επιμέλεια πριν την πρώτη απόφαση. Στο Section D του Section G του συγγράμματος αναφέρεται στην παράγραφο 38-024 ότι τα Δικαστήρια εξετάζουν το θέμα παραμερισμού απόφασης ληφθείσας συνεπεία δόλου με πολλή προσοχή και αυστηρότητα από τα πρώιμα στάδια της διαδικασίας για να εμποδίσουν τυχόν κατάχρηση των διαδικασιών τους. Δεν προτίθεμαι να παραθέσω τις λεπτομέρειες δόλου μια προς μια, αφενός, γιατί είναι πολλές, αφετέρου, γιατί αυτές εύκολα εντοπίζονται αφού εκτίθενται στην παράγραφο 54 της Έκθεσης Απαίτησης και δη στις υποπαράγραφους (α) ως (ιε). Επίσης αρκετές από αυτές επαναλαμβάνονται. Ο διαχωρισμός των λεπτομερειών δόλου σε τρεις ομάδες από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Αιτητών στην αγόρευσή του κρίνεται δόκιμος. Θα πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι κάποιες από τις λεπτομέρειες δόλου επαναλαμβάνονται στις παραγράφους 55-57 της Έκθεσης Απαίτησης. Μια εκ των τριών αυτών ομάδων αναφέρεται στην συμπεριφορά των Εναγόμενων 4-
- Πρόκειται για τις λεπτομέρειες υπό παραγράφους (α), (γ-ε), (η) και (θ). Σύμφωνα με αυτές οι Εναγόμενοι 4-20 οι οποίοι είναι οι μέτοχοι και διευθυντές της Εναγόμενης 1 συνωμότησαν μεταξύ τους και με την Εναγόμενη 1 στην εκ συμφώνου έκδοση της απόφασης εναντίον της Εναγόμενης 1 εφόσον τα άτομα από τα οποία λάμβανε οδηγίες η Εναγόμενη 1 ήταν οι ίδιοι οι Εναγόμενοι 4-20 που ως προαναφέρθηκε ήταν οι μέτοχοι και διευθυντές της. Σύμφωνα με την λεπτομέρεια υπό παράγραφο (ε) έκαστος εκ των Εναγόμενων 2-20 συνέταξε ή συνωμότησε στην σύνταξη εγγράφου μέσω του οποίου έδιδε οδηγίες στην Εναγόμενη 1 να συμφωνήσει στην έκδοση της απόφασης εναντίον της και υπέρ των Εναγόμενων 2-
- Το πρώτο στοιχείο του δόλου είναι η συνειδητή και εσκεμμένη απόφαση για παραποίηση ή απόκρυψη μαρτυρίας, ήτοι παραποίηση ή απόκρυψη μαρτυρίας με σκοπό να εξαπατηθεί το Δικαστήριο. Οι προαναφερόμενες λεπτομέρειες δόλου δεν κάνουν καμία απολύτως αναφορά σε παραποίηση ή απόκρυψη στοιχείων από μέρους των Αιτητών και της Εναγόμενης 1 και δη με σκοπό να εξαπατηθεί το Δικαστήριο. Συναφώς δεν αναφέρουν ότι οι Αιτητές με σκοπό την εξαπάτηση του Δικαστηρίου συνειδητά και εσκεμμένα απέκρυψαν από το Δικαστήριο ότι οι Εναγόμενοι 4-20 ήταν οι μέτοχοι και διευθυντές της Εναγόμενης 1 και ότι ουσιαστικά επέβαλαν στην Εναγόμενη 1 να συγκατατεθεί στην έκδοση της απόφασης δίδοντας οδηγίες σε αυτήν είτε μέσω εγγράφου που κατήρτισαν είτε άλλως πως. Τα πιο πάνω στοιχεία υποδεικνύονται στα πλαίσια των προαναφερόμενων λεπτομερειών απλά ως δηλωτικά γεγονότων. Οι προαναφερόμενες λεπτομέρειες δόλου δεν κάνουν, επίσης, οποιαδήποτε αναφορά στο δεύτερο στοιχείο, αυτό του ουσιώδους της νέας μαρτυρίας. Συναφώς δεν αναφέρουν ότι συνεπεία της πιο πάνω απόκρυψης, αν μπορεί η συμπεριφορά των Εναγόμενων 4-20 να θεωρηθεί εσκεμμένη και συνειδητή απόκρυψη, το Δικαστήριο εξαπατήθηκε και ότι αν γνώριζε για την δομή της Εναγόμενης 1 δεν θα εξέδιδε την απόφαση. Τέλος οι προαναφερόμενες λεπτομέρειες δόλου δεν αναφέρουν ότι η μαρτυρία για το ότι η Εναγόμενη 1 λάμβανε οδηγίες από τους Εναγόμενους 4-20 δεν είχε τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στην αρχική αγωγή. Η δεύτερη ομάδα αναφέρεται και πάλι στην συμπεριφορά των Εναγόμενων 4-20, αυτή την φορά, υπό την ιδιότητά τους ως δικηγόροι. Πρόκειται για τις λεπτομέρειες υπό παραγράφους (στ), (ζ), και (ι-ιε). Αυτές καταλογίζουν μεμπτή συμπεριφορά στους Εναγόμενους 4-20 για το ότι ουσιαστικά δεν φρόντισαν να ειδοποιηθούν οι Καθ' ων η αίτηση για την αίτηση με αποτέλεσμα να εκδοθεί μια απόφαση με δυσμενείς συνέπειες στα συμφέροντα των Καθ' ων η αίτηση. Τους καταλογίζεται, μεταξύ άλλων, αμέλεια, αδιαφορία, παράλειψη, αντινομία, λάθος, αυθαιρεσία, κακοπιστία, πρόθεση, απροσεξία και δολιότητα. Οι προαναφερόμενες λεπτομέρειες δεν αναδεικνύουν εσκεμμένη και συνειδητή ενέργεια από μέρους των Αιτητών που έγινε με σκοπό να εξαπατηθεί το Δικαστήριο. Το ότι η αίτηση δεν επιδόθηκε στους Καθ' ων η αίτηση ήταν γνωστό στο Δικαστήριο και το Δικαστήριο θα μπορούσε, αν έκρινε ορθό, να διατάξει το ίδιο επίδοση της αίτησης στους Καθ' ων η αίτηση. Άρα το πιο πάνω γεγονός ούτε επηρέασε, ούτε εξαπάτησε το Δικαστήριο στην έκδοση της απόφασης. Τέλος, σύμφωνα με την λεπτομέρεια δόλου υπό υποπαράγραφο (β) - τρίτη ομάδα - οι Εναγόμενοι ενεπλάκησαν σε μια επαναλαμβανόμενη και μεθοδική συμπεριφορά με σκοπό την άσκηση πίεσης στον Ενάγοντα 1 να προβεί σε ακύρωση και/ή μη υλοποίηση και/ή μη πραγμάτωση της μεταβίβασης των μετοχών στον Ενάγοντα
- Δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά. Και πάλι θα συμφωνήσω με τον ευπαίδευτο συνήγορο των Αιτητών. Η λεπτομέρεια αυτή δεν έχει να κάνει και είναι εντελώς άσχετη με την απόφαση και τον ισχυρισμό των Καθ' ων η αίτηση ότι αυτή ήταν προϊόν δόλου. Τα όσα αναφέρονται στην υποπαράγραφο (β) δεν αφορούν στην έκδοση της απόφασης ή τα γεγονότα που την περιβάλλουν. Το πιο πάνω ζήτημα ως ρητά αναφέρεται στην παράγραφο 53 της Έκθεσης Απαίτησης αφορά στην αγωγή με αριθμό 2ΧΧ9/Χ6, τα γεγονότα που αφορούν στο εν λόγω ζήτημα προέκυψαν πριν την καταχώρηση της εν λόγω αγωγής και αποτελούν ως γίνεται αντιληπτό από την εν λόγω παράγραφο επίδικο ζήτημα στην εν λόγω αγωγή. Από τα πιο πάνω προκύπτει με ενάργεια ότι από τις δικογραφημένες λεπτομέρειες δόλου και γενικότερα τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των