← Κύπρος

ΙΩΑΝΝΟΥ ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, Αγωγή αρ. 1507/2021, 29/10/2021

ΙΩΑΝΝΟΥ ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, Αγωγή αρ. 1507/2021, 29/10/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A257 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 1507/2021 Μεταξύ: XXXX ΙΩΑΝΝΟΥ Ενάγων και XXXX ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Εναγόμενη Αίτηση ημερομηνίας 10.09.2021 Ημερομηνία: 29.10.2021 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα/Αιτητή: κ. Κ. Α. Καρατσής Για Εναγόμενη/Καθ' ης η αίτηση: Χρίστος Π. Αδάμου Α Π Ο Φ Α Σ Η Γεγονότα Την 10.09.2021, ο Ενάγων καταχώρισε αγωγή για τους σκοπούς της οποίας εκδόθηκε Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, και αξιώνει αποζημιώσεις για παρενοχλητική συμπεριφορά της Εναγόμενης καθώς και περιοριστικά μέτρα, βάσει των άρθρων 7, 8, 11 και 12 του περί της Προστασίας από Παρενόχληση και Παρενοχλητική Παρακολούθηση Νόμου 114(I)/

  1. Στο πλαίσιο της αγωγής του, υπέβαλε την υπό εξέταση αίτηση, με βάση το άρθρο 10 του Νόμου 114(Ι)/2021 όσο και με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 και το άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, και ζήτησε ενδιάμεσο διάταγμα, με το οποίο να απαγορεύεται στην Εναγόμενη να επικοινωνεί, προσεγγίζει, ακολουθεί, ενοχλεί, παρενοχλεί, απειλεί τον Ενάγοντα, είτε προφορικά είτε γραπτά, είτε τηλεφωνικά είτε με μηνύματα είτε διαφορετικά, με εξαίρεση την γραπτή επικοινωνία με τον δικηγόρο του Ενάγοντος, και διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στην Εναγόμενη η πρόσβασή της στον εκάστοτε χώρο διαμονής ή εργασίας του Ενάγοντος, μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής ή νεότερη διαταγή του Δικαστηρίου. Στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντος, που υποστηρίζει την αίτησή του, εκτίθενται τα γεγονότα από την δική του οπτική. Ο Ενάγων και η Εναγόμενη υπήρξαν σύζυγοι μέχρι την 06.06.2021, ημερομηνία κατά την οποία εκδόθηκε απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού για την λύση του γάμου τους, κατά την διάρκεια του οποίου είχαν αποκτήσει μία θυγατέρα, η οποία είναι ακόμα ανήλικη. Την 02.09.2021, ο Ενάγων ενημέρωσε την Εναγόμενη ότι συναντήθηκε με κάποια γνωστή του, και η Εναγόμενη εντόπισε το τηλέφωνό της, και άρχισε να την παρενοχλεί, αποστέλλοντάς της μηνύματα με απαράδεκτο περιεχόμενο, οπότε την 03.09.2021 ο Ενάγων ζήτησε από την Εναγόμενη να σταματήσει, πλην όμως εκείνη συνέχισε να το πράττει, μέχρι και την 06.09.
  2. Περί την 07.09.2021, η Εναγόμενη άρχισε να εκδηλώνει απαράδεκτη συμπεριφορά εναντίον του Εναγόμενου, η οποία του προκάλεσε αναστάτωση, εφόσον τον καλούσε επανειλημμένα στο προσωπικό του κινητό τηλέφωνο από το κινητό της, και του απέστειλε και αρκετά φωνομηνύματα. Συγκεκριμένα, την 07.09.2021, τον κάλεσε 11 συνεχόμενες φορές ώρα 23:21, 14 συνεχόμενες φορές ώρα 23:29, και 47 συνεχόμενες φορές ώρα 23:
  3. Την 08.09.2021, τον κάλεσε 51 συνεχόμενες φορές ώρα 00:27, 17 συνεχόμενες φορές ώρα 00:38, 36 συνεχόμενες φορές ώρα 05:37 και μία φορά ώρα 11:
  4. Ο Ενάγων δεν είχε απαντήσει σε οποιαδήποτε κλήση της, και θεωρεί την συμπεριφορά της απαράδεκτη, γνωρίζοντας ότι και το φρασεολόγιό της περιέχει άσχημες εκφράσεις. Λόγω της επιμονής της Εναγόμενης και της πίεσης που ασκούσε μέσω των τηλεφωνημάτων και των φωνομηνυμάτων, ο Ενάγων αναστατώθηκε τόσο που την 07.09.2021 επισκέφθηκε τον Αστυνομικό Σταθμό XXXX, ζητώντας από την Αστυνομία να παρέμβει. Οι επί καθήκοντι αστυνομικοί του ανέφεραν ότι δεν μπορούν να αναμειχθούν στην υπόθεση και το μόνο που έπραξαν ήταν να επικοινωνήσουν με την Εναγόμενη, για να την προτρέψουν να μην παρενοχλήσει ξανά. Η κατάσταση, όμως, δεν άλλαξε καθόλου, εφόσον η Εναγόμενη, την 08.09.2021, απέστειλε 13 φωνομηνύματα ώρα 10:17, 14 φωνομηνύματα ώρα 10:53 και 15 φωνομηνύματα ώρα 14:
  5. Την 09.09.2021, ακολουθώντας τις οδηγίες του δικηγόρου του, ο Ενάγων επισκέφθηκε την Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου (ΑΤΗΚ) και ζήτησε να λάβει αναλυτική κατάσταση των εισερχόμενων κλήσεων και φωνομηνυμάτων που είχαν πραγματοποιηθεί στο τηλέφωνό του από την 01.09.2021 μέχρι την 09.09.2021, ωστόσο δεν του χορηγήθηκε, γιατί χρειάζονταν, όπως του ανέφεραν, δικαστικό διάταγμα. Ο Ενάγων ζήτησε την παρέμβαση του Δικαστηρίου για να παύσει η παρενόχληση, καθότι η Εναγόμενη είχε αναπτύξει εμμονική συμπεριφορά, απρόσμενες και νευρικές αντιδράσεις. Το Δικαστήριο επιλήφθηκε της αίτησης αυτής την 14.09.2021, ημερομηνία κατά την οποίαν εκδόθηκαν διατάγματα ως η αίτηση του Ενάγοντος, με ισχύ 8 ημέρες από την επίδοσή τους στην Εναγόμενη, ορίζοντας τα για επιστροφή την 20.09.
  6. Την 20.10.2021, η Εναγόμενη καταχώρισε ένσταση, με την οποία προβάλλει ότι δεν ισχύουν οι προϋποθέσεις των νόμων για την έκδοση διαταγμάτων αυτής της φύσης, υπήρξε απόκρυψη γεγονότων μεταξύ των οποίων και γεγονότα που σχετίζονται με το κατεπείγον, και ο Ενάγων δεν ενήργησε καλόπιστα. Η ένσταση της Εναγόμενης συνοδεύεται από ένορκη δήλωση δικηγορικής υπαλλήλου στο γραφείο του δικηγόρου της, που δηλώνει εξουσιοδοτημένη από την Εναγόμενη να αναφέρει γεγονότα, χωρίς να εξηγεί γιατί η Εναγόμενη δεν τα εκθέτει η ίδια στο Δικαστήριο. Η πραγματική εκδοχή της Εναγόμενης δεν διαφοροποιεί το δεδομένο ότι οι διάδικοι υπήρξαν σύζυγοι ο γάμος των οποίων λύθηκε ή ότι απέκτησαν μία θυγατέρα. Προστίθεται ότι ο Ενάγων είναι υπόχρεος να συνεισφέρει στην διατροφή της ανήλικης στο ποσό των €400,00, που καθορίστηκε δικαστικά, και ότι έγιναν μεταξύ τους προσωρινές διευθετήσεις ως προς τα περιουσιακά τους ζητήματα. Ως προς όσα της καταλογίζει ο Ενάγων για παρενοχλητική συμπεριφορά, η ενόρκως δηλούσα εκ μέρους της Εναγόμενης αναφέρει πως, περί τις αρχές Σεπτεμβρίου του 2021, ο Ενάγων απέστειλε στην Εναγόμενη μέσω της εφαρμογής Viber φωτογραφία με εικονιζόμενη γυναίκα με το όνομα και το τηλέφωνό της, και η Εναγόμενη προσπάθησε να επικοινωνήσει μαζί του για να της εξηγήσει γιατί την έστειλε, οπότε και διαπίστωσε ότι ο Ενάγων της επέβαλε φραγή. Εκείνη συνέχισε να προσπαθεί να επικοινωνήσει μαζί του, για να της εξηγήσει γιατί έστειλε την φωτογραφία, αλλά και για θέματα που αφορούσαν την θυγατέρα τους, εφόσον ξεκινούσε η σχολική χρονιά και υπήρχαν έξοδα που θα έπρεπε να αντιμετωπιστούν, περιλαμβανομένης της ανάγκης της θυγατέρας τους για νέα γυαλιά αστιγματισμού. Δεν παραδέχεται, η Εναγόμενη, ότι παρενόχλησε τον Ενάγοντα στην έκταση που εκείνος αναφέρει, ενώ, όταν επικοινώνησε η Αστυνομία μαζί της, εξήγησε πως προσπαθούσε να επικοινωνήσει με τον Ενάγοντα αλλά δεν είχε αντιληφθεί έγκαιρα ότι υπήρχε φραγή, και η Αστυνομία δεν έδωσε συνέχεια. Ουδεμία ψυχική αναστάτωση προκάλεσε στον Ενάγοντα, εφόσον ο ίδιος και μετά την 09.09.2021 και μέχρι σήμερα επικοινωνεί κανονικά με την Εναγόμενη, έρχεται και παραλαμβάνει την θυγατέρα τους, για να την πάρει στο σχολείο και στα φροντιστήρια, ενώ η ίδια η Εναγόμενη ουδέποτε είχε την πρόθεση να ενοχλήσει τον Ενάγοντα, αλλά η συμπεριφορά της ήταν εύλογη, με δεδομένη την ανάγκη να της δοθούν εξηγήσεις για την φωτογραφία που έλαβε, και να γίνουν οι απαραίτητες συνεννοήσεις για το παιδί τους. Η ενόρκως δηλούσα προσκομίζει περαιτέρω έγγραφη μαρτυρία, ήτοι την απόφαση διαζυγίου και στιγμιότυπο οθόνης από το τηλέφωνό της, με την φωτογραφία του τρίτου προσώπου, και την ερώτηση που απέστειλε για το ποια είναι αυτή και γιατί της εστάλη το τηλέφωνό της. Διαδικασία Η ακρόαση της αίτηση διεξήχθη στην βάση των ενόρκων δηλώσεων, χωρίς την προσθήκη περαιτέρω μαρτυρίας. Την 25.10.2021, οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν, επιχειρηματολογώντας ως προς το εάν θα πρέπει να ακυρωθούν ή να παραμείνουν σε ισχύ τα διατάγματα που εκδόθηκαν ως ενδιάμεση θεραπεία, τα οποία παραμένουν σε ισχύ μέχρι νεότερη διαταγή του Δικαστηρίου, υπόψη του οποίου είναι ό,τι έχει αναφερθεί. Νομικές πτυχές Ο Νόμος 114(Ι)/2021 εισήγαγε και στην νομοθεσία τα αστικά αδικήματα της παρενόχλησης και της παρενοχλητικής παρακολούθησης. Στο άρθρο 7 § 1 προβλέπεται πως πρόσωπο που προβαίνει σε συμπεριφορά η οποία προκαλεί παρενόχληση, ενώ γνωρίζει ή όφειλε να γνωρίζει ότι η συμπεριφορά αυτή προκαλεί παρενόχληση, διαπράττει το αστικό αδίκημα της παρενόχλησης· θεωρείται ότι όφειλε να γνωρίζει ότι η συμπεριφορά στην οποία προβαίνει προκαλεί παρενόχληση στην περίπτωση που ένα λογικό πρόσωπο, υπό τις ίδιες περιστάσεις, θα θεωρούσε ότι η συμπεριφορά αυτή προκαλεί παρενόχληση. Σύμφωνα με την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 2, «παρενόχληση» σημαίνει την πρόκληση ανησυχίας ή αγωνίας σε άλλο πρόσωπο και «συμπεριφορά» σε σχέση με την παρενόχληση προσώπου, σημαίνει την επίδειξη τουλάχιστον δύο φορές συμπεριφοράς που συνιστά παρενόχληση, και στην περίπτωση που αυτή αφορά στην παρενόχληση δύο ή περισσότερων προσώπων, στην επίδειξη τέτοιας συμπεριφοράς τουλάχιστον μία φορά για κάθε πρόσωπο. Στο πλαίσιο αγωγής που καταχωρίζεται για τέτοιο αστικό αδίκημα, με βάση το άρθρο 8 του εν λόγω νόμου, προβλέπονται οι ειδικές υπερασπίσεις του άρθρου 9, και το άρθρο 10 δίδει ευθέως την εξουσία στο Δικαστήριο που εκδικάζει τέτοια αγωγή να εκδώσει ενδιάμεσο διάταγμα με το οποίο να επιβάλει οποιαδήποτε απαγόρευση ή και περιορισμό θεωρεί αναγκαία ή επιθυμητά υπό τις περιστάσεις, με σκοπό την ασφάλεια ή και την προστασία του αιτούντος. Μεταξύ αυτών, το διάταγμα μπορεί να περιορίζει ή και να απαγορεύει στον καθ' ου η αίτηση να προσεγγίζει ή και να ακολουθεί τον αιτούντα, την πρόσβαση του καθ' ου η αίτηση στον τόπο διαμονής ή και εργασίας του αιτούντος ή και σε ακίνητη ή κινητή περιουσία που ανήκει ή κατέχεται ολικώς ή μερικώς από τον αιτούντα, ή και την επικοινωνία μαζί του. Τέτοια ενδιάμεση θεραπεία δίδεται κατόπιν αίτησης που υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποίαν καταγράφονται γεγονότα ή και στοιχεία τα οποία αποτελούν εκ πρώτης όψεως απόδειξη ότι λαμβάνει χώρα παρενόχληση ή υφίσταται κίνδυνος επανάληψης ή εξακολούθησης συμπεριφοράς που συνιστά παρενόχληση του ενάγοντος ή μέλους της οικογένειάς του. Διάταγμα που εκδίδεται δυνάμει των διατάξεων του νόμου αυτού ισχύει για περίοδο που δεν υπερβαίνει τις 8 ημέρες από την ημέρα επίδοσής του στον καθ' ου η αίτηση και είναι επιστρεπτέο στο Δικαστήριο εντός της περιόδου αυτής. Ο διάδικος εναντίον του οποίου εκδόθηκε τέτοιο διάταγμα μπορεί να ζητήσει την ακύρωση ή την τροποποίηση του πριν από την λήξη της καθοριζόμενης σε αυτό περίοδο. Η εξουσία του Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 10 του Νόμου 114(Ι)/2021 ισχύει ανεξάρτητα από την εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει απαγορευτικά διατάγματα και με βάση το άρθρο 32 του Νόμου 14/
  7. Τούτο δεν σημαίνει πως δεν εφαρμόζεται το άρθρο 32 του Νόμου 14/1960· εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση, ανεξαρτήτως της εφαρμογής και των ειδικότερων προϋποθέσεων του άρθρου 10 του Νόμου 114(Ι)/2021· δηλαδή των προϋποθέσεων του να υπάρχει εκ πρώτης όψεως απόδειξη ότι λαμβάνει χώρα παρενόχληση με την έννοια του νόμου (για την οποία χρειάζεται η δικαστική παρέμβαση) ή ότι υφίσταται κίνδυνος επανάληψης ή εξακολούθησης συμπεριφοράς που συνιστά παρενόχληση του ενάγοντος ή μέλους της οικογένειάς του (για την οποία χρειάζεται προληπτική δικαστική παρέμβαση). Εξάλλου, υπό το φως του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960, στον βαθμό που μπορεί να προσαρμοστεί, εξετάζονται και τα προληπτικά διατάγματα τύπου quia timet («επειδή φοβάται»), λόγω του «φόβου» διάπραξης αστικών αδικημάτων στο μέλλον, τα οποία διαχρονικά εκδίδονταν και σε περιπτώσεις παρενόχλησης (harassment), εάν πληρούνταν οι προϋποθέσεις που έχουν νομολογηθεί. Το άρθρο 32 του Νόμου 14/1960 ορίζει επίσης το ίδιο τις προϋποθέσεις που θα πρέπει να συντρέξουν, για να μπορεί να εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα. Οι προϋποθέσεις αυτές αναλύθηκαν στην Odysseos v. Pieris Estates Ltd

(1982)1 CLR 557 και σε πολλές άλλες αποφάσεις. Νοουμένου πάντοτε ότι το Δικαστήριο έχει τη δικαιοδοσία, όπως και στην παρούσα περίπτωση, θα πρέπει ο αιτών την ενδιάμεση θεραπεία να αποδείξει ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, που αφορά σε συγκεκριμένο πράγμα, σε χρέος ή αποζημίωση, ορισμένα ή οριστά. Το σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση διαπιστώνεται με βάση τα καταχωρισμένα δικόγραφα ή, όπου δεν υπάρχουν, την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Ό,τι εξετάζεται σε σχέση με αυτή την προϋπόθεση, είναι κατά πόσον αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στον νόμο αιτία αγωγής, η οποία, εάν επιτύχει, θα έχει ως συνέπεια τη χορήγηση ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας[1]· Περαιτέρω, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι υπάρχει καλή βάση αγωγής και καλές πιθανότητες ο αιτών να δικαιούται σε θεραπεία και έκδοση δικαστικής απόφασης. Όπως υποδείχθηκε, μεταξύ άλλων, και στην T.A. Micrologic Comp. Conlsut. Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 A.A.Δ. 1802, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Απαιτείται κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων[2]. Όπως έχει αναφερθεί στην Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η πιθανότητα, υπό την πιο πάνω έννοια. Τέλος, θα πρέπει να αποδειχθεί πως, εκτός εάν εκδοθεί το διάταγμα, υπάρχει το ενδεχόμενο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς, οπότε θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη. Αυτή η προϋπόθεση έχει την έννοια ότι τυχόν αποζημιώσεις δεν θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία στην ίδια την αγωγή[3]. Στο ισοζύγιο της δικαιοσύνης (balance of justice), συνυπολογίζεται, σε περίπτωση που πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960, κατά πόσον είναι δίκαιο να δοθεί ή να εξακολουθήσει να ισχύει μια ενδιάμεση θεραπεία. Τα διατάγματα quia timet ζητούνται στο πλαίσιο αγωγής για ήδη τετελεσμένα αστικά αδικήματα. Οι θεραπείες τύπου quia timet βρίσκουν τις ρίζες τους στο παλαιό κοινοδίκαιο, όπου χρησιμοποιούνταν έξι διαφορετικά writs, τα λεγόμενα Brevia Anticipantia, που είχαν καθιερώσει ένα είδος «προληπτικής δικαιοσύνης». Σε αυτού του είδους τα διατάγματα, είναι αναγκαίο να αποδεικνύεται κάτι περισσότερο από φόβος να υποστεί ο αιτών βλάβη στο μέλλον· θα πρέπει να υπάρχει ένας βάσιμος υπολογισμός πως ό,τι συμβαίνει θα πλήξει τα δικαιώματά του[4]. Στην Celsteel Ltd v. Alton House Holdings Ltd [1986] 1 WLR 512, το Court of Appeal αρνήθηκε να χορηγήσει τέτοια θεραπεία, για τον λόγο ότι δεν είχε αποδειχθεί ροπή προς αυτό που οι ενάγοντες ήθελαν να αποτρέψουν. Στην Khorasandjian v. Bush [1993] QB 727, δόθηκε η θεραπεία υπό την Wilkinson v. Downton [1897] 2 QB 57, στη βάση του ότι υπήρχε «ορατός» ή «εμφανής» ή «σοβαρός» κίνδυνος η εξακολούθηση της βλαπτικής παρενοχλητικής παρακολούθησης από μέρους του εναγόμενου, που ήταν συστηματική και έντονα επαναλαμβανόμενη ώστε να τον είχε οδηγήσει και σε καταδίκη στο πρόσφατο παρελθόν, να προκαλέσει βλάβη στην υγεία της ενάγουσας, ασχέτως της απουσίας ιατρικής μαρτυρίας (σελ. 736 από Dillon LJ)[5]. Για να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα, θα πρέπει να αποδεικνύεται πάντως «δυνατή πιθανότητα» το αποτέλεσμα να είναι η βλάβη, και ότι, εάν επέλθει, θα είναι ουσιαστική[6]. Η βλάβη θα πρέπει να είναι επικείμενη (imminent)[7]. Όσο μικρότερος είναι ο βαθμός της βεβαιότητας ότι η συμπεριφορά των εναγόμενων θα καταλήξει σε αδικοπραξία, τόσο πιο διστακτικό είναι το Δικαστήριο στο να χορηγήσει μια τέτοια θεραπεία. Το Δικαστήριο μπορεί να λαμβάνει υπόψη του και άλλους παράγοντες, όπως την ευκολία με την οποία το άτομο που ενάγεται μπορεί να υλοποιήσει τον κίνδυνο[8] ή την προθυμία του να ενεργήσει κατά τρόπο μη βλαπτικό χωρίς να πρέπει να εξαναγκαστεί από κάποιο διάταγμα[9]. Η απλή άρνηση της διάπραξης ή της πρόθεσης διάπραξης του αστικού αδικήματος το οποίο φοβάται ο αιτών μπορεί να μην αρκεί, ωστόσο η θεραπεία μπορεί επίσης να μην δοθεί όταν δεν υπάρχει η συγκεκριμένη θετική πρόθεση, με σκοπό απλά η ύπαρξη του διατάγματος να διαμορφώσει μιαν αρνητική πρόθεση[10]. Το Δικαστήριο δεν απαγορεύει μελλοντικές πράξεις, εάν αυτές δεν πρόκειται να είναι αδικοπρακτικές[11]. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπου δεν είναι ορατή η πιθανότητα διάπραξης του αστικού αδικήματος, το Δικαστήριο μπορεί να προβεί σε απλή αναγνωριστική δήλωση, με δικαίωμα αίτησης για έκδοση τέτοιου διατάγματος, όταν θα καταστεί αναγκαίο[12]. Η έκδοση ή μη έκδοση διαταγμάτων quia timet δεν ακολουθεί τη λογική ότι, εφόσον απαγορεύουν κάτι ήδη απαγορευμένο από τον νόμο, είναι αυτονόητο να εκδίδονται ή ότι γι' αυτό δεν επηρεάζει έτσι κι αλλιώς η έκδοσή τους. Δεν εκδίδονται διατάγματα quia timet δικαιωματικά (as of right) σε κάθε αγωγή που έχει ως βάσεις της αστικά αδικήματα, για σκοπούς ειδικής πρόληψης της περαιτέρω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς, όπως δεν εκδίδονται και διατάγματα με βάση το άρθρο 10 του Νόμου 114(Ι)/2021 σε κάθε περίπτωση που πιθανόν να έχει διαπραχθεί παρενόχληση. Η έκδοση διαταγμάτων quia timet γενικά γίνεται με φειδώ, και πάντως δεν μπορεί να βασίζεται σε εικατολογίες ή απροσδιόριστες ανησυχίες ότι θα διαπραχθεί αστικό αδίκημα, παρενόχληση εν προκειμένω, οχληρία ή άλλο αστικό αδίκημα· είναι εξαιρετική[13], και η ρητή διατύπωση της δυνατότητας έκδοσης τέτοιων διαταγμάτων υπό το άρθρο 10 του Νόμου 114(Ι)/2021 δεν επέφερε κάποια χαλάρωση των ήδη γνωστών προϋποθέσεων. Παρεμπιπτόντως, να λεχθεί πως τα διατάγματα του άρθρου 10 του Νόμου 114(Ι)/2021, όπως προκύπτει και από το ίδιο το κείμενο της διάταξης, εκδίδονται μονομερώς. Οι υποθέσεις αυτής της φύσης είναι ιδιαίτερες, ώστε και με βάση το άρθρο 9 του Κεφ.6 εύκολα να μπορεί να θεωρηθεί πως θα ήταν ενάντια στην λογική, ανεξαρτήτως από το χρονικό περιθώριο που μπορεί να υπάρχει, να ειδοποιούνταν το άτομο που ο αιτών θεωρεί ότι διέπραξε παρενόχληση εναντίον του ή που φοβάται, για την ενδιάμεση θεραπεία που ζητείται. Συνακόλουθα, εάν ο αιτών την ενδιάμεση θεραπεία μονομερώς αποκάλυψε πλήρως στο Δικαστήριο τα δεδομένα που μπορούν να επενεργούν στην κρίση του Δικαστηρίου ως προς το να χορηγήσει την ενδιάμεση θεραπεία ή όχι, συναρτάται κυρίως με την συνδρομή των προϋποθέσεων που θα πρέπει να συντρέξουν για να χορηγηθεί τέτοια θεραπεία, ως αυτές αναθεωρούνται μετά και από την ακρόαση του ατόμου εναντίον του οποίου εκδίδεται το διάταγμα· ως αυτές θα πρέπει να συνεχίσουν να συντρέχουν σε κάθε χρονικό στάδιο ισχύος μιας τέτοιας ενδιάμεσης θεραπείας. Είναι υπόψη του Δικαστηρίου το σύνολο των νομικών αρχών και τα γεγονότα που εκτέθηκαν στο Δικαστήριο. Εφαρμογή επί του πραγματικού Ο Ενάγων, όπως προαναφέρθηκε, ενάγει για γνωστή στο δίκαιο αιτία αγωγής με βάση τον Νόμο 114(Ι)/2021, και αξιώνει θεραπείες που του επιτρέπει ο νόμος αυτός, εισάγοντας ενώπιον του Δικαστηρίου ένα δικάσιμο θέμα, η συζήτηση του οποίου δεν αποκλείεται εκ προοιμίου για κάποιον ορατό στην όψη του λόγο. Σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής του, θα μπορούσαν να του αποδοθούν οι θεραπείες που αξιώνει. Υπό το φως και του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960, ικανοποιείται η πρώτη προϋπόθεσή του. Σύμφωνα με την μαρτυρία του Ενάγοντος, η Εναγόμενη, την 07.09.2021, τον κάλεσε 11 συνεχόμενες φορές ώρα 23:21, 14 συνεχόμενες φορές ώρα 23:29, και 47 συνεχόμενες φορές ώρα 23:
  1. Την 08.09.2021, τον κάλεσε 51 συνεχόμενες φορές ώρα 00:27, 17 συνεχόμενες φορές ώρα 00:38, 36 συνεχόμενες φορές ώρα 05:37 και μία φορά ώρα 11:
  2. Περί την 08.09.2021, απέστειλε επίσης 13 φωνομηνύματα ώρα 10:17, 14 φωνομηνύματα ώρα 10:53 και 15 φωνομηνύματα ώρα 14:
  3. Ήταν συμπεριφορά που συνεχίστηκε και μετά την προειδοποίηση της Αστυνομίας. Ο Ενάγων μαρτυρεί, επίσης, πως αυτή η συμπεριφορά του προκάλεσε πίεση, κατ' επέκταση αγωνία και ανησυχία. Δεν απέκρυψε, ο Ενάγων, πως έρεισμα για την επίμονη προσπάθεια της Εναγόμενης να επικοινωνήσει μαζί του κατά τον επίδικο χρόνο, που ήταν πέραν της μίας φοράς και διήρκησε για χρονικό διάστημα ημερών και περιλάμβανε ακατάλληλες ώρες, ήταν η πληροφόρηση της Εναγόμενης περί της ύπαρξης ενός τρίτου προσώπου. Δεν απέκρυψε, επίσης, πως οι διάδικοι είναι γονείς ενός ανήλικου παιδιού. Βεβαίως, ο Ενάγων δεν αναφέρει περαιτέρω ή ίδιες με την Εναγόμενη λεπτομέρειες σε σχέση με το περιστατικό εκείνο (π.χ. αποστολή φωτογραφίας και τηλεφώνου του τρίτου προσώπου από τον ίδιο στην Εναγόμενη και όχι προσπάθεια της Εναγόμενης να εντοπίσει το τρίτο πρόσωπο) ούτε κάποια προσπάθεια επικοινωνίας της Εναγόμενης για λόγο που σχετίζεται με το παιδί τους ενόψει της αρχής του σχολικού έτους. Δεν είναι ότι η Εναγόμενη έδωσε, όμως, στο Δικαστήριο μιαν εικόνα που διαφοροποιεί άρδην την εικόνα που έδωσε ο ίδιος ο Ενάγων, σε σχέση με την διαφορά των διαδίκων, ώστε να γίνεται λόγος για απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων από τον Ενάγοντα, που θα μπορούσαν να επιδράσουν στην κρίση του Δικαστηρίου ως προς το να εκδώσει ή όχι τα προσωρινά διατάγματα. Υπάρχουν, ευνόητα, διαφορές στην πραγματική εκδοχή ενός εκάστου, που θα απασχολήσουν κατά την δίκη, όπως και το εάν όντως ο Ενάγων υπέστη ανησυχία, εάν είχε την δυνατότητα να εφαρμόσει ή εάν εφάρμοσε φραγή του τηλεφωνικού αριθμού της Εναγόμενη ή άλλως πώς. Με την μαρτυρία του ο Ενάγων, πάντως, που δεν είναι εντελώς γενική και αόριστη στην όψη της, αλλά έχει λεπτομέρεια που την καθιστά συγκεκριμένη ως προς την ύπαρξη παρενόχλησης, δίδει ένα υπόβαθρο για τους σκοπούς μιας ενδιάμεσης θεραπείας, καλύπτοντας εκ πρώτης όψεως τα συστατικά στοιχεία τετελεσμένου αδικήματος παρενόχλησης, ασχέτως εάν ο εμμάρτυρος του λόγος δεν ενισχύεται σε αυτό το στάδιο (στο οποίο δεν χρειάζεται να προβεί σε απόδειξη της απαίτησής του) και με περαιτέρω έγγραφη μαρτυρία ή άλλα πραγματικά στοιχεία (π.χ. στοιχεία από την ΑΗΚ). Από την δική της πλευρά, η Εναγόμενη, δεν παρέχει καν προσωπική μαρτυρία. Ασφαλώς, το Δικαστήριο, σε αυτό το στάδιο, του εκ πρώτης όψεως, δεν μπορεί να αξιολογήσει την μαρτυρία ως σε δίκη. Γι' αυτό, δεν μπορεί να γνωρίζει, μεταξύ άλλων, εάν ο Ενάγων προκάλεσε την συμπεριφορά της Εναγόμενης ή εάν όντως η προσπάθεια της Εναγόμενης να επικοινωνήσει με τον Ενάγοντα ήταν σε τέτοια έκταση, αριθμό κλήσεων και μηνυμάτων, σε τέτοιες ώρες ώστε να μην συνιστά παρενόχληση. Αυτά συνιστούν γεγονότα που θα διαγνωστούν κατά την δίκη, όπως και το κατά πόσον ισχύουν ειδικές υπερασπίσεις της Εναγόμενης. Εκ πρώτης όψεως, υπό τέτοιες περιστάσεις που περιγράφει ο Ενάγων, ακόμα και πρόκλησης από τον Ενάγοντα να έτυχε η Εναγόμενη (για να της δημιουργηθεί η περιέργεια περί του τρίτου προσώπου, και να τύχουν χειρισμού η ίδια ή οι περιστάσεις) ή και να υπήρχε και η (όχι και τόσο επείγουσα) ανάγκη να υπάρξει επικοινωνία για συγκεκριμένο ζήτημα που αφορά στην θυγατέρα των διαδίκων (για την οποία θα μπορούσε να σταλεί απλά ένα μήνυμα), δεν φαίνεται στο Δικαστήριο λογικό να υπάρχει επίμονη τηλεφωνική επικοινωνία που να διαρκεί για ημέρες ή και στις ώρες που ανέφερε ο Ενάγων (εάν αποδειχθεί ότι υπήρξε) ή και επαναλαμβανόμενη αποστολή φωνομηνυμάτων (εάν επίσης αποδειχθεί από τον Ενάγοντα στην αγωγή ότι υπήρξαν)· είναι μια συμπεριφορά που, αντικειμενικά θεωρούμενη, ξεφεύγει από το πλαίσιο της συμπεριφορικής λογικής, και μπορεί να προκαλέσει αρνητικά αισθήματα στον συνηθισμένο άνθρωπο, μεταξύ των οποίων ανησυχία, με την έννοια της απώλειας της ησυχίας που μπορεί να χρειάζεται στην καθημερινότητά του, ιδίως σε ώρες που στο δεδομένο κοινωνικό πλαίσιο θεωρούνται ώρες ανάπαυσης και περισσότερης ιδιωτικότητας. Οι πιθανότητες επιτυχίας που δίδει ο Ενάγων για το τετελεσμένο αδίκημα της παρενόχλησης είναι πέραν της απλής δυνατότητας και είναι επαρκείς για τους σκοπούς αυτής της διαδικασίας. Συχνότερα, οι προϋποθέσεις των προληπτικών διαταγμάτων quia timet, κατ' επέκταση και του άρθρου 10 του Νόμου 114(Ι)/2021 όταν το Δικαστήριο παρεμβαίνει και προληπτικά, εξετάζονται στο πλαίσιο της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 32 του Νόμου 14/
  4. Δεν είναι όμως ένα απόλυτο πλαίσιο αυτό. Οι πιθανότητες επιτυχίας του Ενάγοντος σε σχέση με το τετελεσμένο αδίκημα της παρενόχλησης δεν στοιχειοθετούν κατ' ανάγκη και πιθανότητες επιτυχίας για το προληπτικό μέρος του διαβήματός του, τα περιοριστικά μέτρα που ζητά και με την αγωγή του και υπό μορφή ενδιάμεσης θεραπείας. Η εικόνα που σχηματίστηκε είναι πως ο «φόβος» που βιώνει ο Ενάγων για πιθανή διάπραξη εναντίον του παρενόχλησης στο μέλλον από την Εναγόμενη, αν και αναφύεται από την κατ' ισχυρισμό τετελεσμένη παρενόχληση και την ήδη κλονισμένη σχέση τους, ενισχύεται και από δική του (αφελή έστω) συμπεριφορά ή στάση· παρά από κάποια σταθερή, συχνά επαναλαμβανόμενη, αναμενόμενη βλαπτική συμπεριφορά της Εναγόμενης. Ο Ενάγων δεν δίδει άλλα παραδείγματα παρενοχλητικής συμπεριφορά της Εναγόμενης πέραν του επίδικου συμβάντος. Δεν δείχνει να βιώνει κάποια καθημερινή αφόρητη συνθήκη και δεν δίνει επαρκή βάση για πρόληψη έναντι απαπειλούμενης παρενόχλησης από μέρους της Εναγόμενης. Δεν προδιαγράφεται δηλαδή σαφώς κάποιος επικείμενος, ορατός, σοβαρός, ιδίως συγκεκριμένος κίνδυνος, βασισμένος σε συγκεκριμένα γεγονότα, με βαρύνουσα σημασία, ο Ενάγων να τύχει παρενόχλησης από την Εναγόμενη στο μέλλον, με τον ίδιο τρόπο που είχε προκύψει για παράδειγμα στην προαναφερόμενη Khorasandjian v Bush [1993] QB 727· κίνδυνος που να μην μπορεί να αντιμετωπιστεί παρά με την έκδοση προληπτικών διαταγμάτων. Την ίδια στιγμή, η επικοινωνία μεταξύ των διαδίκων επιβάλλεται για τις ανάγκες της θυγατέρας τους. Επομένως, δεν μπορεί να απαγορευτεί πλήρως, ή στον βαθμό που αφενός να θέτει σε κίνδυνο τις ανάγκες της ανήλικης ή τυχόν διευθετήσεις που έγιναν με δικαστικά διατάγματα, αφετέρου να θέτει την ίδια την Εναγόμενη στον (δυσανάλογο) κίνδυνο να παρακούσει τέτοια διατάγματα με βάση τον Νόμο 114(Ι)/
  5. Ούτε φυσικά θα μπορούσε να είναι ακριβώς ανεκτό να τυγχάνει, ο νέος Νόμος 114(Ι)/2021 που θεσπίστηκε για να αντιμετωπιστούν περιπτώσεις παρενόχλησης και παρενοχλητικής συμπεριφοράς με πραγματικά αδικηματική χροιά, ποινική (άρα με ευρύτερη κοινωνική απαξία) και κατ' επέκταση αστική, χρήσης στο πλαίσιο του κλονισμού των σχέσεων και των αρνητικών συναισθημάτων που αναμενόμενα υφίστανται στον διαλυμένο γάμο, με τάσεις κανονικοποίησης (δηλαδή να χρησιμοποιείται ο νόμος αυτός κανονικά μετά από κάθε διαζύγιο ή κλονισμό σχέσης στο συζυγικό ή ευρύτερα διαπροσωπικό επίπεδο). Ιδίως όπου υπάρχουν παιδιά και τουλάχιστον μέχρι την ενηλικίωσή τους πρωταγωνιστούν δεσμοί ανάμεσα στους γονείς, που συναρτώνται με νόμιμες υποχρεώσεις ή συνυποχρεώσεις τους έναντι των παιδιών τους, αναμένεται η επίδειξη κάπως μεγαλύτερης ανοχής ή ανεκτικότητας αναμεταξύ τους, κατ' επέκταση και αναμεταξύ των διαδίκων, παρά η προσφυγή στον Νόμο 114(Ι)/2021 για αναζήτηση θεραπειών. Όπως λέχθηκε και προηγουμένως, ο ρητά προβλεπόμενος σκοπός της ενδιάμεσης θεραπείας του άρθρου 10 του Νόμου 114(Ι)/2021, της δυνατότητας επιβολής απαγορεύσεων και περιορισμών ενόσω εκκρεμεί μια τέτοια αγωγή, είναι η ασφάλεια ή και η προστασία του αιτούντος. Θα πρέπει να αποδειχθεί είτε η ενεστώσα παρενοχλητική συμπεριφορά (που να πρέπει να ανακοπεί με την παρέμβαση του Δικαστηρίου), είτε ο κίνδυνος επανάληψης ή εξακολούθησής της (που να πρέπει να προληφθεί) που καθιστούν αναγκαία και ανάλογη την διασφάλιση της ψυχικής υγείας του αιτούντος η οποία τίθεται σε διακινδύνευση. Ο δεύτερος σκοπός, ο σκοπός της πρόληψης που επιτυγχάνεται μέσω των διαταγμάτων αυτού του είδους, μπορεί να δικαιολογηθεί από το γεγονός ότι δεν είναι εφικτή η αντιμετώπιση του κινδύνου (risk) με άλλον τρόπο την δεδομένη χρονική στιγμή ή επειδή ο φόβος (fear) είναι τόσο βάσιμος που απλά δεν έχει υλοποιηθεί ακόμα για να προκαλέσει περαιτέρω ζημιά (injury). Εάν ο κίνδυνος πρέπει και μπορεί να περιοριστεί ή να αντιμετωπιστεί και με κατάλληλες ενέργειες του προσώπου που αισθάνεται τον φόβο, εν προκειμένω του Ενάγοντος (π.χ. εφαρμογή φραγής κλήσεων, προσαρμογή του τρόπου επικοινωνίας με την θυγατέρα του από το Οικογενειακό Δικαστήριο ώστε να μην έρχεται σε άμεση επαφή με την Εναγόμενη, κ.λπ.), η προληπτική δικαιοσύνη δεν είναι η κατάλληλη παρέμβαση. Η προϋπόθεση της απουσίας δυνατότητας αντιμετώπισης του κινδύνου με άλλον τρόπο θέτει και ένα επιμέρους μέτρο, που βοηθά να τηρείται η αναλογικότητα. Όταν το Δικαστήριο παρεμβαίνει για να απαγορευθεί ή να εξαναγκαστεί, να περιοριστεί η καταρχάς ελεύθερη συμπεριφορά άλλων προσώπων, εξατομικευμένα πλέον συγκριτικά με τις γενικές νομοθετικές απαγορεύσεις, η κρίση του εμπεριέχει την εκτίμηση πως τα πρόσωπα αυτά είναι δυνητικά αστικοί παραβάτες στο μέλλον. Τα δεδομένα βάσει των οποίων πρέπει να κινείται το Δικαστήριο για τέτοιου είδους παρεμβατική προληπτική δικαιοσύνη δεν μπορεί παρά να είναι ξεκάθαρα. Δεν είναι ξεκάθαρα στην προκειμένη περίπτωση. Η μαρτυρία που συνοδεύει το διάβημα του Ενάγοντος δεν είναι εμπλουτισμένη με το «timeo» («φοβάμαι») του Ενάγοντος. Είναι περισσότερο γενική και αφηρημένη ή χαλαρότερα συνδεόμενη από όσο χρειάζεται με την αντικειμενική διάσταση των πραγμάτων· με τη συγκεκριμένη συμπεριφορά της Εναγόμενης και με τον κίνδυνο πρόληψης συγκεκριμένων επικείμενων αστικών αδικημάτων, παρενόχλησης στο άμεσο μέλλον. Ο Ενάγων μπορεί να χρειάζεται ένα δικαστικό διάταγμα που να ορίζει γενικά να μην ενοχλείται από την Εναγόμενη, ως αυτή να μην υπήρχε στη ζωή του, αλλά ο λόγος είναι για συμπεριφορές που δεν οριοθετούνται εύκολα με μία γραμμή ανάμεσα στο τι συνιστά εύλογη κοινωνική ενόχληση από την (αναγκαστική) συνύπαρξη ανθρώπων σε ένα κοινό περιβάλλον, και στο τι συνιστά την παράνομη ενόχληση. Είναι λοιπόν ένα σύνολο των δεδομένων που έχει ενώπιον του το Δικαστήριο, που συνοψίζονται στο ότι: υπάρχει η ανάγκη επικοινωνίας μεταξύ των διαδίκων για την επιμέλεια και ανατροφή της ανήλικης θυγατέρας τους, η οποία διαμένει με την Εναγόμενη, που εκφράζει νόμιμη υποχρέωσή τους· η διατάραξη των μεταξύ τους σχέσεων δεν είναι πρόσφατη· πέρα από την επίμονη προσπάθεια επικοινωνίας από μέρους της Εναγόμενης που μπορεί να συνιστά παρενόχληση κατά τον επίδικο χρόνο και σημειώθηκε έπειτα από την ενέργεια του Ενάγοντος να την ενημερώσει για τρίτο πρόσωπο με ασάφεια, δημιουργώντας της ερωτηματικά (κίνηση που ο ίδιος χαρακτηρίζει αφελή), δεν έχει αναφερθεί κάποιο άλλο περιστατικό παρενόχλησης τέτοιας έκτασης που να δίδει ροπή· το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του πλήρη δεδομένα για την προσωπικότητα ή τον χαρακτήρα και τις συμπεριφορές τάσεις της Εναγόμενης γενικότερα. Αυτό το σύνολο δεδομένων δεν δίνει στέρεη βάση στο Δικαστήριο να δει καθαρά διακινδύνευση της ψυχικής υγείας του Ενάγοντος στο άμεσο μέλλον, που να πρέπει να διασφαλιστεί με περαιτέρω ενδιάμεση θεραπεία. Υπό το φως και των προϋποθέσεων και του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960, στον βαθμό που είναι δυνατή η προσαρμογή τους, θα μπορούσε να λεχθεί πως δεν έχει αποδειχθεί η δεύτερη προϋπόθεση σε σχέση με το προληπτικό σκέλος της αγωγής του Ενάγοντος. Σε σχέση με το τετελεσμένο αδίκημα της παρενόχλησης, όπως προαναφέρθηκε, ο Ενάγων έδωσε επαρκείς πιθανότητες επιτυχίας. Κατά τον χρόνο έκδοσης των προσωρινών διαταγμάτων, επίσης, δεν υπήρχε εμπόδιο όσον αφορά και την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960 και το ισοζύγιο της δικαιοσύνης ή οποιαδήποτε άλλη νόμιμη προϋπόθεση, ασχέτως της απουσίας ιατρικής μαρτυρίας. Δεν διαφέρει η επαπειλούμενη ψυχολογική βία έναντι στην επαπειλούμενη σωματική βία, αν και μερικές φορές η πρώτη είναι πιο δυσαπόδεικτη. Έπειτα, η απειλούμενη βλάβη στον άνθρωπο, συγκριτικά με την απειλούμενη ζημιά στην περιουσία, δικαιολογεί κάπως ευκολότερα τη δικαστική παρέμβαση, χωρίς να εμμένει τόσο μικροσκοπικά στη δυνατότητα χρηματικής κάλυψης της ζημιάς ή τη δυνατότητα επαναφοράς της υγείας, νοοτροπία που αναγκαστικά αντανακλάται και από τη γενικότερη απαγόρευση των βασανιστηρίων στον άνθρωπο· την απόλυτη απαγόρευση. Η παρέμβαση του Δικαστηρίου, όμως, στην έκταση που υπήρξε μέχρι και σήμερα, εκπλήρωσε ήδη τον σκοπό του Νόμου 114(Ι)/
  6. Ο Ενάγων δεν εμποδίζεται, με δεδομένη την ύπαρξη του Νόμου 114(Ι)/2021, να επιδιώξει εκ νέου ενδιάμεση παρέμβαση, εάν υπάρξει ξανά συμπεριφορά της Εναγόμενης που να εκτροχιάζεται από ό,τι λογικά αναμένεται στην αναμεταξύ τους (ούτως ή άλλως) υφιστάμενη σχέση (ως γονείς της ανήλικης θυγατέρας τους), και τότε να θεωρηθούν εκ νέου τυχόν περιορισμοί ή απαγορεύσεις που να θέτουν όρια, στην έκταση που χρειάζονται κάθε φορά. Επί του παρόντος, δεν κρίνεται αναγκαίο να εξακολουθήσει η ισχύς των εν λόγω διαταγμάτων. Μπορεί να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο και χωρίς την ύπαρξη των διαταγμάτων αυτών, ενώ αυτά δεν είναι δίκαιο να εξακολουθήσουν να υπάρχουν, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν. Κατάληξη Για όσα εξηγήθηκαν, τα προσωρινά διατάγματα που εκδόθηκαν την 14.09.2021 δεν μπορούν να συνεχίσουν να ισχύουν και να δεσμεύουν την Εναγόμενη. Η μη εξακολούθηση της ισχύος τους δεν συναρτάται με την επιτυχία κάποιου λόγου ένστασης από μέρους της Εναγόμενης. Τα διατάγματα είχαν εκδοθεί στη βάση επαρκούς μαρτυρίας και λόγων που έδωσε ο Ενάγων, με βάση τον Νόμο 114(Ι)/2021, για να αρθεί μια κατάσταση παρενόχλησης που, κατά τον χρόνο έκδοσής τους, ήταν, με βάση όσα εξέτασε το Δικαστήριο, ενεστώσα, και αναφορικά με την οποία πληρούνταν οι προϋποθέσεις έκδοσης των προσωρινών διαταγμάτων αυτής της φύσης. Η εμφάνιση της Εναγόμενης στην διαδικασία ουδόλως βοήθησε στο να καταλήξει το Δικαστήριο σε ένα αντίθετο συμπέρασμα, ότι δηλαδή δεν θα έπρεπε να εκδώσει καθόλου τα διατάγματα αυτά, για οποιονδήποτε εκ των λόγων που εκθέτει. Νοείται πως, ασχέτως της κατάληξης σε αυτή την διαδικασία, η αγωγή του Ενάγοντος, στην οποίαν υπάρχει και αξίωση για περιοριστικά μέτρα εναντίον της Εναγόμενης, μπορεί να εκδικαστεί σε άμεσο χρόνο, και να διαγνωστεί, στο πλαίσιο εκείνης, μέσα και από την αξιολόγηση της εκατέρωθεν μαρτυρίας, τυχόν ανάγκη για ρύθμιση της αναμεταξύ των διαδίκων επικοινωνίας, με διαφορετική ρυθμιστική εμβέλεια. Για τους λόγους που εξηγήθηκαν, τα προσωρινά διατάγματα ημερομηνίας 14.09.2021 ακυρώνονται και παύουν να ισχύουν από σήμερα, 29.10.
  7. Τα έξοδα της ενδιάμεσης αυτής διαδικασίας, λόγω της φύσης της διαδικασίας αυτής που συναρτάται και με την βασιμότητα της αγωγής του Ενάγοντος, και λόγω της κατάληξης, να είναι στην πορεία της αγωγής, αλλά σε καμία περίπτωση εναντίον του Ενάγοντος. Αναμένεται πως ο Ενάγων είτε θα προωθήσει το συντομότερο δυνατόν την αγωγή του για να περατωθεί από το Δικαστήριο είτε θα καταβάλει άμεσα προσπάθεια για εξώδικη διευθέτηση, ώστε να αποφευχθεί η τροφοδότηση της οικογένειάς του με περαιτέρω αντιπαράθεση. (Υπ.)............. Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1]American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R. 504· Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598. [2]Πουργουρίδη ν. Μέζου
(1994)1 Α.Α.Δ. 201. [3]Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co. Ltd
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ.
  1. [4] A-G v. Rathmines and Pembroke Joint Hospital Board [1904] 1 IR 161 σελ. 171, από FitzGibbon LJ· A-G v. Manchester Corpn [1893] 2 Ch 87 σελ. 92, από Chitty J ('a strong case of probability')· A-G v. Nottingham Corpn [1904] 1 Ch 673 σελ. 677, από Farwell J. [5] Βλ. και [1993] QB 727 σελ. 736, από Dillon LJ (συμφωνία και Rose LJ), και 746, από Peter Gibson J. Βλ. όμως και OPO and another v. Rhodes [2015] 4 All ER
  2. [6] Βλ. και Fletcher v. Bealey
(1885)28 Ch D 688 σελ. 698, από Pearson J. [7] Earl of Ripon v. Hobart
(1834)3 My & K 169 σελ.176-7, από Brougham LC· Fletcher v. Bealey
(1885)28 Ch D 688 σελ. 698, από Pearson J. [8] Fletcher v. Bealey
(1885)28 Ch D 688· Bridlington Relay Ltd v. Yorkshire Electricity Board [1965] Ch 436 (Buckley J). [9] Bridlington Relay Ltd v. Yorkshire Electricity Board [1965] Ch 436 (Buckley J)· Elliott v. Islington LBC [2012] EWCA Civ 56. [10] Coffin v. Coffin
(1821)Jac 70· Dunn v. Bryan
(1872)IR 7 Eq 143. [11] Aldebert v. Leaf
(1864)3 New Rep 455. [12] Wilcox v. Steel [1904] 1 Ch 212, CA· Smith v. Baxter [1900] 2 Ch 138· Stollmeyer v. Trinidad Lake Petroleum Co [1918] AC 485, PC· Great Northern Rly Co v. Bradford Corpn
(1918)88 LJ Ch 101· Litchfield-Speer v. Queen Anne's Gate Syndicate (No 2) Ltd [1919] 1 Ch 407. [13] Shelfer v. City of London Electric Lighting Co, Meux's Brewery Co v. City of London Electric Lighting Co [1895] 1 Ch 287, CA· Pennington v. Brinsop Hall Coal Co
(1877)5 ChD 769· Morrow v. Stepney Corpn
(1920)18 LGR 458· Watson v. Croft Promo-Sport Ltd [2009] EWCA Civ 15· Colls v. Home and Colonial Stores Ltd [1904] AC 179, HL. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.