ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ν. B2KAPITAL CYPRUS LTD, Έφεση 286/2021, 13/12/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A270 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Έφεση 286/2021 Αναφορικά με τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/1965 και τον περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο Κεφ. 224 ως έχουν τροποποιηθεί ΧΧΧΧ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ Εφεσείων και B2KAPITAL CYPRUS LTD Εφεσίβλητη Ημερομηνία: 13 Δεκεμβρίου 2021 Εμφανίσεις: Για Εφεσείοντα: Θ. Τρίγκης για Theodoros S. Tringis & Partners LLC Για Εφεσίβλητη: Α. Θέμης για Γιώργος Ζ. Γεωργίου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Έφεση Την 25.11.2021 εφεσιβλήθηκε, με βάση το άρθρο 44Γ
(3)του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965 («ο Νόμος 9/1965» ή «ο Νόμος»), η Ειδοποίηση ΙΑ ημερομηνίας 30.09.2021 με την οποία η Εφεσίβλητη εξήγγειλε τον πλειστηριασμό του ακινήτου με αριθμό εγγραφής ΧΧΧΧ, Φ./Σχ.ΧΧΧΧ, Τμήμα 0, Τεμάχιο ΧΧΧΧ, στις Κάτω Πλάτρες, στην Επαρχία Λεμεσού, που επιβαρύνεται με την υποθήκη ΥΧΧΧΧ/1999 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού. Η προσβαλλόμενη Ειδοποίηση ΙΑ επισυνάπτεται στην Έφεση και σημειώνεται ως Τεκμήριο Α. Ο πλειστηριασμός προγραμματίστηκε για την 17.12.2021. Προβάλλεται ο λόγος Έφεσης της περίπτωσης (α) του άρθρου 44Γ
(3), ότι δηλαδή η επιδοθείσα Ειδοποίηση ΙΑ δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο προϋποθέσεις. Προβάλλεται, επίσης, ότι το δικαίωμα της Εφεσίβλητης για λήψη εκτελεστικών μέτρων σχετικά με την ΥΧΧΧΧ/1999 έχει παραγραφεί. Στην ένορκη δήλωση του Εφεσείοντος που υποστηρίζει την Έφεση αναφέρει πως την 24.02.2021 παρέλαβε Ειδοποίηση Ι ημερομηνίας 15.10.2021 που τον καλούσε να πληρώσει €34.172,02, πλέον τόκους επί του ποσού αυτού 0% από την 15.10.2020, ενώ στην κατάσταση λογαριασμού που επισυνάφθηκε αναφέρονταν πως το ενυπόθηκο χρέος είναι €17.086,01, πλέον τόκοι €17.086,01, πλέον έξοδα €4.538,55 με τόκο προς 8% δυνάμει απόφασης ημερομηνίας 24.10.2008 στο πλαίσιο της αγωγής ΧΧΧΧ/
- Δεν συνάδει, κατά τη θέση του, το περιεχόμενο της δικαστικής απόφασης με το περιεχόμενο της κατάστασης λογαριασμού που συνοδεύει την Ειδοποίηση Ι. Η Ειδοποίηση Ι μαζί με την κατάσταση λογαριασμού που προσκομίζει σημειώνονται ως Τεκμήριο 1 για τους σκοπούς της διαδικασίας. Η δικαστική απόφαση και τα έγγραφα υποθήκης και μεταβίβασης της υποθήκης σημειώνονται μαζί από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο
- Την 12.10.2021 επιδόθηκε στον Εφεσείοντα και η προσβαλλόμενη Ειδοποίηση ΙΑ, στην οποία αναφέρονταν πως το ενυπόθηκο χρέος είχε καταστεί απαιτητό από την 17.08.2006, ενώ το ποσό που απαιτήθηκε δυνάμει της υποθήκης ήταν €34.172,02, πλέον τόκος 0%, πλέον έξοδα €11.683,
- Επειδή δεν συνάδουν, από τη σύγκριση του Τεκμηρίου 1 και του Τεκμηρίου Α, αλλά και του Τεκμηρίου 2, οι ημερομηνίες και τα ποσά, ο Εφεσείων θεωρεί πως η διαδικασία ενέχει λάθος. Εξάλλου, ουδέποτε λήφθηκε, όπως λέει, οποιοδήποτε μέτρο εναντίον του ή της πρωτοφειλέτριας για πλειστηριασμό της υποθήκης ΥΧΧΧΧ/
- Τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του πως, από την στιγμή που ο ενυπόθηκος πιστωτής δεν προχώρησε δικαστικά για να εξασφαλίσει διάταγμα, ούτε χρησιμοποίησε τις διατάξεις του Μέρους VI, δεν μπορεί να προχωρήσει τώρα με πλειστηριασμό, λόγω του ότι η υποθήκη εγγράφθηκε από την 24.11.1999 και υπάρχει παραγραφή, εφόσον κανένα εκτελεστικό μέτρο δεν μπορεί να εγερθεί μετά την πάροδο 15 ετών με βάση το Κεφ.15 και τον Νόμο 66(Ι)/
- Επίσης, όπως αναφέρει ο Εφεσείων, την 28.06.2010 κατέβαλε στην Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ ποσό €155.000,00, προς εξόφληση του εξασφαλιζόμενου χρέους και προσκομίζει έγγραφα σχετικά με τη δήλωσή του αυτή που σημειώνονται από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο
- Για τους λόγους αυτούς, και επειδή το λεκτικό της Ειδοποίησης ΙΑ που έλαβε διαφέρει από αυτό του Νόμου, πιστεύει πως θα πρέπει να παραμεριστεί η Ειδοποίηση ΙΑ και να μην διεξαχθεί ο πλειστηριασμός την 17.12.
- Η ένσταση Η Εφεσίβλητη ενίσταται. Ισχυρίζεται πως η Έφεση πάσχει νομικά καθότι δεν συνενώθηκαν όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, αλλά και γιατί ο Εφεσείων κηρύχθηκε σε πτώχευση την 21.06.2006 και ο μόνος που θα μπορούσε να εφεσιβάλει τη διαδικασία είναι ο Επίσημος Παραλήπτης. Κατά την Εφεσίβλητη, δεν μπορούν να προσβληθούν με Έφεση διαδικασίες πλην της Ειδοποίησης ΙΑ, και δεν ικανοποιείται κάποιος εκ των προβλεπόμενων λόγων Έφεσης, η δε Εφεσίβλητη ακολούθησε ορθά και νόμιμα τη διαδικασία του Μέρους VIA του Νόμου και η Ειδοποίηση ΙΑ που εξέδωσε και επέδωσε πληροί τις προϋποθέσεις τύπου και περιεχομένου. Η Εφεσίβλητη θεωρεί το διάβημα του Εφεσείοντος καταχρηστικό. Στην ένορκη δήλωση λειτουργού στις υπηρεσίες της Εφεσίβλητης που υποστηρίζει την ένσταση η Εφεσίβλητη αναφέρει πως κατά τα έτη 1999-2002 η Hellenic Bank Ltd, που την 06.06.2005 μετονομάστηκε σε Hellenic Bank Public Company Ltd, παραχώρησε διάφορες πιστωτικές διευκολύνσεις στην εταιρεία ΧΧΧΧ («η πρωτοφειλέτρια») που συμψηφίστηκαν σε συμφωνία δανείου ημερομηνίας 14.01.2002 για το ποσό των €68.200,
- Προσκομίζει τη συμφωνία δανείου που σημειώνεται από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο
- Την 14.01.2002 ο Εφεσείων και άλλο πρόσωπο παραχώρησαν και προσωπικές εγγυήσεις. Η ΥΧΧΧΧ/99 που είχε παραχωρήσει ο Εφεσείων την 24.11.1999 εξασφάλιζε και το νέο δάνειο. Λόγω παραβάσεων των όρων παραχώρησης του δανείου, ο ενυπόθηκος πιστωτής τερμάτισε τη λειτουργία του, με επιστολές ημερομηνίας 20.03.2003 προς την πρωτοφειλέτρια, τους εγγυητές και τον ενυπόθηκο οφειλέτη. Με νέες επιστολές ημερομηνίας 27.11.2003 υπενθύμισε σε σχέση με την αύξηση του επιτοκίου. Την 17.08.2006 ενημερώθηκαν ξανά για τον τερματισμό της διευκόλυνσης και προειδοποιήθηκαν για τη λήψη δικαστικών μέτρων. Οι εν λόγω επιστολές προσκομίζονται από την Εφεσίβλητη και σημειώνονται μαζί από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο
- Την 02.12.2004 εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του Εφεσείοντος και την 21.06.2006 ο Εφεσείων κηρύχθηκε σε πτώχευση. Την 04.10.2006 ο ενυπόθηκος πιστωτής κινήθηκε δικαστικά για την είσπραξη του χρέους εναντίον της πρωτοφειλέτριας και της εγγυήτριας, αλλά όχι εναντίον του πτωχεύσαντος Εφεσείοντος, επιφυλάσσοντας όλα τα δικαιώματα εναντίον του Εφεσείοντος. Την 19.10.2006 εκδόθηκε και διάταγμα εκκαθάρισης της πρωτοφειλέτριας εταιρείας και γι' αυτό η δικαστική διαδικασία προχώρησε μόνον εναντίον της εγγυήτριας εναντίον της οποίας είχε εξασφαλιστεί δικαστική απόφαση την 24.10.
- Όσον αφορά τη δήλωση του Εφεσείοντος περί εξόφλησης και το Τεκμήριο 3, η Εφεσίβλητη αναφέρει πως αφορούσε την οφειλή της εγγυήτριας και την υποθήκη ΥΧΧΧΧ/99 επί του δικού της ακινήτου, που επίσης εξασφάλιζε το δάνειο. Η είσπραξη πιστώθηκε έναντι του χρέους, αφήνοντας υπόλοιπο. Κατάσταση λογαριασμού στην οποία φαίνεται η πίστωση και το υπόλοιπο που προσκομίζει η Εφεσίβλητη σημειώνεται ως Τεκμήριο 6 για τους σκοπούς της διαδικασίας. Ο ενυπόθηκος πιστωτής πώλησε την πιστωτική διευκόλυνση και τις εξασφαλίσεις της στην Εφεσίβλητη, που από την 05.06.2018 υπεισήλθε στα δικαιώματα του ενυπόθηκου πιστωτή. Η Εφεσίβλητη ενεργοποίησε διαδικασία δυνάμει του Μέρους VIA. Εφόσον το ενυπόθηκο χρέος ήταν ήδη υπερήμερο, την 15.10.2020 απέστειλε στην πρωτοφειλέτρια δια του Επίσημου Παραλήπτη, στον Εφεσείοντα, και σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη (και στον Επίσημο Παραλήπτη ως διαχειριστή της πτωχευτικής περιουσίας του Εφεσείοντος, στην εγγυήτρια και σε εμπράγματο πιστωτή) Ειδοποίηση Ι, συνοδευόμενη από κατάσταση λογαριασμού. Όλες οι επιδόσεις της Ειδοποίησης Ι ολοκληρώθηκαν την 24.02.
- Με την Ειδοποίηση Ι ο ενυπόθηκος οφειλέτης και όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα καλούνταν να πληρώσουν το ποσό των €34.172,02, πλέον τόκο 0% από την 15.10.2020 (δηλαδή χωρίς τόκο), πλέον τα έξοδα που αναφέρονταν στην κατάσταση λογαριασμού. Ειδικότερα, επειδή η Εφεσίβλητη είχε συμβουλή από τους δικηγόρους της πως η υποθήκη καλύπτονταν από τον περί Τόκου Νόμο, με βάση τον οποίο δεν μπορούσε να διεκδικήσει πέραν του διπλάσιου ποσού, περιόρισε την απαίτησή της στο ποσό των €34.172,02, μη διεκδικώντας άλλο τόκο. Το εξασφαλιζόμενο με την υποθήκη χρέος υπερβαίνει τις €200.000,00 και κατ' επέκταση το ποσό εγγραφής της υποθήκης. Τα δικηγορικά έξοδα που προέκυψαν στην αγωγή ΧΧΧΧ/2006 εναντίον της εγγυήτριας, όπως έλαβε συμβουλή, εμπίπτουν στα έξοδα για την είσπραξη του ενυπόθηκου χρέους, εξ ου και περιλήφθηκαν στην Ειδοποίηση Ι. Τα έξοδα είναι και ο μόνος λόγος αναφοράς της αγωγής ΧΧΧΧ/2006 στην Ειδοποίηση Ι. Είχε επιδοθεί και Ειδοποίηση ΙΒ, την 27.06.