Καθ' ων η αίτηση ελλείπουν λεπτομέρειες οι οποίες είναι ουσιώδεις σύμφωνα με την Νομολογία. Οι ελλείψεις αυτές είναι καταλυτικές για την εγκυρότητα της Έκθεσης Απαίτησης αφού την καθιστούν εντελώς ανυπόστατη. Εξαιτίας των πιο πάνω ελλείψεων δεν αποκαλύπτεται εύλογο αγώγιμο δικαίωμα και για τον λόγο αυτό η Έκθεση Απαίτησης καθίσταται ενοχλητική και καταπιεστική. Και αν ακόμη οι λεπτομέρειες δόλου αποδειχθούν κατά την δίκη ο δόλος δεν θα δύναται να στοιχειοθετηθεί. Η προώθηση της αγωγής, επομένως, δεν κρίνεται πρόσφορη. Τουναντίον πρόσφορη κρίνεται η ανακοπή της από αυτό το στάδιο. Ενόψει του ότι η Έκθεση Απαίτησης είναι εντελώς ανυπόστατη ανακοπή της αγωγής από αυτό το στάδιο δεν παραβιάζει το δικαίωμα προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου (Βλ. In Re Pelmaco Development Ltd
(1991)1 ΑΑΔ 246. Κρίνω πως θα ήταν άσκοπο να ασχοληθώ με τον καθένα από τους λόγους ένστασης ξεχωριστά. Και αυτό γιατί με όλα όσα πιο πάνω έχουν υποδειχθεί κανένας από τους λόγους ένστασης δεν έχει έρεισμα, είναι δε όλοι έκθετοι σε απόρριψη. Οι Αιτητές προώθησαν μια καθόλα νομότυπη και καλόπιστη αίτηση και έχουν ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι είναι ορθοί στις θέσεις τους, ότι δικαιούνται στις αιτούμενες θεραπείες και ότι το Δικαστήριο έχει την εξουσία να τους τις δώσει. Αναφορικά με τον λόγο ένστασης σύμφωνα με τον οποίο η υπό κρίση αίτηση έπρεπε να υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση αρκεί να αναφερθεί ότι σύμφωνα με την Δ.48, θ.9(o) των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας αιτήσεις όπως η υπό κρίση δύνανται να μην υποστηρίζονται από ένορκο δήλωση. Και αυτό γιατί όπως ενωρίτερα αναφέρθηκε το θέμα κρίνεται μόνο υπό το φως των ισχυρισμών που εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης. Και το Δικαστήριο τούτο έπραξε. Έκρινε την υπό κρίση αίτηση στην βάση του περιεχομένου της Έκθεσης Απαίτησης και αγνόησε την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση όσον αφορά τα πραγματικά γεγονότα που εκτίθενται σε αυτήν αν και στην ουσία αυτά, θα πρέπει να λεχθεί, δεν διαφέρουν από τους δικογραφημένους στην Έκθεση Απαίτησης ισχυρισμούς. Συνακόλουθα η Έκθεση Απαίτησης διαγράφεται αναφορικά με τους Εναγόμενους 2-20/Αιτητές και η αγωγή απορρίπτεται αναφορικά με τους Εναγόμενους 2-20/Αιτητές. Τα έξοδα της αγωγής περιλαμβανομένων των εξόδων της υπό κρίση αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγόμενων 2-20/Αιτητών και εναντίον των Εναγόντων 1 και 2/Καθ' ων η αίτηση αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Π. Μιχαηλίδης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο