ΧΡΙΣΤΟΥ ν. CNP CYPRIALIFE LTD άλλως LAIKI CYPRIALIFE LIMITED, Αγωγή υπ' αριθμό: 3186/2013, 12/11/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A277 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αγωγή υπ' αριθμό: 3186/2013 Μεταξύ: XXXXX ΧΡΙΣΤΟΥ Ενάγοντα και CNP CYPRIALIFE LTD άλλως LAIKI CYPRIALIFE LIMITED Εναγόμενης 12 Νοεμβρίου, 2021 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κα Χαραλάμπους διά Χαραλάμπους & Χρίστου ΔΕΠΕ Για Εναγόμενη: κ. Ιωαννίδης διά Θεόδωρος Μ. Ιωαννίδης & Σια ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Ενάγοντας διατηρούσε ασφαλιστήριο συμβόλαιο με την Εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία. Στις 16.4.2013 τραυματίστηκε στο πόδι, υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση και υπέστη έξοδα και ζημιές συνολικού ποσού €3.
- Στις 27.5.2013 υπέβαλε αίτημα προς την Εναγόμενη για κάλυψη του ποσού αυτού δυνάμει του συμβολαίου του. Η Εναγόμενη απέρριψε το αίτημα του ως εκπρόθεσμο. Κατέστη παραδεκτό για σκοπούς της υπόθεσης ότι, συνεπεία του τραυματισμού του, ο Ενάγοντας υπέστη ζημιές και έξοδα συνολικού ύψους €3.
- Περαιτέρω, δεν αμφισβητήθηκε ότι το αίτημα του υποβλήθηκε με τον σωστό τρόπο και συνοδευόταν από τα προβλεπόμενα υποστηρικτικά έγγραφα. Είναι επίσης αποδεκτό ότι το ποσό που διεκδικεί αφορά ζημιές και έξοδα που εμπίπτουν στην ασφαλιστική κάλυψη του συμβολαίου του. Επίδικο θέμα στην παρούσα αγωγή είναι κατά πόσο η απαίτηση του Ενάγοντα υποβλήθηκε εκπρόθεσμα με αποτέλεσμα αυτός να μην δικαιούται σε κάλυψη ή κατά πόσο υποβλήθηκε εμπρόθεσμα οπόταν η Εναγόμενη είναι υπόχρεα να καλύψει την απαίτηση του. Προς απόδειξη της απαίτησης έδωσε μαρτυρία στο Δικαστήριο ο ίδιος ο Ενάγοντας. Η πλευρά της Εναγόμενης δεν παρουσίασε μαρτυρία. Κατά την ακρόαση δεν υπήρξε αμφισβήτηση επί της ουσίας των γεγονότων για τα οποία κατέθεσε ο Ενάγοντας. Το αποτέλεσμα της υπόθεσης θα κριθεί από την ερμηνεία του σχετικού όρου της σύμβασης που υπογράφηκε μεταξύ των μερών. Θα ξεκινήσω επομένως με μια σύνοψη της μαρτυρίας του Ενάγοντα. Να σημειώσω ότι, εφόσον η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε και επειδή δεν εντόπισα λόγο να μην την αποδεχτώ, η πιο κάτω σύνοψη συνιστά και το πραγματικό υπόβαθρο της υπόθεσης. (α) Στις 30.3.2012 ο Ενάγοντας συνήψε συμβόλαιο ασφαλιστικής κάλυψης (στο εξής το «Συμβόλαιο») με την Εναγόμενη εταιρεία (Τεκμήριο 1), μέσω του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή κ. XXXXX Φώκλα. Το Συμβόλαιο περιλάμβανε σχέδιο προσωπικών ατυχημάτων. (β) Στις 16.4.2013 ο Ενάγοντας έπεσε από σκάλα και υπέστη σοβαρό διάστρεμμα δεξιού γόνατος με ρήξη πρόσθιου χιαστού συνδέσμου και ρήξη έσω και έξω μηνίσκου. (γ) Αυθημερόν, ο Ενάγοντας ενημέρωσε τον κ. XXXXX Φώκλα για το συμβάν και αυτός τον διαβεβαίωσε ότι θα ενημέρωσε σχετικά την Εναγόμενη εταιρεία. (δ) Την ίδια μέρα, ο Ενάγοντας υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση στο γόνατο από τον Δρ. XXXXX Παναγιώτου, ειδικό χειρούργο τραυματιολόγο, στο Αχίλλειο Ιατρικό Κέντρο στη Λεμεσό. (ε) Στις 27.5.2013 ο Ενάγοντας υπέβαλε, μέσω του XXXXX Φώκλα, γραπτή απαίτηση προς την Εναγόμενη για κάλυψη του πιο πάνω ατυχήματος (Τεκμήριο 2). Με αυτήν ζητούσε ποσό €1.750 που αφορούσε ιατρικά έξοδα και ποσό €1.880 που αφορούσε επίδομα προσωρινής ανικανότητας για περίοδο οχτώ εβδομάδων, ήτοι συνολικό ποσό €3.
- Η απαίτηση συνοδευόταν από ιατρικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 23.5.2013 του Δρ. XXXXX Παναγιώτου (Τεκμήριο 3), από χειρουργικό σημείωμα του Δρ. XXXXX Παναγιώτου (Τεκμήριο 4), από εξιτήριο/discharge form του Αχίλλειου Νοσοκομείου ημερομηνίας 17.4.2013 (Τεκμήριο 5) καθώς και από δέσμη πιστοποιητικών άδειας ασθενείας του Δρ. XXXXX Παναγιώτου τα οποία κάλυπταν την περίοδο από 16.4.2013 μέχρι 17.6.2013 (Τεκμήριο 6). (στ) Στις 31.5.2013 η Εναγόμενη ενημέρωσε με επιστολή τον Ενάγοντα (Τεκμήριο 7) ότι η απαίτηση του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή γιατί «πρόκειται για εκπρόθεσμη υποβολή απαίτησης για αποζημίωση.» (ζ) Ο Ενάγοντας απάντησε με επιστολή ημερομηνίας 11.7.2013 (Τεκμήριο 8) στην οποία εκφράζει τη διαφωνία του με την απόφαση της Εναγόμενης σημειώνοντας τη θέση του ότι η απαίτηση είχε υποβληθεί εμπρόθεσμα, εντός της προθεσμίας που καθορίζει ο όρος 4(α)
(3)του Συμβολαίου. (η) Η Εναγόμενη απάντησε με νέα επιστολή ημερομηνίας 17.7.2013 στην οποία αναφέρεται στην ίδια πρόνοια του Συμβολαίου, επιμένοντας ότι η απαίτηση ήταν εκπρόθεσμη. Όπως έχω εξηγήσει, αυτό που παραμένει να αποφασιστεί είναι κατά πόσο η απαίτηση του Ενάγοντα είχε υποβληθεί εμπρόθεσμα ή εκπρόθεσμα. Η απάντηση θα εξαρτηθεί από την ερμηνεία του όρου 4(α)
(3)του Συμβολαίου. Το λεκτικό του όρου 4(α)
(3)είναι το εξής: «Σε περίπτωση:
- θανάτου οποιουδήποτε Ασφαλισμένου ή
- που ο Ασφαλισμένος διέτρεξε τέτοιο κίνδυνο ώστε να δικαιολογείται η απαίτηση του για αποζημίωση ή
- που στον Ασφαλισμένο διαγνωσθεί ή εκδηλωθεί ασθένεια ή επέλθει ατύχημα, θα πρέπει να δοθεί στην Εταιρεία χωρίς καθυστέρηση και εντός δέκα
(10)μερών από το συμβάν και οπωσδήποτε πριν τη λήξη της άδειας ασθενείας, γραπτή ειδοποίηση που να συνοδεύεται με πλήρη στοιχεία και αυθεντικά πιστοποιητικά τόσο για το συμβάν όσο και για τον θάνατο ή τον τραυματισμό ή οποιαδήποτε άλλη βλάβη ή ασθένεια. Μη προσκόμιση της γραπτής ειδοποίησης εντός δέκα
(10)μερών από το συμβάν καθιστά την απαίτηση ληξιπρόθεσμη και καμία Παροχή δεν είναι πληρωτέα.» [υπογράμμιση δική μου] Στην τελική της αγόρευση, η συνήγορος του Ενάγοντα υποστήριξε ότι η απαίτηση του Ενάγοντα είναι εμπρόθεσμη επειδή υποβλήθηκε στις 27.5.2013, πριν την λήξη της άδειας ασθενείας του. Η άδεια ασθενείας του Ενάγοντα έληγε στις 17.6.2013 (Τεκμήριο 6). Εισηγήθηκε ότι το εμπρόθεσμο του αιτήματος του προκύπτει από την ερμηνεία του πιο πάνω όρου του Συμβολαίου και ειδικότερα από τη φράση «και οπωσδήποτε πριν τη λήξη της άδειας ασθενείας». Ο συνήγορος της Εναγόμενης έχει αντίθετη άποψη. Δική του θέση είναι ότι ο όρος 4(α)
