OLYMPIAN HEALTH CENTERS & SALONS LTD κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ κ.α., Αγωγή αρ. 1703/2021, 12/11/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A262 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 1703/2021
- OLYMPIAN HEALTH CENTERS & SALONS LTD
- XXXX ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ Ενάγοντες v.
- ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ
- THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LTD Εναγόμενες Αίτηση ημερομηνίας 19.10.2021 Ημερομηνία: 12 Νοεμβρίου 2021 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες/Αιτητές: Γρ. Α. Χριστοδουλίδης Για Εναγόμενη 2/Καθ' ης η αίτηση: Χρ. Χ'Γεωργίου για Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες καταχώρισαν αγωγή για τους σκοπούς της οποίας εκδόθηκε Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα. Αξιώνουν αποζημιώσεις, επικαλούμενοι δόλο, απάτη, ψευδείς παραστάσεις, ψυχική πίεση και εξαναγκασμό, αμέλεια, παράβαση συμφωνιών και αδικαιολόγητο πλουτισμό. Περαιτέρω, επιδιώκουν αναγνωριστικές αποφάσεις ότι οι Εναγόμενες ενήργησαν αντισυμβατικά και παράνομα, και ακύρωση συμφωνιών πιστωτικών διευκολύνσεων και συνδεόμενων με αυτές εξασφαλίσεων. Στο πλαίσιο της αγωγής τους, καταχώρισαν την υπό εξέταση αίτηση, με σχετική βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, με την οποία ζητούν ενδιάμεσες θεραπείες με τις οποίες (ως αυτές περιορίστηκαν) να απαγορεύεται στην Εναγόμενη 2 να εκποιήσει την 15.11.2021 την περιουσία του Ενάγοντος 2 που είναι υποθηκευμένη με την υποθήκη ΥXXXX του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού και αναφορικά με την οποία εκδόθηκαν Ειδοποιήσεις ΙΑ ημερομηνίας 13.08.2021, αλλά και να της απαγορευτεί να αποστείλει οποιεσδήποτε άλλες Ειδοποιήσεις ΙΑ για να την πλειστηριάσει. Η αίτηση συνοδεύεται από πολυσέλιδη ένορκη δήλωση του Ενάγοντος
- Όσον αφορά τα γεγονότα, αναφέρει πως οι Ενάγοντες, περί το 1996, συνήψαν συμφωνίες πιστωτικών διευκολύνσεων με την πρώην «Λαϊκή Τράπεζα» που μετέπειτα διαδέχθηκε η Εναγόμενη 1 και στην συνέχεια η Εναγόμενη 2, για την εξασφάλιση των οποίων παραχωρήθηκε η υποθήκη ΥXXXX του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού. Περί τα τέλη Ιανουαρίου 2020, οι Ενάγοντες παρέλαβαν Ειδοποιήσεις Ι ημερομηνίας 23.07.2019 με τις οποίες τους γνωστοποιήθηκε η πρόθεση του ενυπόθηκου πιστωτή να πλειστηριάσει (Τεκμήριο Α). Οι Ενάγοντες, μέσω του δικηγόρου τους, αντέδρασαν με επιστολή (Τεκμήριο Β) στην οποία ανέφεραν τους λόγους για τους οποίους ενίσταντο στον πλειστηριασμό. Παρά ταύτα, ο ενυπόθηκος πιστωτής προχώρησε και την 01.09.2020 εξέδωσε Ειδοποιήσεις ΙΑ και ΙΒ (Τεκμήριο Γ) και δελτίο (Τεκμήριο Δ), ενημερώνοντάς τους μεταξύ άλλων ότι ο πλειστηριασμός έχει προγραμματιστεί για την 23.02.
- Οι επιφυλαχθείσες τιμές πώλησης και εκτιμημένες αξίες, κατά την θέση των Εναγόντων, δεν συνοδεύονταν από στοιχεία. Ο πλειστηριασμός της 23.02.2021 αναστάλθηκε λόγω της πανδημίας. Στο μεταξύ, οι ενυπόθηκες διευκολύνσεις μεταφέρθηκαν στην Εναγόμενη 2, και την 13.08.2021, η Εναγόμενη 2 εξέδωσε νέες Ειδοποιήσεις ΙΑ, αναγγέλλοντας πλειστηριασμό την 15.11.2021 (Τεκμήριο Ε). Την 28.06.2004, είχε εκδοθεί δικαστική απόφαση εναντίον των Εναγόντων η οποία περιλάμβανε διάταγμα εκποίησης (Τεκμήριο ΣΤ). Κατά την θέση των Εναγόντων, η Εναγόμενη 2 δεν δικαιούται να προχωρήσει με πλειστηριασμό. Επειδή καταχώρισαν την παρούσα αγωγή και εκκρεμεί, θεωρούν ότι υφίσταται λόγος για να ανακοπεί ο πλειστηριασμός, ειδάλλως, κατά την θέση τους, παραβιάζονται συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματά τους. Οι Ειδοποιήσεις που έστειλε ο ενυπόθηκος πιστωτής είναι, κατά την γνώμη των Εναγόντων, άκυρες και παράτυπες, για τους λόγους που αναφέρουν, τα ποσά που αξιώνει ο ενυπόθηκος πιστωτής αμφισβητούνται, ενώ λένε πως καταπατήθηκε και ο περί Τόκου Νόμος 1977 που ίσχυε κατά τον χρόνο σύναψης των συμφωνιών. Εξάλλου, όπως αναφέρουν οι Ενάγοντες, επειδή παρήλθαν 18 έτη αναξιοποίητα, δεν μπορεί ο ενυπόθηκος πιστωτής να εκποιήσει σήμερα. Οι Ενάγοντες θεωρούν ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση ενδιάμεσων προσωρινών διαταγμάτων. Η αίτηση των Εναγόντων είχε υποβληθεί μονομερώς, αλλά το Δικαστήριο την κατέστησε δια κλήσεως, οπότε αντίθετη είναι η θέση της Εναγόμενης 2, που με εκτενείς λόγους ένστασης που καταχώρισε την 01.11.2021, υποστηριζόμενους από την ένορκη δήλωση υπαλλήλου της, θεωρεί πως δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για την απόδοση των ενδιάμεσων θεραπειών που ζητούν οι Ενάγοντες και ότι η αίτησή τους είναι καταχρηστική. Ειδικότερα, δεν αποκαλύπτεται συζητήσιμο θέμα προς εκδίκαση ούτε κάποιες πιθανότητες επιτυχίας, όπως προϋποθέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/
- Υπάρχει ήδη δικαστική απόφαση που εκδόθηκε στην αγωγή XXXXX/2003 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου που επιδικάζει τα ποσά που οφείλονται βάσει των συμφωνιών που συνάφθηκαν με τους Ενάγοντες, το κύρος των οποίων, όπως και το κύρος της YXXXX, εξετάστηκε ήδη δικαστικά και δεν μπορεί να επαναληφθεί δίκη, πόσω μάλλον τόσα χρόνια μετά και την σύναψη των συμφωνιών αλλά και την έκδοση της δικαστικής απόφασης. Ακόμα, όμως, κι αν το Δικαστήριο προχωρήσει για να εξετάσει και την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960, οι Ενάγοντες δεν αποδεικνύουν, κατά την ενιστάμενη, ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αλλά ούτε και το ισοζύγιο της δικαιοσύνης κλίνει προς την κατεύθυνση ότι θα πρέπει να δοθούν τέτοιες ενδιάμεσες θεραπείες. Ως προς τα γεγονότα, δεν υπάρχει αμφισβήτηση ότι προς εξασφάλιση πιστωτικών διευκολύνσεων προς τον Ενάγοντα 2, υπό την εγγύηση της Ενάγουσας 1, ο Ενάγων 2 παραχώρησε την YXXXX προς όφελος της Λαϊκής Τράπεζας (Cyprus Popular Bank Public Co Ltd), την οποία στην συνέχεια υποκατέστησε στα δικαιώματα του ενυπόθηκου πιστωτή η Εναγόμενη 1 και στην συνέχεια η Εναγόμενη 2 (Τεκμήρια 1-8). Λόγω μη συμμόρφωσης των Εναγόντων με τους όρους των συμφωνιών, είχε καταχωριστεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου η αγωγή XXXXX/2003, στο πλαίσιο της οποίας είχε εκδοθεί δικαστική απόφαση την 28.06.2004 (Τεκμήρια 9-10). Επειδή το ενυπόθηκο χρέος εξακολουθεί να υφίσταται, ενεργοποιήθηκε η διαδικασία εκποίησης από τον ενυπόθηκο πιστωτή με βάση τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/1965, βάσει του οποίου εκδόθηκαν οι προβλεπόμενες Ειδοποιήσεις Ι την 23.07.2019 συνοδευόμενες από κατάσταση λογαριασμού. Οι Ενάγοντες είχαν όντως αποστείλει επιστολή, η οποία απαντήθηκε την 28.02.2020, εξηγώντας γιατί δεν μπορούσαν να ικανοποιηθούν οι ενστάσεις τους. Επειδή δεν υπήρξε συμμόρφωση των Εναγόντων με τις Ειδοποιήσεις Ι, η διαδικασία πλειστηριασμού προχώρησε με την έκδοση των Ειδοποιήσεων ΙΑ και ΙΒ, ο πλειστηριασμός που αρχικά είχε προγραμματιστεί για την 23.02.2021 αναστάλθηκε και εκδόθηκαν νέες Ειδοποιήσεις ΙΑ για τον πλειστηριασμό που προγραμματίστηκε την 15.11.2021 (Τεκμήρια 11-15). Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στην βάση των ενόρκων δηλώσεων, οι συνήγοροι των δύο πλευρών αγόρευσαν την 08.11.2021, εκθέτοντας την επιχειρηματολογία τους. Είναι υπόψη του Δικαστηρίου ό,τι έχει λεχθεί. Το άρθρο 32 του Νόμου 14/1960 ορίζει το ίδιο τις προϋποθέσεις που θα πρέπει να συντρέχουν, για να μπορεί να εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα. Οι προϋποθέσεις αυτές αναλύθηκαν στην Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 CLR 557 όπως σε πολλές άλλες αποφάσεις. Θα πρέπει ο αιτών διάδικος να αποδείξει ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, που αφορά σε συγκεκριμένο πράγμα, σε χρέος ή αποζημίωση, ορισμένα ή οριστά. Το σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση διαπιστώνεται με βάση τα καταχωρισμένα δικόγραφα ή, όπου δεν υπάρχουν, την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Ό,τι εξετάζεται σε σχέση με αυτή την προϋπόθεση, είναι κατά πόσον αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στον νόμο αιτία αγωγής, η οποία, εάν επιτύχει, θα έχει ως συνέπεια τη χορήγηση ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας[1]. Δεν αρκεί να τίθεται ένα δικάσιμο θέμα. Θα πρέπει να υπάρχουν καλές πιθανότητες ο αιτών να δικαιούται σε θεραπεία και έκδοση δικαστικής απόφασης. Όπως υποδείχθηκε, μεταξύ άλλων, και στην T.A. Micrologic Comp. Conlsut. Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 A.A.Δ. 1802, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Απαιτείται κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων[2]. Όπως έχει αναφερθεί στην Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 253, η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η πιθανότητα, υπό την πιο πάνω έννοια. Εκτός από αυτές τις προϋποθέσεις, θα πρέπει, εκτός εάν εκδοθεί το διάταγμα, να υπάρχει το ενδεχόμενο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς, οπότε θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη. Αυτή η τρίτη προϋπόθεση έχει την έννοια ότι τυχόν αποζημιώσεις δεν θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία στην ίδια την αγωγή[3]. Το ισοζύγιο της δικαιοσύνης (balance of justice) συνυπολογίζεται σε περίπτωση που πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960, και απαντά στο εάν είναι εν τέλει δίκαιο να δοθεί η ενδιάμεση θεραπεία. Ο Ενάγων 2 εστιάζει στο τι έγινε σε σχέση με τη διαδικασία πλειστηριασμού από τον ενυπόθηκο πιστωτή με βάση τον Νόμο 9/
- Την ίδια στιγμή, προβάλλεται η ύπαρξη δικαστικής απόφασης, που περιλαμβάνει και διάταγμα εκποίησης με βάση την ΥXXXX, η οποία εκδόθηκε εκ συμφώνου, δείχνοντας ότι οι διαφορές μεταξύ των μερών για το κύρος των πιστωτικών συμφωνιών και της συμφωνίας υποθήκευσης δεν δίδουν πλέον δικάσιμο θέμα. Ποιο ακριβώς είναι το δικάσιμο θέμα είναι το ερώτημα· ποιος είναι ο δόλος που ισχυρίζονται οι Ενάγοντες μα δεν εκθέτουν συγκεκριμένες λεπτομέρειες, ποια είναι η αμέλεια, ποιες είναι οι ψευδείς παραστάσεις, ποια ακόμα είναι η ζημιά· δεν καθίσταται ξεκάθαρο το πλαίσιο της διαφοράς για την οποία εγέρθηκε η αγωγή. Εάν βεβαίως η έγερσή της δεν ήταν απλά για να υφίσταται δικονομικό πλαίσιο μέσα στο οποίο να επιδιωχθεί ενδιάμεση θεραπεία προς ανακοπή του προγραμματισμένου πλειστηριασμού της 15.11.