- Εν πάση περιπτώσει, επειδή δεν υπήρξε οποιαδήποτε ανταπόκριση στην Ειδοποίηση Ι, η Εφεσίβλητη προχώρησε και εξέδωσε Ειδοποίηση ΙΑ μαζί με Δελτίο, που επιδόθηκαν στον Εφεσείοντα και σε όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, και όλες οι επιδόσεις ολοκληρώθηκαν την 12.10.
- Τα σχετικά έγγραφα που προσκομίζει η Εφεσίβλητη σημειώνονται ως Τεκμήριο 7 από το Δικαστήριο. Η Εφεσίβλητη αναφέρει πως στην Ειδοποίηση Ι αναφέρθηκε η ημερομηνία 15.10.2020 μετά από την οποία δεν απαιτείται τόκος και αυτή η ημερομηνία δεν έχει σχέση με την απαίτηση πληρωμής. Η απαίτηση πληρωμής έγινε, κατ' αυτήν, την 17.08.
- Τα έξοδα αυξήθηκαν μετά την αποστολή της Ειδοποίησης Ι, και για τα έξοδα που αναφέρθηκαν στην Ειδοποίηση ΙΑ η Εφεσίβλητη προσκομίζει ανάλυση εξόδων, που σημειώνεται ως Τεκμήριο 8 από το Δικαστήριο. Ο λόγος που δεν επιδόθηκε και Ειδοποίηση Θ, όπως εξηγεί η Εφεσίβλητη, είναι γιατί υπάρχει κατατεθειμένη και αίτηση για αναγκαστική πώληση στο Κτηματολόγιο, από την 06.10.
- Η Εφεσίβλητη θεωρεί πως πρέπει και μπορεί να προχωρήσει με τον πλειστηριασμό την 17.12.2021, εφόσον ακολούθησε ορθή και νόμιμη διαδικασία. Διαδικασία Η ακρόαση διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων, του Εφεσείοντος και της Εφεσίβλητης, χωρίς την εισαγωγή προφορικής μαρτυρίας. Οι συνήγοροι των δύο πλευρών αγόρευσαν, επιχειρηματολογώντας επί των θέσεων των δύο πλευρών. Είναι υπόψη του Δικαστηρίου ό,τι έχει αναφερθεί από τα μέρη, ακόμα κι αν δεν αναπαράγεται αυτολεξεί. Πραγματικό πλαίσιο Από αυτό το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, λαμβάνεται υπόψη η μαρτυρία που είναι σχετική με τα υπό εξέταση ζητήματα και τη δικαιοδοσία αυτή. Εκεί όπου υπάρχει σύγκρουση ως προς τα πραγματικά δεδομένα, το Δικαστήριο αξιολογεί την μαρτυρία, για να βρει ποια είναι η αξιόπιστη πάνω στην οποία μπορεί να βασιστεί για να διαγνώσει τι πραγματικά συνέβη. Μέσα από το σύνολο των πραγματικών δεδομένων που εκτέθηκαν, προκύπτει πως την 24.11.1999 ο Εφεσείων παραχώρησε προς όφελος της Ελληνικής Τράπεζας Λτδ (στα αγγλικά Hellenic Bank Ltd) την υποθήκη Υ8471/99 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού επί του όλου ακινήτου του με αριθμό εγγραφής ΧΧΧΧ, Φ./Σχ.ΧΧΧΧ (άλλως ΧΧΧΧ), Τμήμα 0, Τεμάχιο ΧΧΧΧ, στις Κάτω Πλάτρες, στην Επαρχία Λεμεσού, για ποσό εγγραφής Λ.Κ.10.000,00, που αντιστοιχεί σε €17.086,01, πλέον τόκο προς 8% ετησίως από 24.11.1999, πλέον έξοδα σε περίπτωση που θα ληφθούν νόμιμα μέτρα για ανάκτηση του ποσού και του τόκου, τα σχετικά έξοδα (Τεκμήριο 2). Ο ενυπόθηκος τίτλος ρυθμίζεται από τις πρόνοιες του Εγγράφου Υποθήκης ημερομηνίας 24.11.1999, στο οποίο αναφέρεται πως η υποθήκη αυτή εξασφαλίζει και υποχρεώσεις της ΧΧΧΧ, και πως, από τη στιγμή που καταστεί πληρωτέο, σε πρώτη ζήτηση, κάθε ποσό που εξασφαλίζεται με την υποθήκη, ο ενυπόθηκος οφειλέτης υποχρεούται να πληρώσει το ποσό αυτό, κι αν παραλείψει, ο ενυπόθηκος πιστωτής δικαιούται να προχωρήσει με διαδικασία εκποίησης. Την 05.06.2018, η υποθήκη μεταβιβάστηκε στην Εφεσίβλητη. Δεν έχει αμφισβητηθεί πως η υποθήκη ΥΧΧΧΧ/99 εξασφάλιζε και τις υποχρεώσεις της εταιρείας που απορρέουν από τη συμφωνία δανείου ημερομηνίας 14.01.2002 (Τεκμήριο 4), η οποία εξασφαλίζεται επίσης με τις προσωπικές εγγυήσεις του Εφεσείοντος και άλλου προσώπου και με άλλη υποθήκη του 1999, την ΥΧΧΧΧ/
- Η αγόρευση του συνηγόρου του Εφεσείοντος δεν αποτελεί δικονομικά αποδεκτό μέσο αμφισβήτησης γεγονότων. Δεν αμφισβητήθηκε επίσης ότι, λόγω παράβασης των όρων της συμφωνίας δανείου, ο ενυπόθηκος πιστωτής απαίτησε την πληρωμή ολόκληρου του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού δανείου από την πρωτοφειλέτρια, τους εγγυητές και τον ενυπόθηκο οφειλέτη την 20.03.2003, ενώ με επιστολές ημερομηνίας 17.08.2006 υπενθύμισε τον τερματισμό που προηγήθηκε και προειδοποίησε για τη λήψη δικαστικών μέτρων (Τεκμήριο 5). Εν τέλει, ελήφθησαν δικαστικά μέτρα την 04.10.2006, μόνον εναντίον της πρωτοφειλέτριας και της εγγυήτριας, για τον λόγο ότι στο μεταξύ την 21.06.2006 ο Εφεσείων πτώχευσε και ο ενυπόθηκος πιστωτής προτίμησε να κάνει χρήση της εμπράγματης εξασφάλισής του, υποβάλλοντας στο Κτηματολόγιο, την 06.10.2006, αίτηση για αναγκαστική πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. Μετά από την έγερση της αγωγής για την είσπραξη του χρέους, τέθηκε σε εκκαθάριση και η πρωτοφειλέτρια εταιρεία, επομένως η δικαστική διαδικασία κατέληξε σε εκ συμφώνου δικαστική απόφαση μόνον εναντίον της εγγυήτριας, για €220.980,43 πλέον τόκο προς 10,5% ετησίως επί του ποσού των €215.205,75 από 01.10.2008 μέχρι εξόφλησης, και σε έξοδα €4.538,55 πλέον τόκο προς 8% ετησίως από 24.10.2008 μέχρι εξόφλησης, η οποία περιλαμβάνει διάταγμα εκποίησης ενυπόθηκου ακινήτου της εγγυήτριας με βάση την ΥΧΧΧΧ/99 (Τεκμήριο 2). Όρος αναστολής και εξόφλησης που είχε τεθεί στην απόφαση εκείνη δεν τηρήθηκε. Ο ενυπόθηκος πιστωτής δέχθηκε, την 26.05.2010, από την εγγυήτρια, το ποσό των €155.000,00, για να απαλλάξει το ακίνητό της από την ΥΧΧΧΧ/99, και όπως ρητά αναφέρεται στην επιστολή ημερομηνίας 26.05.2010 «έναντι» του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους (Τεκμήριο 3), ποσό που μείωσε το εξασφαλιζόμενο χρέος, που τότε ανέρχονταν σε €252.242,83 (με τους τόκους υπολογισμένους μέχρι την 28.06.2010), σε €97.242,83 πλέον τόκους προς 10,5% ετησίως επί του ποσού αυτού από 28.06.2010 (Τεκμήριο 6). Επειδή το εξασφαλιζόμενο χρέος, ως προς το οποίο προηγήθηκαν όλα τα ανωτέρω, παρέμεινε να υφίσταται και ήταν υπερήμερο για χρονική περίοδο που υπερβαίνει τις 120 ημέρες, η Εφεσίβλητη αποφάσισε να χρησιμοποιήσει τις διατάξεις του Μέρους VIA του Νόμου, για να εκποιήσει την εμπράγματη εξασφάλιση που κατείχε από τον Εφεσείοντα με βάση τον τίτλο της. Επειδή είχε ήδη καταχωρίσει αίτηση για αναγκαστική εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου με βάση τις διατάξεις του Μέρους VI, δεν χρειάστηκε να εκδώσει Ειδοποίηση Θ. Την 15.10.2020, η Εφεσίβλητη εξέδωσε Ειδοποίηση Ι (Τεκμήριο 1) με την οποία καλούσε τον Εφεσείοντα και όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, περιλαμβανομένων του Επίσημου Παραλήπτη ως εκκαθαριστή της περιουσίας της πρωτοφειλέτριας, της εγγυήτριας, του Επίσημου Παραλήπτη ως διαχειριστή της περιουσίας του Εφεσείοντος ως εγγυητή, και άλλου εμπράγματου πιστωτή, να πληρώσουν το ποσό των €34.172,02 χωρίς τόκο από την 15.10.2020 (0%), πλέον έξοδα μέχρι σήμερα, περιλαμβανομένων των εξόδων της Ειδοποίησης Ι, εντός 45 ημερών. Η Ειδοποίηση Ι συνοδεύονταν από κατάσταση λογαριασμού, στην οποία αναφέρονταν ότι εκ του απαιτούμενου ποσού, το ποσό των €17.086,01 είναι το ποσό του κεφαλαίου και το ποσό των €17.086,01 είναι οι τόκοι, ενώ υφίστανται και τα έξοδα €4.538,55 που είχαν προκύψει από την αγωγή ΧΧΧΧ/2006 που κινήθηκε εναντίον της εγγυήτριας, πλέον τόκος 8% επί των εξόδων από την 24.10.2008 μέχρι εξόφλησης. Στην Ειδοποίηση Ι, καλούνταν οι παραλήπτες, εάν έχουν διαφορετική γνώμη, να πληροφορήσουν γραπτώς την Εφεσίβλητη εντός της τασσόμενης προθεσμίας των 45 ημερών από την παραλαβή, στην διεύθυνση που δόθηκε. Η Ειδοποίηση Ι επιδόθηκε στον Εφεσείοντα την 24.02.2021, ημερομηνία κατά την οποία ολοκληρώθηκαν οι επιδόσεις και προς όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα (Τεκμήριο 7). Δεν φαίνεται από τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα να υπήρξε επικοινωνία με την Εφεσίβλητη εντός 45 ημερών ή οποτεδήποτε, για τους σκοπούς της Ειδοποίησης Ι. Στο μεσοδιάστημα, την 27.06.2021, η Εφεσίβλητη εξέδωσε Ειδοποίηση ΙΒ για σκοπούς εκτίμησης. Την 30.09.2021, η Εφεσίβλητη εξέδωσε Ειδοποίηση ΙΑ (Τεκμήριο Α) και Δελτίο, που επέδωσε στον Εφεσείοντα και όλα τα προαναφερόμενα πρόσωπα, με την οποία ενημερώνονταν ότι το ενυπόθηκο χρέος που εξασφαλίζεται με την ΥΧΧΧΧ/99 έχει καταστεί πληρωτέο από την «17.08.2006» και γι' αυτό προτίθεται να προχωρήσει με πώληση την 17.12.2021, το δε ποσό που κατέστη απαιτητό ανέρχεται σε €34.172,02 χωρίς περαιτέρω τόκο, πλέον τα έξοδα που μέχρι την 24.09.2021 ανήλθαν σε €11.683,73 γιατί στο ποσό των €4.538,55 υπολογίστηκαν οι τόκοι 8% που επιδικάστηκαν, δίδοντας €9.228,57, και προστέθηκαν €2.455,16 που σχετίζονται με τη διαδικασία εκποίησης (Τεκμήριο 8). Η Ειδοποίηση ΙΑ επιδόθηκε στον Εφεσείοντα την 12.10.2021, ημερομηνία που ολοκληρώθηκαν και όλες οι επιδόσεις της (Τεκμήριο 7). Εξέταση της Έφεσης Διαπιστώνεται, καταρχάς, πως η Έφεση ασκήθηκε εντός της προβλεπόμενης από τον Νόμο προθεσμίας των 45 ημερών· την 44η ημέρα. Δεν συμμερίζονται τη θέση της Εφεσίβλητης πως, επειδή ο Εφεσείων είναι πτωχεύσας, δεν μπορεί να εφεσιβάλει τη διαδικασία εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου του. Το ενυπόθηκο ακίνητο δεν φαίνεται, από τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα, να εμπίπτει στην υπό διαχείριση πτωχευτική περιουσία, να παραιτήθηκε από αυτό η Εφεσίβλητη προς όφελος όλων των πιστωτών ή να τέθηκε άλλως πώς υπό τη φύλαξη του διαχειριστή της περιουσίας του Εφεσείοντος· εξ ου και η ίδια προχωρεί με εκποίηση της εξασφάλισή της, κάτι που δικαιούται να πράξει[1]. Ο Εφεσείων, που δεν απεκδύεται την ιδιότητα του ενυπόθηκου οφειλέτη εξαιτίας της πτώχευσής του, μπορεί να ζητήσει τον αναθεωρητικό έλεγχο της διαδικασίας που ακολούθησε ο ενυπόθηκος πιστωτής. Επειδή η περιουσία του ενυπόθηκου οφειλέτη είναι υπό διαχείριση και διατίθεται προς όφελος όλων των πιστωτών του, ιδίως των ανεξασφάλιστων, ευλόγως δεν μπορεί να ανταποκριθεί ο ίδιος προς την απαίτηση πληρωμής που γίνεται σε αυτόν, να διαθέσει χρήματα για να ασκήσει δικαίωμα, ως δικαίωμα επιλογής, να την διασώσει. Για τυχόν έξοδα που δημιουργεί στο πλαίσιο τέτοιας διαδικασίας που κινεί χωρίς την ανάγκη εξουσιοδότησης ή έγκρισης από τον διαχειριστή της περιουσίας του, θα μπορούσε η Εφεσίβλητη να αναζητήσει ασφάλεια εξόδων. Όσον αφορά τον ισχυρισμό της Εφεσίβλητης περί μη συνένωσης στην Έφεση όλων των ενδιαφερόμενων προσώπων, δεν απαιτείται η συνένωσή τους. Θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι απορρέει από τους κανόνες φυσικής δικαιοσύνης να επιδίδεται η Έφεση και στα πρόσωπα που είναι ενδιαφερόμενα πρόσωπα στη διαδικασία του Μέρους VIA· στον βαθμό που επηρεάζονται από το αποτέλεσμα της διαδικασίας με οποιονδήποτε τρόπο (π.χ. στην έκταση που η εκποίηση της εμπράγματης εξασφάλισης επιδρά στη δική τους προσωπική υποχρέωση για το εξασφαλιζόμενο χρέος). Όμως τα πρόσωπα που είναι ενδιαφερόμενα με βάση τον Νόμο δεν στερήθηκαν του δικαιώματός τους να εφεσιβάλουν την Ειδοποίηση ΙΑ που έλαβαν από την Εφεσίβλητη. Σε περίπτωση έγερσης ξεχωριστών Εφέσεων για την ίδια διαδικασία πλειστηριασμού, θα μπορούσε να ζητηθεί συνένωσή τους. Η παράλειψη επίδοσης της Έφεσης στα πρόσωπα αυτά δεν πλήττει το παραδεκτό της Έφεσης. Δεν εμποδίζεται το Δικαστήριο να προχωρήσει με τον αναθεωρητικό έλεγχο. Ο έλεγχος που ασκεί το Δικαστήριο δια του ένδικου μέσου της Έφεσης είναι προς διασφάλιση της νομιμότητας και της ορθότητας της διαδικασίας που ακολουθεί ο ενυπόθηκος πιστωτής, στη βάση των λόγων Έφεσης, αλλά και αναζητώντας τα δεδομένα της διαδικασίας που οφείλει να θέσει υπόψη του ο ενυπόθηκος πιστωτής με πληρότητα· ποιος εφεσιβάλλει και ενεργοποιεί τον δικαστικό έλεγχο, ή αντίστοιχα ποιος ενίσταται ή συμμετέχει στη διαδικασία, δεν επηρεάζει αυτό καθαυτό τον δικαστικό έλεγχο. Αρχίζοντας από τον δεύτερο λόγο Έφεσης, που είναι ουσιαστικός, να λεχθεί πως, αν και στον Νόμο 9/1965 δεν προβλέπεται χρονικό όριο εντός του οποίου ο ενυπόθηκος πιστωτής μπορεί να πλειστηριάσει, στον βαθμό που οποιαδήποτε διαδικασία εκποίησης ενυπόθηκης περιουσίας, μη εξαιρουμένης της διαδικασίας του Μέρους VIA, μπορεί να θεωρηθεί «αγωγή» για τους σκοπούς των νόμων που ρυθμίζουν την παραγραφή[2], η τελευταία δεν είναι άσχετο ζήτημα. Στην προκειμένη περίπτωση απασχόλησε τον Εφεσείοντα, ο ίδιος έχοντας ως σημείο αναφοράς πως η υποθήκη παραχωρήθηκε το 1999, ουδέποτε διεκδικήθηκε από τον Εφεσείοντα οτιδήποτε βάσει αυτής, και η απαίτηση πληρωμής του ενυπόθηκου χρέους έγινε το
- Από τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα, φαίνεται πως η απαίτηση πληρωμής έγινε για πρώτη φορά το 2003, όχι το
- Εν πάση περιπτώσει, ο περί Παραγραφής Νόμο Κεφ. 15 και έπειτα ο περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμος 66(Ι)/2012 είχαν εξέλιξη που φαίνεται να μην επέτρεψαν την πάροδο 12 ετών χρόνου παραγραφής από την απαίτηση πληρωμής. Για να κατανοήσει και ο Εφεσείων, ο χρόνος παραγραφής δεν ταυτίζεται αναγκαστικά με τον χρόνο ημερολογιακά. Ειδικότερα, η ισχύς του Κεφ. 15 είχε ανασταλεί με τον περί Αναστολής της Παραγραφής Νόμο 57/
- Κατά τον χρόνο της απαίτησης πληρωμής εδώ, το 2003, δεν υφίστατο σε ισχύ νόμος και δεν είχε αρχίσει να τρέχει χρόνος παραγραφής. Ο περί Αναστολής του Χρόνου Παραγραφής (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμος 110(Ι)/2002, που τέθηκε σε ισχύ την 01.06.2005, κατήργησε μεν τον Νόμο 57/1964, και επανάφερε τη ροή του χρόνου παραγραφής για αρκετές περιπτώσεις, αλλά, και πάλι, με σειρά νόμων που ακολούθησαν σύντομα, από το 2007 έως το 2011, η εφαρμογή του Κεφ. 15 είχε ανασταλεί. Με τον Νόμο 66(Ι)/2012, που τέθηκε σε ισχύ την 01.07.2012, καταργήθηκε μεν ο Νόμος 110(Ι)/2002, αλλά με το άρθρο 26 παρατάθηκε το σημείο έναρξης του χρόνου παραγραφής, για ένα έτος από την θέση σε ισχύ του Νόμου 66(Ι)/2012, και έπειτα, με περαιτέρω νόμους, παρατείνονταν και πάλι το χρονικό σημείο έναρξης του χρόνου παραγραφής, μέχρι την 01.01.2016, που τελικά καταργήθηκε και το άρθρο
- Πέραν αυτών των διαδοχικών αναστολών των νομοθετικών ρυθμίσεων που επέβαλλαν την προσμέτρηση χρόνου παραγραφή, με αποτέλεσμα να μην συμπληρωθεί χρόνος παραγραφής 12 ετών, ο ενυπόθηκος πιστωτής, όπως ανέφερε στο Δικαστήριο η Εφεσίβλητη και δεν αμφισβητήθηκε, κατέθεσε αίτηση για αναγκαστική εκποίηση (άρα «αγωγή») το 2006, διακόπτοντας έτσι ούτως ή άλλως τον χρόνο παραγραφής. Δεν δημιουργήθηκε δηλαδή (ως είναι η ουσία της ύπαρξης χρόνου παραγραφής) οποτεδήποτε δικαιολογημένος εφησυχασμός στον Εφεσείοντα, πως ο ενυπόθηκος πιστωτής δεν θα επιδιώξει την άσκηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από τον ενυπόθηκο τίτλο. Και με τη μαρτυρία του Εφεσείοντος, δεν φαίνεται ότι ο Εφεσείων είχε εύλογους λόγους να αναμένει πως η Εφεσίβλητη δεν θα προχωρήσει με διαδικασία πλειστηριασμού, ώστε να μπορεί να επωφελείται από τις διατάξεις περί παραγραφής. Δεν ευσταθεί ο δεύτερος λόγος Έφεσης. Όσον αφορά τον πρώτο λόγο Έφεσης, ο τύπος της Ειδοποίησης ΙΑ που εκδίδει ο ενυπόθηκος πιστωτής καθορίζεται στον Τύπο ΙΑ που περιέχεται στο Δεύτερο Παράρτημα του Νόμου. Το ότι ακολουθείται ο νόμιμος τύπος διασφαλίζει ότι η Ειδοποίηση ΙΑ πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 44Γ
(2), δηλαδή ότι κάνει αναφορά σε ό,τι χρειάζεται. Ο λόγος Έφεσης του άρθρου 44Γ
(3)(α) δεν σημαίνει απλά σύγκριση της Ειδοποίησης ΙΑ με τον Τύπο ΙΑ που περιέχει το Δεύτερο Παράρτημα του Νόμου, εάν είναι ίδια κείμενα ή εάν αποκλίνουν σε λέξεις ή γράμματα. Εάν ο νομοθέτης ήθελε να βάλει το Δικαστήριο σε τόσο επιφανειακό ρόλο, να προβαίνει σε συγκρίσεις εγγράφων που εκδίδει ο ενυπόθηκος πιστωτής με νόμιμους τύπους, θα το έλεγε χωρίς πρόσθετη ρητή αναφορά σε απαιτούμενες (από τον Νόμο) προϋποθέσεις περιεχομένου. Αναφερόμενος και σε προϋποθέσεις περιεχομένου, δίδει τη δυνατότητα στο Δικαστήριο - δυνατότητα που συνυφαίνεται με την ιδιότητά του ως Δικαστήριο που ενεργεί ως Εφετείο, όπως σε κάθε άλλη περίπτωση και κατά πράξεων του Διευθυντή του Κτηματολογίου για τους σκοπούς του Νόμου 9/1965 ή του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου Κεφ.224, που ασκεί αναθεωρητικό έλεγχο - να ασκήσει και εδώ τέτοιο αναθεωρητικό έλεγχο. Να ελέγξει εάν ο ενυπόθηκος πιστωτής που χρησιμοποιεί τη διαδικασία του Μέρους VIA του Νόμου 9/1965 ενήργησε νόμιμα και ορθά ως προς την έκδοση της Ειδοποίησης ΙΑ με την οποία όρισε πλειστηριασμό, με βάση ό,τι δικαιούται να πράξει στο πλαίσιο του Νόμου 9/1965. Ειδικότερα, η αναφορά σε απαιτούμενες προϋποθέσεις περιεχομένου παραπέμπει σε ό,τι απαιτείται από τον Νόμο να περιέχει η Ειδοποίηση ΙΑ, όχι μόνο σε ό,τι απαιτείται να αναφέρει ως διατυπωμένο κείμενο. Και ό,τι ουσιαστικά περιέχει, ως δεύτερη ειδοποίηση που εκδίδεται στο πλαίσιο της διαδικασίας του Μέρους VIA, συναρτάται αναγκαστικά με τη διαδικασία έκδοσής της. Το Δικαστήριο ελέγχει έτσι όλη την αλυσίδα των ενεργειών του ενυπόθηκου πιστωτή μέχρι την έκδοση και επίδοση της Ειδοποίησης ΙΑ, περιλαμβανομένου και του εάν η απαίτηση πληρωμής που έγινε δια της Ειδοποίησης Ι (και αναφέρεται στην Ειδοποίηση ΙΑ) έγινε με τρόπο που δικαιολογεί την έκδοση της Ειδοποίησης ΙΑ. Με κάποια διαφορετική ερμηνευτική προσέγγιση, θα μπορούσε ο ενυπόθηκος πιστωτής να εκδίδει απλά Ειδοποίηση ΙΑ και χωρίς να έχει καν προηγηθεί οποιαδήποτε άλλη διαδικασία (να μην έχει εκδώσει ούτε Ειδοποίηση Ι), μόνον επειδή η Ειδοποίηση ΙΑ συνάδει απόλυτα με τον νόμιμο τύπο ΙΑ, να προτάσσεται στον Εφεσείοντα ότι δεν μπορεί να ανακόψει τον πλειστηριασμό που εξαγγέλλεται δια της προσβαλλόμενης Ειδοποίησης ΙΑ, επειδή οι λόγοι Έφεσης του άρθρου 44Γ
(3)δεν προβλέπουν ρητά κάτι τέτοιο. Το άρθρο 44Β προβλέπει πως, σε περίπτωση υπερημερίας κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 27 ως αποτέλεσμα της οποίας ολόκληρο το ενυπόθηκο χρέος καθίσταται πληρωτέο και η υπερημερία αφορά σε περίοδο όχι μικρότερη των 120 ημερών από την ημερομηνία που αυτό καθίσταται πληρωτέο δυνάμει των όρων της σύμβασης ή των διατάξεων του Νόμου, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει στη διαδικασία που προβλέπεται στο Μέρος VIA, εκτός εάν με βάση τις διατάξεις οποιωνδήποτε άλλων νόμων ή Κανονισμών ή οδηγιών η προώθηση της διαδικασίας αναγκαστικής πώλησης του ενυποθήκου ακινήτου εκ μέρους του ενυπόθηκου πιστωτή ανασταλεί. Οποιαδήποτε ειδοποίηση ως προς παρατηρηθείσα υπερημερία ή απαίτηση για πληρωμή του ενυπόθηκου χρέους η οποία αποστέλλεται από ενυπόθηκο πιστωτή που είναι αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα δυνάμει των διατάξεων του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου 66(Ι)/1997 προς τον ενυπόθηκο οφειλέτη ή προς οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο συνοδεύεται από την ειδοποίηση που αναφέρεται στον Τύπο Θ του Δεύτερου Παραρτήματος, η οποία αποστέλλεται μόνο μία φορά· δεν υπάρχει υποχρέωση αποστολής της εάν ο ενυπόθηκος δανειστής έχει εξασφαλίσει δικαστική απόφαση εναντίον του ενυπόθηκου οφειλέτη ή εάν υπάρχει κατατεθειμένη αίτηση πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VI. Οι διατάξεις του Μέρους VIA περιλαμβάνουν το στάδιο της Ειδοποίησης Ι και το στάδιο της Ειδοποίησης ΙΑ. Όσον αφορά την Ειδοποίηση Ι (Τεκμήριο 1) και την Ειδοποίηση ΙΑ (Τεκμήριο Α) που εκδόθηκαν στην προκειμένη περίπτωση, συνάδουν με τους νόμιμους τύπους Ι και ΙΑ αντίστοιχα, που περιέχονται στο Δεύτερο Παράρτημα του Νόμου. Δεν παρατηρείται απόκλιση που να τις καθιστά παράτυπες. Ότι δεν αναφέρεται η ορθή ημερομηνία απαίτησης πληρωμής του εξασφαλιζόμενου χρέους στην Ειδοποίηση ΙΑ, δεν αναιρεί το γεγονός (γνωστό στον Εφεσείοντα), ότι το χρέος ήταν υπερήμερο. Δεν πάσχει ουσιαστικά ή νομικά η απόφαση της Εφεσίβλητης να χρησιμοποιήσει τη διαδικασία του Μέρους VIA για ένα τέτοιο υπερήμερο χρέος. Ο τρόπος αναφοράς των οφειλόμενων ποσών και του τόκου, είτε στην Ειδοποίηση Ι είτε στην Ειδοποίηση ΙΑ (η δικαστική απόφαση δεν ενδιαφέρει τη διαδικασία αυτή, εκτός από τον λόγο που έχει αναφέρει η Εφεσίβλητη, τη διεκδίκηση των εξόδων της), επίσης, δεν αποκλίνουν σε βαθμό παρατυπίας ικανής να ματαιώσει τον πλειστηριασμό. Αναφέρεται η οφειλή με βάση τους Τύπους Ι και ΙΑ αντίστοιχα. Με τρόπο που καθίσταται ξεκάθαρο τι οφείλει ο παραλήπτης της Ειδοποίησης Ι να πληρώσει, εάν επιθυμεί, για να μην εκποιηθεί το ακίνητο. Δεν προκύπτει ασάφεια η αμφιβολία ως προς το τι πρέπει να πληρωθεί. Μπορεί ασφαλώς να διαφωνεί ο Εφεσείων με το ύψος του χρέους ή με τον τρόπο υπολογισμού του ενυπόθηκου χρέους, αλλά το Δικαστήριο σε αυτή την δικαιοδοσία δεν ελέγχει την ορθότητα των υπολογισμών του ενυπόθηκου πιστωτή και δεν μπαίνει σε διαδικασία να διαγνώσει το ύψος του ενυπόθηκου χρέους· ελέγχει εάν δόθηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας τυχόν νομοθετημένη δυνατότητα αμφισβήτησης του χρέους (π.χ. δια των της Ειδοποίησης Θ, όπου αποστέλλεται, ή δια της Ειδοποίησης Ι). Επιδόθηκαν και οι δύο Ειδοποιήσεις, Ι και ΙΑ, με τρόπο που εμπίπτει στην έννοια της «επίδοσης». Δεν φαίνεται από τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα να αφέθηκε πίσω πρόσωπο που θα μπορούσε να θεωρείται ενδιαφερόμενο πρόσωπο. Η έκδοση της Ειδοποίησης ΙΑ (Τεκμήριο Α) φαίνεται πως έγινε την 30.09.2021, μετά από τη λήξη της προθεσμίας των 45 ημερών που τέθηκε με την Ειδοποίηση Ι ημερομηνίας 15.10.2020 (Τεκμήριο 1) που επιδόθηκε την 24.02.
- Άπρακτα. Με την Ειδοποίηση Ι απαιτήθηκε η πληρωμή χρέους που κατέστη υπερήμερο για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τις 120 ημέρες (εφόσον απαιτήθηκε η πληρωμή του ενυπόθηκου δανείου από την 20.03.2003 και παρήλθαν οι 7 ημέρες που έθετε εκείνη η επιστολή). Εφόσον υπήρχε ήδη αίτηση για αναγκαστική πώληση με βάση τις διατάξεις του Μέρους VI, δεν χρειάζονταν η έκδοση Ειδοποίησης Θ. Η έκδοση και επίδοση της Ειδοποίησης ΙΑ έγινε εφόσον δεν υπήρξε συμμόρφωση με την Ειδοποίηση Ι για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει κατά πολύ την τασσόμενη προθεσμία, και εντός του οποίου, όπως είναι κατανοητό, ο Εφεσείων και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, εάν βεβαίως υπήρχε η πρόθεση και ιδίως η δυνατότητα, θα ανταποκρίνονταν στο περιεχόμενο της Ειδοποίησης Ι, εφόσον λήφθηκε γνώση αυτού. Δεν υπάρχει ελάττωμα στη διαδικασία που ακολούθησε η Εφεσίβλητη ικανό να οδηγήσει σε παραμερισμό της Ειδοποίησης ΙΑ. Σημειώνεται πως το ότι ο Εφεσείων εφεσίβαλε την Ειδοποίηση ΙΑ δεν θεωρείται από μόνο του καταχρηστικό, όπως ισχυρίζεται η Εφεσίβλητη. Έχει νόμιμο δικαίωμα να ζητήσει από το Δικαστήριο, μέσω της Έφεσής του, να αναθεωρήσει τη διαδικασία που ακολούθησε ο ενυπόθηκος πιστωτής και να ακουστούν οι λόγοι για τους οποίους θεωρεί πως χρειάζεται να παρέμβει το Δικαστήριο· όπως έχει νόμιμο δικαίωμα η Εφεσίβλητη να πλειστηριάσει με βάση τον τίτλο της μόνον, ακολουθώντας το Μέρος VIA του Νόμου. Ο Εφεσείων ήταν παρών και στη διαδικασία κατά την ημέρα της ακρόασης, δείχνοντας στο Δικαστήριο την έγνοια του για το αποτέλεσμα. Ακόμα κι αν οι λόγοι Έφεσης που επικαλέστηκε και ο τρόπος προβολής τους μπορεί δικαιολογημένα να οδήγησαν την Εφεσίβλητη στην πεποίθηση, όπως και το Δικαστήριο ώθησαν να διερωτηθεί, εάν η προσπάθεια του Εφεσείοντος απορρέει περισσότερο από την δική του επιθυμία να μην απωλέσει την υποθηκευμένη περιουσία του, δεν μπορεί να είναι μόνο γι' αυτό τον λόγο καταχρηστική. Θα πρέπει βεβαίως να τύχει υπόμνησης πως δυσάρεστη μεν αλλά αναμενόμενη συνέπεια της υποθήκευσης περιουσίας προς εξασφάλιση χρεών που δεν ικανοποιούνται είναι η απώλειά της. Στην προκειμένη περίπτωση, λόγω και της θέσης της πρωτοφειλέτριας σε εκκαθάριση και της πτώχευσης του ίδιου του ενυπόθηκου οφειλέτη, φαίνεται πως είναι μονόδρομος για την Εφεσίβλητη να ικανοποιηθεί, στον βαθμό που μπορεί, από αυτή την εξασφάλιση. Κατάληξη Αναθεωρώντας τη διαδικασία έκδοσης της Ειδοποίησης ΙΑ από την Εφεσίβλητη στην προκειμένη περίπτωση, σε συνάρτηση με τη διαδικασία που προβλέπει το Μέρος VIA του Νόμου 9/1965, έχει διαπιστωθεί πως η διαδικασία που ακολουθήθηκε από την Εφεσίβλητη είναι σύμφωνη με τον Νόμο 9/1965 και ορθή, και ότι δεν συντρέχει λόγος δικαστικής παρέμβασης για τον παραμερισμό της Ειδοποίησης ΙΑ ή για την ακύρωση του εξαγγελθέντος δι' αυτής πλειστηριασμού την 17.12.
- Για τους λόγους που εξηγήθηκαν, η Έφεση απορρίπτεται. Τα έξοδα της διαδικασίας, ακολουθώντας τον Κανόνα σε σχέση με τα έξοδα, επιδικάζονται υπέρ της Εφεσίβλητης και εναντίον του Εφεσείοντος, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Βλ. και άρθρο 5 § 2 και άρθρο 9 § 7 και άρθρο 54 του περί Πτώχευσης Νόμου Κεφ.
- [2] Άρθρο 5 § 2 του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου 66(Ι)/
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο