← Κύπρος

ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ κ.α. ν. ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΠΙΤΣΙΛΙΑΣ, Αγωγή αρ. 5257/2015, 26/10/2021

ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ κ.α. ν. ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΠΙΤΣΙΛΙΑΣ, Αγωγή αρ. 5257/2015, 26/10/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A256 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 5257/2015 Μεταξύ:

  1. ΧΧΧΧ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ
  2. ΧΧΧΧ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ
  3. ΧΧΧΧ ΠΕΤΡΟΥ
  4. ΧΧΧΧ ΠΕΤΡΟΥ
  5. ΧΧΧΧ ΠΙΤΤΑΣ Ενάγοντες Και ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΠΙΤΣΙΛΙΑΣ Εναγόμενοι Αίτηση ημερομηνίας 30.07.2020 Ημερομηνία: 26.10.2021 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες/Αιτητές: MARIOS A. SOFRONIOU LLC Για Εναγόμενους/Καθ' ων η αίτηση: Χ.Π. ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΕΠΕ Για Ενδιαφερόμενο μέρος ΑΗΚ/Καθ' ων η αίτηση: ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες, την 29.12.2015, ήγειραν αγωγή εναντίον του Εναγόμενου, με την οποίαν ισχυρίζονται ότι οι Ενάγοντες είναι εξ αδιαιρέτου ιδιοκτήτες του ακινήτου με αριθμό εγγραφής ΧΧΧΧ, Φ./Σχ.ΧΧΧΧ, Τεμάχιο ΧΧΧΧ, έκτασης 4.683 τ.μ., στην περιοχή ΧΧΧΧ, στο χωριό Άγιος Ιωάννης Πιτσιλιάς, της Επαρχίας Λεμεσού, αξίας περίπου €20.000,00, εντός του οποίου οι Εναγόμενοι, κατά ή περί το 1988, παράνομα και χωρίς την άδεια των Εναγόντων, ανήγειραν ντεπόζιτο νερού, ανόρυξαν γεώτρηση νερού και κατασκεύασαν δρόμο, έτσι παρεμβαίνοντας κατ' εξακολούθηση στο ακίνητο. Οι Ενάγοντες κάλεσαν τους Εναγόμενους να άρουν την παράνομη επέμβαση, χωρίς όμως οι Εναγόμενοι να ανταποκριθούν. Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται πως, ως αποτέλεσμα της επέμβασης αυτής που θεωρούν παράνομη, δεν μπόρεσαν να εκμεταλλευτούν την περιουσία τους ή και να την ενοικιάσουν σε άλλους, χάνουν ενοίκιο €160,00 κάθε μήνα (€34,00 για κάθε 1.000,00 τ.μ.), υπολογίζοντας ότι έχουν απωλέσει, από το 1988 μέχρι την καταχώριση της αγωγής τους, ποσό €51.520,00, που αντιστοιχεί σε περίπου 322 μήνες. Αξιώνουν διάταγμα για άρση της επέμβασης, διάταγμα κατεδάφισης ή απομάκρυνσης ή αφαίρεσης του ντεπόζιτου, της γεώτρησης, του δρόμου και οποιασδήποτε κατασκευής, προς αποκατάσταση του ακινήτου στην πρότερη κατάστασή του, απαγορευτικό διάταγμα για το μέλλον, και απόφαση για το ποσό των €51.520,00 ως αποζημιώσεις. Την 13.09.2017, οι Ενάγοντες καταχώρισαν αίτηση για απόφαση εναντίον των Εναγόμενων, λόγω αρχικής παράλειψης εμφάνισής τους στη διαδικασία. Ενώ οι Ενάγοντες είχαν επιχειρήσει να αποδείξουν την υπόθεσή τους, στο πλαίσιο εκείνης της αίτησης, φαίνεται πως προέβησαν σε διαπιστώσεις που τους οδήγησαν να εγκαταλείψουν την προσπάθεια, και την 04.04.2018 να καταχωρίσουν αίτηση για προσθήκη διαδίκου και τροποποιήσεις. Εκκρεμούσης εκείνης της αίτησης για τροποποίηση, οι Εναγόμενοι καταχώρισαν σημείωμα εμφάνισης την 17.05.
  6. Την 21.09.2018, είχε εκδοθεί εκ συμφώνου διάταγμα για την προσθήκη διαδίκου και τις τροποποιήσεις που ζητούσαν οι Ενάγοντες, τις οποίες, όμως, οι Ενάγοντες δεν εφάρμοσαν, και την 17.01.2019, καταχώρισαν νέα αίτηση για προσθήκη άλλου προσώπου ως διαδίκου, και για τις ίδιες ή και περαιτέρω τροποποιήσεις, αίτηση που αποσύρθηκε άνευ βλάβης την 05.03.
  7. Την 23.05.2019, οι Εναγόμενοι καταχώρισαν την υπεράσπισή τους. Με αυτήν, προβάλλουν προδικαστικά ότι το αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων έχει παραγραφεί και ότι η αγωγή καταχωρίστηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση. Άνευ βλάβης των προδικαστικών τους ενστάσεων, ως προς την δική τους πραγματική εκδοχή, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται πως περί το 1987, το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων κατασκεύασε, με την συγκατάθεση, γνώση ή ανοχή των ιδιοκτητών του ακινήτου, υδατοδεξαμενή. Περί το 1996, το Τμήμα Γεωλογικής Επισκόπησης, κατ' εντολή, με συγκατάθεση, γνώση ή ανοχή των ιδιοκτητών του ακινήτου, ανόρυξε γεώτρηση που αξιοποιήθηκε περί το 2003 από το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων. Οι Εναγόμενοι ουδεμία σχέση έχουν με τις κατασκευές αυτές, αλλά γνωρίζουν ότι οι τότε ιδιοκτήτες του ακινήτου είχαν συγκατατεθεί σε αυτές, για να υδροδοτείται η κοινότητα από το 1988, οπότε κωλύονται οι μεταγενέστεροι ιδιοκτήτες να προβάλλουν ισχυρισμούς περί παράνομων επεμβάσεων. Εντός του ακινήτου, υπήρχε εγγεγραμμένο μονοπάτι και, κατόπιν συγκατάθεσης, συναίνεσης, αποδοχής ή ανοχής των εγγεγραμμένων ιδιοκτητών του ακινήτου, περί το 1988, η χωρητική αρχή προχώρησε στην κατασκευή δρόμο για να διευκολυνθεί η διακίνηση ή διέλευση και η απόκτηση πρόσβασης στο ακίνητο, γεγονός που επαύξησε την αξία του. Ουδέποτε πριν από το 2009 οι ιδιοκτήτες εξέφρασαν κάποια δυσαρέσκεια ή αντίρρηση ή παράπονο, αλλά αντίθετα χρησιμοποιούσαν τον δρόμο, οπότε, κατά τους Εναγόμενους, δημιουργείται κώλυμα και στους τωρινούς ιδιοκτήτες. Έλαβαν, οι Εναγόμενοι, τις οχλήσεις των Εναγόντων, αλλά ουδεμία σχέση έχουν. Έχοντας βεβαίως υπόψη ότι η κοινότητά τους είναι μικρή και είναι επιθυμητή η διατήρηση των καλών σχέσεων μεταξύ των κατοίκων, πρότειναν συνάντηση για συζήτηση της υπόθεσης, όπως έγινε, ουδέποτε όμως παραδέχθηκαν κάποια παρανομία, θεωρούν δε αβάσιμη την απαίτηση των Εναγόντων εναντίον τους αλλά και υπερβολική, με σκοπό την αποκόμιση κέρδους. Οι Ενάγοντες απάντησαν στην υπεράσπιση των Εναγόμενων, και την 03.06.2019, με επιστολή τους βάσει της Δ.31,κκ.1-3 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠΔ), ζήτησαν τον ορισμό της υπόθεσης για Ακρόαση. Η υπόθεση τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου την 12.06.2019 και ορίστηκε για Ακρόαση την 18.02.2020, έπειτα την 27.11.
  8. Ενώ η αγωγή όδευε με σκοπό την παρουσίαση της μαρτυρίας της, την 30.07.2020, οι Ενάγοντες επανήλθαν με την υπό εξέταση αίτηση, με την οποία ζητούν την προσθήκη της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (ΑΗΚ) ως Εναγόμενης 2· τροποποίηση της παραγράφου 2 της Έκθεσης Απαίτησής τους ως προς την αγοραία αξία (που ζητούσαν και με τις δύο προηγούμενες αιτήσεις τους)· προσθήκη νέας παραγράφου ως παραγράφου 4 για να αναφέρουν ποια είναι η Εναγόμενη 2· προσθήκη νέας παραγράφου ως παραγράφου 5 για να αναφέρονται μαζί οι Εναγόμενοι· αντικατάσταση της χρονολογίας 1988 στην υφιστάμενη παράγραφο 4 με την χρονολογία 1997· αντικατάσταση των παραγράφων 7 και 8 με άλλες παραγράφους, στις οποίες θα αναφέρονται οι επιστολές ημερομηνίας 06.05.2009 και 27.05.2009 που αναφέρονται και στις υφιστάμενες παραγράφους· προσθήκη νέας παραγράφου ως παραγράφου 13 στην οποία να αναφέρεται ότι για τις έρευνες στο Κτηματολόγιο κατέβαλαν €54,97· προσθήκη νέων παραγράφων ως παραγράφων 15, 16 και 17, στις οποίες να αναφέρεται ότι η Εναγόμενη 2, με επιστολή της ημερομηνίας 20.01.2020, ενημέρωσε ότι προγραμματίζει την επέκταση του δικτύου της, ζητώντας την συγκατάθεση των ιδιοκτητών, που δεν χορήγησαν αλλά ενημέρωσαν την αποστολέα ότι τόσο ο δρόμος όσο και το υφιστάμενο δίκτυο ηλεκτροδότησης είναι παράνομα και πρέπει να αφαιρεθούν, οπότε η αποστολέας απάντησε πως θα προχωρήσει με το έργο νοουμένου ότι εξασφαλίσει συγκατάθεση από τον Έπαρχο, γεγονός που οδηγεί τους Ενάγοντες να εκλάβουν ότι υπήρξε παράνομη επέμβαση και από την ΑΗΚ· προσθήκη νέας παραγράφου ως παραγράφου 18 προς θέση επιφύλαξης του δικαιώματος για περαιτέρω λεπτομέρειες κατά την ακρόαση· τροποποίηση ή διόρθωση της υφιστάμενης παραγράφου 11 ως προς την αρίθμησή της και το περιεχόμενο, ώστε η ενοικιαστική αξία του ακινήτου να συνάδει με εκτίμηση που εξασφάλισαν οι Ενάγοντες· τροποποίηση των αξιώσεών τους ώστε να αφορούν και την Εναγόμενη 2, το ορθό χρηματικό ποσό, την προσθήκη των εξόδων του κτηματολογίου και των εκτιμητικών εξόδων· ζητούν, τέλος, την ανάλογη αρίθμηση των παραγράφων της Έκθεσης Απαίτησής τους. Η αίτηση των Εναγόντων βασίζεται στις Δ.9,κκ.2, 10 και 11, Δ.25, Δ.48 και Δ.64 ΚΠΔ, καθώς και στις σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Ενάγοντος 1, κατ' εξουσιοδότηση και των λοιπών Εναγόντων, στην οποίαν ο Ενάγων 1 αναφέρει ότι, περί την 21.01.2020, η ΑΗΚ του απέστειλε επιστολή με την οποία τον ενημέρωσε πως προγραμματίζει επέκταση του δικτύου της ως σε συνημμένο σχέδιο, οπότε ζήτησε την συγκατάθεση των ιδιοκτητών σε σχετικά έντυπα. Το σχέδιο που είχε συναφθεί στην επιστολή, κατά τον Ενάγοντα, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, καθότι φαίνεται σε αυτό πως το δίκτυο τοποθετείται συνοριακά του τεμαχίου, ενώ στην πραγματικότητα διαπερνά το τεμάχιο, και θα το επηρεάζει άμεσα και δυσμενώς. Οι Ενάγοντες απάντησαν στην επιστολή της ΑΗΚ αντιδρώντας και αναφέροντας πως πρόκειται για παράνομη επέμβαση και η ΑΗΚ απάντησε πως, εφόσον δεν έχει την έγκριση των ιδιοκτητών, θα προχωρήσει να τοποθετήσει το δίκτυο με την έγκριση του Έπαρχου. Κατά τους Ενάγοντες, στην απαντητική της επιστολή, η ΑΗΚ παραδέχθηκε πως υπάρχει υφιστάμενο δίκτυο εντός του τεμαχίου για την ηλεκτροδότηση της υδραντλίας του Τμήματος Αναπτύξεως Υδάτων χωρίς, κατά την θέση των Εναγόντων, να είχε προηγηθεί συγκατάθεση των ιδιοκτητών του τεμαχίου. Επειδή από αυτά τα γεγονότα οι Ενάγοντες συμπέραναν ότι η ΑΗΚ ευθύνεται για παράνομη επέμβαση στο ακίνητό τους, θεωρούν ότι για να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη, θα πρέπει να προστεθούν στην αγωγή και να επέλθουν οι τροποποιήσεις που ζητούν με την αίτησή τους. Προσκομίζουν την σχετική αλληλογραφία με την ΑΗΚ. Η αίτηση αυτή των Εναγόντων καταχωρίστηκε δια κλήσεως και της ΑΗΚ, κατ' επιλογή των Εναγόντων. Τόσον οι Εναγόμενοι όσο και η ΑΗΚ ενίστανται στην αίτηση. Οι Εναγόμενοι, στην σύνοψη των λόγων ένστασής τους, προβάλλουν ότι πρόκειται για μια καταχρηστική αίτηση, που καταχωρίστηκε ενώ η αγωγή προχωρούσε για την ακρόασή της, έχοντας ήδη ακολουθήσει άλλες αιτήσεις, με σκοπό την πρόκληση καθυστέρησης, ενώ η ΑΗΚ δεν είναι αναγκαίος διάδικος για την επίλυση της διαφοράς που ήδη εγέρθηκε μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγόμενων· πρόκειται για ξεχωριστή βάση αγωγής εναντίον άλλου προσώπου, που συγχέει και καθυστερεί αχρείαστα την διαδικασία, αναγκάζοντας τους Εναγόμενους να συμμετέχουν στην επίλυση κάποιας διαφοράς μεταξύ των Εναγόντων και της ΑΗΚ. Η ΑΗΚ ισχυρίζεται πως οι ενέργειές της ήταν και είναι στο πλαίσιο του δημοσίου δικαίου και η νομιμότητά τους, περιλαμβανομένης της νομιμότητας του δικτύου, αν και τα τεκμήρια που προσκομίζουν οι Ενάγοντες αφορούν σε διαδικασία ηλεκτροδότησης που δεν έχει γίνει ακόμα για να τίθεται και οποιοδήποτε θέμα, θα μπορούσε να προσβληθεί με προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο και δεν υφίσταται ιδιωτική διαφορά μεταξύ αυτής και των Εναγόντων, η δε προσθήκη της στην αγωγή, με υπέρμετρη καθυστέρηση για την οποία δεν δίδεται εξήγηση, θα περιπλέξει την επίλυση της διαφοράς μεταξύ των υφιστάμενων διαδίκων. Αμφότερες οι ενστάσεις συνοδεύονται από ένορκες δηλώσεις, ατόμων που εργάζονται στα δικηγορικά γραφεία των δικηγόρων των ενιστάμενων, με τις οποίες οι λόγοι ένστασης λαμβάνουν περαιτέρω υποστήριξη. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση των Εναγόμενων αναφέρονται κυρίως γεγονότα που προκύπτουν από τον φάκελο της υπόθεσης και εκτίθενται απόψεις. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση της ΑΗΚ αναφέρονται και γεγονότα και προσκομίζεται και περαιτέρω μαρτυρία, που έχει να κάνει με τις ενέργειες της ΑΗΚ σε σχέση με την ηλεκτροδότηση στο επίδικο τεμάχιο. Είναι διαρκώς υπόψη του Δικαστηρίου ό,τι έχει αναφερθεί, όπως και η επιχειρηματολογία που όλοι οι συνήγοροι κατέθεσαν με γραπτές αγορεύσεις, ακόμα κι αν δεν αναπαράγεται λεπτομερώς το περιεχόμενο των κειμένων τους στην απόφασή του. Η προσθήκη διαδίκου είναι ζήτημα που ανάγεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία είναι μεν ευρεία, αλλά ασκείται με γνώμονα το να καταστεί δυνατή η πλήρης και αποτελεσματική εκδίκαση όλων των επιδίκων θεμάτων μεταξύ των αναγκαίων διαδίκων[1]. Μπροστά στην ανάγκη αυτή, να επιλυθεί πλήρως και αποτελεσματικά μία διαφορά, το στάδιο της διαδικασίας δεν παρεμβάλλει ως αξεπέραστο εμπόδιο στο να επιτραπεί η προσθήκη διαδίκου που διαπιστώνεται ότι είναι αναγκαίος. Το ζητούμενο είναι να εξεταστεί κατά πόσον το πρόσωπο του οποίου ζητείται η προσθήκη είναι όντως αναγκαίος διάδικος. Όπως προκύπτει από τα γεγονότα που έχουν εκτεθεί στο Δικαστήριο, κάποια παρέμβαση στο επίδικο τεμάχιο από την ΑΗΚ, που ισχυρίζονται οι Ενάγοντες, αναφορικά με το υφιστάμενο δίκτυο ηλεκτροδότησης, δεν σχετίζεται με την παρέμβαση που οι ίδιοι κατέστησαν επίδικη με την αγωγή τους αυτή και αναφέρεται στους Εναγόμενους, σχετικά με την ανέγερση ντεπόζιτου νερού, την ανόρυξη γεώτρησης νερού και την κατασκευή δρόμου. Η πράξη της ΑΗΚ που έχουν υπόψη τους οι Ενάγοντες αναφέρεται μεν σε ίδιας φύσης αστικό αδίκημα, αλλά τα γεγονότα που την περιστοιχίζουν, όσο κοντά κι αν μπορεί να βρίσκονται στα γεγονότα που περιστοιχίζουν και το επίδικο αστικό αδίκημα (π.χ. την κατασκευή του δρόμου), είναι άλλα γεγονότα. Η ΑΗΚ δεν είναι να εισαχθεί από τους Ενάγοντες ως συναδικοπραγήσασα ή ως αναγκαία διάδικος. Η προσθήκη της ΑΗΚ ως Εναγόμενης 2 για ίδιας φύσης αστικό αδίκημα στο ίδιο ακίνητο δεν βοηθά στην επίλυση της υφιστάμενης διαφοράς μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγόμενων, αλλά την περιπλέκει, με την διεύρυνση της απαίτησης των Εναγόντων με όμοιας φύσης αιτίες αγωγής εναντίον άλλων προσώπων, που μπορεί απλά να εξυπηρετεί τους Ενάγοντες στο να διαγνωστούν μαζί όλες οι πιθανές παρεμβάσεις που έγιναν ιστορικά στο ακίνητό τους από οποιονδήποτε. Στην προσπάθεια να δούμε εάν η ΑΗΚ είναι αναγκαίος διάδικος σε μια τέτοια διαφορά, η εστίαση δεν μπορεί να είναι μόνο σε τι είναι βολικό για τους Ενάγοντες. Γνωρίζοντας και ότι οι Ενάγοντες δεν εμποδίζονται από το να εγείρουν άλλην αγωγή εναντίον διαφορετικών προσώπων που οι ίδιοι θεωρούν επεμβασίες στο ακίνητό τους, δεν κρίνω πως είναι αναγκαίο να εκδικαστεί τέτοια απαίτηση των Εναγόντων εναντίον της ΑΗΚ στο πλαίσιο της υφιστάμενης αγωγής των Εναγόντων εναντίον των Εναγόμενων. Συνακόλουθα, οι τροποποιήσεις που ζητούν οι Ενάγοντες και σχετίζονται με το αίτημά τους για την προσθήκη της ΑΗΚ ως διαδίκου, ιδίως υπό τα σημεία Α, Γ, Δ, ΣΤ, Ζ, Θ, Ι και Κ της αίτησής τους, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές. Όσον αφορά τις υπόλοιπες τροποποιήσεις που ζητούν οι Ενάγοντες, που δεν σχετίζονται με την προσθήκη της ΑΗΚ, είναι υπόψη του Δικαστηρίου η Δ.25 ΚΠΔ και η σχετική νομολογία. Σημειώνεται παρενθετικά πως με τον περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2014, αρ.2/2014, ημερομηνίας 15.09.2014, τροποποιήθηκε η Δ.25, αρχικά με ισχύ για όλες τις αγωγές που θα καταχωρούνταν από την 01.01.
  9. Με τον περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) (Αρ. 1) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2015, αρ.1/2015, ημερομηνίας 30.01.2015, δεν είχε τότε ανασταλεί η ισχύς του προηγούμενου Διαδικαστικού Κανονισμού, και είχε, μεταξύ άλλων, προστεθεί η διευκρίνιση ότι, για υφιστάμενες αγωγές και αγωγές που είχαν καταχωριστεί μέχρι και την 31.12.2014, η Δ.25 που ίσχυε πριν από την 01.01.2015 θα εξακολουθούσε να εφαρμόζεται μέχρι την αποπεράτωση τους. Ωστόσο, με τον περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ.2) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2015, αρ.2/2015, ημερομηνίας 29.04.2015, η εφαρμογή της νέας Δ.25 αναστάλθηκε αναφορικά με αγωγές κλίμακας πέραν των €10.000, μέχρι την 31.12.
  10. Από 01.01.2016, οι διατάξεις της νέας Δ.25 τυγχάνουν, ασχέτως κλίμακας, καθολικής εφαρμογής. Για αγωγές που καταχωρίστηκαν μέχρι και την 31.12.2014 και για αγωγές κλίμακας πέραν των €10.000 που καταχωρίστηκαν εντός της περιόδου της εν λόγω αναστολής, ήτοι μέχρι 31.12.2015, οι πρόνοιες της παλαιάς Δ.25 θα εξακολουθούν να εφαρμόζονται μέχρι την αποπεράτωσή τους. Με δεδομένο ότι η παρούσα αγωγή καταχωρίστηκε την 29.12.2015 σε κλίμακα άνω των €10.000,00 και καλύπτεται από την εν λόγω αναστολή, επιτρέπει την εφαρμογή, επί αυτής, της Δ.25, ως εκείνη ίσχυε πριν από την τροποποίησή της. Η τροποποίηση των δικογράφων συνιστά θέμα που εμπίπτει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Ο άξονας γύρω από τον οποίον το Δικαστήριο ασκεί την εξουσία να επιτρέπει ή να μην επιτρέπει την τροποποίηση είναι η ανάγκη για καθορισμό των αμφισβητούμενων γεγονότων. Ο ρόλος των δικογράφων είναι ακριβώς αυτός, να εκθέτουν τα γεγονότα επί των οποίων η κάθε διάδικη πλευρά στηρίζει την υπόθεσή της. Όπως συνόψισε και η Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλας, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε4/2017, ημερομηνίας 11.10.2018, και επαναλήφθηκε και στην πρόσφατη K. & M. (Transport) Ltd v. Επιτροπή Σιτηρών Κύπρου, ECLI:CY:AD:2020:A364, Πολ.Έφ. 341/2013, ημερομηνίας 22.10.2020, υπήρχε μια διαχρονική τάση στη νομολογία να επιτρέπονται οι τροποποιήσεις των δικογράφων, ακόμα και εκεί όπου η ανάγκη προέκυπτε λόγω αμέλειας ή καθυστέρησης· νοουμένου πάντα ότι δεν προκαλούνταν αδικία στην άλλη πλευρά που θα ήταν αδύνατον να αποζημιωθεί με χρήμα[2]. Όπως λέχθηκε και στην Andrenal Shipping Company Ltd κ.α. ν. Compania Naviera Iris S.A. κ.α., ECLI:CY:AD:2016:A373, Πολ.