(3)του Συμβολαίου προβλέπει ότι για να μπορεί να θεωρηθεί εμπρόθεσμη μία απαίτηση πρέπει να υποβληθεί εντός 10 ημερών από το συμβάν και ότι εάν υποβληθεί μετά την πάροδο 10 ημερών καθίσταται εκπρόθεσμη έστω και αν η υποβολή γίνει πριν τη λήξη της άδειας ασθενείας. Υποστήριξε ότι αυτό επιβεβαιώνεται από την τελευταία πρόταση του όρου ότι «Μη προσκόμιση της γραπτής ειδοποίησης εντός δέκα
(10)μερών από το συμβάν καθιστά την απαίτηση ληξιπρόθεσμη και καμία Παροχή δεν είναι πληρωτέα.» Η διεργασία της ερμηνείας ενός συμβατικού όρου αφορά την προσπάθεια εξακρίβωσης της έννοιας που ένας λογικός άνθρωπος θα απέδιδε στον συγκεκριμένο όρο κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης εάν γνώριζε τα γεγονότα που ήταν τότε διαθέσιμα στα μέρη. Ο βασικός κανόνας είναι ότι στις λέξεις που χρησιμοποιούνται πρέπει να αποδίδεται το φυσικό και σύνηθες νόημα τους. Ο κανόνας αυτός αντικατοπτρίζει, σαν θέμα κοινής λογικής, τη θέση ότι δεν πρέπει με ευκολία να δεχόμαστε ότι συμβαλλόμενοι υπέπεσαν σε γλωσσικά λάθη, ιδιαίτερα σε επίσημες συμφωνίες. Τα πιο πάνω, αναλύονται και επεξηγούνται στην Αγγλική υπόθεση Investors Compensation Scheme Ltd v West Bromwich Building Society [1998] 1 WLR 896, 912-913 όπου ο Lord Hoffman αναφέρει σχετικά τα εξής: «
(1)Interpretation is the ascertainment of the meaning which the document would convey to a reasonable person having all the background knowledge which would reasonably have been available to the parties in the situation on which they were at the time of the contract.
(5)The 'rule' that words should be given their 'natural and ordinary meaning' reflects the common sense proposition that we do not easily accept that people have made linguistic mistakes, particularly in formal documents.» Στην προκειμένη περίπτωση, η πλευρά της Εναγόμενης βασίζεται στην ερμηνεία που δίδει στον όρο 4(α)
(3)του Συμβολαίου για να υποστηρίξει ότι ο Ενάγοντας έχει παραιτηθεί από το δικαίωμα του να διεκδικήσει κάλυψη για το επίδικο ποσό. Ένας από τους κανόνες ερμηνείας συμβάσεων, τον οποίο έχει επικαλεστεί η πλευρά του Ενάγοντα, είναι ότι κατά την ερμηνεία μιας συμβατικής πρόνοιας, εάν διαπιστώνεται οποιαδήποτε ασάφεια τότε αυτή θα πρέπει να ερμηνεύεται contra proferentem, δηλαδή εναντίον του μέρους που επιδιώκει να βασιστεί στην πρόνοια για να έχει κάποιο όφελος ή να περιορίσει τις υποχρεώσεις του ή την ευθύνη του. Ξεκινώ εξετάζοντας τον συγκεκριμένο όρο στην ολότητα του. Ο όρος 4(α)
(3)του Συμβολαίου τιτλοφορείται «Πληρωμή απαιτήσεων και χορήγηση πληροφοριών» και βρίσκεται στο μέρος «Επιπρόσθετα Ωφελήματα Δικαιώματα Πρόνοιες και Όροι» του Συμβολαίου. Προκύπτει από τον τίτλο και την ενότητα του κειμένου στην οποία βρίσκεται ο επίδικος όρος, ότι με τον συγκεκριμένο όρο τα μέρη είχαν πρόθεση να καθορίσουν ένα χρονοδιάγραμμα εντός του οποίου ο ασφαλιζόμενος θα είχε το δικαίωμα να διεκδικήσει από την ασφαλιστική εταιρεία κάλυψη δυνάμει του Συμβολαίου. Συνάγεται ότι η πρόθεση ήταν όπως καθυστέρηση στην υποβολή σχετικού αιτήματος για κάλυψη, συνιστά παραίτηση από το δικαίωμα αυτό[1]. Πρέπει να εξεταστεί επομένως εάν ο εν λόγω όρος επιτυγχάνει αυτό το αποτέλεσμα. Επανέρχομαι στο λεκτικό του όρου 4(α)
(3)του Συμβολαίου, που αναφέρει ότι η γραπτή ειδοποίηση απαίτησης: «.θα πρέπει να δοθεί στην Εταιρεία χωρίς καθυστέρηση και εντός δέκα
(10)μερών από το συμβάν και οπωσδήποτε πριν τη λήξη της άδειας ασθενείας.» Το λεκτικό καθορίζει τρεις προϋποθέσεις για να θεωρείται εμπρόθεσμη μια απαίτηση. Συγκεκριμένα, η γραπτή ειδοποίηση έπρεπε να δοθεί: 1. χωρίς καθυστέρηση και 2. εντός 10 ημερών από το συμβάν και 3. οπωσδήποτε πριν την λήξη της άδειας ασθενείας. Η φράση «εντός δέκα
(10)μερών από το συμβάν» είναι συγκεκριμένη και ξεκάθαρη. Όμως, για να είναι μια απαίτηση εμπρόθεσμη δεν είναι αρκετό να υποβληθεί εντός 10 ημερών από το συμβάν. Πρέπει, επιπρόσθετα, να υποβληθεί και χωρίς καθυστέρηση και πριν τη λήξη της άδειας ασθενείας. Οι τρεις προϋποθέσεις είναι σωρευτικές και όχι διαζευκτικές. Αυτό προκύπτει ξεκάθαρα από τη χρήση της λέξης «και». Η φράση «χωρίς καθυστέρηση» είναι γενική και αόριστη. Δεν παρέχει τη δυνατότητα εξακρίβωσης του χρόνου εντός του οποίου η απαίτηση πρέπει να υποβληθεί. Θα μπορούσε, ενδεχομένως, μια απαίτηση να υποβληθεί εντός των 10 ημερών από το συμβάν αλλά να διαπιστωθεί καθυστέρηση στην υποβολή της ώστε να καθίσταται εκπρόθεσμη; Η φράση «οπωσδήποτε πριν τη λήξη της άδειας ασθενείας» δημιουργεί περαιτέρω ασάφεια. Εάν δεν χορηγηθεί άδεια ασθενείας τότε αυτό συνεπάγεται ότι η απαίτηση είναι εξ υπαρχής εκπρόθεσμη; Εάν απαίτηση υποβληθεί εντός των 10 ημερών και πριν τη λήξη της άδειας ασθενείας πως θα αποφασιστεί εάν έχει υποβληθεί και «χωρίς καθυστέρηση»; Οι πιο πάνω διαπιστώσεις, με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η συγκεκριμένη φράση του όρου 4(α)
(3)του Συμβολαίου πάσχει από αοριστία και ασάφεια τέτοια που να μην είναι εφικτό να καταλήξω σε θετικό συμπέρασμα για την πρόθεση των μερών κατά τον χρόνο σύναψης του Συμβολαίου ως προς την προθεσμία υποβολής κάποιας απαίτησης για να θεωρείται εμπρόθεσμη. Ο συνήγορος της Εναγόμενης εισηγήθηκε ότι η τελευταία πρόταση του όρου 4(α)
(3)ξεκαθαρίζει το ζήτημα. Σύμφωνα με την πρόταση εκείνη «Μη προσκόμιση της γραπτής ειδοποίησης εντός δέκα
(10)μερών από το συμβάν καθιστά την απαίτηση ληξιπρόθεσμη και καμία Παροχή δεν είναι πληρωτέα» Διαφωνώ ότι αυτή η πρόταση ξεκαθαρίζει την ερμηνεία του όρου. Εξακολουθεί να παραμένει η ασάφεια αναφορικά με τις περιπτώσεις στις οποίες δεν χορηγείται άδεια ασθενείας. Επιπλέον, τί συμβαίνει με τις περιπτώσεις όπου έχει χορηγηθεί άδεια ασθενείας η οποία λήγει πριν την πάροδο των 10 ημερών; Αυτή η πρόταση φαίνεται να εισηγείται ότι σε τέτοιες περιπτώσεις μια απαίτηση είναι εμπρόθεσμη μόνο επειδή υποβλήθηκε εντός 10 ημερών. Όμως αυτό έρχεται σε αντίθεση με την προαναφερόμενη φράση που καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν, σωρευτικά, και οι τρεις προϋποθέσεις για να θεωρείται εμπρόθεσμη μια απαίτηση. Δεν είμαι σε θέση να διακρίνω γιατί ο συντάκτης πρόσθεσε τη συγκεκριμένη πρόταση στο τέλος του όρου. Αν η πρόθεση των μερών ήταν να ισχύει πάντα η προθεσμία των 10 ημερών, τότε γιατί υπάρχει η προηγούμενη φράση που καθορίζει τις τρεις προϋποθέσεις; Ενόψει των πιο πάνω, καταλήγω ότι το λεκτικό του όρου 4(α)
(3)του Συμβολαίου είναι ασαφές. Το λεκτικό δεν επιτρέπει να καθοριστεί με ακρίβεια ο χρόνος στον οποίο πρέπει να υποβληθεί μια απαίτηση ώστε να είναι εμπρόθεσμη και πότε μια απαίτηση καθίσταται εκπρόθεσμη. Δεν είναι εφικτό να διακριβωθεί ποια ήταν η πρόθεση των μερών, κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης, αναφορικά με την προθεσμία υποβολής απαίτησης μετά την εκπνοή της οποίας ο ασφαλιζόμενος θεωρείται ότι παραιτείται από το δικαίωμα διεκδίκησης κάλυψης. Αυτή η ασάφεια και αδυναμία πρέπει να ερμηνευτεί contra proferentem, δηλαδή εναντίον των συμφερόντων της Εναγόμενης που είναι το μέρος που επιδιώκει να βασιστεί στη συγκεκριμένη πρόνοια για να αποκτήσει όφελος, δηλαδή που επιδιώκει να βασιστεί στην συγκεκριμένη πρόνοια για να υποστηρίξει ότι η απαίτηση του Ενάγοντα είναι εκπρόθεσμη και ότι αυτός έχει παραιτηθεί από το δικαίωμα του σε αποζημίωση. Ένεκα αυτής της ασάφειας, κρίνω ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί εκπρόθεσμη η απαίτηση του Ενάγοντα με αναφορά στο συγκεκριμένο όρο του Συμβολαίου. Αυτό το συμπέρασμα, καθορίζει και το αποτέλεσμα της αγωγής. Η γραπτή απαίτηση του Ενάγοντα δεν δόθηκε εκπρόθεσμα. Είναι αποδεκτό ότι πληρούσε τις υπόλοιπες προϋποθέσεις του όρου 4(α)
(3)του Συμβολαίου και συνοδευόταν από τα προβλεπόμενα έγγραφα. Είναι επίσης αποδεκτό ότι η απαίτηση του αφορούσε ζημιές και ποσά για τα οποία ο Ενάγοντας δικαιούται σε κάλυψη δυνάμει του Συμβολαίου. Ενόψει των πιο πάνω, η αγωγή επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγόμενης για ποσό €3.630 πλέον νόμιμο τόκο επί του ποσού αυτού από την καταχώρηση της αγωγή. Ακολουθώντας το αποτέλεσμα, τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγόμενης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Ντόροθυ Πιτταρά ν Cosmos (Cyprus) Insurance Co Ltd
(1998)1 ΑΑΔ 193, Kyriakos Agathangelou v The Motor Union Insurance Co. Ltd
(1984)1 CLR 1 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο