← Κύπρος

EVES ν. LECIANA LTD, Αγωγή αρ. 161/2019, 31/12/2021

EVES ν. LECIANA LTD, Αγωγή αρ. 161/2019, 31/12/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A275 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 161/2019 ΧΧΧΧ EVES Ενάγων v. LECIANA LTD Εναγόμενη Αιτήσεις ημερομηνίας 21.04.2021, 17.06.2021 και 08.07.2021 Ημερομηνία: 31 Δεκεμβρίου 2021 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: Χ. Π. Κωνσταντίνου Για Εναγόμενη: Λ. Παπαφιλίππου & Σία ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγων αξιώνει ποσό €90.000,00 πλέον τόκο 2,5% ετησίως, ως υπόλοιπο οφειλόμενο δυνάμει γραμματίου συνήθους τύπου ή εις διαταγή ή αναγνώρισης χρέους ή σύμβασης ή άλλως πώς, με αναφορά σε έγγραφο που υπογράφθηκε από την Εναγόμενη την 24.08.2018, με το οποίο η Εναγόμενη ανέλαβε, έναντι ανταλλάγματος, να πληρώσει στον Ενάγοντα το ποσό των €100.000,00 δια δόσεων σε προκαθορισμένες ημερομηνίες, πλέον τόκο προς 2,5% ετησίως, από την 24.08.2018 μέχρι εξόφλησης. Κατά τη θέση του Ενάγοντος, η Εναγόμενη πλήρωσε έναντι το ποσό των €10.000,00 και παρέλειψε να καταβάλει τη δόση των €30.000,00 που ήταν πληρωτέα την 31.12.

  1. Ο Ενάγων ισχυρίζεται πως απαίτησε την πληρωμή, καθώς και με επιστολή του δικηγόρου του, χωρίς ανταπόκριση, ώστε να έχει καταστεί οφειλόμενο και πληρωτέο το σύνολο του χρέους. Η Εναγόμενη, με την υπεράσπισή της, αναφέρει πως την 16.07.2018 συμφώνησε να αγοράσει από τον Ενάγοντα ακίνητο στην Παραμύθα για το συνολικό ποσό των €540.000,00, μέρος του οποίου θα κατέβαλλε κατόπιν δανειοδότησης από εμπορική τράπεζα. Τα μέρη συμφώνησαν η Εναγόμενη να καταβάλει στον Ενάγοντα €160.000,00 κατόπιν έγκρισης του δανείου. Περί της αρχές Αυγούστου 2018, η τράπεζα ενέκρινε το δάνειο και την 09.08.2018 εμβάστηκε ποσό €178.200,00 σε λογαριασμό του Ενάγοντος, που επιβεβαίωσε τη λήψη, αλλά μετά την παραλαβή των χρημάτων, την ίδια ημέρα, ο Ενάγων ανέφερε στην Εναγόμενη πως δεν θα προχωρούσε με την πώληση του ακινήτου. Σε συνομιλία που είχαν με τον Ενάγοντα, τους ανέφερε πως θα προχωρούσε με την πώληση εάν λάμβανε επιπλέον €100.000,
  2. Η Εναγόμενη ζήτησε από τον Ενάγοντα να της επιστρέψει τα χρήματα που του κατέβαλε και ο Ενάγων της απάντησε πως θα πρέπει να αναμένει κάτι τέτοιο να αποφασιστεί δικαστικά. Περί το τέλος Αυγούστου 2018, ο Ενάγων ανέφερε πως το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων της προκαταβολής τα διέθεσε και ότι ο ίδιος θα συνεχίσει να διαμένει εντός του πωληθέντος ακινήτου μέχρι να λάβει την υπογραφή της Εναγόμενης σε έγγραφο με τίτλο «bond in costumary form» για ποσό €100.000,00, το οποίο εάν δεν υπέγραφε η Εναγόμενη, ο Ενάγων δεν θα μετέβαινε στο Κτηματολόγιο την 24.08.2018 για τη μεταβίβαση του ακινήτου. Στη βάση αυτών των γεγονότων, η Εναγόμενη θεωρεί πως το επίδικο έγγραφο, που φέρεται ως γραμμάτιο ή αναγνώριση χρέους ή άλλως πώς, υπογράφθηκε μεν, αλλά εκβιαστικά ή υπό πίεση και εξαναγκασμό, που αποστερεί το δικαίωμα από τον Ενάγοντα να ανακτήσει κάποιο ποσό βάσει αυτού. Ανταπαιτεί το ποσό των €10.000,00 που κατέβαλε στον Ενάγοντα έναντι και ζητά συναφείς θεραπείες. Στο δικόγραφό της, η Εναγόμενη, στο πλαίσιο προδικαστικών ενστάσεων, προβάλλει πως η αγωγή του Ενάγοντος είναι πρόωρη ή καταχρηστική γιατί η Εναγόμενη είχε καταχωρίσει εναντίον του την αγωγή 2998/2018 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού για το ίδιο ή όμοια θέμα, και ο Ενάγων δεν είχε προβάλει ανταπαίτηση στο πλαίσιο εκείνης της υπόθεσης. Η αγωγή τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για οδηγίες. Κατά το στάδιο της προδικασίας, καταχωρίστηκαν τρεις αιτήσεις. Η μία είναι η αίτηση του Ενάγοντος ημερομηνίας 21.04.2021 για συνένωση της παρούσας αγωγής με την αγωγή 2998/2018 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Η άλλη είναι η αίτηση της Εναγόμενης ημερομηνίας 08.07.2021 για αναστολή ή διαγραφή της αγωγής, και η τρίτη είναι η αίτηση του Ενάγοντος ημερομηνίας 17.06.2021 για διαγραφή της ανταπαίτησης. Ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου τέθηκε και η αγωγή 2998/2018, για την εξέταση του αιτήματος για συνένωση, αλλά προκύπτει, ως λογική δικονομική ανάγκη, η εξέταση των εκατέρωθεν αιτημάτων διαγραφής, ειδικότερα πρώτα της αίτησης της Εναγόμενης για αναστολή ή διαγραφή της απαίτησης του Ενάγοντος (η διατήρηση της οποίας προϋποτίθεται για την εξέταση των υπόλοιπων αιτημάτων), και έπειτα η αίτηση του Ενάγοντος για διαγραφή της ανταπαίτησης της Εναγόμενης, και τελευταία η αίτηση του Ενάγοντος για συνένωση (η εξέταση της οποίας προϋποθέτει την απουσία εκκρεμοτήτων αναφορά με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της κάθε πλευράς). Αίτηση της Εναγόμενης ημερομηνίας 08.07.2021 για αναστολή ή διαγραφή της αγωγής Η Εναγόμενη επικαλείται, για την υποστήριξη του αιτήματός της αυτού, τη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Σε ένορκη δήλωση ασκούμενης δικηγόρου, εκ των δικηγόρων της Εναγόμενης, η Εναγόμενη υποστηρίζει πως η αγωγή 2998/2018 που καταχώρισε η ίδια είναι διασταυρούμενη αγωγή (cross action), βασίζεται στα ίδια γεγονότα, και έχει το ίδιο αντικείμενο, και η εκδίκαση και των δύο αγωγών μπορεί να οδηγήσει σε αντιφατικές αποφάσεις. Ειδικότερα, στην αγωγή 2998/2018 αξιώνεται αναγνωριστική απόφαση ότι το γραμμάτιο ή έγγραφο αναγνώρισης χρέους που είναι επίδικο και στην παρούσα αγωγή πάσχει νομικά λόγω εξαναγκασμού ή απάτης καθώς και αποζημιώσεις που αφορούν σε ζημιά σε ακίνητη περιουσία, και προβάλλεται η υπεράσπιση ότι το έγγραφο είναι έγκυρο. Στην παρούσα αγωγή, διεκδικείται ποσό βάσει του εν λόγω εγγράφου, πριν να διαγνωστεί η απαίτηση στην αγωγή 2998/
  3. Θεωρεί, η Εναγόμενη, καταχρηστική αυτή την ενέργεια. Ο Ενάγων, ενιστάμενος στην αίτηση αυτή της Εναγόμενης, προβάλλει πως η αίτηση είναι ουσιαστικά και νομικά αβάσιμη, καθότι δεν συντρέχουν λόγοι αναστολής ή διαγραφής της απαίτησης του Ενάγοντος, θεωρεί ότι είναι η αίτηση που είναι καταχρηστική, εφόσον σκοπεί στην πρόκληση καθυστέρησης στη διάγνωση της ουσίας αλλά και η Εναγόμενη δεν πρόβαλε τέτοιο αίτημα σε προγενέστερο χρόνο αλλά προέβη και σε διαδικαστικά διαβήματα που δημιουργούν κώλυμα ως προς το να αξιώνει σήμερα διαγραφή και για τον λόγο που την αξιώνει. Ως προς τα γεγονότα που αναφέρει σε ένορκη του δήλωση συνεργάτης του δικηγόρου που εκπροσωπεί τον Ενάγοντα, για την αγωγή 2998/2018 είχε εκδοθεί την 27.12.2018 γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα με αξίωση για αποζημιώσεις για ζημιές σε ακίνητο που αγόρασε και για ακύρωση του γραμματίου ή εγγράφου αναγνώρισης. Την 22.01.2019 είχε καταχωριστεί σημείωμα εμφάνισης, και η Έκθεση Απαίτησης είχε καταχωριστεί την 22.05.
  4. Ο Ενάγων είχε ήδη καταχωρίσει την παρούσα αγωγή του την 25.01.2019, στο πλαίσιο της οποίας επιδίωξε και ενδιάμεση θεραπεία, και η πρόθεσή του ήταν εξ αρχής η συνένωση των δύο αγωγών. Θεωρεί ότι δεν υφίσταται κατάχρηση υπό τις περιστάσεις που να οδηγεί σε αναστολή ή διαγραφή της απαίτησης του Ενάγοντος. Στη νομική επιχειρηματολογία των συνηγόρων των διαδίκων, η πλευρά της Εναγόμενης ισχυρίζεται πως, όταν υπάρχουν διασταυρούμενες αγωγές, δεν μπορεί να υπάρξει συνένωση, αλλά θα πρέπει να ανασταλεί η μία από τις δύο, με χρήση ορισμένων κριτηρίων που εισηγείται, με παραπομπή στην πρωτόδικη Cyfield Development Co Ltd v. Βούρου, Αγωγή αρ. 7614/2012 και σε εγκυκλοπαιδική αναφορά στο Halsburry's Laws of England. Και πρακτικά, όπως αναφέρει, δεν είναι δυνατόν να συνενωθεί η μία αγωγή ως ανταπαίτηση στην άλλη, ενώ θα έπρεπε απλώς να καταχωριστεί ανταπαίτηση όταν υπήρχε η ευκαιρία γι' αυτό, ενώ τυχόν συνένωση θα προσδώσει δικονομικό πλεονέκτημα στην πλευρά του Ενάγοντος, εκ της σειράς παρουσίασης της μαρτυρίας του. Θεωρεί ότι με βάση τη σύμφυτη εξουσία του, όπως εξηγήθηκε και στη Διευθυντής των Φυλακών v. Περέλλα

(1995)1 ΑΑΔ 217, το Δικαστήριο θα πρέπει να αναστείλει ή να διαγράψει την αγωγή αυτή του Ενάγοντος. Η πλευρά του Ενάγοντος επικαλείται την Thomson v. South Eastern Railway Company
(1882)Q.B.D. 320 που υιοθετήθηκε στη Λύτρας ν. Πετρολίνα Λτδ
(1996)1 ΑΑΔ 1401, και την Beogradska DD
(1996)1 ΑΑΔ 911. Καταρχάς, στη Cyfiel Development Co Ltd v. Βούρου, Αγωγή αρ. 7614/2012, ημερομηνίας 30.12.2019, όπως άλλωστε είναι ευκολονόητο από την ανάγνωση της απόφασης, το ζήτημα ήταν η ύπαρξη παράλληλα ανταπαίτησης και απαίτησης του ιδίου προσώπου με το ίδιο αντικείμενο, άρα υπήρχαν περισσότερες από μία παράλληλες διαδικασίες που προωθούνταν από το ίδιο πρόσωπο, για την επίτευξη όμοιου σκοπού, που πράγματι έδιδε τη δυνατότητα χρήσης των εξουσιών του Δικαστηρίου που, όπως ορθά επισημαίνει η Εναγόμενη, εξηγήθηκαν και στην Διευθυντής των Φυλακών v. Περέλλα
(1995)1 ΑΑΔ 217· την έδιδε και χωρίς βλάβη του προσώπου αυτού να ακουστεί δια ενός εκ των δύο τρόπων που επέλεξε να προβάλει την αξίωσή του, που είναι ζητούμενο να διασφαλίζεται σε κάθε περίπτωση. H Thomson (ανωτέρω)[1], αναφερόμενη σε "fairest mode, upon taking all matters into consideration" (Brett, LJ), δεν έλεγε κάτι λιγότερο από ό,τι επικράτησε στη μεταγενέστερη δικονομική και διαδικαστική πρακτική στην Αγγλία, να διέπει η αρχή του "overriding objective". Στην Λύτρας (ανωτέρω), υπήρχε επίσης ωφέλημα προσωρινού διατάγματος στην μία αγωγή, όπως υπάρχει και στην παρούσα αγωγή, παράγων που έπρεπε, κατά το Εφετείο, να ληφθεί υπόψη. Στην Beogradska (ανωτέρω) λέχθηκε πως άκαμπτος κανόνας δεν υπάρχει, αλλά εκεί που η μεταγενέστερη διαδικασία καλύπτει ουσιωδώς τα ίδια ζητήματα, αυτή πρέπει να απορρίπτεται, αλλά εκεί που καλύπτει ζητήματα που δεν εγείρονται καθόλου στην προγενέστερη διαδικασία, τότε πρέπει να αναστέλλεται μέχρι την εκδίκαση της προγενέστερης, αλλά ο κρίσιμος χρόνος είναι ο χρόνος της ακρόασης της σχετικής διαδικασίας. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα, δεν διαφαίνεται πως ο Ενάγων προωθεί ίδια αξίωση που προωθεί με την αγωγή του εδώ, μέσω κάποιου παράλληλου μέσου, περιλαμβανομένης κάποιας ανταπαίτησης σε άλλη αγωγή, για να τίθεται ζήτημα είτε κατάχρησης είτε δικονομικού εμποδίου. Απεναντίας, επιχείρημα της Εναγόμενης είναι πως δεν καταχώρισε ανταπαίτηση ο Ενάγων στη δική της αγωγή, και είναι τούτο που θεωρεί κατάχρηση, την προσδοκία της Εναγόμενης πως όλα τα ζητήματα μεταξύ των ιδίων προσώπων θα επιλύονταν στο πλαίσιο της υφιστάμενης δικής της αγωγής, ώστε να μειωθεί το κόστος και να αποφευχθεί ο κίνδυνος αντιφατικών αποφάσεων. Η ανταπαίτηση (counterclaim) είναι στη φύση της διασταυρούμενης απαίτησης που υποβάλλεται στο πλαίσιο της ίδιας αγωγής, χάριν δικονομικής ευκολίας και μόνον (procedural convenience). Κατά τα λοιπά, δεν υπάρχει κάποιος κανόνας που να απαγορεύσει σε κάποιο πρόσωπο που είναι απλώς εναγόμενος σε μια αγωγή να εγείρει την απαίτησή του με τρόπο άλλο από ανταπαίτηση στο πλαίσιο της ίδιας αγωγής. Είναι δικαίωμα ενός προσώπου να επιλέγει τον τρόπο με τον οποίον ο ίδιος βολεύεται να προβάλει την αξίωσή του, και το τι μπορεί να είναι στη συνέχεια διαδικαστικά βολικό, όντως, μπορεί να απασχολήσει και σε κάποιο αίτημα για συνένωση. Ο Ενάγων επέλεξε να καταχωρίσει νέα αγωγή, εξηγώντας μάλιστα και τους λόγους που τον ώθησαν σε αυτή την απόφασή του, περιλαμβανομένης της ανάγκης του να αναζητήσει ενδιάμεσες θεραπείες παρεμπιπτόντως της απαίτησής του (όπως έπραξε στο πλαίσιο αυτής της αγωγής), διαδικαστική δυνατότητα που δεν του έδινε η Εναγόμενη στην -μη προωθούμενη τότε - δική της αγωγή. Δεν θεωρώ ότι υφίσταται κάποια κατάχρηση από μέρους του Ενάγοντος. Η αίτηση της Εναγόμενης ημερομηνίας 08.07.2021 για αναστολή ή διαγραφή της αγωγής απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ του Ενάγοντος και εναντίον της Εναγόμενης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της αγωγής. Αίτηση του Ενάγοντος ημερομηνίας 17.06.2021 για αναστολή ή διαγραφή της ανταπαίτησης Η αίτηση του Ενάγοντος βασίζεται και στην Δ.19,κ.26 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠΔ) και στην Δ.27,κ.3 ΚΠΔ και στις σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου. Στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντος, που υποστηρίζει την αίτηση, ο Ενάγων βασίζει την αίτησή του αυτή στη θέση ότι η Εναγόμενη προωθεί ίδιες διαδικασίες με παράλληλα μέσα, με αναφορά στην ανταπαίτησή της εδώ και στην αγωγή της με αριθμό 2998/2018 που προηγήθηκε. Η Εναγόμενη, που ενίσταται σε αυτή την αίτηση, προβάλλει ότι η αίτηση είναι ουσιαστικά και νομικά αβάσιμη, κακόπιστη και καταχρηστική και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις διαγραφής της ανταπαίτησής της, αλλά είναι ο Ενάγων που καταχρηστικά προωθεί την αγωγή του, ενώ υφίσταται η δική της αγωγής με αριθμό 2998/
  1. Στην ένορκη της δήλωση η δικηγόρων εκ των δικηγόρων της Εναγόμενης, αναπτύσσει περαιτέρω τούτη τη θέση, προς υποστήριξη της ένστασης, χωρίς διαφοροποιήσεις ως προς τα γεγονότα που έχουν ήδη αναφερθεί και προηγουμένως. Η Δ.27,κ.3 ΚΠΔ δίδει τη δικονομική δυνατότητα διαγραφής δικογραφημένου ισχυρισμού, εάν δεν αποκαλύπτεται εύλογη αιτία αγωγής, και απόρριψης της αγωγής εάν αποδεικνύεται επιπόλαιη ή ενοχλητική. Δεν είναι τόσο σχετική η Δ.19,κ.26 ΚΠΔ, σκοπός της οποίας είναι η συμμόρφωση με τους κανόνες δικογράφησης σε δικόγραφα που είναι αποδεκτά ως νομικά υποστατά (π.χ. ανταπαίτηση) για να μπορεί να διεξαχθεί επί αυτών δίκη, με άξονα τη διευκόλυνση της δικαστικής διαδικασίας. Η ανταπαίτηση της Εναγόμενης έχει εκ πρώτης όψεως βάση αγωγής, τον ισχυρισμό της ότι το γραμμάτιο ή έγγραφο αναγνώρισης χρέους που επικαλείται και ο Ενάγων πάσχει ως προς το κύρος του, περίπτωση που κατά τη θέση της δίδει δικαίωμα ανάκτησης στη βάση του δικαίου της αποκατάστασης και της αρχής του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν θεωρεί ότι θα πρέπει να απορρίψει την ανταπαίτηση της Εναγόμενης στη βάση της Δ.19,κ.26 ΚΠΔ ή της Δ.27,κ.3 ΚΠΔ, εφόσον έχει ενώπιον του ένα δικόγραφο της Εναγόμενης με βάση το οποίο μπορεί να διεξάγει δίκη. Με αναφορά στη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου, στη βάση των ίδιων προαναφερόμενων αρχών που έχουν εκτεθεί και κατά την εξέταση της αίτησης της Εναγόμενης για αναστολή ή διαγραφή της απαίτησης του Ενάγοντος, ό,τι απασχολεί εδώ, όπως φαίνεται και από την αίτηση του Ενάγοντος, είναι πως η Εναγόμενη διεκδικεί με την ανταπαίτησή της ανάκτηση ποσού που κατέβαλε βάσει του γραμματίου ή εγγράφου αναγνώρισης χρέους, ενώ η ίδια καθιστά το έγγραφο αυτό επίδικο ως Ενάγουσα στην ήδη υφιστάμενη αγωγή της με αριθμό 2998/2018, κινούμενη μέσα στο ίδιο πλαίσιο γεγονότων. Στην αγωγή 2998/2018, ωστόσο, όπως είναι αποδεκτό και από τον Ενάγοντα, δεν διεκδικεί και την ανάκτηση του ποσού των €10.000,00 που κατέβαλε. Δεν αποκλείεται δύο απαιτήσεις να κινούνται μέσα σε ίδιο πλαίσιο γεγονότων, αλλά να δίνουν ξεχωριστές βάσεις αγωγής. Όταν και οι βάσεις αγωγής δεν διαφέρουν ουσιωδώς, μπορεί να απασχολήσει ο λόγος που το πρόσωπο που απαιτεί δεν περιέλαβε την απαίτησή του στην ήδη υφιστάμενη αγωγή του, σε συνάρτηση, όμως, και με ένα σύνολο δεδομένων, που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε διαπίστωση ως προς το εάν υπάρχει ή όχι κατάχρηση της διαδικασίας. Δεν υφίσταται, κατ' ανάγκη ή με τρόπο δογματικό και πάντοτε, κατάχρηση (abuse), μόνον εκ του γεγονότος ότι ο ίδιος διάδικος προβάλλει σε δύο δικονομικά πλαίσια κάποιαν απαίτηση και μόνον επειδή κινούμαστε στο ίδιο πλαίσιο γεγονότων ή εγείρονται κοινά νομικά σημεία. Όταν η θεραπεία που αξιώνει στη μία αγωγή ο διάδικος δια ανταπαίτησης δεν αξιώνεται στην ήδη υφιστάμενη αγωγή του δια της απαίτησης, αλλά είναι κατά κάποιο τρόπο παρεπόμενη (π.χ. εάν αναγνωριστεί η ακυρότητα του εγγράφου ή ακυρωθεί, τότε δημιουργείται και το δικαίωμα ανάκτησης στη βάση της αρχής του αδικαιολόγητου πλουτισμού) και το να διαγραφεί ή να απορριφθεί η ανταπαίτησή του δεν αφήνει τον διάδικο αυτό καλυμμένο δικονομικά ή από άποψη δικαίου (δεν ζητά τέτοια θεραπεία αλλού), αλλά δημιουργείται ταυτόχρονα και κενό, για το οποίο θα πρέπει να αναζητήσει τροποποίηση της υφιστάμενης απαίτησής του, με κίνδυνο μάλιστα αυτή να μην επιτραπεί, το Δικαστήριο μπορεί να μην ασκήσει τέτοια σύμφυτη εξουσία αναστολής ή διαγραφής της ανταπαίτησης, ούτε να θεωρήσει αυστηρώς ότι είναι ο ίδιος σκοπός που επιτυγχάνεται με τα δύο μέσα, και να προτιμήσει να ακούσει τον διάδικο και την εν πρώτοις διασκορπισμένη απαίτησή του (one demand which has been split the plea) σε μία κοινή διαδικασία, με τη σειρά που θα καθορίσει κατά τον χρόνο της ακρόασης, ώστε ο κάθε διάδικος να έχει πλήρη ακρόαση και να μην βλαφθούν οποιαδήποτε δικαιώματά του, εκ της διαδικασίας· διατηρώντας πάντοτε και την εξουσία, εάν διαπιστώσει τότε ότι κάποιο ενώπιον του ζήτημα θα πρέπει να ακουστεί ξεχωριστά ή μετά από κάποιο άλλο ζήτημα, να προβεί σε ανάλογη ρύθμιση της ενώπιον του διαδικασίας. Στην προκειμένη περίπτωση, η Εναγόμενη, με την αγωγή που ήδη καταχώρισε, αξιώνει αναγνώριση ότι το γραμμάτιο ή έγγραφο αναγνώρισης χρέους βάσει του οποίου κατέβαλε €10.000,00 είναι άκυρο ή ακυρώσιμο γιατί δόθηκε υπό συνθήκες εξαναγκασμού, απάτης ή πίεσης, και διεκδικεί αποζημιώσεις €40.000,00 στη βάση της αρχής του αδικαιολόγητου πλουτισμού, που αφορά όμως στις λεπτομέρειες ειδικών ζημιών που δικογραφεί και δεν σχετίζονται με το έγγραφο. Ζητά βεβαίως και γενικές αποζημιώσεις. Δεν θεωρώ ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει τη σύμφυτη εξουσία του για να απορρίψει την ανταπαίτηση της Εναγόμενης ως καταχρηστική, υπό τις περιστάσεις αυτής της υπόθεσης, εφόσον σε τέτοια περίπτωση, η Εναγόμενη ενδεχομένως να μην καλύπτονταν πλήρως από την υφιστάμενη αγωγή της και γι' αυτή την αξίωση των €10.000,
  2. Συνεπώς, η αίτηση του Ενάγοντος ημερομηνίας 17.06.2021 απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον του Ενάγοντος, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. Αίτηση του Ενάγοντος ημερομηνίας 21.04.2021 για συνένωση της παρούσας αγωγής με την αγωγή 2998/2018 Ο Ενάγων ισχυρίζεται, δια της αίτησής του, ότι, βάσει της Δ.14 ΚΠΔ, μπορεί να υπάρξει συνένωση των δύο αγωγών, εφόσον υφίστανται κοινά νομικά ή πραγματικά ζητήματα, η διαφορά είναι ανάμεσα στα ίδια πρόσωπα, ενώ για τη συνένωση θα αποφευχθεί η πολλαπλότητα των διαδικασιών και θα εξοικονομηθεί κόστος. Προτείνει ως οδηγό την παρούσα αγωγή, στην οποία θα εξεταστεί το κύρος του γραμματίου ή εγγράφου αναγνώρισης χρέους. Η Εναγόμενη ενίσταται σε αυτή την αίτηση, γιατί, όπως προβάλλει, είναι ουσιαστικά και νομικά αβάσιμη, κακόπιστη και καταχρηστική, ενώ δεν υποβλήθηκε ούτε αίτημα για συνένωση μέσω του Παραρτήματος Τύπου
  3. Η ένορκη δήλωση της ασκούμενης δικηγόρου, εκ των δικηγόρων της Εναγόμενης, που υποστηρίζει την ένστασή της, έχει το ίδιο περιεχόμενο με τη μαρτυρία που προσκομίστηκε προς υποστήριξη των άλλων αίτησης και ένστασης αντίστοιχα, και αναφέρεται στις δύο διασταυρούμενες αγωγές. Έχει ήδη αποφασιστεί ότι δεν υφίσταται κατάχρηση από μέρους οποιουδήποτε διαδίκου, τέτοια που να ωθεί το Δικαστήριο, ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να παρέμβει απορρίπτοντας είτε την απαίτηση είτε την ανταπαίτηση. Η Δ.14,κ.2 ΚΠΔ προβλέπει ότι, όταν δύο ή περισσότερες Αγωγές εκκρεμούν στο ίδιο Δικαστήριο, είτε υπό του ιδίου ή διαφορετικών εναγόντων, εναντίον του ιδίου ή διαφορετικών εναγομένων, και οι απαιτήσεις των αγωγών περικλείουν κοινό σημείο νόμου ή ζητήματος τέτοιας σημασίας σχετικά προς τα υπόλοιπα ζητήματα που υπάρχουν σ' αυτές τις αγωγές, που μπορεί να τις καταστήσει επιθυμητές για συνένωση, το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει όπως αυτές συνενωθούν. Το ουσιώδες κριτήριο είναι η ύπαρξη κοινού πραγματικού ή νομικού ζητήματος από τις εκθέσεις απαίτησης των αγωγών[2]. Κατά πόσο θα πρέπει να συνενωθούν δύο ή περισσότερες αγωγές, είναι θέμα που εμπίπτει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται με βάση τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και με γνώμονα το συμφέρον των διαδίκων και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Παράγοντες όπως η αποφυγή πολλαπλότητας διαδικασιών, ο περιορισμός των εξόδων και η εξοικονόμηση του δικαστικού χρόνου, λαμβάνονται υπόψη[3]. Εάν το αίτημα υποβάλλεται μέσω του Παραρτήματος Τύπου 25 ή σε άλλο στάδιο της διαδικασίας δεν επηρεάζει το Δικαστήριο ως προς το να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια υπέρ της συνένωσης αγωγών, εάν πληρούνται οι προς αυτό προβλεπόμενες προϋποθέσεις, και όταν αυτό είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης[4]. Εξάλλου, συχνά και η ολοκλήρωση της προδικασίας και τα δεδομένα που θα προκύψουν μέσα από αυτήν βοηθούν στην καλύτερη προσέγγιση του ζητήματος της συνένωσης. Με την παρούσα αγωγή, ο Ενάγων αξιώνει υπόλοιπο βάσει γραμματίου ή εγγράφου αναγνώρισης χρέους. Με την αγωγή 2998/2018, η εκεί ενάγουσα και εδώ Εναγόμενη εκθέτει τις περιστάσεις υπό τις οποίες υπογράφθηκε το έγγραφο αυτό και αξιώνει θεραπείες που άπτονται του κύρους του. Οι δύο αγωγές εκκρεμούν ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου και αναμεταξύ των ιδίων προσώπων. Κρίνω πως η συνένωση των δύο αγωγών θα εξυπηρετούσε καλύτερα το συμφέρον της δικαιοσύνης, παρά η ξεχωριστή ακρόασή τους, που, όπως αμφότερες οι πλευρές αναγνωρίζουν, ενέχει τον κίνδυνο έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων και σε κάθε περίπτωση προϋποθέτει την ανάλωση δικαστικού χρόνου για την παρουσίαση μαρτυρίας αναφορικά με τα ίδια γεγονότα ή για ακρόαση κοινών νομικών σημείων, ειδικότερα όσον αφορά το κύρος του επίδικου εγγράφου. Θεωρώ πως οδηγός θα πρέπει να είναι η αγωγή 2998/
  4. Δεν αμφισβητούνται τα γεγονότα όσον αφορά την υπογραφή του εγγράφου αυτού και το περιεχόμενό του ή και την πληρωμή του ποσού των €10.000,00, και ενδεχομένως να ήταν πιο βολικό να αρχίσει η Εναγόμενη (στην παρούσα αγωγή) με την παρουσίαση της δικής της μαρτυρίας αναφορικά με την απαίτησή της στην αγωγή 2998/2018 και την ανταπαίτησή της στην παρούσα αγωγή. Η διαδικασία όμως ευχερέστερα θα καθοριστεί από το Δικαστήριο πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και για τους σκοπούς του. Το γεγονός ότι η αίτηση υποβλήθηκε από τον Ενάγοντα στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής δεν εμποδίζει τον καθορισμό της αγωγής 2998/2018 ως της οδηγού (lead case), δηλαδή της υπόθεσης στην οποία στο εξής θα γίνονται όλες οι καταχωρίσεις που σχετίζονται με τις συνενωμένες αγωγές. Εκδίδεται διάταγμα συνένωσης της αγωγής 2998/2018 με την παρούσα αγωγή (161/2019) όσον αφορά όλα τα επίδικα θέματα. Οδηγός θα είναι η αγωγή 2998/
  5. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της υπόθεσης. Οι συνενωμένες αγωγές ορίζονται για Οδηγίες την 30.03.2022 ώρα 8:30 π.μ.. (Υπ.) ............ Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Βλ. και Rees v. Luxmoore
(1888)4 TLR 355. [2] Samata Enterprises Ltd v. Σταύρου
(1998)1 ΑΑΔ 1876, HadjiAthanasiou v. Properties & Others
(1975)1 CLR 401. [3] Hadjiathanasiou v. Parperides & Others
(1975)1 CLR 401 και Healey & Others v. A. Waddington & Sons Ltd & Others
(1954)1 All E.R. 86. [4] Βλ. και Kυπριακή Tράπεζα Aναπτύξεως Λτδ ν. Apak Agro Industries
(1999)1 ΑΑΔ 1721. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.