Έφ. 49/2014, ημερομηνίας 20.07.2016, το συμφέρον της δικαιοσύνης είναι αυτό που κυριαρχεί και διέπει την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου, η ακρόαση της υπόθεσης σε εύλογο χρόνο είναι ορισμένα από τα κριτήρια που χρησιμοποιούνται, για να προσδιοριστεί αυτό το συμφέρον της δικαιοσύνης. Σε περίπτωση όπου υπάρχει καθυστέρηση, το βάρος να την αιτιολογήσει ο αιτητής διαφοροποιείται ανάλογα με τον χρόνο στον οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Δεν απαγορεύεται η υποβολή αίτησης για τροποποίηση ακόμα και μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, ωστόσο όσο πιο προχωρημένο είναι το στάδιο της δίκης, τόσο μεγαλύτερη είναι η δυσκολία του αιτητή, κατ' επέκταση η δικαστική φειδώ, ειδικότερα εάν πρόκειται να εκτροχιαστεί η δίκη από μια προδιαγεγραμμένη πορεία, με αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα των αντιδίκων[3]. Η τροποποίηση της Δ.25,κ.1 δεν αναίρεσε ακριβώς το προηγούμενο πνεύμα που υπήρχε σχετικά με τις τροποποιήσεις δικογράφων· αυτό εξακολουθεί να είναι πάντοτε η ανάγκη καλύτερου προσδιορισμού των επιδίκων θεμάτων και το συμφέρον της δικαιοσύνης σε σχέση με την ενώπιον του διαφορά. Την κατέστησε πιο ελεύθερη (δεν χρειάζεται καν η άδεια του Δικαστηρίου) πριν από την έναρξη της προδικασίας, ωστόσο, μετά από την έναρξη της προδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου, την πρόβλεψε ως ένα εξαιρετικό διάβημα, επαναπροσδιορίζοντας και συγκεκριμενοποιώντας τα κριτήρια που λαμβάνει υπόψη του το Δικαστήριο για να ασκήσει την εξουσία του να επιτρέψει ή να μην επιτρέψει την τροποποίηση, εξυπηρετώντας πάντα το ίδιο, το συμφέρον της δικαιοσύνης· το οποίο, όμως, δεν παραμένει πλέον ένα ζήτημα απλά διακριτικό. Εκεί όπου υπάρχει παραδρομή ή καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, το Δικαστήριο κατ' εξαίρεση θα επιτρέψει την τροποποίηση. Η ήδη υφιστάμενη νομολογιακή αρχή, υπό την παλαιά Δ.25, ήταν και είναι ότι η ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης ή της υπεράσπισης και η εμφανής κακοπιστία εκ μέρους του αιτητή, δεν δικαιολογούν έγκριση του αιτήματος· η διαμόρφωση της βάσης της αγωγής ή της υπεράσπισης, ως ουσιωδέστατο θέμα, μπορεί να μην υποδηλώνει και παραδρομή ή καλόπιστο λάθος κατά τη σύνταξη της δικογραφίας, χωρίς βεβαίως αυτό να αποκλείεται εκ προοιμίου. Εκεί όπου εγείρεται ζήτημα κακοπιστίας (δόλου), ο διάδικος που την επικαλείται έχει και το βάρος απόδειξης της[4], αυτό ασχέτως εάν ο αιτητής θα πρέπει να αποδείξει πρώτα τη δική του καλοπιστία. Εάν έχουν προκύψει νέα δεδομένα, μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για ετοιμασία της δικογραφίας, το Δικαστήριο, και πάλι, κατ' εξαίρεση, θα επιτρέψει την τροποποίηση. Η Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστας Γρηγοριάδης & Συνέταιροι κ.α.

(2012)1 Α.Α.Δ. 817, λέγοντας πως η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης (νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά) δεν έλεγε κάτι άλλο από το ότι μπορεί νέα γεγονότα που περιήλθαν στη γνώση του αιτητή σε μεταγενέστερο της καταχώρισης του δικογράφου του χρόνο να πρέπει να προστεθούν στη δικογραφία, ακόμα και αν αλλάζει η βάση της υπόθεσής του. Εν πάση περιπτώσει, η αναφορά και στη νέα Δ.25 είναι για να εξηγηθεί πως, εκεί όπου κινούμαστε στο χρονικό μεταίχμιο της τροποποίησης αυτής, μα διαδικαστικά εφαρμόζεται η παλαιά Δ.25 και όχι η νέα Δ.25, δεν σημαίνει πως είναι δυνατόν το συμφέρον της δικαιοσύνης να ερμηνεύεται με έναν τρόπο εντελώς αντίθετο με ό,τι ουσιαστικά είναι αποδεκτό σήμερα. Η διαδικαστική αναστολή δεν είχε το νόημα της δημιουργίας δύο διαφορετικών εποχών αντιμετώπισης του ζητήματος της τροποποίησης δικογράφων, με διαφορά απλά μίας ημέρας, ώστε μέχρι την 31.12.2015 να ισχύει κάτι εντελώς αντίθετο από αυτό που θα ισχύει από την 01.01.2016. Δηλαδή, η ίδια η τροποποίηση της Δ.25, ανεξαρτήτως της ουσιαστικής ισχύος της, καθοδηγεί τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, ακόμα και στη βάση της παλαιάς Δ.25 και είναι με αυτό το πνεύμα που γίνεται χρήση και της προϋφιστάμενης νομολογίας και εφαρμόζονται οι πάγιες νομολογιακές αρχές. Όπως υποδείχθηκε και στην E.G. Falekkos Ltd v. Reana Manufacturers Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 443, η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου βάσει αυτής της διαταγής, η οποία είναι ευρεία, τόσο που δεν περιορίζεται καν σε τροποποιήσεις πριν από την έκδοση της απόφασης. Το Δικαστήριο μπορεί, σε οποιονδήποτε χρόνο και σε οποιαδήποτε διαδικασία, να παρεμβαίνει, για να μπαίνουν τα πράγματα στις σωστές τους ράγες· και πάλι, με άξονα αυτό το συμφέρον της δικαιοσύνης. Μία περίπτωση θα μπορούσε να είναι και η αποφυγή πολλαπλών αγωγών που λανθασμένα κινήθηκαν για το ίδιο θέμα. Στο σύνολό τους οι διαδικαστικοί κανονισμοί υφίστανται γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο, τη διασφάλιση του συμφέροντος της δικαιοσύνης σε κάθε περίπτωση. Συναφώς, ουδεμία ερμηνεία και εφαρμογή μπορεί να αποβαίνει στο να μην εξυπηρετείται αυτό ακριβώς το ζητούμενο. Η διόρθωση της αναφερόμενης στην παράγραφο 2 της Έκθεσης Απαίτησης αγοραίας αξίας του ακινήτου, ώστε από €20.000,00 να γίνει €23.000,00 και να διευκρινίζεται ότι πρόκειται για την αγοραία αξία, ως το σημείο Β της αίτησής τους, δεν πρόκειται να εκτροχιάσει την δίκη ή να προκαλέσει καθυστέρησή της ή επηρεασμό οποιωνδήποτε εκ των συμφερόντων των Εναγόμενων. Ομοίως, η διόρθωση της χρονολογίας «1988» στην παράγραφο 5 της Έκθεσης Απαίτησης εάν γίνει «1997», ως το σημείο Ε της αίτησης των Εναγόντων. Η προσθήκη αξίωσης για τα πραγματικά έξοδα των Εναγόντων, ήτοι για το ποσό των €54.97 για τις έρευνες στο Κτηματολόγιο, με νέα παράγραφο, ως αναφέρεται στο σημείο Η της αίτησής τους, η θέση επιφύλαξης αναφοράς περαιτέρω λεπτομερειών κατά την δικάσιμο, και η διαμόρφωση ή μείωση των ποσών της ενοικιαστικής αξίας στην υφιστάμενη παράγραφο 11 της Έκθεσης Απαίτησης, ως το σημείο Λ της αίτησής τους, επίσης, δεν επηρεάζουν ουσιωδώς τα συμφέροντα των Εναγόμενων, και πάντως βοηθούν στο να συνάδει το δικόγραφο των Εναγόντων με την μαρτυρία που προτίθενται να παρουσιάσουν. Κατ' επέκταση, και η ανάλογη διαμόρφωση των αξιώσεων στο παρακλητικό της Έκθεσης Απαίτησης, ως αναφέρεται στο σημείο Μ (το δεύτερο αναφερόμενο Μ και χωρίς την αναφορά «1 και 2» στην δεύτερη γραμμή) και στα σημεία Ν και Ξ της αίτησης των Εναγόντων. Τις νέες αξιώσεις για τα έξοδα έρευνας και τα εκτιμητικά έξοδα μπορούν να τις απαντήσουν οι Εναγόμενοι, και πάλι, χωρίς να διαταραχθεί η διαδικασία της δίκης, που έχει ήδη δρομολογηθεί. Είναι γεγονός πως οι περισσότερες από αυτές τις τροποποιήσεις είχαν αποτελέσει ξανά αντικείμενο αιτήσεων τροποποίησης, αλλά και εκ συμφώνου εκδοθέντος διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 21.09.2018, που οι Ενάγοντες δεν ακολούθησαν. Και πάλι, δεν έχει αρχίσει η δίκη, κι αν η μαρτυρία που προτίθεται να παρουσιάσει η πλευρά των Εναγόντων αποδίδει τα διαφοροποιημένα δεδομένα που θέλουν να διορθώσουν στο δικόγραφό τους, η αμέλεια ή ακόμα και αυτή η τάση για κατάχρηση της διαδικασίας από τους Ενάγοντες δεν είναι τέτοια ή σε τέτοιο βαθμό που να αποτρέπει το Δικαστήριο από το να επιτρέψει η δίκη να διεξαχθεί μέσα σε ένα ορθό πλαίσιο δικογράφησης. Έχοντας υπόψη τους διαδικαστικούς κανονισμούς και την νομολογία, σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της αίτησης των Εναγόντων, τις ενστάσεις των Εναγόμενων, και όσα έχουν προαναφερθεί: Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο επιτρέπεται η τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης των Εναγόντων ως ακολούθως: Α. Στην παράγραφο 2 της Έκθεσης Απαίτησης, με την προσθήκη πριν από την λέξη «αξία» της λέξης «αγοραία» και με την αντικατάσταση του αναφερόμενου ποσού «€20.000,00» με το ποσό «€23.000,00». Β. Στην παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαίτησης, με την αντικατάσταση της αναφερόμενης χρονολογίας «1988» στην δεύτερη γραμμή, με την χρονολογία «1997». Γ. Με την αντικατάσταση της παραγράφου 11 της Έκθεσης Απαίτησης με το κείμενο της παραγράφου που αναφέρεται στο σημείο Λ της αίτησης των Αιτητών (το δεύτερο στη σειρά Λ που αναφέρεται στην αίτηση των Αιτητών). Δ. Με την προσθήκη της φράσης, μετά την παράγραφο 11 της Έκθεσης Απαίτησης και χωρίς περαιτέρω αρίθμηση: «Οι Ενάγοντες επιφυλάσσουν το δικαίωμά τους να αναφερθούν λεπτομερώς στα πιο πάνω κατά την δικάσιμο». Ε. Με την αντικατάσταση της παραγράφου 4 του Παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης των Εναγόντων με το κείμενο της παραγράφου που αναφέρεται υπό το σημείο Μ της αίτησης των Αιτητών (το δεύτερο στην σειρά σημείο Μ στην αίτηση των Αιτητών), χωρίς την αναφορά της φράσης «1 και 2», και την αρίθμησή της ως «4Α». Στ. Με την προσθήκη στο Παρακλητικό της Έκθεσης Απαίτησης των Εναγόντων, μετά την νέα παράγραφο 4Α, των παραγράφων υπό τα σημεία Ν και Ξ της αίτησης των Αιτητών και την αρίθμησή τους ως 4Β και 4Γ αντίστοιχα. Οι Ενάγοντες να καταχωρίσουν τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης εντός 10 ημερών από σήμερα και να την επιδώσουν στην διεύθυνση επίδοσης των Εναγόμενων. Οι Εναγόμενοι να καταχωρίσουν τροποποιημένη (στον βαθμό που χρειάζεται τροποποίηση με βάση τις τροποποιήσεις της Έκθεσης Απαίτησης) Έκθεση Υπεράσπισης εντός 14 ημερών από την παραλαβή της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης των Εναγόντων. Η αίτηση των Εναγόντων, όσον αφορά όλα τα υπόλοιπα αιτήματα που περιέχονται σε αυτήν και σχετίζονται με την προσθήκη της ΑΗΚ ως διαδίκου και τις συναφείς τροποποιήσεις, για τους λόγους που έχουν προαναφερθεί, απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται εναντίον των Αιτητών (Εναγόντων) και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση (Εναγόμενων και ενδιαφερόμενου μέρους), όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Όσον αφορά τους Εναγόμενους, αυτά να είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. Τα έξοδα που θα προκύψουν στους Εναγόμενους εξαιτίας της τροποποίησης (thrown away) να επιβαρύνουν τους Ενάγοντες, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της αγωγής. Η αγωγή ορίζεται για Ακρόαση την 22.03.2022 ώρα 10:30 π.μ.. (Υπ.) ............. Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. [1] Δ.9,κ.10 ΚΠΔ, Mepa Underwriting Management Ltd κ.ά. v. Αγροτικής Aνώνυμης Eλληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων
(1997)1 Α.Α.Δ. 772, Φιλίππου ν. Σάουρου
(2015)1 (Α) Α.Α.Δ. 346, Μιχαηλίδης ν. Bank of Cyprus Public Co Ltd, Πολιτική Έφεση 73/2019, ημερομηνίας 28.09.021. [2] Φοινιώτης ν. Green Mar Navigation
(1989)1 Α.Α.Δ. 33, Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία ν. Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 607, Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) ν. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 237, Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.α.
(2007)1 Α.Α.Δ. 1005, Preece κ.α. ν. Ρωσσίδου
(2011)1 Α.Α.Δ. 2138, Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστας Γρηγοριάδης & Συνέταιροι
(2012)1 Α.Α.Δ. 817, Kayat Trading Limited ν. Genzyme Corporation (Αρ. 2)
(2013)1 Α.Α.Δ. 543, Kyriacos Andreou Arsiotis Developments & Constructions Ltd κ.α. ν. Highway Gardens City Ltd, Πολ.Έφ. 106/2012, ημερομηνίας 18.4.2018. [3] Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 Α.Α.Δ. 33. [4] Βλ. Astor Co κ.ά. v. A & G Leventis Ltd
(1993)1 Α.Α.Δ. 726 και Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.