ΛΑΜΠΡΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΗ & ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΣΕΛ-ΣΠΟΛΠ ΛΤΔ, Αγωγή αρ. 3752/2014, 29/11/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A266 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 3752/2014 ΛΑΜΠΡΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΗ & ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ Ενάγουσα v. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΣΕΛ-ΣΠΟΛΠ ΛΤΔ Εναγόμενη Αίτηση ημερομηνίας 01.09.2020 Ημερομηνία: 29 Νοεμβρίου 2021 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα/Καθ' ης η αίτηση: Λ. Κοϊνάς για Ι. Μοδίτης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Εναγόμενη/Αιτήτρια: Σ. Καρακατσιάνη για Αργεντούλα Ιωάννου ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον της Εναγόμενης συνολικό ποσό €29.245,24 πλέον τόκο βάσει συμφωνίας, ως υπόλοιπο της αξίας εμπορευμάτων που της πώλησε επί πιστώσει και παρέδωσε σε υποκαταστήματά της, καταχωρώντας τα σχετικά τιμολόγια σε λογαριασμούς που τηρούσε για κάθε υποκατάστημα, και το οποίο η Εναγόμενη παρέλειψε ή αρνήθηκε να καταβάλει. Η Εναγόμενη, παρότι αρνείται με τρόπο γενικό την απαίτηση της Ενάγουσας, και στην παράγραφο 5 του δικογράφου της ισχυρίζεται διαζευκτικά και εξόφληση, αφήνει να νοηθεί ότι υπήρξε μια συνεργασία μεταξύ των μερών. Την 22.11.2019, ο συνήγορος της Ενάγουσας είχε δηλώσει στο Δικαστήριο ότι η αγωγή διευθετήθηκε εξώδικα και ότι παραμένει το θέμα των δικηγορικών εξόδων. Η συνήγορος της Εναγόμενης συμφώνησε. Την 20.12.2019, οι συνήγοροι των διαδίκων εισηγήθηκαν να οριστεί για Ακρόαση η αγωγή, για να τους δοθεί στο μεταξύ χρόνος να ολοκληρώσουν τις προσπάθειες εξώδικης διευθέτησης και να δηλωθεί η υπόθεση, τότε ήταν την 15.09.2020 που ορίστηκε για Ακρόαση, ενώ την 01.09.2020 η Εναγόμενη καταχώρισε την υπό κρίση αίτηση, βάσει της Δ.25 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠΔ), ζητώντας τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισής της, ώστε να προσθέσει, μετά την παράγραφο 7, δύο νέες παραγράφους, με την αρίθμηση 8 και 9, στις οποίες να αναφέρει πως, άνευ βλάβης οποιασδήποτε υπεράσπισής της, σε περίπτωση που η Ενάγουσα αποδείξει ότι οφείλεται οποιοδήποτε ποσό, την 09.05.2018, σε Γενική Συνέλευση των Ανεξασφάλιστων Πιστωτών της Εναγόμενης, το 79,85% αυτών ψήφισε Σχέδιο Διευθέτησης Ανεξασφάλιστων Πιστωτών που εγκρίθηκε από τον Έφορο Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών, με βάση το οποίο οποιεσδήποτε εκκρεμούσες αγωγές εναντίον της Εναγόμενης αναφορικά με μη εξασφαλισμένες απαιτήσεις που διέπει το Σχέδιο θα πρέπει να αποσυρθούν χωρίς έξοδα και η πληρωμή των απαιτήσεων υπάγεται στο Σχέδιο, περιλαμβανομένης της απαίτησης της Ενάγουσας. Σε ένορκη δήλωσή του που υποστηρίζει την αίτηση, ο γραμματέας της Εναγόμενης εξηγεί τα γεγονότα που σχετίζονται με το Σχέδιο και προσκομίζει σχετικά στοιχεία, εξηγώντας πως και η Ενάγουσα υπάγεται στο Σχέδιο, στο πλαίσιο του οποίου καταβλήθηκαν και τρεις δόσεις. Εκφράζει τη θέση πως η περίληψη στο δικόγραφο της Εναγόμενης των γεγονότων αυτών, που έλαβαν χώρα πολύ μεταγενέστερα, είναι απαραίτητη, σε περίπτωση που η Ενάγουσα προωθήσει την αγωγή της. Από την πλευρά της, η Ενάγουσα, αντέδρασε σε αυτή την αίτηση, υποβάλλοντας ένσταση, με την οποία προβάλλει λόγους για τους οποίους θεωρεί πως η αίτηση της Εναγόμενης θα πρέπει να απορριφθεί, γιατί είναι καταχρηστική, καταχωρίστηκε σε προχωρημένο στάδιο και αφορά σε εισαγωγή γεγονότων που δεν σχετίζονται με την απαίτηση, αλλά λειτουργούν καταπιεστικά προς την Ενάγουσα, προκειμένου να αποσύρει την αγωγή της, ενώ, εάν ναυαγήσει το Σχέδιο, δεν θα μπορεί - όπως θεωρεί - να εγείρει άλλη αγωγή και θα έχει παραγραφεί το αγώγιμο δικαίωμά της. Η διευθυντής της Ενάγουσας, που υποστηρίζει την ένσταση αυτή με ένορκη του δήλωση, δεν αρνείται την ύπαρξη του Σχεδίου και τη συμμετοχή της Ενάγουσας σε αυτό, αλλά θεωρεί πως το Σχέδιο δεν επηρεάζει το δικαίωμα της Ενάγουσας να διαγνωστεί δικαστικά το χρέος και δεν μπορούν να εξαναγκαστεί να αποσύρει την αγωγή της μέσω της δικογράφησης τέτοιων γεγονότων, αλλά η πρόταση της Ενάγουσας ήταν να εκδοθεί δικαστική απόφαση με αναστολή εκτέλεσης. Από τη στιγμή δε που η Εναγόμενη αποδέχεται την ύπαρξη του χρέους και ότι προέβη και σε πληρωμές έναντι, καταχρηστικά προωθεί κάποια υπεράσπιση στην αγωγή και επιχειρεί να τροποποιήσει. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων της κάθε πλευράς, ενώ την 18.10.2021 οι συνήγοροί τους αγόρευσαν για να υποστηρίξουν τις θέσεις τους. Κατά το κείμενο της Δ.25 ΚΠΔ, ως ίσχυε πριν από την τροποποίησή της, η τροποποίηση των δικογράφων συνιστά θέμα που εμπίπτει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Ο άξονας γύρω από τον οποίον το Δικαστήριο ασκεί την εξουσία να επιτρέπει ή να μην επιτρέπει την τροποποίηση είναι η ανάγκη για καθορισμό των αμφισβητούμενων γεγονότων. Ο ρόλος των δικογράφων είναι ακριβώς αυτός, να εκθέτουν τα γεγονότα επί των οποίων η κάθε διάδικη πλευρά στηρίζει την υπόθεσή της. Όπως συνόψισε και η Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλας, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε4/2017, ημερομηνίας 11.10.2018, και επαναλήφθηκε και στην K. & M. (Transport) Ltd v. Επιτροπή Σιτηρών Κύπρου, ECLI:CY:AD:2020:A364, Πολ.Έφ. 341/2013, ημερομηνίας 22.10.2020, υπήρχε μια διαχρονική τάση στη νομολογία να επιτρέπονται οι τροποποιήσεις των δικογράφων, ακόμα και εκεί όπου η ανάγκη προέκυπτε λόγω αμέλειας ή καθυστέρησης· νοουμένου πάντα ότι δεν προκαλούνταν αδικία στην άλλη πλευρά που θα ήταν αδύνατον να αποζημιωθεί με χρήμα[1]. Όπως λέχθηκε και στην Andrenal Shipping Company Ltd κ.α. ν. Compania Naviera Iris S.A. κ.α., ECLI:CY:AD:2016:A373, Πολ.Έφ. 49/2014, ημερομηνίας 20.07.2016, το συμφέρον της δικαιοσύνης είναι αυτό που κυριαρχεί και διέπει την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου, η ακρόαση της υπόθεσης σε εύλογο χρόνο είναι ορισμένα από τα κριτήρια που χρησιμοποιούνται, για να προσδιοριστεί αυτό το συμφέρον της δικαιοσύνης. Σε περίπτωση όπου υπάρχει καθυστέρηση, το βάρος να την αιτιολογήσει ο αιτητής διαφοροποιείται ανάλογα με τον χρόνο στον οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Δεν απαγορεύεται η υποβολή αίτησης για τροποποίηση ακόμα και μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, ωστόσο όσο πιο προχωρημένο είναι το στάδιο της δίκης, τόσο μεγαλύτερη είναι η δυσκολία του αιτητή, κατ' επέκταση η δικαστική φειδώ, ειδικότερα εάν πρόκειται να εκτροχιαστεί η δίκη από μια προδιαγεγραμμένη πορεία, με αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα των αντιδίκων[2]. Η τροποποίηση της Δ.25,κ.1 δεν αναίρεσε ακριβώς το προηγούμενο πνεύμα που υπήρχε σχετικά με τις τροποποιήσεις δικογράφων· αυτό εξακολουθεί να είναι πάντοτε η ανάγκη καλύτερου προσδιορισμού των επιδίκων θεμάτων και το συμφέρον της δικαιοσύνης σε σχέση με την ενώπιον του διαφορά. Την κατέστησε πιο ελεύθερη (δεν χρειάζεται καν η άδεια του Δικαστηρίου) πριν από την έναρξη της προδικασίας, ωστόσο, μετά από την έναρξη της προδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου, την πρόβλεψε ως ένα εξαιρετικό διάβημα, επαναπροσδιορίζοντας και συγκεκριμενοποιώντας τα κριτήρια που λαμβάνει υπόψη του το Δικαστήριο για να ασκήσει την εξουσία του να επιτρέψει ή να μην επιτρέψει την τροποποίηση, εξυπηρετώντας πάντα το ίδιο, το συμφέρον της δικαιοσύνης· το οποίο, όμως, δεν παραμένει πλέον ένα ζήτημα απλά διακριτικό. Εκεί όπου υπάρχει παραδρομή ή καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, το Δικαστήριο κατ' εξαίρεση θα επιτρέψει την τροποποίηση. Η ήδη υφιστάμενη νομολογιακή αρχή, υπό την παλαιά Δ.25, ήταν και είναι ότι η ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης ή της υπεράσπισης και η εμφανής κακοπιστία εκ μέρους του αιτητή, δεν δικαιολογούν έγκριση του αιτήματος· η διαμόρφωση της βάσης της αγωγής ή της υπεράσπισης, ως ουσιωδέστατο θέμα, μπορεί να μην υποδηλώνει και παραδρομή ή καλόπιστο λάθος κατά τη σύνταξη της δικογραφίας, χωρίς βεβαίως αυτό να αποκλείεται εκ προοιμίου. Εκεί όπου εγείρεται ζήτημα κακοπιστίας (δόλου), ο διάδικος που την επικαλείται έχει και το βάρος απόδειξης της[3], αυτό ασχέτως εάν ο αιτητής θα πρέπει να αποδείξει πρώτα τη δική του καλοπιστία. Εάν έχουν προκύψει νέα δεδομένα, μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για ετοιμασία της δικογραφίας, το Δικαστήριο, και πάλι, κατ' εξαίρεση, θα επιτρέψει την τροποποίηση. Η Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστας Γρηγοριάδης & Συνέταιροι κ.α.
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.