← Κύπρος

INTELISOFTCY LTD ν. ΠΑΤΣΙΑΟΥΡΟΥ, Αγωγή αρ. 1158/2020, 29/12/2021

INTELISOFTCY LTD ν. ΠΑΤΣΙΑΟΥΡΟΥ, Αγωγή αρ. 1158/2020, 29/12/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A273 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 1158/2020 INTELISOFTCY LTD Ενάγουσα v. ΧΧΧΧ ΠΑΤΣΙΑΟΥΡΟΥ Εναγόμενη Ημερομηνία: 29 Δεκεμβρίου 2021 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: Λ. Λαζάρου για Στέλιος Α. Θωμά ΔΕΠΕ Για Εναγόμενη: Α. Χαριλάου για Αργεντούλα Ιωάννου ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Δικόγραφα και επίδικα θέματα Η Ενάγουσα, εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο που ασχολείται με λογιστικές εργασίες, επιχειρεί να ανακτήσει ποσό €1.176,00 που ισχυρίζεται πως κατέβαλε στην Εναγόμενη με την οποία βρίσκονταν σε σχέση εργασίας ως μισθό για τον Σεπτέμβριο 2019, εκ λάθους και βάσει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ενώ η Εναγόμενη ήταν σε άδεια άνευ απολαβών. Την 30.04.2020 τερματίστηκε η απασχόληση της Εναγόμενης και στη συνέχεια ανακαλύφθηκε το λάθος, αλλά η Εναγόμενη αρνήθηκε να επιστρέψει το ποσό αυτό οικειοθελώς, παρά την απαίτηση πληρωμής που έγινε από την Ενάγουσα την 20.05.2020 και έπειτα με επιστολή των δικηγόρων της Ενάγουσας την 02.06.

  1. Η Εναγόμενη δεν αμφισβητεί ότι τον μήνα Σεπτέμβριο 2019 απουσίασε από την εργασία της. Η απουσία της ήταν για σοβαρούς λόγους υγείας του υιού της, λόγος για τον οποίο η Ενάγουσα είχε εκφράσει την πρόθεση να στηρίξει την Εναγόμενη, πληρώνοντάς της κανονικά ποσό στο ύψος του μισθού της για τον Σεπτέμβριο
  2. Συνεπώς είναι η θέση της πως η πληρωμή έγινε οικειοθελώς και χαριστικά. Η Εναγόμενη δεν θεωρεί ότι υπήρξε λάθος από μέρους της Ενάγουσας, θίγει το γεγονός πως η απαίτηση για ανάκτηση έγινε αρκετούς μήνες μετά την πληρωμή, ενώ η Ενάγουσα είναι εταιρεία παροχής λογιστικών υπηρεσιών και δεν θα της διέφευγε μια λανθασμένη πληρωμή, εκφράζοντας έτσι και την πεποίθηση ότι υπάρχουν αλλότρια κίνητρα. Ισχυρίζεται πως η απόλυσή της ήταν παράνομη και ότι η Ενάγουσα παράβηκε και πρόνοιες που διέπουν την εργασία, αποκόπτοντας μέρος του μισθού της για τον μήνα Μάρτιο 2020 ή και την αναλογία 13ου μισθού. Η Εναγόμενη δεν αρνείται ότι έλαβε ηλεκτρονική επιστολή της Ενάγουσας την 20.05.2020 και επιστολή του δικηγόρου της ημερομηνίας 02.06.202, που απαντήθηκαν, εκφράζοντας την άρνησή της να επιστρέψει χρήματα. Με απαντητικό δικόγραφο, η Ενάγουσα αρνείται τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης και επαναλαμβάνει την δική της εκδοχή ως προς τα γεγονότα, επισημαίνοντας πως το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν έχει τη δικαιοδοσία να εξετάσει τη νομιμότητα της απόλυσης της Εναγόμενης ή οποιωνδήποτε μισθολογικών αποκοπών. Επίδικο, εκ των δικογράφων, είναι εάν το ποσό των €1.176,00 πληρώθηκε στην Εναγόμενη εκ λάθους και αχρεωστήτως και με τρόπο που να δικαιολογεί ανάκτηση ή εάν πληρώθηκε στην Εναγόμενη οικειοθελώς και ως δώρο και με τρόπο που μπορεί να λειτουργήσει ως νομιμοποιητική βάση λήψης και διατήρησης του οφέλους. Δικαιοδοσία Το Επαρχιακό Δικαστήριο, όπως ορθά υποστηρίζει στο απαντητικό δικόγραφό της η Ενάγουσα, δεν επιλαμβάνεται ζητημάτων που εμπίπτουν στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, όπως η νομιμότητα του τερματισμού της απασχόλησης της Εναγόμενης ή των μισθολογικών αποκοπών που ισχυρίζεται (απαντώντας βεβαίως σε αντίστοιχους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Ενάγουσας[1]). Συναφώς, να λεχθεί πως, ακόμα κι αν το ζήτημα της καθ' ύλην αρμοδιότητας, και κατ' επέκταση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου αυτού, δεν εγείρεται από οποιονδήποτε εκ των διαδίκων, ως ζήτημα δημοσίας τάξης, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, χωρίς η συναίνεση των διαδίκων να μπορεί να αποτελέσει πηγή άντλησης δικαιοδοσίας[2]. Η καθ' ύλη αρμοδιότητα προσεγγίζεται με βάση το σύνολο των δικογραφημένων ισχυρισμών του προσώπου που ενάγει, και μένει υπό εξέταση μέχρι τέλους. Ο περί Ετησίων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμος 8/1967 καθίδρυσε το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, στην αποκλειστική αρμοδιότητα του οποίου εμπίπτουν, κατά το άρθρο 12, μεταξύ άλλων, όλες οι διαφορές που αναφύονται συνεπεία της εφαρμογής του Νόμου 8/1967 ή και του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου 24/1967 ή του περί Προστασίας των Μισθών Νόμου 35(Ι)/2007, και άλλων νόμων που διέπουν τα εργασιακά θέματα, όπως και όλες οι «εργατικές διαφορές», περιλαμβανομένων παρεμπιπτόντων ή συμπληρωματικών ζητημάτων· εμπίπτουν και οι αυτοτελείς αξιώσεις που εγείρονται από σύμβαση εργασίας, και περιλαμβάνουν απαιτήσεις για ετήσιες άδειες, δεδουλευμένο ημερομίσθιο, φιλοδώρημα, 13ο μισθό και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα προκύπτει από νόμο, κανονισμό, έθιμο, ατομική ή συλλογική σύμβαση[3], ή και αστικές διαφορές που αναφύονται συνεπεία της εφαρμογής του περί Προστασίας της Μητρότητας Νόμου 100(Ι)/1997 ή άλλων νόμων που ρητά παραπέμπουν στην υλική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Η «εργατική διαφορά» ορίζεται στις ερμηνευτικές διατάξεις των νόμων αυτών ως η διαφορά μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων ή αναμεταξύ εργαζομένων, σε σχέση προς την απασχόληση ή την μη απασχόληση ή τις συνθήκες απασχόλησης ή τους όρους απασχόλησης οποιωνδήποτε προσώπων, είτε εργαζόμενων στον εργοδότη μετά του οποίου εγείρεται η διαφορά, είτε μη. Μέσα στο πλέον διευρυμένο[4] και εξειδικευμένο ρυθμιστικό πλαίσιο των ζητημάτων που αναφύονται από σχέσεις εργασίας, ενεργές ή που έχουν τερματισθεί, που βρίσκονται σε συνεχή διάλογο εναρμόνισης με Ευρωπαϊκές Οδηγίες και διεθνή κείμενα και εκτείνονται στην ευρύτερη κοινωνική προστασία του εργαζόμενου σε συνάρτηση με τα δικαιώματα του εργοδότη, το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, με τη δική του ειδική και αποκλειστική δικαιοδοσία, διαδραματίζει σημαντικό ρόλο. Από την άλλη, η γενική αστική δικαιοδοσία επί αξιώσεων για ανάκτηση οφέλους μισθού που καταβλήθηκε λανθασμένα ή αχρεωστήτως, σε αδιαμφισβήτητη βάση ότι για την υπό αναφορά περίοδο (Σεπτέμβριος 2019) υφίστατο άδεια άνευ απολαβών και επί της υπεράσπισης ότι υπήρχε νομιμοποιητική βάση που ερείδεται σε δωρεά μη συνδεόμενη με την απασχόληση αλλά με ανθρωπιστικούς λόγους, δεν μπορεί να αποκλειστεί. Στον βαθμό που τα επίδικα θέματα δεν φαίνονται άμεσα σχετικά με την εφαρμογή των προαναφερόμενων ή άλλων νόμων που διέπουν την εργασία και με παρεμφερή ή συμπληρωματικά ζητήματα που δίδουν αποκλειστική δικαιοδοσία στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, είναι εφικτή η ανάληψη της δικαιοδοσίας από το παρόν Δικαστήριο. Διαδικασία Η ακρόαση της διαφοράς αυτής διεξήχθη με τη διαδικασία της ταχείας εκδίκασης που προβλέπει η Δ.30,κ.6 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠΔ), χωρίς την εισαγωγή προφορικής μαρτυρίας. Γι' αυτό, κατέθεσαν γραπτή μαρτυρία, εκ μέρους της Ενάγουσας, ο κύριος ΧΧΧΧ (ΜΕ1), ο κύριος ΧΧΧΧ (ΜΕ2) και η κυρία ΧΧΧΧ (ΜΕ3), ενώ προς υποστήριξη της υπεράσπισης της Εναγόμενης κατέθεσαν γραπτή μαρτυρία η ίδια η Εναγόμενη (ΜΥ1) και ο κύριος ΧΧΧΧ (ΜΥ2). Προσκομίστηκε περαιτέρω έγγραφη μαρτυρία, στην οποία θα γίνει αναφορά στη συνέχεια. Ακολούθως, οι συνήγοροι των διαδίκων κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις, επιχειρηματολογώντας προς υποστήριξη της απαίτησης της Ενάγουσας και της υπεράσπισης της Εναγόμενης αντίστοιχα. Είναι υπόψη του Δικαστηρίου ό,τι έχει αναφερθεί, ακόμα κι αν δεν αναπαράγεται αυτολεξεί. Μαρτυρία και πραγματικό πλαίσιο Το Δικαστήριο δέχεται μαρτυρία μόνον σχετικά με τα επίδικα θέματα. Σε σχέση με αυτά, ο ΜΕ1, διευθύνων σύμβουλος της Ενάγουσας, αναφέρει πως πρώτα τερματίστηκε η απασχόληση της Εναγόμενης και της καταβλήθηκε και τα ωφελήματα που δικαιούνταν, ως υπολογίστηκαν από την Ενάγουσα, δίδοντάς της να υπογράψει πως δεν είχε οποιαδήποτε απαίτηση από την Ενάγουσα, και όταν σε μεταγενέστερο χρόνο η υπεύθυνη του λογιστηρίου προέβη σε έλεγχο για το 2019, διαπίστωσε ότι εκ λάθους καταβλήθηκε μισθός στην Εναγόμενη για τον μήνα Σεπτέμβριο 2019 ενώ η Εναγόμενη απουσίαζε με άδεια άνευ απολαβών και δεν έπρεπε να της καταβληθεί μισθός. Η ίδια είχε στείλει ηλεκτρονική επιστολή στην Εναγόμενη, την 20.05.2020, ζητώντας από την Εναγόμενη να επιστρέψει το ποσό των €1.176,00 που είναι μη δεδουλευμένος μισθός που της καταβλήθηκε εκ λάθους, και η ίδια ισχυρίστηκε πως της παραχωρήθηκε οικειοθελώς από τον ίδιο τον ΜΕ1, ισχυρισμό που ο ΜΕ1 απορρίπτει ως ψευδή, εξηγώντας πως δεν προβαίνει σε εξαιρέσεις στον χώρο εργασίας ούτε χαρίζει μισθούς σε εργαζόμενους που απουσιάζουν από την εργασία τους. Ο ΜΕ1 αναφέρει πως προβληματίστηκε για το γεγονός πως, ενώ η Εναγόμενη είχε λάβει μισθό για μήνα που δεν εργάστηκε, το απέκρυψε και κράτησε τα χρήματα, και κατέφυγε σε δικηγόρο. Στην επιστολή του δικηγόρου της Ενάγουσας ημερομηνίας 02.06.2020, υπήρξε απάντηση αρχικά από δικηγόρο που εκπροσωπούσε την Εναγόμενη, την 09.06.2020, όπου η άρνησή της να επιστρέψει τα χρήματα συνοδεύονταν από ισχυρισμούς της εναντίον της Ενάγουσας, που ο ΜΕ1 εκλαμβάνει ότι τέθηκαν προς εκφοβισμό της Ενάγουσας και προκειμένου να αποφύγει την επιστροφή των χρημάτων, έπειτα άλλος δικηγόρος εκπροσώπησε την Εναγόμενη απέστειλε νέα επιστολή την 19.06.2020 με την οποία επέμεινε ότι ο μη δεδουλευμένος μισθός της καταβλήθηκε οικειοθελώς, ισχυρισμός που και πάλι δεν ισχύει, κατά τον ΜΕ
  3. Ο ΜΕ1 προσκομίζει περαιτέρω έγγραφη μαρτυρία. Ειδοποίηση τερματισμού απασχόλησης ημερομηνίας 30.04.2020 από την Ενάγουσα προς την Εναγόμενη, μαζί με επιστολή ημερομηνίας 08.05.2020 από την Ενάγουσα προς την Εναγόμενη που περιέχει υπολογισμό της καταβλητέας αποζημίωσης έναντι προειδοποίησης, και μαζί με δήλωση αποδοχής από την Εναγόμενη ημερομηνίας 15.05.2020, σημειώνονται από το Δικαστήριο μαζί ως Τεκμήριο 1 για τους σκοπούς της διαδικασίας. Ηλεκτρονική επιστολή από την υπεύθυνη λογιστηρίου της Ενάγουσας προς την Εναγόμενη ημερομηνίας 20.05.2020, με την οποία ζητείται η επιστροφή του ποσού των €1.176,00 σημειώνεται ως Τεκμήριο
  4. Απαντητική ηλεκτρονική επιστολή από την Εναγόμενη προς την Ενάγουσα ημερομηνίας 25.05.2020 σημειώνεται ως Τεκμήριο
  5. Στο Τεκμήριο 3, η Εναγόμενη δεν αρνείται ότι η άδεια που έλαβε από την εργασία της ήταν άνευ απολαβών, αλλά ισχυρίζεται ξεχωριστή απόφαση της Ενάγουσας να επιδείξει γενναιοδωρία και λόγω των οικογενειακών της προβλημάτων να μην της στερήσει τον μισθό του μήνα Σεπτεμβρίου
  6. Επιστολή του δικηγόρου της Ενάγουσας ημερομηνίας 02.06.2020 προς την Εναγόμενη μαζί με αντίγραφο της ένορκης δήλωσης επίδοσής της σημειώνεται ως Τεκμήριο
  7. Ο ΜΕ2, υπεύθυνος του τμήματος υποστήριξης στις υπηρεσίες της Ενάγουσας, σε σχέση με τα επίδικα θέματα, αναφέρει πως το αίτημα της Εναγόμενης ήταν για άδεια άνευ απολαβών για τον μήνα Σεπτέμβριο 2019, αίτημα που ο ίδιος ενέκρινε. Ο ίδιος συνέταξε την ειδοποίηση τερματισμού της απασχόλησης της Εναγόμενης, η οποία υπέγραψε ενώπιον του την βεβαίωση ημερομηνίας 15.05.2020 έχοντας λάβει την υπολογισθείσα αποζημίωση. Η υπόλοιπη μαρτυρία του ΜΕ2, σε σχέση με την απόδοση ή τους λόγους τερματισμού της απασχόλησης της Εναγόμενης, δεν είναι σχετική με τα επίδικα θέματα. Η ΜΕ3, υπεύθυνη λογιστηρίου στις υπηρεσίες της Ενάγουσας, αναφέρει πως τον Απρίλιο του 2020 ενημερώθηκε από τον υπεύθυνο του τμήματος υποστήριξης της Ενάγουσας ότι τερμάτιζε την εργασία της Εναγόμενης, και της ζητήθηκε να υπολογίσει την αποζημίωση που δικαιούνταν η Εναγόμενη. Με βάση το μηνιαίο εισόδημα της Εναγόμενης και τις δύο εβδομάδες προειδοποίησης, υπολογίστηκε ένα ποσό αποζημίωσης, από το οποίο αφαιρέθηκε ένα ποσό από τον Μάρτιο 2020, λαμβάνοντας υπόψη το επίδομα του 60% από το Κυβερνητικό σχέδιο για τη στήριξη των επιχειρήσεων κατά τη διάρκεια της πανδημίας, ετοίμασε προσωπικά την επιστολή με την ανάλυση των ποσών, την οποία έδωσε στην Εναγόμενη, που την αποδέχθηκε και την υπέγραψε. Τον ίδιο μήνα διενεργούσε τον ετήσιο έλεγχο των λογιστικών βιβλίων της Ενάγουσας, όπου διαπίστωσε πως η Εναγόμενη πληρώθηκε για τον μήνα Σεπτέμβριο 2019 ενώ βρίσκονταν σε άδεια άνευ απολαβών. Την 20.05.2020, χωρίς οποιαδήποτε καθυστέρηση, ειδοποίησε την Εναγόμενη με ηλεκτρονική επιστολή της να επιστρέψει το ποσό αυτό, εξηγώντας της το λάθος, αλλά η Εναγόμενη αρνήθηκε, και ισχυρίστηκε ότι της χάρισε τα χρήματα αυτά ο διευθύνων σύμβουλος της Ενάγουσας. Η ΜΕ3 ισχυρίζεται πως υπεύθυνη για την καταβολή μισθών είναι μόνον η ίδια και ουδέποτε είχε λάβει οδηγίες από τον διευθύνοντα σύμβουλο της Ενάγουσας να πληρώσει χρήματα σε εργαζόμενο ενώ ήταν με άδεια άνευ απολαβών. Η πληρωμή μισθού στην Εναγόμενη για τον μήνα Σεπτέμβριο 2019 έγινε εκ παραδρομή ή λάθους. Η Εναγόμενη (ΜΥ1), στη δική της μαρτυρία σχετικά με τα επίδικα θέματα, αναφέρει πως περί τον Ιούλιο 2019 είχε ζητήσει άδεια για τον μήνα Σεπτέμβριο 2019 για προσωπικούς λόγους που σχετίζονταν με το σοβαρό πρόβλημα υγείας του ανήλικου υιού της, ο οποίος έπρεπε να υποβληθεί σε μεταμόσχευση οργάνου και γιατί θα έπρεπε, ως η μητέρα του, να βρίσκεται δίπλα του, περιγράφοντας πως η περίοδος που περνούσε, σε οικογενειακό και ατομικό επίπεδο, ήταν ιδιαίτερα δύσκολη. Το Δικαστήριο δεν ακούει μαρτυρία σχετικά με τους λόγους για τους οποίους η Εναγόμενη χρειάστηκε άδεια ή για τα ιατρικά προβλήματα του υιού της ή τον τερματισμό της απασχόλησης της Εναγόμενης. Όπως η Εναγόμενη ισχυρίζεται στην παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσής της «η Ενάγουσα τον ίδιο μήνα ενέκρινε το αίτημα μου για άδεια, λέγοντας μου ότι έχω την απόλυτη στήριξή τους». Την 10.09.2019, μετά το χειρουργείο στο οποίο υποβλήθηκε ο υιός της και ενώ ακόμα βρίσκονταν στην μονάδα εντατικής θεραπείας, ήταν η ίδια η ΜΕ3 που επικοινώνησε μαζί της τηλεφωνικώς και της ανέφερε πως ο ΜΕ1 είχε αποφασίσει να δώσει στην Εναγόμενη ποσό που αντιστοιχεί στον μισθό της για τον μήνα Σεπτέμβριο 2019, δηλαδή €1.176,00, ως δώρο, για να την στηρίξει η Ενάγουσα στις δύσκολες ώρες που περνούσε. Στο εν λόγω τηλεφώνημα ήταν παρών και ο σύζυγος της Ενάγουσας. Περί της αρχές Οκτωβρίου 2019, της τηλεφώνησε ξανά η ΜΕ3 και της ανέφερε ότι το ποσό που θα της χορηγούσε η Ενάγουσα βρίσκονταν στο γραφείο της και μπορούσε να το παραλάβει οποτεδήποτε ήθελε ή να στείλει τον σύζυγό της να το παραλάβει. Λίγες ημέρες μετά, την ίδια συζήτηση επανέλαβε και ο ΜΕ
  8. Και στα δύο τηλεφωνήματα, ήταν μπροστά και ο σύζυγός της. Πράγματι, με την επιστροφή της στην εργασία της, περί την 14.10.2019, της δόθηκε από την Ενάγουσα ποσό €1.176,00, μετρητά, μέσα σε φάκελο, της το έδωσε η ΜΕ3, η οποία της ανέφερε πως ήταν δώρο. Συνεπώς, δεν μπορούσε να μην συμπεράνει ότι πρόκειται για δώρο, για το οποίο είχε ευχαριστήσει τους ΜΕ3 και ΜΕ
  9. Προσκομίζει, η Εναγόμενη, δέσμη με τις καταστάσεις μισθοδοσίας της, που σημειώνεται από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο
  10. Η Εναγόμενη θεωρεί πως η αναζήτηση της επιστροφής του ποσού αυτού μετά την απόλυσή της είναι κακόβουλη. Την 14.10.2019 της είχε δοθεί σε μετρητά το ποσό αυτό που βρίσκονταν ήδη κάποιες ημέρες στο γραφείο της ΜΕ3, επομένως η Εναγόμενη αρνείται ότι το ποσό αυτό της καταβλήθηκε ως μισθός για τον μήνα Σεπτέμβριο 2019 και εκ λάθους. Το γραφείο στο οποίο εργάζονταν δεν είναι κάποια μεγάλη επιχείρηση όπου η απουσία του ενός δεν είναι αντιληπτή από τον άλλο, είναι έξι άτομα σε ενιαίο χώρο, περιλαμβανομένων των ΜΕ2 και ΜΕ3, επομένως δεν δικαιολογείται να λείπει κάποιος από την εργασία του και να του καταβληθεί εκ λάθους μισθός. Οι πληρωμές γίνονταν σε μετρητά και το δώρο επίσης της δόθηκε σε μετρητά. Όπως γνωρίζει, κάθε φορά που γίνονταν κάποια πληρωμή ή πληρωμή μισθού, υπολογίζονταν οι ώρες απουσίας και η ΜΕ3 υπολόγιζε το ποσό που ζητούσε από την Τράπεζα, η ίδια μετρούσε και χώρισε τους φακέλους, οπότε η διαδικασία είναι τέτοια που δεν δικαιολογεί λάθος. Για την καταβολή μισθών των εργαζόμενων και την ετοιμασία των καταστάσεων μισθοδοσίας τους, η Ενάγουσα έβρισκε τις ώρες απουσίας και της αφαιρούσε, κάτι το οποίο φαίνεται και στο Τεκμήριο 5 («absent hours»). Όπως λέει η Εναγόμενη «η εν λόγω διαδικασία έπρεπε να είχε γίνει και για την καταβολή του μισθού μου για τον μήνα Σεπτέμβριο 2019, σε περίπτωση που όσα λέει η Ενάγουσα περί "λάθους" στην καταβολή του εν λόγω ποσού ίσχυαν». Θα έπρεπε να είχε εντοπιστεί το λάθος στο ίδιο το σημείο υπολογισμού. Η διαδικασία αυτή δεν ακολουθήθηκε καθότι στις ώρες απουσίας της αναγράφεται μηδέν. Άρα, συμπεραίνει, η εν λόγω απουσία δεν ήταν «λάθος» αλλά ακολουθήθηκε διαφορετική διαδικασία για να της δοθεί το χρηματικό ποσό χαριστικά. Εξάλλου, όπως αναφέρει, η Ενάγουσα ασχολείται με λογιστικές υπηρεσίες, επαναλαμβάνοντας πως η δήθεν ανακάλυψη λάθους τόσους μήνες μετά και μετά την απόλυσή της έχει αλλότρια κίνητρα. Υπέγραψε τη δήλωση αποδοχής της αποζημίωσης γιατί ήθελε να μην προσθέσει άλλα προβλήματα στη ζωή της, αλλά την πεποίθησή της για αλλότρια κίνητρα ενισχύει το γεγονός που αναφέρει πως λίγες ημέρες μετά την αποδέσμευσή της επικοινώνησε τηλεφωνικώς ο ΜΕ2 και της «επιτέθηκε», κατηγορώντας την ότι δήθεν προέβη σε καταγγελία εναντίον της στο Τμήμα Εργασίας για παράβαση της εργατικής νομοθεσίας, κάτι που ουδέποτε έπραξε, όπως του εξήγησε, αν και εκείνος επέμενε στη δική του εκδοχή επειδή δεν είχε φύγει άλλο άτομο από την Ενάγουσα εκείνη την περίοδο, θίγοντας μάλιστα πως ενώ η Ενάγουσα ήταν δίπλα στην Εναγόμενη τις δύσκολες στιγμές της, η Εναγόμενη φέρθηκε με αυτό τον τρόπο. Η Εναγόμενη μίλησε με το Τμήμα Εργασίας όπου της ανέφεραν ότι η καταγγελία ήταν ανώνυμη και στάλθηκε μέσω email. Σε μικρό χρονικό διάστημα μετά την αποδέσμευσή της και την προαναφερόμενη τηλεφωνική επικοινωνία με τον ΜΕ2 ήταν που έλαβε και την ηλεκτρονική επιστολή της ΜΕ3, την 20.05.2020, και ακολούθησε η μετέπειτα αλληλογραφία, που ανέφερε και η Ενάγουσα. Ο ΜΥ2, σύζυγος της Εναγόμενης, ανέφερε επίσης πως λόγω των προβλημάτων υγείας του ανήλικου υιού τους, η Εναγόμενη είχε ζητήσει άδεια από την εργασία της για τον μήνα Σεπτέμβριο 2019, η οποία εγκρίθηκε. Ήταν μπροστά στο τηλεφώνημα που έκανε στη σύζυγό του η ΜΕ3, περί την 10.09.2019, και της είπε πως ο διευθυντής τους είχε αποφασίσει να δώσει στην Εναγόμενο το αντίστοιχο ποσό του μισθού της για τον μήνα Σεπτέμβριο 2019 ως δώρο για να την στηρίξει στη δύσκολη στιγμή, γεγονός που προκάλεσε συγκίνηση στην Εναγόμενη, που την ευχαρίστησε. Αρχές Οκτωβρίου 2019 τηλεφώνησαν στη σύζυγό του η ΜΕ3 και ο ΜΕ2 και είπαν ότι τα χρήματα που θα χαρίζονταν ήταν στο γραφείο και μπορούσε να τα παραλάβει και ότι μπορούσε και ο ίδιος να τα παραλάβει, αλλά αποφάσισαν να τα παραλάβει η Εναγόμενη όταν επιστρέψει στην εργασία της. Όταν επέστρεψε στην εργασία της, την 14.10.2019, όπως του ανέφερε η Εναγόμενη, της δωρίστηκε ποσό €1.176,
  11. Είχε φέρει στο σπίτι ένα φάκελο με μετρητά, επιστρέφοντας από την εργασία της, και ανέφερε πως της δόθηκε το ποσό ως δώρο. Ο ΜΥ2 διαχειρίζονταν και τα χρήματα που έφερνε η Εναγόμενη στο σπίτι. Όταν τερματίστηκε η απασχόλησή της, στην απόφασή της να δεχθεί την υπογραφή του εντύπου και να αποδεσμευτεί, παρόλο που δεν συμφωνούσε με την απόφαση, διαδραμάτισε ρόλο και η ευγνωμοσύνη που ένιωθε από το γεγονός της στήριξης που παρείχε η Ενάγουσα σε αυτή κατά τη δύσκολη περίοδο που πέρασε. Ο ΜΥ2 αναφέρεται και στα γεγονότα που ακολούθησαν, όταν η Εναγόμενη κατηγορήθηκε για καταγγελία της Ενάγουσας και την απαίτηση για ανάκτηση του ποσού των €1.176,
  12. Θεωρεί ψευδή τον ισχυρισμό ότι δόθηκε έναντι μισθού και υποστηρίζει την εκδοχή της συζύγου του ότι επρόκειτο για δώρο. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας περιορίζεται στην έκταση των αμφισβητούμενων γεγονότων που προκύπτουν[5]. Σκοπεί στην εύρεση των πραγματικών γεγονότων επί των οποίων το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί. Αξιολογείται το περιεχόμενο της μαρτυρίας[6], από το οποίο δυνατόν να προκύπτουν και κρίσεις αναφορικά με την αξιοπιστία των μαρτύρων. Λόγω και του τρόπου παρουσίασης της μαρτυρίας στις υποθέσεις ταχείας εκδίκασης, το πλέγμα των κλασικών νομολογιακών αρχών προσαρμόζεται ανάλογα, με προσεγγίσεις απαλλαγμένες από εξωτερικές εντυπώσεις εκ της άμεσης συμπεριφοράς ή των αντιδράσεων στο εδώλιο του μάρτυρα[7] ή αντίστοιχα που να παρεμβάλλουν εκ του ύφους, της έκτασης ή των εξωτερικών γνωρισμάτων της γραφής ή της αφηγηματικής ικανότητας του συγγράψαντος την κάθε κείμενη εκδοχή. Η πληρότητα και η σαφήνεια ή η ελλειμματικότητα και η αοριστία επί των αμφισβητούμενων γεγονότων, η αμεσότητα ή η υπεκφυγή, οι συμπτώσεις και η λογική ή η ύπαρξη ουσιωδών αντιφάσεων ή υπερβολών[8], εν τέλει η πειστικότητα ή όχι της εκδοχής, είναι κριτήρια περιεχομένου που μπορούν να εξετάζονται και να λαμβάνονται υπόψη, συναρτώμενα με το σύνολο της μαρτυρίας, ασχέτως του έγγραφου ή έμμεσου τρόπου του λόγου των μαρτύρων, την απουσία πλήρους ζωντανής ατμόσφαιρας και την απόσταση του Δικαστηρίου από τον μάρτυρα και τους τρόπους συμπεριφοράς του (demeanour) ή τα έκδηλα στοιχεία της προσωπικότητάς του. Η κατάσταση μισθοδοσίας που προσκόμισε η Εναγόμενη για τον Σεπτέμβριο 2019 και περιέχεται στο Τεκμήριο 5 είναι δηλωτική ως προς το γεγονός που κατέθεσαν και οι ΜΕ1 και ΜΕ3, ότι το ποσό των €1.176,00 που καταβλήθηκε από την Ενάγουσα στην Εναγόμενη αναφέρθηκε από την Ενάγουσα στα αρχεία της και στις Αρχές ως αποδοχή μισθού για τον μήνα Σεπτέμβριο
  13. Και στη δική της μαρτυρία, η Εναγόμενη, αναφέρεται σε μισθό που θα της δίδονταν χαριστικά ή σε αντίστοιχο ποσό του μισθού της. Δεν αντικρούστηκε η μαρτυρία της Εναγόμενης ότι υπήρξε τηλεφωνική επικοινωνία μαζί της από τους ΜΕ3 και ΜΕ2 που της μετέφεραν κάποιαν απόφαση της Ενάγουσας, δια του ΜΕ1, να καταβληθεί στην Εναγόμενη το ποσό που αντιστοιχεί στο ύψος του (καθαρού) μισθού της ως δώρο, προς στήριξή της στις δύσκολες στιγμές που περνούσε. Ούτε η αλήθεια όσων ισχυρίστηκε η Εναγόμενη και ο ΜΥ2 σχετικά με το πρόβλημα υγείας του παιδιού τους έτυχε αμφισβήτησης. Δεν αμφισβητήθηκε ούτε ότι η Εναγόμενη έλαβε το ποσό αυτό υπό την εντύπωση που της προκλήθηκε, από τις επαναλαμβανόμενες προφορικές παραστάσεις των υπαλλήλων της Ενάγουσας, ότι η πληρωμή του ποσού των €1.176,00 συνιστά δώρο. Βεβαίως η εξ ακοής μαρτυρία της Εναγόμενης ή του ΜΥ2 περί ύπαρξης απόφασης της Ενάγουσας να δωρίσει ποσό €1.176,00, με τον τρόπο που μεταφέρθηκε στην Εναγόμενη, δεν αποδεικνύει και ύπαρξη απόφασης ειλημμένη από το νομικό πρόσωπο της Ενάγουσας· και το Τεκμήριο 5 δεν συνηγορεί ως προς το ότι, πέρα από τις προφορικές παραστάσεις, πράγματι λήφθηκε οποτεδήποτε απόφαση του νομικού προσώπου της Ενάγουσας για οικονομική βοήθεια προς την υπάλληλο που είχε ανάγκη. Η γραπτή επικοινωνία δεν ήταν ασυνήθιστος τρόπος επικοινωνίας μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης, όπως φαίνεται από την λοιπή μαρτυρία, αλλά δεν υπάρχει οποιοδήποτε άλλο στοιχείο, που να ενισχύει την εκδοχή της Εναγόμενης και του ΜΥ2 ότι η Ενάγουσα αποφάσισε να δωρίσει στην Εναγόμενη ποσό €1.176,
  14. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να δεχθεί ότι, ως γεγονός, η Ενάγουσα αποφάσισε να δωρίσει στην Εναγόμενη ποσό €1.176,
  15. Έχει όμως πειστεί ότι υπήρξαν οι προφορικές παραστάσεις από τους υπαλλήλους και εκπροσώπους της Ενάγουσας προς την Εναγόμενη, που δημιούργησαν στην Εναγόμενη την εντύπωση ότι η Ενάγουσα είχε αποφασίσει να της δωρίσει ποσό που αντιστοιχεί στον μισθό της, προς έμπρακτη στήριξη της Εναγόμενης στο πρόβλημα που περνούσε. Δεν αμφισβητήθηκε η μαρτυρία της Εναγόμενης ότι παρέλαβε αυτό το ποσό όταν επέστρεψε στην εργασία της, την 14.10.2019, σε μετρητά από την ΜΕ3, που κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν η υπεύθυνη πληρωμών στην Ενάγουσα, η οποία επίσης της ανέφερε προφορικά ότι τα χρήματα είναι δώρο. Όπως προκύπτει επίσης από το σύνολο της μαρτυρίας, ήταν κοινή γνώση, κατά τον χρόνο της πληρωμής, και χρονικά ευρύτερα, ότι η Εναγόμενη δεν εργάστηκε τον μήνα Σεπτέμβριο 2019 γιατί ήταν σε άδεια άνευ απολαβών. Η αναφορά της ΜΕ3 ότι ανακάλυψε το γεγονός ότι πληρώθηκε μισθός στην Εναγόμενη για τον μήνα Σεπτέμβριο 2019 κατά τον ετήσιο έλεγχο που διενήργησε τον Μάιο 2020, η οποία αμφισβητείται έντονα από την Εναγόμενη, δεν σχετίζεται άμεσα με τη διάγνωση εάν η πληρωμή έγινε στην Εναγόμενη εκ λάθους ή όχι. Είναι πιστευτή η μαρτυρία της ΜΕ3 ότι διενήργησε λογιστικό έλεγχο τον Μάιο 2020, που συνάδει και με το γεγονός ότι αυτή είναι η εργασία της, και ούτως ή άλλως ελέγχονταν οι οικονομικές εκκρεμότητες στη σχέση μεταξύ των μερών εκείνη την περίοδο, λόγω του τερματισμού της απασχόλησης της Εναγόμενης και του κλονισμού των σχέσεων τους, και ότι τότε διαπίστωσε τον τρόπο που έγινε η πληρωμή στην Εναγόμενη του ποσού των €1.176,00, και ότι ενδεχομένως το αρχείο της Ενάγουσας να παρουσίαζε λάθος. Τώρα, εάν ό,τι διαπίστωσε συνιστά λάθος, όχι απλώς λογιστικά και για τους σκοπούς της ίδιας της Ενάγουσας και της νομιμότητας που η ίδια έπρεπε να τηρεί, αλλά και με τη νομική σημασία που αναζητείται εδώ, που αναφέρεται στην πληρωμή καθαυτή και όχι στον τρόπο δήλωσης ή αναφοράς της ή σε άλλες μετέπειτα πράξεις της Ενάγουσας, θα εξεταστεί και περισσότερο στη συνέχεια. Δεν αμφισβητείται ότι τερματίστηκε η απασχόληση της Εναγόμενης και ότι μετέπειτα διαταράχθηκε η σχέση μεταξύ των μερών, ότι τότε ακολούθησε η απαίτηση της Ενάγουσας για ανάκτηση του ποσού, και η αλληλογραφία μεταξύ των μερών που κοινά επικαλούνται. Θα μπορούσε να λεχθεί πως δεν υφίσταται εκτεταμένη σύγκρουση ως προς τα γεγονότα που εκθέτουν οι μάρτυρες, και δεν φαίνεται στο Δικαστήριο ότι οποιοσδήποτε εκ των μαρτύρων δεν είπε την αλήθεια ως προς τα γεγονότα που κατέθεσε, στην έκταση που αναφέρθηκε σε γεγονότα (οι γνώμες και οι ερμηνείες δεν μπορούν να βοηθήσουν το Δικαστήριο), και ότι θα πρέπει να απορρίψει τη μαρτυρία του· ασχέτως εάν όσα αναφέρθηκαν μπορούν να στοιχειοθετήσουν την απαίτηση ή αντίστοιχα την υπεράσπιση, που είναι διαφορετικό ζήτημα. Τόσο η μαρτυρία των ΜΕ1, ΜΕ2 κα ΜΕ3 όσο και η μαρτυρία των ΜΥ1 και ΜΥ2 είναι αποδεκτές, και σε συνάρτηση με τα θέματα που δεν αμφισβητούνται από τα δικόγραφα, δίδεται το βασικό πραγματικό πλαίσιο: Η Ενάγουσα, εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο που ασχολείται με λογιστικές εργασίες, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν εργοδότρια της Εναγόμενης και διατηρούσε μικρό γραφείο στη Λεμεσό. Η Εναγόμενη, περί τον Ιούλιο 2019, ζήτησε από την Ενάγουσα να της χορηγήσει άδεια χωρίς απολαβές για τον μήνα Σεπτέμβριο 2019, για να είναι δίπλα στον ανήλιο υιό της που υπέφερε από σοβαρό πρόβλημα υγείας και θα υπόκειτο σε μεταμόσχευση. Η Ενάγουσα ενέκρινε το αίτημα αυτό και η Εναγόμενη δεν εργάστηκε τον μήνα Σεπτέμβριο
  16. Περί την 10.09.2019, η ΜΕ3 επικοινώνησε με την Εναγόμενη τηλεφωνικώς και της ανέφερε πως ο ΜΕ1 είχε αποφασίσει να δοθεί στην Εναγόμενη ποσό που αντιστοιχεί στον μισθό της για τον μήνα Σεπτέμβριο 2019, δηλαδή €1.176,00, ως δώρο, για να την στηρίξει στις δύσκολες ώρες που περνούσε. Περί της αρχές Οκτωβρίου 2019, η ΜΕ3 ανέφερε εκ νέου τηλεφωνικώς στην Εναγόμενη ότι το ποσό που θα της χορηγούσε η Ενάγουσα βρίσκονταν στο γραφείο της και μπορούσε να το παραλάβει οποτεδήποτε ήθελε, ενώ λίγες ημέρες μετά, την ίδια συζήτηση επανέλαβε με την Εναγόμενη ο ΜΕ
  17. Με την επιστροφή της Εναγόμενης στην εργασία της, περί την 14.10.2019, της δόθηκε από την Ενάγουσα ποσό €1.176,00 σε μετρητά, μέσα σε φάκελο, από την ΜΕ3, η οποία επίσης της ανέφερε πως ήταν δώρο. Παρά τις παραστάσεις αυτές προς την Εναγόμενη, η Ενάγουσα κατέβαλε το ποσό των €1.176,00 στην Εναγόμενη ενημερώνοντας το αρχείο της και τις Αρχές ότι κατέβαλε μισθό, και εκδίδοντας κατάσταση μισθοδοσίας για τον μήνα Σεπτέμβριο 2019 (Τεκμήριο 5), που παρέδωσε στην Εναγόμενη, με προσαρμογές ώστε να φαίνεται πως η Εναγόμενη εργάστηκε πλήρεις ώρες. Η Εναγόμενη έλαβε το ποσό των €1.176,00 με την εντύπωση ότι ήταν η πληρωμή του δώρου που της είχαν αναφέρει οι συνεργάτες της, ενώ κατά τον χρόνο της πληρωμής ήταν κοινά γνωστό ότι η Εναγόμενη τον Σεπτέμβριο 2019 ήταν με άδεια άνευ απολαβών και δεν εργάστηκε. Η Ενάγουσα τερμάτισε την απασχόληση της Εναγόμενης, και την 15.05.2020 υπογράφθηκε από την Εναγόμενη δήλωση αποδοχής της υπολογισθείσας αποζημίωσης (Τεκμήριο 1). Οι σχέσεις της Ενάγουσας με την Εναγόμενη διαταράχθηκαν. Η Ενάγουσα την 20.05.2020 διεκδίκησε την ανάκτηση του ποσού των €1.176,00 από την Εναγόμενη (Τεκμήριο 2), η οποία, με απαντητική ηλεκτρονική επιστολή της ημερομηνίας 25.05.2020 (Τεκμήριο 3) αρνήθηκε την οικειοθελή επιστροφή. Ακολούθησε αλληλογραφία μέσω δικηγόρων (Τεκμήριο 4). Νομικές πτυχές Ως προς τις εκ λάθους πληρωμές (mistaken payments), που είναι από τις συχνές περιπτώσεις όπου το λάθος (mistake) χρησιμοποιείται ως βάση για ανάκτηση, το δίκαιο ανατρέχει αρκετά πίσω στον χρόνο, στον τύπο αγωγής indebitatus assumpsit, που στη συνέχεια κατέστη γνωστή ως money have and received, που μαζί με άλλα δόγματα (π.χ. quantum meruit, quantum valebat, κ.λπ.) κατέστησαν μέρος δικαίου των σχέσεων που προσομοιάζουν με συμβατικές ή είναι οιονεί συμβατικές (quasi-contract) και έπειτα του δικαίου της αποκατάστασης (law of restitution), κεντρική αρχή και φιλοσοφία του οποίου είναι η εναντίωση στον άδικο πλουτισμό (unjust enrichment), που στο εγχώριο δίκαιο βρίσκει κάποια κωδικοποίηση και στα άρθρα 65, 70, και 72 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.
  18. Υπό την ευρύτερη ομπρέλα του άδικου ή αδικαιολόγητου πλουτισμού, ενοποιούνται κατά κάποιο τρόπο διαχρονικές προσεγγίσεις του δικαίου της επιείκειας και του κοινοδικαίου. To άρθρο 70 προϋποθέτει και την απουσία χαριστικής πρόθεσης και το αδικαιολόγητο όφελος[9], είτε γιατί απουσιάζει το ανάλογο συμβατικό πλαίσιο είτε γιατί αυτό έχει αποτύχει είτε άλλως πώς· η θεραπεία δεν είναι η αποζημίωση του ενάγοντος, αλλά η αφαίρεση του άδικου οφέλους από τον εναγόμενο. Το άρθρο 72 προϋποθέτει πλάνη ή εξαναγκασμό, ενώ οι εκ νομικού λάθους πληρωμές προσεγγίζονται με τον ίδιο τρόπο όπως οι εκ πραγματικού λάθους πληρωμές[10]. Δυνατότητα ανάκτησης οφέλους στη βάση της αρχής του αδικαιολόγητου πλουτισμού δίδει και το άρθρο 65, όταν το όφελος προκύπτει από άκυρη συμφωνία ή ακυρωθείσα σύμβαση, θα έλεγα συμπληρώνοντας τους λόγους που ενδεχομένως να δικαιολογούν ανάκτηση. Επειδή η επίκληση λάθους είναι σχετικά εύκολη, και η ευκολία αυτή θέτει σε διακινδύνευση την ασφάλεια των συναλλαγών, το λάθος που έχει και νομική σημασία δεν περιλαμβάνει την αλλαγή γνώμης. Μιλώντας για πληρωμές χρημάτων, ο ενάγων θα πρέπει να αποδεικνύει πως, εάν κατά τον χρόνο της πληρωμής γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν θα προέβαινε στην πληρωμή, και το λάθος του ήταν που τον ώθησε να προβεί στην πληρωμή (but for mistake). Δηλαδή χρησιμοποιείται το "but for test" και για την αιτιώδη σύνδεση του λάθους με τη δυνατότητα ανάκτησης. Κατ' επέκταση, δημιουργείται αμφιβολία ως προς τη δυνατότητα ανάκτησης εκεί όπου η πληρωμή έχει δύο ή περισσότερες πιθανές αιτίες, πέραν του λάθους. Η γνώση των πραγμάτων που έχει ο ενάγων κατά τον χρόνο της πληρωμής δεν χρειάζεται να είναι θετική, με την έννοια του να έχει ένα υπόβαθρο επιβεβαίωσης, αλλά δεν αρκεί πάντοτε και η αγνόηση μιας γνωστής δεδομένης πραγματικής κατάστασης, ακόμα κι αν αιτιολογείται[11]. Το λάθος περιλαμβάνει πάντως και την περίπτωση που η πληρωμή γίνεται συνειδητά, βασιζόμενη σε συγκεκριμένα δεδομένα που εκ των υστέρων διαψεύδονται[12], όπως και την περίπτωση που ο ενάγων υπέθεσε βάσιμα τα δεδομένα. Η ελλιπής προσοχή ή μνήμη του (forgetfulness), εάν είναι αποτέλεσμα αμέλειας[13], αρχίζουν να δυσκολεύει η δυνατότητα ανάκτησης, αν και η απροσεξία γενικά ή και η αμέλεια δεν μπορεί να λεχθεί πως είναι από μόνες τους που αποκλείουν την ανάκτηση[14]. Το λάθος δεν είναι εύκολο να διαπιστωθεί. Η προσπάθεια της νομολογίας, διαχρονικά, είναι, δεδομένης και της ευαισθησίας κάθε περίπτωσης, η διατήρηση μιας πολύ λεπτής ισορροπίας, σε ένα δίκαιο που θα μπορούσε να λεχθεί πως είναι ακόμα εξελισσόμενο. Το λάθος, συναρτώμενο με την αρχή του αδικαιολόγητου πλουτισμού, θα πρέπει να αφορά σε μια υφιστάμενη κατάσταση, όχι σε κάτι που μέλλεται και συνιστά λανθασμένη πρόβλεψη (misprediction)· στην τελευταία περίπτωση δεν είθισται να είναι δυνατή η ανάκτηση βάσει του αδικαιολόγητου πλουτισμού[15]. Όπου ο ενάγων γνωρίζει πως δεν έχει υποχρέωση να πληρώσει ένα ποσό και το πληρώνει, δεν μπορεί με ευκολία να λεχθεί πως τελεί υπό πλάνη[16], χωρίς να αποκλείεται να θεωρηθεί πως τελεί υπό πλάνη νόμου σε ορισμένες περιπτώσεις (π.χ. εάν το καταβάλλει με την λανθασμένη πεποίθηση ότι μπορεί να το ανακτήσει[17], αν και όταν η πληρωμή γίνεται με πλήρη συνείδηση της αβεβαιότητας της βάσης επί της οποίας γίνεται μπορεί να μην αρκεί η ελπίδα του ότι ένα δικαστήριο στο μέλλον θα αναδείξει το λάθος και θα επιτρέψει την ανάκτηση[18]). Το λάθος ευθύνης (liability mistake) παρουσιάζεται συχνότερα, αλλά η αποκατάσταση είναι εφικτή και όταν το λάθος σχετίζεται με ηθική υποχρέωση[19], ή με νομική υποχρέωση έναντι τρίτου προσώπου[20]. Όσον αφορά το λάθος στη δωρεά είναι πιο αμφίβολη η δυνατότητα ανάκτησης, ειδικότερα εάν το λάθος δεν αποδεικνύεται πολύ σοβαρό[21], ενώ κατά τα λοιπά στον αδικαιολόγητο πλουτισμό το λάθος δεν κρίνεται με βάση τη σοβαρότητά του, με το πόσο ουσιαστικό είναι. Πάντως, ό,τι ίσχυε παλαιότερα, πως το νομικό λάθος δεν μπορεί να δικαιολογήσει ανάκτηση βάσει της αρχής του αδικαιολόγητου πλουτισμού, δεν ισχύει πλέον, παρόλο που η διεύρυνση της περιπτωσιολογίας, δυνητικά ή θεωρητικά, μπορεί να δικαιολογεί και επιφυλάξεις. Στην περίπτωση απόδοσης οφέλους στον εναγόμενο στη βάση μιας δεδομένης γνώσης για το δίκαιο, από την οποία στη συνέχεια υπήρξε διαφοροποίηση με δικαστική απόφαση, υπάρχει έδαφος για ανάκτηση, όπως και στην περίπτωση απόδοσης οφέλους στη βάση δικαστικής απόφασης που ανατρέπεται από εφετείο. Σε περίπτωση που ο ενάγων αποδεικνύει εκ πρώτης όψεως (prima facie) δικαίωμα ανάκτησης οφέλους ως αδικαιολόγητος πλουτισμός, η προσπάθεια για ανάκτηση μπορεί να αποτύχει εάν ο εναγόμενος, στον οποίο πλέον μετατίθεται το βάρος απόδειξης, αποδείξει ότι ο ενάγων θα προέβαινε στην πληρωμή σε κάθε περίπτωση, ανεξαρτήτως οποιουδήποτε λάθους[22], ή εάν ότι η πληρωμή είχε νόμιμο αντάλλαγμα ή γενικότερα όταν αποδειχθεί η νομιμοποιητική βάση στο όφελος ή ότι υπήρχε αλλαγή της θέσης ή των συνθηκών του εξαιτίας της λανθασμένης πληρωμής (change of position defence) ή και ότι υπήρξε παρανομία στη συναλλαγή (illegality defence). Και οι υπερασπίσεις θα πρέπει να δικογραφούνται και να αποδεικνύονται. Δεν συνιστά υπεράσπιση η απλή πεποίθηση του εναγόμενου, όταν έλαβε την πληρωμή, ότι μπορούσε να την κρατήσει[23]. Για παράδειγμα, υπό τις περιστάσεις της Minerva Finance & Investment Limited v. Γεωργιάδης

(1998)1 ΑΑΔ 2173 και τον τρόπο πληρωμής εκεί, δεν μπορούσε να διαπιστωθεί μέσα από τη μαρτυρία λάθος ή πλάνη του εφεσίβλητου κατά τον χρόνο πληρωμής του ποσού στην εφεσείουσα (που είναι πάντοτε ο κρίσιμος χρόνος[24]) είτε ως προς τον νόμο είτε ως προς τα πράγματα, αλλά προέκυπτε συνειδητή πληρωμή, κατόπιν ρητής απαίτησης της εφεσείουσας, προς εξασφάλιση συγκεκριμένου εντύπου που προϋπόθετε την πληρωμή, ενώ δεν ήταν ισχυρισμός ότι η εφεσείουσα δεν είχε νόμιμο δικαίωμα στην πληρωμή. Ούτε υπό τις περιστάσεις της Ιωάννου ν. Χαραλάμπους
(2012)1 ΑΑΔ 507 ήταν δυνατό να γίνει ανάκτηση. Ο «μισθός», όπως ορίζεται και στον περί Προστασίας των Μισθών Νόμο 35(Ι)/2007, σημαίνει κάθε χρηματική αντιμισθία που προκύπτει από απασχόληση εργαζόμενου και κάθε κέρδος από τέτοια απασχόληση που είναι δεκτικό χρηματικής αποτίμησης, και περιλαμβάνει τις εισφορές ταμείων προνοίας, καθώς επίσης και την εισφορά που πρέπει να καταβάλλεται στο Κεντρικό Ταμείο Αδειών, το οποίο ιδρύθηκε δυνάμει του περί Ετήσιων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμου, και δεν περιλαμβάνει έκτακτες προμήθειες ή κατά χάριν (ex-gratia) πληρωμές. Ο εργοδότης έχει υποχρέωση να τηρεί αρχεία σε σχέση με τους μισθούς που πληρώνει και υπόκειται σε έλεγχο. Από τον ίδιο τον ορισμό του «μισθού», ο οποίος μπορεί να πληρώνεται και τοις μετρητοίς, προκύπτει ότι δεν μπορεί να δοθεί χαριστικά. Δεν νοείται ως έννοια η «δωρεά μισθού». Η πληρωμή μισθών χωρίς πραγματική ανταπόκριση στην απασχόληση δυνατόν να δημιουργεί συνθήκες ανισότητας στον εργασιακό χώρο· το ολιγότερο. Δεν εμποδίζεται ένας εργοδότης να προβεί σε κατά χάριν πληρωμές, εάν υπάρχουν συνθήκες που δικαιολογούν τέτοιες πληρωμές ή σε άλλες συμφωνίες για πληρωμές που δεν σχετίζονται με την απασχόληση, αυτές, όμως, δεν συνιστούν «μισθό», ακόμα κι αν ανέρχονται στο ύψος του καθαρού μισθού. Οι χαριστικές πληρωμές δεν δίδονται ως υποκατάστατο του μισθού εκεί όπου δεν προβλέπεται μισθός, προκειμένου να υπάρξει εκτροπή από ό,τι ορίζει ο νόμος ως αντιμισθία στο πλαίσιο της απασχόλησης του εργαζόμενου, όπως η μισθοδοσία δεν χρησιμοποιείται ως τεχνικό μέσο διενέργειας πληρωμών που δεν σχετίζονται με την απασχόληση. Εξέταση της υπόθεσης Δεν προκύπτει από το δικόγραφο και την μαρτυρία της Ενάγουσας ότι η Ενάγουσα αγνοούσε, κατά τον χρόνο της πληρωμής του ποσού των €1.176,00 στην Εναγόμενη, ότι η Εναγόμενη ήταν σε άδεια άνευ απολαβών τον Σεπτέμβριο 2019, ότι η πληρωμή έγινε ή τον τρόπο με τον οποίο μπορούν να γίνονται, σύμφωνα με τον νόμο και τους κανονισμούς, πληρωμές αποδοχών ή αντίστοιχα χαριστικών πληρωμών. Στην Αυστραλιανή υπόθεση The State of Western Australia v. Hartmann-Nieto [2014] WADC 70, ο εργοδότη δεν ενημέρωσε το αρχείο του για να αντανακλά την πραγματική κατάσταση (ότι ο υπάλληλος σταμάτησε να προσέρχεται στην εργασία του), και τούτο διαπιστώθηκε πως ήταν ένα διαχειριστικό λάθος, συνεπεία του οποίου εξακολουθούσε να καταβάλλεται μη δεδουλευμένος μισθός για περίοδο τριών ετών, λάθος που δεν ανακαλύφθηκε έγκαιρα, και εάν δεν λάμβανε χώρα (εάν δηλαδή ενημερώνονταν το σύστημα πληρωμών της Ενάγουσας) (but for test), δεν θα πληρώνονταν ο μη δεδουλευμένος μισθός. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν εξηγείται από την Ενάγουσα ποιο ακριβώς ήταν το λάθος της Ενάγουσας, ποιος το έκανε (η ΜΕ3, που δηλώνει υπεύθυνη πληρωμής λογαριασμών, δεν δίδει τις πληροφορίες που χρειάζεται το Δικαστήριο), πώς προέκυψε, για να μπορέσει το Δικαστήριο αφενός να εντοπίσει το λάθος αφετέρου να εξεταστεί περαιτέρω η αιτιώδης σχέση του με το αποτέλεσμα της πληρωμής. Δεν αρκεί η λεκτική αναφορά ότι έγινε λάθος. Προβάλλεται μέσα από την μαρτυρία της Ενάγουσας το (αδιαμφισβήτητο κατά τα λοιπά) αποτέλεσμα της πληρωμής μη δεδουλευμένου μισθού για τον μήνα Σεπτέμβριο 2019 ως αυτό να ήταν το λάθος, από μόνο του ή αυτόδηλα, αποσυνδεδεμένο από οποιαδήποτε ανθρώπινη συμπεριφορά, πράξη ή παράλειψη, που να το επεξηγεί. Το Δικαστήριο δεν θα προβεί σε υπόθεση ως προς το ποιο είναι το λάθος που θεωρεί η Ενάγουσα ότι έκανε: προέβη στην πληρωμή χρηματικού ποσού €1.176,00 στην Εναγόμενη, ενώ δεν θα έπρεπε να της καταβάλει οποιοδήποτε ποσό και υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, ή ότι η ίδια η Ενάγουσα δήλωσε στα αρχεία της την πληρωμή του ποσού αυτού στην Εναγόμενη ως μισθό; Απασχολεί πάντως η πληρωμή του ποσού των €1.176,00 και όχι οποιαδήποτε άλλη μετέπειτα ενέργεια της Ενάγουσας σε σχέση με την πληρωμή. Η Εναγόμενη, από την άλλη, έθεσε σε αμφισβήτηση την πιθανή εκδοχή η πληρωμή του ποσού των €1.176,00 από την Ενάγουσα στην Εναγόμενη να ήταν λάθος (εξηγώντας ότι η Ενάγουσα ασχολείται με λογιστικές υπηρεσίες, είναι μικρό γραφείο όπου εργάζονται κοντά ο ένας στον άλλον και ήταν γνωστή η απουσία και το πρόβλημα της Εναγόμενης, τον τρόπο με τον οποίο διαδικαστικά γίνονται οι πληρωμές και τον χρόνο που παρήλθε, τις προφορικές παραστάσεις που είχε), δίδοντας ένα σύνολο δεδομένων που οδηγούν στο ότι δεν έγινε κάποιο λάθος, και η Ενάγουσα δεν ανταποκρίθηκε περαιτέρω για να εξηγήσει το λάθος, ενώ είχε και εξ αρχής γενικό δικόγραφο και μαρτυρία σε σχέση με αυτό. Έχοντας υπόψη ότι για να αποδειχθεί αδικαιολόγητος πλουτισμός βάσει λάθους, θα πρέπει να αποδεικνύεται το λάθος και η αιτιώδης σχέση του με την πληρωμή, και λειτουργώντας στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, θεωρώ πως η Ενάγουσα δεν έχει αποδείξει την ύπαρξη λάθους ως προς την πληρωμή του ποσού των €1.176,00 στην Εναγόμενη, και κατ' επέκταση εκ πρώτης όψεως δικαίωμα ανάκτησης στη βάση του λάθους. Ο αδικαιολόγητος πλουτισμός, όπως προαναφέρθηκε, δεν υφίσταται μόνο σε περίπτωση λάθους. Το λάθος δεν αποτελεί τον μοναδικό παράγοντα στον οποίο μπορεί να βασιστεί ο αδικαιολόγητος ή άδικος χαρακτήρας του οφέλους. Όμως με την αγωγή και τη μαρτυρία της η Ενάγουσα δεν υποδεικνύει στο Δικαστήριο, θετικά, και οποιονδήποτε άλλο παράγοντα (unjust factor) (π.χ. απουσία ανταλλάγματος, ακυρότητα λόγω παρανομίας, κ.λπ.) ή άλλη βάση (π.χ. άρθρο 65), για να μπορέσει το Δικαστήριο να εξετάσει περαιτέρω την απαίτησή της. Ακόμα όμως κι αν μπορούσαμε να συμπεράνουμε πως η απουσία ανταλλάγματος, που είναι εκ του νόμου απαιτούμενο και συγκεκριμένο στις πληρωμές μισθού (απασχόληση), δημιουργεί ακυρότητα στη δικαιοπραξία και τούτο δημιουργεί εκ πρώτης όψεως το αδικαιολόγητο ή άδικο του οφέλους, ώστε να μετατίθεται το βάρος απόδειξης στην Εναγόμενη, η τελευταία, και πάλι, με λεπτομερή και συγκεκριμένη μαρτυρία και αλληλουχία των γεγονότων που παρέθεσε και δεν αμφισβητήθηκαν, έδειξε στο Δικαστήριο πως έχει νομιμοποιητική βάση λήψης και διατήρησης του οφέλους. Εξήγησε επαρκώς πως η Ενάγουσα, μέσω της υπεύθυνης πληρωμών της που σε κάθε ουσιώδη χρόνο εκπροσωπούσε την Ενάγουσα στις πληρωμές που έκανε στους υπαλλήλους της, της κατέβαλε τα χρήματα αυτά εν γνώσει ότι τελούσε υπό άδεια χωρίς απολαβές, ξεκάθαρα ως δώρο για να την στηρίξει στις δυσκολίες που αντιμετώπιζε λόγω του σοβαρού προβλήματος υγείας του υιού της που έπρεπε να λάβει μόσχευμα, και ότι θα προέβαινε στην πληρωμή αυτή σε κάθε περίπτωση, ασχέτως οποιωνδήποτε άλλων πράξεων της Ενάγουσας που δεν σχετίζονται άμεσα με τη διενέργεια της πληρωμής. Δεν έλαβε ούτε στη συνέχεια διατήρησε το όφελος του ποσού των €1.176,00 άδικα ή αδικαιολόγητα, δεν αποσιώπησε λανθασμένη ή παράνομη πληρωμή για να επωφεληθεί (όπως εκθέτει άποψη ο ΜΕ1), αλλά ενήργησε ως θα μπορούσε να ενεργήσει οποιοσδήποτε υπάλληλος στη θέση της όταν ο εργοδότης του του δίδει χρήματα και του εξηγεί τον λόγο που του τα δίδει, και υπό περιστάσεις που δεν μπορούν να πυροδοτήσουν την υποψία του ότι μπορεί να συμβαίνει οτιδήποτε άλλο. Η Εναγόμενη εξήγησε, με προφανή φυσικότητα, ακόμα και τον λόγο για τον οποίο δεν αντέδρασε όταν έλαβε κατάσταση μισθοδοσίας για τον μήνα Σεπτέμβριο 2019, θεωρώντας ότι αυτό τον τρόπο είχε η Ενάγουσα, τεχνικά, να αναφέρει την πληρωμή, και δεν μπορούσε να γνωρίζει η ίδια εάν είναι σωστός ή λάθος, λογιστικά ή νομικά. Η απουσία αντίδρασής της ή η αδυναμία ενεργοποίησης κάποιας σκέψης ότι ο τρόπος αυτός που επέλεξε τελικά η Ενάγουσα να δηλώσει τα χρήματα που της έδωσε μπορεί να δώσει έδαφος στην Ενάγουσα να διεκδικεί ανάκτηση, δεν δείχνει πρόθεση της Εναγόμενης να συμμετάσχει σε ανομία. Είναι υπόψη του Δικαστηρίου και οι παράλληλες δυναμικές στη σχέση εξηρτημένης εργασίας. Όπως και ο τρόπος με τον οποίον δυνατόν να επενεργεί ευρύτερα στο κοινωνικό σύνολο η δυνατότητα του εργοδότη που κατέβαλε όφελος στον εργαζόμενο σε ανύποπτο χρόνο κατά τη διάρκεια της απασχόλησής του ως δώρο για πραγματικό ανθρωπιστικό λόγο, αλλά που ο ίδιος δικαιολόγησε ως μισθό, να επιχειρεί να το ανακτά με τρόπο αναγόμενο απλώς σε (εκ του νόμου) ακυρότητα ή δική του παρεπόμενη ανομία και χωρίς τη δέουσα απόδειξη λάθους, λίγες ημέρες μετά τον τερματισμό της απασχόλησης και την αποδέσμευση του εργαζόμενου, και ενώ η σχέση έχει ευρύτερα διασαλευτεί. Χωρίς από την άλλη να δίδεται μήνυμα πως υπάρχει δικαίωμα στον εργαζόμενο που υπερπληρώνεται να διατηρεί το όφελος της υπερπληρωμής (γιατί δεν υπάρχει), μέσα από το πρίσμα του αδικαιολόγητου πλουτισμού, γιατί αυτού γίνεται η χρήση, υπό το σύνολο των περιστάσεων της παρούσας υπόθεσης, η ανάκτηση φαίνεται στο Δικαστήριο ανεπιεικής (inequitable) και δυσανάλογη, ενώ η διατήρηση του οφέλους των €1.176,00 από την Εναγόμενη φαίνεται δικαιολογημένη. Δεν εμποδίζεται η Ενάγουσα να προβεί σε ενέργειες για την ανάλογη ενημέρωση του αρχείου της, ώστε να αντανακλά ορθά την πληρωμή που (ορθά) έγινε στην Εναγόμενη για την στήριξή της στο πρόβλημα υγείας του ανήλικου υιού της, και τον πραγματικό λόγο πληρωμής, ή να διαχειριστεί οποιεσδήποτε δικές της εσωτερικές διαδικασίες συμμόρφωσης με τη νομοθεσία ή άλλες ισορροπίες· με δικό της κόστος. Κατάληξη Επειδή η Ενάγουσα δεν έχει αποδείξει λάθος με τον τρόπο που προβλέπεται στο δίκαιο και δεν έχει δικογραφήσει ούτε μαρτυρήσει για οποιονδήποτε άλλο λόγο που θα μπορούσε να οδηγήσει σε δικαίωμα ανάκτησης ενώ παράλληλα η Εναγόμενη έδειξε λόγο επαρκώς δικαιολογητικό της λήψης και διατήρησης του οφέλους του ποσού των €1.176,000, η αγωγή απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον της Ενάγουσας, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Παράγραφοι 5 και 6 της Έκθεσης Απαίτησης. [2] Thermofast Limited
(2005)1 ΑΑΔ 567 και Michaelidou v. Gregoriou
(1988)1 CLR 88. [3] Toni & Guy Limassol Ltd ν. Θεοδώρου
(2008)1 ΑΑΔ 496. [4] Ειδικότερα, με τη νομοθετική τροποποίηση που ακολούθησε την πιο περιοριστική προσέγγιση των Κυριακού ν. Ταμείο για Πλεονάζον Προσωπικό
(1993)1 ΑΑΔ 1020 και στη Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1 ΑΑΔ 44. Δέστε και Elbee Ltd
(1999)1 ΑAΔ.149. [5] Courtis and Others v. Iasonides
(1970)1 CLR 180, Λεμονάρης ν. Πολεμίτη
(1995)1 ΑΑΔ 530. [6] Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 ΑΑΔ 339. [7] Ηρακλέους ν. Πίτρου
(1994)1 ΑΑΔ 239, Joyce v. Yeomans [1981] 2 All E.R. 21. [8] Αυξεντίου ν. Δίγκλη
(2007)1 ΑΑΔ 1367. [9] Ζένιος Λτδ ν. Touch Properties and Investments Ltd, Πολιτική Έφεση 484/12, ημερομηνίας 10.6.2019, Αρχιππέα Σύμβουλοι Επενδύσεων Λτδ ν. Κακαβού, Πολιτική Έφεση 278/2010, ημερομηνίας 15.10.2020, Pakistan Cables Ltd v. NSB General Trading (Overseas) Co Ltd
(2012)1 ΑΑΔ 1711. [10] George William Portsmouth v. Cyprus Inland Telecommunications Authority
(1967)1 CLR 87 και συναφώς C.T.C. Consultants ν. Grindlays Bank
(1988)1 CLR
  1. Δέστε και Kleinwort Benson Ltd v. Lincoln City Council [1999] 2 AC 349, Samsoondar v. Capital Insurance Company Ltd (Trinidad and Tobago) [2020] UKPC
  2. [11] Futter v. Revenue and Customs Comrs [2013] UKSC 26 [108], Kleinwort Benson Ltd v. Lincoln City Council [1999] 2 AC 349, 409, David Securities Pty Ltd v. Commonwealth Bank of Australia
(1992)175 CLR 353, 369, 374, Aust HC. [12] RE Jones Ltd v. Waring & Gillow Ltd [1926] AC 670, HL. [13] Kelly v. Solari
(1841)9 M & W 54, cf Barrow v. Isaacs and Son [1891] 1 QB 417, 420-421, CA. [14] Kelly v Solari
(1841)9 M & W 54 σε 59 από Parke B, Kleinwort Benson Ltd v. Lincoln City Council [1999] 2 AC 349, 399, Scottish Equitable plc v. Derby [2000] 3 All ER 793. [15] Futter v. Revenue and Customs Comrs [2013] UKSC 26, [104]-[113]. [16] David Securities Pty Ltd v. Commonwealth Bank of Australia
(1992)175 CLR 353, 373-374, Aust HC, από Mason CJ, Deane J, Toohey J, Gaudron J και McHugh J. [17] Nurdin & Peacock plc v. DB Ramsden & Co Ltd [1999] 1 All ER
  1. [18] Cobbold v. Bakewell Management Ltd [2003] EWHC 2289 (Ch). [19] Larner v. London County Council [1949] 2 KB 683, Lowe v. Wells Fargo & Co Express 78 Kans
  2. [20] RE Jones Ltd v. Waring and Gillow Ltd [1926] AC 670, HL, Kleinwort, Sons & Co Ltd v. Dunlop Rubber Co
(1907)97 LT 263, HL, Colonial Bank v. Exchange Bank of Yarmouth, Nova Scotia
(1885)11 App Cas 84, PC. [21] Futter v. Revenue and Customs Comrs [2013] UKSC
  1. [22] Barclays Bank Ltd v. WJ Simms Son and Cooke (Southern) Ltd [1980] QB 677,
  2. [23] Kleinwort Benson Ltd v. Lincoln City Council [1999] 2 AC 349, 384-385, 413-414, 565-
  3. [24] Baker v. Courage & Co [1910] 1 KB 56, Kleinwort Benson Ltd v. Lincoln City Council [1999] 2 AC 349,
  4. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.