- Ο Ενάγων 2, στην παράγραφο 13 της ένορκης του δήλωσης, λέει: «καταρχήν, το γεγονός και μόνο ότι καταχωρίστηκε και εκκρεμεί για εκδίκαση η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή - με την οποία αμφισβητούνται οι συμβάσεις δανείων και υποθηκών, τα αξιούμενα από την καθ' ης η αίτηση οφειλόμενα υπόλοιπα και επιδιώκεται η ακύρωση πολλών όρων / προνοιών ως καταχρηστικών - αποτελεί επαρκή και ικανοποιητικό λόγο για να ανασταλεί και αναβληθεί η προγραμματισμένη διαδικασία εκποίησης». Η νομιμότητα πλειστηριασμού από ενυπόθηκο πιστωτή με βάση τον Νόμο 9/1965 ελέγχεται με το ένδικο μέσο της Έφεσης που προβλέπει ο νόμος εκείνος, εκκινώντας από το δεδομένο πως ο ενυπόθηκος πιστωτής έχει νόμιμο δικαίωμα να πλειστηριάσει την προς όφελός του υποθηκευμένη περιουσία. Η μη ύπαρξη λόγων, εκ των συγκεκριμένων λόγων που προβλέπει ο νόμος για την έγερση Έφεσης, δεν καλύπτεται με αγωγή, εάν δεν υφίσταται και αιτία αγωγής. Η διαφωνία των Εναγόντων ως προς το ύψος του χρέους που εξασφαλίζει η υποθήκη (του εξ αποφάσεως χρέους εν προκειμένω) που μπορεί να θεωρούν λανθασμένα υπολογισμένο ή του (μικρότερου) ενυπόθηκου χρέους για το οποίο θα πλειστηριαστεί η ενυπόθηκη περιουσία δεν στοιχειοθετεί από μόνη της αιτία αγωγής συναφή με κάποιες εκ των βάσεων που διατύπωσαν οι Ενάγοντες ή και οποιεσδήποτε πιθανότητες επιτυχίας. Νοείται πως, δεν είναι δυνατόν να εγείρεται νέα αγωγή για να υπολογιστεί από το Δικαστήριο το ύψος εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους· εξάλλου, εάν υπάρχει διαφωνία σε σχέση με το ύψος του, δεν ανατρέχουμε στις συμβάσεις από τις οποίες προέκυψε, να επαναγγίξουμε το κύρος τους. Οι Ενάγοντες δεν εκθέτουν γεγονότα ή συμπεριφορές του ενυπόθηκου πιστωτή που να δείχνουν, για να παράδειγμα, με έναν επαρκή τρόπο, ότι χρησιμοποιήθηκε η διαδικασία του Νόμου 9/1965 χωρίς να υπάρχει πράγματι ενυπόθηκο χρέος ή παράνομα (με συγκεκριμένο τρόπο), και ότι προκλήθηκε κάποια ζημιά των Εναγόντων. Δεν αναφέρεται, στην ένορκη δήλωση, η αμφισβήτηση του κύρους της συμφωνίας υποθήκευσης ΥXXXX για συγκεκριμένους λόγους, που, κατά την θέση των Εναγόντων, να καθιστούν εκείνη την συμφωνία, που συνάφθηκε το 1996, άκυρη ή ακυρώσιμη. Αναμφίβολα, υπάρχει εδώ μια υποθήκη που δεν ακυρώθηκε από το 1996 μέχρι σήμερα, αναφορικά με την οποία εκδόθηκε και εκ συμφώνου διάταγμα εκποίησης του
- Στη βάση εκείνης, ο ενυπόθηκος πιστωτής επιχειρεί να πλειστηριάσει τα τελευταία χρόνια, εκδίδοντας ειδοποιήσεις με βάση τον Νόμο 9/
- Κάθε ενυπόθηκος οφειλέτης, ευλόγως, μπορεί να αισθάνεται αρνητικά, όταν δεν μπορεί να ανταποκριθεί στο ενυπόθηκο χρέος για να διασώσει την ακίνητη περιουσία που υποθήκευσε· όταν διαφωνεί με το ύψος του ενυπόθηκου χρέους· εάν θεωρεί ότι ο ενυπόθηκος πιστωτής αξιώνει υψηλότερο ποσό (π.χ. ως προς τους τόκους της υποθήκης και τον τρόπο που τους υπολογίζει) για να του στερήσει το δικαίωμα επιλογής να πληρώσει για να διασώσει την περιουσία του· εάν δεν ξέρει πώς να χρησιμοποιήσει τις διαδικασίες του Νόμου 9/1965, ότι υπάρχει, εκτός από την Έφεση του άρθρου 44Γ
(3)του Νόμου 9/1965, και η Έφεση του άρθρου 44Ι
(3)του Νόμου 9/1965 σε σχέση με την διάθεση του προϊόντος που εισπράττεται από έναν πλειστηριασμό, εάν αμφισβητείται ο τρόπος που θα διατεθεί, σε συνάρτηση με τον τρόπο διάθεσης που προβλέπει ο νόμος. Μπορεί να αισθάνεται αρνητικά και όταν οι προσπάθειες να αντιμετωπιστεί το εξ αποφάσεως χρέος του με άλλους τρόπους αποτυγχάνουν, λόγου χάριν γιατί ο ενυπόθηκος πιστωτής δεν είναι ιδιαίτερα υποχωρητικός ή δεν έχει διάθεση να βοηθήσει όσο ή με όποιο τρόπο χρειάζεται ο ενυπόθηκος οφειλέτης. Η απώλεια της υποθηκευμένης περιουσίας είναι δυσάρεστη εξέλιξη σε κάθε περίπτωση. Η δυσαρέσκεια ή η απογοήτευση, όμως, δεν δίδουν κατ' ανάγκη και αιτία ή αιτίες αγωγής με πιθανότητες επιτυχίας. Η έκτακτη και ξαφνική επίκληση ασαφών και μη συγκεκριμένων λόγων ακυρότητας της υποθήκευσης, παραβάσεων συμβάσεων ή δικαιωμάτων, αδικοπραξιών, λίγες ημέρες πριν από τον πλειστηριασμό, και αποσυνδεδεμένη από ξεκάθαρο πραγματικό πλαίσιο που διέπει κάθε γνήσια διαφορά, ευνόητα, δημιουργεί δυσπιστία ως προς τις προθέσεις των Εναγόντων, ωθεί στην σκέψη ότι κινήθηκε τεχνηέντως η αγωγή για να εξασφαλιστεί περαιτέρω ανακουφιστικός χρόνος ή και ενδιάμεση θεραπεία (αυτοσκοπός)· και οπωσδήποτε δεν ικανοποιεί πλήρως ή ξεκάθαρα την πρώτη προϋπόθεση αλλά και καθόλου την δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960. Χωρίς να αποκλείεται να δημιουργείται αιτία αγωγής σε σχέση με τον τρόπο που εκποιεί ένας ενυπόθηκος πιστωτής, αυτή, εάν και όταν δημιουργείται, θα πρέπει να εξηγείται πού ακριβώς βρίσκεται. Δεν εξηγείται εδώ. Τι ακριβώς έπραξαν οι Εναγόμενοι, πότε, πώς, πέραν του ότι ενεργοποίησαν διαδικασία πλειστηριασμού με βάση τον Νόμο 9/1965, απορρίπτοντας τις ενστάσεις που είχαν υποβληθεί. Έπαυσαν να θεωρούνται ενυπόθηκοι πιστωτές, παρότι δεν ακυρώθηκαν η συμφωνία υποθήκευσης και η δήλωση εγγραφής της στο Κτηματολόγιο; Για ποιο λόγο; Ήταν μεν ενυπόθηκοι πιστωτές αλλά ως τέτοιοι είχαν και κάποια καθήκοντα επιμέλειας έναντι στους Ενάγοντες, που απορρέουν από τον νόμο ή την σύμβαση υποθήκευσης, τα οποία παρέλειψαν να τηρήσουν, με αποτέλεσμα να προκληθεί ζημιά στους Ενάγοντες; Ποια ήταν και πώς παραβιάστηκαν; Ακόμα και η αναφορά του Ενάγοντος 2, στην παράγραφο 21 της ένορκης του δήλωσης, ως προς τον χρόνο που επέλεξε ο ενυπόθηκος πιστωτής να εκποιήσει την ενυπόθηκη περιουσία, δεν δίδεται με τρόπο ώστε να αποδίδει γνωστή στο δίκαιο αιτία αγωγής εναντίον του, συναρτώμενη με την καταχωρισμένη αγωγή των Εναγόντων και τις θεραπείες που ζητούν. Υπήρχε κάποιο χρονικό όριο εντός του οποίου μπορούσε να εκτελεστεί η συγκεκριμένη συμφωνία; Πού; Επίσης, δεν προκύπτει από οπουδήποτε στον Νόμο 9/1965 εφαρμογή του μόνο επί συμβάσεων υποθήκευσης που συνάφθηκαν μετά την θέση σε ισχύ του και, σε συνάρτηση με το ότι οι Ενάγοντες δεν θέτουν και ως βάση αγωγής τους συγκεκριμένες παραβάσεις του Νόμου 9/1965 και δεν αξιώνουν σχετικές θεραπείες, δεν δίδουν ξεκάθαρα είτε συζητήσιμη αιτία αγωγής στο Δικαστήριο είτε επαρκείς πιθανότητες επιτυχίας. Επειδή αναφέρθηκε και η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960, να λεχθεί πως και με βάση αυτή την προϋπόθεση δεν αρκεί να διατυπώνεται απλά βάση αγωγής σε τυπικά έγκυρα καταχωρισμένη αγωγή. Δεν είναι αυταπόδεικτη, εκ του γεγονότος ότι καταχωρίστηκε αγωγή. Είναι με αναφορά στο περιεχόμενο, τα γεγονότα που αναδεικνύεται κατά πόσον η βάση αγωγής που εκτίθεται συνιστά και αιτία αγωγής· κατά πόσο εγείρει με σοβαρότητα (γνήσια) συζητήσιμο θέμα, ώστε στο πλαίσιό της, να δίδει την δυνατότητα στο Δικαστήριο να εξετάσει αλυσιδωτά και τις υπόλοιπες προϋποθέσεις χορήγησης κάποιας ενδιάμεσης θεραπείας, τις πιθανότητες επιτυχίας, κατά πόσο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη εάν δεν χορηγηθεί ενδιάμεση θεραπεία, και εν τέλει κατά πόσο θα ήταν δίκαιο να χορηγηθεί ενδιάμεση θεραπεία. Στο πεδίο της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960, οι πιθανότητες επιτυχίας που απαιτούνται, δεν δίδονται με ασαφείς και γενικότροπες αναφορές περί δόλου ή αμέλειας ή απάτης ή παράβασης σύμβασης ή παρανομίας. Θα πρέπει, αφού σκιαγραφηθεί η διαφορά με αναφορά σε συγκεκριμένα γεγονότα, να ενισχύεται και από την όψη κάποιας σχετικής μαρτυρίας (που δεν αξιολογείται)· να εξηγείται ο λόγος, ο αναγνωρισμένος στο δίκαιο, για τον οποίον ο αιτών δικαιολογημένα (και όχι τεχνικά) προσφεύγει στη δικαιοσύνη, και δη εκ πρώτης όψεως βάσιμα. Επειδή το Δικαστήριο δεν έχει ικανοποιηθεί ότι πληρούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960 ώστε να προχωρήσει σε περαιτέρω εξέταση· και επειδή δεν έχει αποδειχθεί από τους Ενάγοντες η σωρευτική συνδρομή όλων των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960, όπως χρειάζεται, για να μπορεί να χορηγηθεί κάποια ενδιάμεση θεραπεία· και επειδή ό,τι ζητείται σε σχέση με τον πλειστηριασμό της 15.11.2021 είναι υπό μορφή ενδιάμεσης θεραπείας, η προσπάθεια αυτή για ανακοπή του πλειστηριασμού της 15.11.2021 δεν μπορεί να επιτύχει, και η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης 2/Καθ' ης η αίτηση και εναντίον των Εναγόντων/Αιτητών όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1]American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R. 504· Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598. [2]Πουργουρίδη ν. Μέζου
(1994)1 Α.Α.Δ. 201. [3]Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co. Ltd
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο