← Κύπρος

AUDITCHART LTD κ.α. ν. ONEWORLD LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 516/2013, 30/11/2021

AUDITCHART LTD κ.α. ν. ONEWORLD LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 516/2013, 30/11/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A281 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 516/2013 Μεταξύ: 1. AUDITCHART LTD 2. XXXXX ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ Ενάγοντες και 1. ONEWORLD LTD 2. XXXXX ΦΙΛΙΠΠΙΔΗ Εναγόμενοι 30 Νοεμβρίου, 2021 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Τσαγκάρης δια P. Tsangaris & Associates LLC Για Εναγόμενους: κ. Γεωργίου δια Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των Εναγόμενων γενικές, παραδειγματικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις για λίβελο που ισχυρίζονται ότι υπέστησαν. Αξιώνουν επίσης διάταγμα που να απαγορεύει στους Εναγόμενους να τους δυσφημούν. Μεγάλο μέρος των γεγονότων που συνθέτουν το υπόβαθρο της αγωγής είναι κοινώς αποδεκτό. Αυτό προκύπτει από τη δικογραφία αλλά διαφάνηκε και στα πλαίσια της ακρόασης από τα τεκμήρια που παρουσιάστηκαν από κοινού και από τις θέσεις που προώθησαν οι δύο πλευρές. Από τις συγκλίσεις στη δικογραφία, τα γεγονότα που κατέστησαν παραδεκτά, τα έγγραφα που παρουσιάστηκαν από κοινού και από το σύνολο της μαρτυρίας, το κοινώς αποδεκτό πραγματικό υπόβαθρο της υπόθεσης συνοψίζεται ως εξής: 1 Η Ενάγουσα 1 εταιρεία εγγράφηκε στη Δημοκρατία στις 22.10.2004 και έκτοτε παρέχει λογιστικές, ελεγκτικές και άλλες συναφείς υπηρεσίες (Τεκμήριο 1 και Τεκμήριο 14). 2 Ο Ενάγοντας 2 είναι λογιστής και ελεγκτής από το 1987, μέλος του Association of International Accountants και του Συνδέσμου Εγκεκριμένων Λογιστών Κύπρου (Τεκμήρια 2, 3 και 4). Είναι ο ιδρυτής της Ενάγουσας 1 εταιρείας, διευθυντής και μέτοχος αυτής. 3 Η Εναγόμενη 1 εταιρεία παρέχει και παρείχε κατά τον ουσιώδη χρόνο λογιστικές, ελεγκτικές και άλλες συναφείς υπηρεσίες. 4 Ο Εναγόμενος 2 είναι εγκεκριμένος λογιστής και/ή ελεγκτής καθώς και διευθυντής και μέτοχος της Εναγόμενης 1. 5 Ο διεθνής όμιλος εταιρειών Ravago Group εδρεύει στο Λουξεμβούργο. Κατά τον ουσιώδη χρόνο, μια από τις εταιρείες του ομίλου, ήταν η Polymed Investments Limited και η Εναγόμενη 1 τις παρείχε λογιστικές, ελεγκτικές και άλλες συναφείς υπηρεσίες. 6 Στις 12.11.2012 ο κ. ΧΧΧΧΧ Parmentier, εκ μέρους του Ranago Group, απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στον κ. ΧΧΧΧΧ Σιατή και την κα ΧΧΧΧΧ Σταύρου, λειτουργούς της Εναγόμενης 1 εταιρείας (Τεκμήριο 10). Σε αυτό ανέφερε τα εξής: «By the present email, we inform you that it has been decided to transfer the registered office, files and administration of Polymed Investments Limited to the following office: Auditchart Limited [.] Mr ΧΧΧΧΧ Themistocleous, copied in this email, will contact you in order to coordinate the smooth and quick transfer of our files, books and bank accounts. The transfer of the statutory mandates is a priority. We kindly ask you to cooperate with Auditchart to ensure that the whole transfer of the Company is finalised by November 30th, 2012. If a formal instruction signed by two directors of Ravago S.A. is needed, please provide us with your draft and the required resolution. We thank you for your comprehension and cooperation during the past two years.» 7 Πέραν από τους παραλήπτες, το πιο πάνω ηλεκτρονικό μήνυμα, Τεκμήριο 10, κοινοποιήθηκε ταυτόχρονα (cc-
  2. ed)από τον αποστολέα, στον Ενάγοντα 2 και στον Εναγόμενο 2 καθώς και στους ΧΧΧΧΧ Τζιωτζή, ΧΧΧΧΧ Maquet, ΧΧΧΧΧ Vander Auwera, ΧΧΧΧΧ Van Camfort, 5@speck.be, ΧΧΧΧΧ Martens, ΧΧΧΧΧ Premont και ΧΧΧΧΧ Vreys. Πρόκειτο για ένα υπάλληλο της Εναγόμενης 1, δύο εξωτερικούς συνεργάτες των Εναγόντων, ένα διευθυντή της Ravago Group, στη νομική σύμβουλο της Ravago Group και τρεις άλλους υπαλλήλους της Ravago Group. 8 Στις 15.11.2012, ο Ενάγοντας 2 απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα προς τον κ. ΧΧΧΧΧ Σιατή και την κα ΧΧΧΧΧ Σταύρου, το οποίο κοινοποίησε στον κ. ΧΧΧΧΧ Parmentier και ακόμα ένα πρόσωπο της Ravago Group (Τεκμήριο 11). Το ηλεκτρονικό αυτό μήνυμα αφορούσε τον συντονισμό της μεταφοράς της εταιρείας Polymed Investments Limited και των αρχείων της στην Ενάγουσα 1. 9 Αργότερα την ίδια μέρα, ο Εναγόμενος 2 απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα προς τον κ. ΧΧΧΧΧ Parmentier (Τεκμήριο 12). Πρόκειται για το επίδικο ηλεκτρονικό μήνυμα. Το περιεχόμενο του ήταν ως εξής: «Hi ΧΧΧΧΧ Thank you for your email of 12 November. I understand that you talked with ΧΧΧΧΧ in the meantime and you have expressed no dissatisfaction with our services and you were appreciative of the revised and competitive offer he had proposed you for 2013. I am pleased to let you know that I can even improve it further, by 15%. We sincerely appreciate your loyalty as a long serving client of our office. We can also propose equally competitive offers for the companies that your colleagues maintain in Cyprus, as XXXXX told me. We would be interested to be of service to them. Even though I have no intention to be condescending (despite cold calling from others, I am told) I am sure you appreciate the dangers of using a small professional outfit with limited staffing, service capabilities and potential. After all, Ravago, is not a negligible group! I take this opportunity to attach our recent brochure 'Doing Business in Cyprus' which I trust you and your colleagues shall find of interest. Always at your disposal. Best XXXXX» 10 Το πιο πάνω ηλεκτρονικό μήνυμα (Τεκμήριο 12) στάλθηκε από τον Εναγόμενο 2 με ταυτόχρονη κοινοποίηση (cc-
  3. ed)στον Ενάγοντα 2 καθώς και στους ΧΧΧΧΧ Maquet, ΧΧΧΧΧ Vander Auwera, ΧΧΧΧΧ Van Camfort, 5@speck.be, ΧΧΧΧΧ Premont, ΧΧΧΧΧ Vreys, ΧΧΧΧΧ Σιατή, ΧΧΧΧΧ Σταύρου και ΧΧΧΧΧ Τζωρτζή. Πρόκειται για τα ίδια πρόσωπα στα οποία είχε κοινοποιηθεί (cc-
  4. ed)και το ηλεκτρονικό μήνυμα του κ. ΧΧΧΧΧ Parmentier ημερομηνίας 12.11.2021 (Τεκμήριο 11). 11 Ο κ. ΧΧΧΧΧ Parmentier απάντησε στον Εναγόμενο 2 στις 16.11.2012 (Τεκμήριο 13) με ηλεκτρονικό μήνυμα που είχε τους ίδιους παραλήπτες. Στην απάντηση του αναφέρει: «Dear Mr Philippides We understand that it is not pleasant to see a client leaving your company but this is not a reason to send the kind of email you sent us below. We are a disappointed in the way you speak about one of your 'colleague' or 'competitor company' and it was certainly not a good idea to keep Mr. Themistocleous and his partners of Auditchart in copy of your communication. Some apologies would be certainly welcome! Our goal is to finalize the transfer of Polymed Investments Ltd as quickly and smoothly as possible and we insist on your total and kind cooperation with Auditchart! Best regards» Τα πιο πάνω συνιστούν το κοινώς αποδεκτό πραγματικό υπόβαθρο της αγωγής. Η δικογραφημένη θέση των Εναγόντων αλλά και η θέση που προώθησαν κατά την ακρόαση, είναι ότι το περιεχόμενο του ηλεκτρονικού μηνύματος Τεκμήριο 12 είναι δυσφημιστικό. Στην Υπεράσπιση τους, οι Εναγόμενοι αρνούνται ότι το επίδικό ηλεκτρονικό μήνυμα είναι δυσφημιστικό. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αναφέρεται σοτυς Ενάγοντες ενώ, ισχυρίζονται επίσης ότι, ακόμα και στην περίπτωση που κριθεί ότι αφορά τους Ενάγοντας, το περιεχόμενο του συνιστά καταγραφή αληθών γεγονότων. Τέλος, ισχυρίζονται ότι καμία ζημιά έχουν υποστεί οι Ενάγοντες από το εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα. Στη βάση των πιο πάνω, η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση. Προς απόδειξη των αξιώσεων της, η πλευρά των Εναγόντων παρουσίασε στο Δικαστήριο δύο μάρτυρες, τον Ενάγοντα 2 κ. ΧΧΧΧΧ Θεμιστοκλέους (ΜΕ1) και τον κ. ΧΧΧΧΧ Αγαθοκλέους ελεγκτή/λογιστή (ΜΕ2). Η πλευρά των Εναγόμενων παρουσίασε ως μάρτυρα τον Εναγόμενο 2 κ. ΧΧΧΧΧ Φιλιππίδη (ΜΥ1). Το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και δεν θα το αναπαράγω με λεπτομέρεια. Ακολουθεί μια συνοπτική αναφορά στη μαρτυρία των πιο πάνω προσώπων. Επικεντρώνομαι στα σημεία της μαρτυρίας που έκρινα ως σημαντικά για σκοπούς αξιολόγησης και διαμόρφωσης του αποτελέσματος. Ξεκινώ από τον Ενάγοντα 2 κ. ΧΧΧΧΧ Θεμιστοκλέους (ΜΕ1). Στα πλαίσια της μαρτυρίας του υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης που είχε ετοιμάσει ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Σε αυτήν, μεταξύ άλλων, αναφέρεται στη σύσταση της Ενάγουσας 1 εταιρείας το 2004 και προσθέτει ότι η εταιρεία διατηρεί μεγάλο κύκλο εργασιών και συνεργασίες με διάφορους επαγγελματικούς οίκους και επαγγελματικές ενώσεις στην Κύπρο και το εξωτερικό. Αναφέρει επίσης ότι ο ίδιος είναι εγκεκριμένος λογιστής/ελεγκτής και εξασκεί το επάγγελμα από το 1987 και καταγράφει την ακαδημαϊκή και επαγγελματική του πορεία. Υποστηρίζει περαιτέρω ότι οι υπηρεσίες που παρέχει η Ενάγουσα 1 εταιρεία είναι υψηλής ποιότητας και αυτό έχει αναγνωριστεί από επαγγελματικούς συνδέσμους. Αναφορικά με τα επίδικα γεγονότα, ο Ενάγοντας 1 εξηγεί ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο διεθνής όμιλος εταιρειών Ravago Group ήταν πελάτες τόσο της Ενάγουσας 1 όσο και της Εναγόμενης 1. Ο όμιλος Ravago αποφάσισε να διακόψει τη συνεργασία του με την Εναγόμενη 1 και να μεταφέρει την εταιρεία του ομίλου, Polymed Investments Limited, στην Ενάγουσα 1. Κατόπιν αυτής της απόφασης ανταλλάχθηκε η αλληλογραφία υπό Τεκμήρια 10-13 που αναφέρω στις παραγράφους 6-11 πιο πάνω. Ο ΜΕ1 εισηγήθηκε στη δήλωση του ότι τα γεγονότα που προηγήθηκαν της αλληλογραφίας, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της, καθιστούν δυσφημιστικό το ηλεκτρονικό μήνυμα που απέστειλε ο Εναγόμενος 2 στις 15.11.2012 (Τεκμήριο 12). Ο ΜΕ1 συνέχισε λέγοντας ότι παρά την προτροπή του ΧΧΧΧΧ Parmentier στο ηλεκτρονικό μήνυμά του ημερομηνίας 16.11.2012 (Τεκμήριο 13), ο Εναγόμενος 2 δεν απολογήθηκε στους Ενάγοντες και δεν το έχει πράξει μέχρι σήμερα. Υποστήριξε ότι το περιεχόμενο του επίδικου ηλεκτρονικού μηνύματος του Εναγόμενου 2 είχε συνταχθεί και δημοσιευθεί με πρόθεση να επηρεάσει δυσμενώς την τιμή και υπόληψη των Εναγόντων στο επάγγελμα τους και κοινωνικά και, ως αποτέλεσμα, τους εξέθεσε σε χλεύη, περιφρόνηση και αποστροφή. Κατά την αντεξέταση, τέθηκε στον ΜΕ1 ότι στο επίδικο δημοσίευμα καμία αναφορά υπάρχει στον ίδιο προσωπικά. Ο ΜΕ1 απάντησε ότι είναι ο μοναδικός διευθυντής και μέτοχος της Ενάγουσας 1 εταιρείας. Πρόσθεσε ότι οι πελάτες του γραφείου είχαν προσωπική επαφή με τον ίδιο ώστε να τον ταύτιζαν με την εταιρεία. Πρόσθεσε ότι οποιαδήποτε οικονομική ζημιά υποστεί η εταιρεία επηρεάζει και τον ίδιο άμεσα. Κατά την αντεξέταση του ΜΕ1, του υποδείχθηκαν και κατατέθηκαν ως τεκμήρια οι εξελεγμένες οικονομικές καταστάσεις της Ενάγουσας 1 εταιρείας για το έτος που τελειώνει 31.12.2011 (Τεκμήριο 14) και οι εξελεγμένες οικονομικές καταστάσεις για την Εναγόμενη 1 για τα έτη που τελειώνουν 31.12.2011 (Τεκμήριο 15) και 31.12.2012 (Τεκμήριο 16). Τέθηκε στον ΜΕ1 ότι από το περιεχόμενο των οικονομικών καταστάσεων προκύπτει ότι η Εναγόμενη 1 είχε, κατά τον επίδικο χρόνο, πολλαπλάσιο κύκλο εργασιών, εισοδήματα και κέρδη από την Ενάγουσα 1. Ο ΜΕ1 δεν διαφώνησε με τους αριθμούς. Διαφώνησε όμως ότι τα ποσά αυτά δείχνουν ότι η Ενάγουσα 1 είχε «λιγότερες δυνατότητες, προσωπικό, προοπτική από μια τόσο πολύ μεγαλύτερη της [εταιρεία]», όπως του τέθηκε. Υποστήριξε ότι ο κύκλος εργασιών μιας εταιρείας δεν αντικατοπτρίζει την ποιότητα των υπηρεσιών που προσφέρει. Δεν διαφώνησε ότι ο Εναγόμενος 2 μπορεί να γνώριζε ότι η Ενάγουσα 1 ήταν μικρότερο γραφείο από την Εναγόμενη 1 όμως πρόσθεσε ότι το γεγονός αυτό ήταν εις γνώση και της Ravago Group όταν αποφάσιζε τη διακοπή της συνεργασίας του με την Εναγόμενη 1. Αναφορικά με το επίδικο ηλεκτρονικό μήνυμα, Τεκμήριο 12, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι αυτό είχε κοινοποιηθεί από τον Εναγόμενο 2 σε άλλα 11 άτομα, όπως καταγράφεται και στην παράγραφο 10 πιο πάνω. Αυτή είναι, συνοπτικά, η μαρτυρία του Ενάγοντα 2. Δεύτερος μάρτυρας για την πλευρά των Εναγόντων ήταν ο κ. ΧΧΧΧΧ Αγαθοκλέους (ΜΕ2). Σύμφωνα με τα όσα κατέθεσε, είναι λογιστής/ελεγκτής και γνωρίζει τον Ενάγοντα 2 από το 2002, ενώ διατηρούν και επαγγελματική συνεργασία από το 2016. Σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα, ο ΜΕ2 ανέφερε ότι ενημερώθηκε για αυτά από τον Ενάγοντα 2 περί το τέλος του 2012 και ότι ο Ενάγοντας 2 του έδειξε το επίδικο ηλεκτρονικό μήνυμα, Τεκμήριο 12. Συνέχισε λέγοντας ότι ένεκα του περιεχομένου του επίδικου ηλεκτρονικού μηνύματος ο ίδιος δίσταζε να ξεκινήσει επαγγελματική συνεργασία με τους Ενάγοντες, παρά την προσωπική, φιλική σχέση που διατηρούσε με τον Ενάγοντα 2. Επαγγελματική συνεργασία μεταξύ τους ξεκίνησε 4 χρόνια περίπου μετά τα επίδικα γεγονότα. Αυτή ήταν η μαρτυρία που παρουσίασε η πλευρά των Εναγόντων. Όπως ανέφερα προηγουμένως, προς υπεράσπιση της αγωγής έδωσε μαρτυρία στο Δικαστήριο ο Εναγόμενος 2, κ. ΧΧΧΧΧ Φιλιππίδης (ΜΥ1). Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του αναφέρθηκε στο περιεχόμενο των εξελεγμένων λογαριασμών της Ενάγουσας 1 και Εναγόμενης 1 (Τεκμήρια 14, 15 και 16). Σε σχέση με αυτά υπέδειξε ότι για το έτος που τελειώνει 31.12.2011 η Εναγόμενη 1 είναι είχε εισοδήματα περί τις 33 φορές μεγαλύτερα από την Ενάγουσα 1 και κέρδος πριν τον φόρο περίπου 120 φορές μεγαλύτερο από την Ενάγουσα 1. Σε συνάρτηση με αυτά τα ποσά, υποστήριξε ότι μεταξύ των δύο εταιρειών είναι «τεράστια διαφορά. Η μια εταιρεία είναι μικρή, είναι πάρα πολύ μικρή σε σύγκριση με την άλλη. Αυτό είναι φως φανάρι. Δεν έχει τίποτε περισσότερο να πω, ούτε κανένας αυτό το πράγμα μπορεί να το διαψεύσει διότι είναι εξελεγμένοι λογαριασμοί και είναι από τον Έφορο Εταιρειών.» Κατά την αντεξέταση του, ο Εναγόμενος 2 ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο δεν γνώριζε προσωπικά τον Ενάγοντα 2, «απλώς εγώ ήξερα ότι σε σύγκριση με εμάς ήταν ένα μικρό γραφείο με πολύ, με πολύ πιο. με περιορισμένες δυνατότητες». Όταν ρωτήθηκε πως το γνώριζε αυτό απάντησε ότι «εντάξει, αφού ξέρουμε, καταλαβαίνουμε. Δηλαδή δεν ξέρουμε τι συμβαίνει εδώ μέσα σ' αυτόν τον τόπο; Αφού ήξερα, είχα ρωτήσει διότι ήταν ο Θεμιστοκλέους και ορισμένοι άλλοι δικοί του προσέγγισαν τον πελάτη μας, διότι ο πελάτης μας ξαφνικά δεν άκουσε για κάποιο Θεμιστοκλέους, ο οποίος ήταν, έπρεπε να πάει σ' αυτόν και μετά και όταν τον προσέγγισε, όταν μας το είπε ότι τον προσέγγισε ο κύριος Θεμιστοκλέους και ορισμένοι άλλοι που ήταν μαζί του μετά έκανα και εγώ δική μου έρευνα και έμαθα. Η Κύπρος είναι μικρός τόπος, δεν είναι Αμερική και εξάλλου μαθαίνεις πολλά πράγματα. [.] Τούτο το δεν είχε την ικανότητα να εξυπηρετήσει, την ανεπάρκεια ή ήταν άσχετο ή ανέντιμο εγώ δεν έχω πει κάτι τέτοιο. Ο κύριος Θεμιστοκλέους έγραψε κατόπιν δικών σας υποδείξεων στη γραπτή του δήλωση. Εγώ δεν έχω πει κάτι τέτοιο απλώς έχω πει ότι το γραφείο του ήταν μικρό και αυτό λέω, τίποτε περισσότερο. Αν έρθει, για παράδειγμα να πω κάτι άλλο. Αν έρθει σήμερα εγώ είμαι chartered accountant. Αν έρθει σήμερα η PWC που είναι μεγάλος οργανισμός, να μην πω για την PWC, να πω για εσάς που δεν ξέρω τι γραφείο έχετε, ίσως έχετε γραφείο δύο, τρεις δικηγόρους, συνέταιροι ή προσωπικό τρία, τέσσερα, επτά, οχτώ άτομα, εσείς ως γραφείο έχετε τις ίδιες δυνατότητες όπως το γραφείο του Χρύση Δημητριάδη ΔΕΠΕ οι οποίοι έχουν 50 συνεταίρους, 70 δικηγόρους και έχουν έναν κύκλο δραστηριοτήτων από τους οποίους είναι τεράστιος και έχουν επίσης και εξειδίκευση, specialization; Σίγουρα και εσείς θα θεωρούσα πολύ υπερβολικό και πολύ υπερβολικό εσείς να μου πείτε για παράδειγμα θίγεστε αφού είπα είναι μικρό γραφείο, λέω υποθετικά, αυτά που λέω είναι σωστά; Το γραφείο σας είναι μικρό σε σχέση με τον Χρύση Δημητριάδη ή με τον Νεοκλέους ή οτιδήποτε. [.] Δηλαδή ένα γραφείο λέω ενός συνεταίρου ας πούμε του κυρίου Θεμιστοκλέους έχει τα ίδια capabilities με την PricewaterhouseCoopers την ίδια εποχή που μπορούσε να ήταν και εποχή Ζαμπέλλα που είχε 40 συνεταίρους. Δεν μπορεί να κάνεις τα capabilities και αν λες κάτι τέτοιο είναι κάπως φαιδρό.» Ερωτώμενος πως είχε πληροφορηθεί για το μέγεθος και δυνατότητες του γραφείου των Εναγόντων, απάντησε «έκανα έρευνα. Έκανα έρευνα, ρώτησα. Ρώτησα τις τράπεζες, ρώτησα κόσμο με τον οποίον συνεργαζόμουν και έμαθα για το γραφείο και ήξερα ότι ο κύριος Θεμιστοκλέους για παράδειγμα δεν ήταν chartered accountant ήταν certified accountant, απλώς πήρε άδεια από τον Υπουργό Οικονομικών να κάνει τον ελεγκτή.» Αρνήθηκε ότι κατά τον χρόνο αποστολής του επίδικου ηλεκτρονικού μηνύματος είχε πρόθεση να μειώσει τους Ενάγοντες. Πρόσθεσε ότι «απλώς τί έχω πει εγώ, τι είπα στο email και λέω και σήμερα και θα το πω και αύριο είναι ότι το γραφείο του Θεμιστοκλέους η Auditchart και κατά την «at the material time» εκείνη την εποχή είχε περιορισμένες δυνατότητες σε σύγκριση με το δικό μου γραφείο και πολλά άλλα γραφεία. Αυτό έχω πει και το οποίο έχει σχέση με εκείνο που είπατε προηγουμένως «with the service capabilities» σχετικά με τις επαγγελματικές υπηρεσίες που μπορεί να προσφέρει.» Αυτή ήταν, συνοπτικά, όλη η μαρτυρία που παρουσιάστηκε κατά την ακρόαση. Μετά το πέρας της παρουσίασης της μαρτυρίας, οι συνήγοροι της κάθε πλευράς ανέπτυξαν εκατέρωθεν τις θέσεις τους σε γραπτές αγορεύσεις τις οποίες έχω μελετήσει. Η εισήγηση του συνηγόρου των Εναγόντων ήταν ότι τα γεγονότα στοιχειοθετούν τα συστατικά στοιχεία του αστικού αδικήματος της δυσφήμισης καθώς και ότι ο μέσος λογικός άνθρωπος θα ερμήνευε το επίδικο ηλεκτρονικό μήνυμα, Τεκμήριο 12, ως δυσφημιστικό. Εισηγείται περαιτέρω ότι το επίδικο ηλεκτρονικό μήνυμα εκ της φύσεως του έτεινε να βλάψει και να επηρεάσει δυσμενώς του Ενάγοντες στο επάγγελμα τους και, συνεπώς, δεν απαιτείται να καταδειχθεί ότι οι Ενάγοντες έχουν υποστεί ειδική ζημιά. Ο συνήγορος των Εναγομένων, στην δική του αγόρευση εγείρει, για πρώτη φορά, ζήτημα παρατυπίας στη δικογράφηση της Έκθεσης Απαίτησης που, εισηγείται, καθιστά την αγωγή έκθετη σε απόρριψη. Θα αναφερθώ στην πορεία στο εν λόγω επιχείρημα. Υποστηρίζει επίσης ότι οι Ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται να ισχυρίζονται ότι το επίδικο ηλεκτρονικό μήνυμα Τεκμήριο 12 αναφέρεται σε εκείνους. Τέλος, εισηγείται ότι το περιεχόμενο του επίδικου ηλεκτρονικού μηνύματος είναι αληθινό. Προχωρώντας στην αξιολόγηση της μαρτυρίας σημειώνω εν αρχή το εξής. Το μέρος των γεγονότων που κατέστη παραδεκτό και το πραγματικό υπόβαθρο που είναι κοινώς αποδεκτό καθορίζει, σε μεγάλο βαθμό, την απόφαση μου επί των επιδίκων θεμάτων. Η παρούσα υπόθεση δεν είναι εξ εκείνων που κρίνονται από την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά, κατά κύριο λόγο, από το κοινώς αποδεκτό πραγματικό υπόβαθρο. Συνεπώς, η μαρτυρία των τριών προσώπων που κατέθεσαν στο Δικαστήριο εξετάζεται και αξιολογείται με αυτό το δεδομένο υπόψη. Σε αυτή τη βάση, δεν διέκρινα διαφωνία μεταξύ των εκδοχών του Ενάγοντα 2 και του Εναγόμενου 2 επί των σημαντικών γεγονότων. Εξήγησαν και σχολίασαν με τις απαντήσεις τους τα όσα προηγήθηκαν της επίδικης αλληλογραφίας, αναφέρθηκαν στα μεγέθη των δύο εταιρειών κατά τον επίδικο χρόνο, αναφέρθηκαν και στο περιεχόμενο των οικονομικών καταστάσεων των δύο εταιρειών που παρουσιάστηκαν κατά την ακρόαση. Ούτε αμφισβητήθηκαν τα όσα έκαστος κατέθεσε αναφορικά με τα ακαδημαϊκά και επαγγελματικά του προσόντα και για την ίδρυση και πορεία των δύο εταιρειών. Η μαρτυρία τόσο του Ενάγοντα 2 όσο και του Εναγόμενου 2 επί των γεγονότων δεν επεκτάθηκε ουσιαστικά πέραν των στοιχείων αυτών και του σχολιασμού του κοινώς αποδεκτού υπόβαθρου. Εξαίρεση αποτελούν οι αναφορές του Εναγόμενου 2 στις προθέσεις και νόημα που ο ίδιος απέδιδε στο επίδικο μήνυμα, στις οποίες θα αναφερθώ στην πορεία. Ο μαρτυρία του ΜΕ2 θεωρώ ότι δεν ήταν βοηθητική. Επί των γεγονότων δεν μπορούσε να διαφωτίσει γιατί δεν είχε άμεση εμπλοκή ή γνώση. Αναφέρθηκε σε δισταγμό του να ξεκινήσει επαγγελματική συνεργασία με τους Ενάγοντες εξαιτίας του επίδικου δημοσιεύματος. Δεν έχω όμως στοιχεία ότι αυτό είχε ως αποτέλεσμα να υποστούν ζημιές οι Ενάγοντες. Ούτε έχω πληροφορίες για τα οφέλη που προέκυψαν, εάν προέκυψαν, από τη μετέπειτα συνεργασία τους ώστε να μπορώ - έστω θεωρητικά - να εξετάσω αν αντίστοιχα οφέλη θα μπορούσαν να προκύψουν και ενωρίτερα. Η μαρτυρία του ΜΕ2 είχε επικεντρωθεί σε αυτό το σημείο. Όμως ένεκα των όσων εξηγώ πιο πάνω, κρίνω ότι δεν ήταν βοηθητική προς απόφαση των επίδικων ζητημάτων. Για αυτό το λόγο η μαρτυρία του δεν θα με απασχολήσει περαιτέρω. Πριν προχωρήσω προσθέτω ότι στο πραγματικό υπόβαθρο της υπόθεσης περιλαμβάνονται και τα προσόντα και στοιχεία που αφορούν την επαγγελματική πορεία του Ενάγοντα 2 και της Ενάγουσας 1 εταιρείας καθώς και του Εναγόμενου 2 και της Εναγόμενης 1 εταιρείας όπως αυτά έχουν επεξηγηθεί από τους μάρτυρες ως έχω παραθέσει πιο πάνω. Μέρος του πραγματικού υπόβαθρου είναι και το περιεχόμενο των εξελεγμένων οικονομικών καταστάσεων των δύο εταιρειών όπως καταγράφεται στα Τεκμήρια 14, 15 και 16. Τα στοιχεία που εκεί καταγράφονται περιλαμβάνουν ότι για το έτος που τελείωσε 31.12.2011, η Ενάγουσα 1 είχε εισοδήματα €477.875 και καθαρό κέρδος €64.796 (Τεκμήριο 14). Η Εναγόμενη 1, κατά την ίδια περίοδο, είχε εισοδήματα €15.759.542 και καθαρό κέρδος €7.475.408. Προχωρώ στην εξέταση της ουσίας. Θα αναφερθώ πρώτα στο επιχείρημα που προβάλλει η πλευρά των Εναγόμενων στην τελική της αγόρευση. Η θέση τους είναι ότι η αγωγή πάσχει λόγω ελαττωματικής δικογράφησης και ότι η παρατυπία είναι τέτοιας έκτασης και φύσης που εμποδίζει τους Ενάγοντες να προωθούν την αγωγή, η οποία θα πρέπει να απορριφθεί. Έχω εξετάσει τα όσα αναφέρει προς υποστήριξη της θέσης αυτής ο συνήγορος των Εναγόμενων στην τελική του αγόρευση καθώς και τις πηγές και νομολογία στην οποία παραπέμπει. Καταλήγω όμως ότι δεν συμφωνώ με τη συγκεκριμένη θέση. Ο συνήγορος των Εναγόμενων παραπέμπει στην Έκθεση Απαίτησης στην παρατίθεται αυτούσιο το περιεχόμενο των ηλεκτρονικών μηνυμάτων Τεκμήρια 10, 11, 12 και 13. Το περιεχόμενο των ηλεκτρονικών αυτών μηνυμάτων καταγράφεται αυτολεξεί στην Έκθεση Απαίτησης, στην Αγγλική γλώσσα. Ο συνήγορος των Εναγόμενων υποστηρίζει ότι επειδή το Αγγλικό κείμενο δεν συνοδεύεται από ελληνική μετάφραση, αυτό συνιστά μοιραίο ελάττωμα γιατί, όπως εξηγεί, «μόνο δικογραφηθέντες στην ελληνική ή τουρκική γλώσσα ισχυρισμούς μπορεί να λάβει υπόψη το δικαστήριο.» Επίσημες γλώσσες της Δημοκρατίας είναι η Ελληνική και η Τουρκική και τα δικόγραφα μιας αγωγής πρέπει να συντάσσονται σε μια από τις επίσημες γλώσσες. Στην παρούσα περίπτωση, η Έκθεση Απαίτησης των Εναγόντων είναι συνταγμένη στην Ελληνική γλώσσα. Σε αγωγές για δυσφήμηση, το επίδικο δημοσίευμα πρέπει να παρατίθεται αυτούσιο και αυτολεξεί[1]. Όπου αγωγή για δυσφήμιση βασίζεται σε επιστολή ή, όπως στην παρούσα περίπτωση, σε μήνυμα που στάλθηκε με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, ο ενάγοντας οφείλει να παραθέσει λεπτομέρειες της επιστολής με συγκεκριμένη αναφορά στην ημερομηνία, τρόπο δημοσίευσης και στους παραλήπτες καθώς και να παραθέσει αυτολεξεί το περιεχόμενο του μηνύματος. Στην συνέχεια πρέπει το δικόγραφο να καταγράφει τη δυσφημιστική έννοια του επίδικου δημοσιεύματος για τον ενάγοντα καθώς και τα εξωγενή γεγονότα που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το δημοσίευμα αναφέρεται στον Ενάγοντα. Κρίνω ότι οι Ενάγοντες αυτό έχουν πράξει στην παρούσα περίπτωση. Δικογραφούν με τις απαιτούμενες λεπτομέρειες το επίδικο δημοσίευμα ώστε αυτό να μπορεί να ταυτοποιηθεί[2]. Δικογραφούν επίσης τη σειρά αλληλογραφίας που, κατά τη θέση τους, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το δημοσίευμα αναφέρεται σε αυτούς. Επίσης, αφού παραθέτουν αυτολεξεί το περιεχόμενο του δημοσιεύματος (το οποίο τυγχάνει να είναι κείμενο που είχε συνταχθεί στην Αγγλική γλώσσα), καταγράφουν τη δυσφημιστική έννοια που αποδίδουν στο δημοσίευμα. Η Έκθεση Απαίτησης και οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί που περιέχονται σε αυτήν είναι συνταγμένοι στην Ελληνική γλώσσα. Το δικόγραφο περιλαμβάνει όσα στοιχεία πρέπει να έχει μια έκθεση απαίτησης όπου ο ενάγοντας επικαλείται δυσφήμιση. Στην Αγγλική γλώσσα είναι συνταγμένο μόνο το μέρος της Έκθεσης Απαίτησης στο οποίο αναπαράγεται το επίδικο δημοσίευμα, αφού σε εκείνη τη γλώσσα είχε συνταχθεί αρχικά. Σημειώνω και το εξής. Αυτό το ζήτημα δεν εγείρεται στην Υπεράσπιση των Εναγόμενων ούτε και εγέρθηκε κατά την ακρόαση ώστε να έχει η άλλη πλευρά την ευκαιρεία να τοποθετηθεί. Η πρώτη αναφορά σε αυτό γίνεται στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Επιπλέον, δεν έχω διακρίνει η δικογράφηση της Έκθεσης Απαίτησης να έχει επηρεάσει αρνητικά ή να έχει θέσει σε μειονεκτική θέση τους Εναγόμενους. Δεν διέκρινα να τους έχει εμποδίσει στο να αντιληφθούν τη φύση της υπόθεσης που καλούνταν να υπερασπιστούν, δεν τους έχει εμποδίσει να ταυτοποιήσουν το επίδικο δημοσίευμα, ούτε να αντιληφθούν το περιεχόμενο του, ούτε τους έχει εμποδίσει να παρουσιάσουν μαρτυρία για σκοπούς υπεράσπισης. Συνεπώς κρίνω ότι το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να επιτύχει. Επανέρχομαι στις δικογραφημένες αξιώσεις των Εναγόντων. Δεδομένης της βάσης αγωγής που επικαλούνται, το πρώτο ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο το ηλεκτρονικό μήνυμα Τεκμήριο 12, συνιστά δυσφήμηση. Το αστικό αδίκημα της δυσφήμισης κωδικοποιείται στο άρθρο 17 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 οι σχετικές πρόνοιες του οποίου προβλέπουν τα εξής: «

(1)Η δυσφήμηση συvίσταται στη δημoσίευση από oπoιoδήπoτε πρόσωπo με έvτυπo, γραπτό, ζωγραφιά, oμoίωμα, χειρovoμίες, λόγια ή άλλoυς ήχoυς, ή με κάθε άλλo μέσo oπoιασδήπoτε φύσης, περιλαμβαvόμεvης και της εκπoμπής με ασύρματη τηλεγραφία, δημoσιεύματoς τo oπoίo- (α) απoδίδει σε άλλo πρόσωπo έγκλημα͘ ή (β) απoδίδει σε άλλo πρόσωπo αvάρμoστη συμπεριφoρά σε δημόσια θέση͘ ή (γ) εκ φύσεως τείvει στo vα βλάψει ή vα επηρεάσει με δυσμέvεια τηv υπόληψη άλλoυ πρoσώπoυ στo επάγγελμα, επιτήδευμα, τηv εργασία, απασχόληση, ή τη θέση τoυ͘ ή (δ) εvδέχεται vα εκθέσει άλλo πρόσωπo σε γεvικό μίσoς, περιφρόvηση ή χλεύη͘ ή (ε) εvδέχεται vα πρoκαλέσει τηv απoστρoφή ή απoφυγή oπoιoυδήπoτε πρoσώπoυ από άλλoυς. [..]
(2)Η ευθύvη τηv oπoία υπέχει τo πρόσωπo για δυσφημηστική δήλωση δεv είvαι μικρότερη για μόvo τo λόγo ότι- (α) πρoβαίvει σε αυτή υπό μoρφή επαvάληψης ή φημoλoγίας (hearsay)͘ ή (β) αvαφέρει έγκαιρα ή μεταγεvέστερα τηv πηγή στηv oπoία στηρίζεται η δήλωση πoυ έγιvε͘ ή (γ) τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τωv άρθρωv 19, 20 και 21, πιστεύει τη δήλωση ως αληθιvή͘ ή (δ) δεv σκόπευε στηv πραγματικότητα vα πρoβεί σε αυτή ή vα δημoσιεύσει αυτή για τov εvάγovτα και ότι αφoρoύσε αυτόv͘ ή (ε)τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ άρθρoυ 22, αγvooύσε τηv ύπαρξη τoυ εvάγovτα. Νoείται ότι τo Δικαστήριo δύvαται vα λάβει υπόψη αυτές ή παρόμoιες περιστάσεις κατά τηv επιδίκαση απoζημίωσης. [.]
(4)Δυσφήμηση διαπράττεται και αν ακόμη το δυσφημηστικό της νόημα δεν εκφράζεται ευθέως ή πλήρως, αρκεί αν το νόημα αυτό, και η αναφορά του σε αυτό που φέρεται ότι είναι δυσφημούμενο δύναται να συναχθούν είτε από αυτή την ίδια την δυσφημηστική δήλωση είτε από εξωτερικές περιστάσεις, είτε μερικά από το ένα και μερικά από το άλλο». Η δημοσίευση του επίδικου ρεπορτάζ κατά τα προβλεπόμενα του άρθρου 18 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, προκύπτει από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 12, στο οποίο καταγράφονται τα ονόματα των προσώπων που κοινοποιήθηκε (cc-ed). Η αποστολή και κοινοποίηση του σε αυτά δεν αμφισβητήθηκε ούτε από το συνήγορο των Εναγόμενων ούτε και από τον ίδιο τον Εναγόμενο 2[3]. Ακολούθως πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο το περιεχόμενο του επίδικου δημοσιεύματος είναι δυσφημηστικό ή όχι. Όπως καθορίζει η νομολογία: «Το κριτήριο αν ένα δημοσίευμα είναι ή όχι δυσφημηστικό είναι κατά πόσο ο μέσος λογικός άνθρωπος προς τον οποίο απευθύνεται το κείμενο θα μπορούσε να το αντιληφθεί κατά δυσφημηστικό τρόπο και όχι να αποδώσει απλώς ο ίδιος ο ενάγων ένα δυσφημιστικό νόημα στο δημοσίευμα, θεωρώντας τον εαυτό του θιγμένο ενώ το κείμενο μπορεί να είναι δεκτικό και άλλων αθώων ερμηνειών. Κατά την εξέταση του κειμένου, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη όχι μόνο την ετυμολογία συγκεκριμένων λέξεων αλλά εξετάζει το κείμενο στην ολότητα του με αναφορά στον χρόνο και τον τόπο του δημοσιεύματος αλλά και την κρατούσα κοινή γνώμη για το θέμα.[4]» Το μέρος του ηλεκτρονικού μηνύματος που σύμφωνα με τους Ενάγοντες είναι δυσφημηστικό, όπως καταγράφεται στο Τεκμήριο 12, είναι το ακόλουθο: «Even though I have no intention to be condescending (despite cold calling from others, I am told) I am sure you appreciate the dangers of using a small professional outfit with limited staffing, service capabilities, and potential. After all, Ravago is not a negligible group!» Σε ελεύθερη μετάφραση: «Παρότι δεν είναι η πρόθεση μου να μειώσω οποιονδήποτε (άσχετα αν άλλοι επικοινωνούν απρόκλητα, όπως μου έχει αναφερθεί) είμαι σίγουρος ότι αντιλαμβάνεστε τους κινδύνους που εμπεριέχει η χρήση ενός μικρού επαγγελματικού σχήματος με περιορισμένο προσωπικό, ικανότητες εξυπηρέτησης και προοπτικές. Εξ άλλου ο όμιλος Ravago δεν είναι ασήμαντος!» Το κατά πόσο το δημοσίευμα είναι δυσφημηστικό είναι ζήτημα πραγματικό. Εξαρτάται από τη φυσική και συνήθη έννοια των λέξεων και φράσεων που το συναποτελούν, που θα απέδιδε σε αυτές ο μέσος λογικός άνθρωπος. Το κείμενο δεν εξετάζεται αποσπασματικά αλλά στην ολότητα του[5]. Το κείμενο πρέπει επίσης να εξεταστεί σε συνάρτηση με τα υπόλοιπα γεγονότα που συνδέονται άμεσα με το επίδικο δημοσίευμα. Στην προκειμένη περίπτωση, είχε προηγηθεί τρεις μέρες προηγουμένως η αποστολή του μηνύματος από τον ΧΧΧΧΧ Parmentier, Τεκμήριο
  1. Το μήνυμα εκείνο είχε τους ίδιους παραλήπτες ως το επίδικο μήνυμα και με αυτό ο κ. Parmentier ενημέρωνε την Εναγόμενη 1 για την πρόθεση της Ravago Group να τερματίσει τη συνεργασία της εταιρείας του ομίλου Polymed Investments Ltd με την Εναγόμενη 1 και ζητά την μεταφορά των φακέλων, βιβλίων, μητρών και τραπεζικών λογαριασμών στην Ενάγουσα
  2. Ενημερώνει επίσης ότι θα επικοινωνήσει ο Ενάγοντας 1, κ ΧΧΧΧΧ Θεμιστοκλέους για να συντονίσει τη μεταφορά. Ο Ενάγοντας 2, στις 15.11.2012, 12:38 αποστέλλει το ηλεκτρονικό μήνυμα Τεκμήριο 11 στους δύο υπαλλήλους της Εναγόμενης 1 για τη διευθέτηση της μεταφοράς της εταιρείας. Αυτό το μήνυμα κοινοποιήθηκε και στον κ. ΧΧΧΧΧ και σε ακόμα ένα πρόσωπο. Ακολούθησε το επίδικο μήνυμα, Τεκμήριο 12, που στάλθηκε την ίδια μέρα στις 15:
  3. Δεν θα επαναλάβω το περιεχόμενο του μηνύματος εκείνου, το οποίο παραθέτω στην παράγραφο 9 πιο πάνω. Φαίνεται όμως ότι είχε προηγηθεί τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ του κ. Benoit και του κ. ΧΧΧΧΧ Σιατή, λειτουργού της Εναγόμενης
  4. Φαίνεται επίσης ότι κατά τη συνομιλία ο κ. Σιατής είχε προσφέρει στον κ. ΧΧΧΧΧ κάποια έκπτωση σε μελλοντικές υπηρεσίες. Ο Εναγόμενος 2, στο επίδικο ηλεκτρονικό μήνυμα, προχωρεί προσφέροντας περαιτέρω έκπτωση 15% για τις υπηρεσίες αυτές και δηλώνει ενδιαφέρον να παρέχει υπηρεσίες στις ίδιες ανταγωνιστικές τιμές και για άλλες συγγενείς εταιρείες. Ακολουθεί το επίμαχο μέρος του δημοσιεύματος. Ερμηνεύοντας το περιεχόμενο του επίδικου μηνύματος υπό το πρίσμα των πιο πάνω δεδομένων και αποδίδοντας στο κείμενο τη συνήθη ερμηνεία, καταλήγω ότι στο μυαλό του μέσου λογικού ανθρώπου δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί δυσφημιστικό. Είναι φανερή η προσπάθεια του Εναγόμενου 2 να αποτρέψει τη μεταφορά της διαχείρισης της εταιρείας από την Εναγόμενη 1 στην Ενάγουσα
  5. Η προσπάθεια αυτή περιλάμβανε τηλεφωνική επικοινωνία του κ. ΧΧΧΧΧ Σιατή με τον κ. ΧΧΧΧΧ για να διαπιστώσει εάν υπήρχε κάτι που δυσαρέστησε τη Ravago Group και να προσφέρει έκπτωση στις χρεώσεις για παροχή υπηρεσιών. Ακολουθεί το επίδικο ηλεκτρονικό μήνυμα μέσω του οποίου ο Εναγόμενος 2 προσφέρει περαιτέρω έκπτωση σε μια επιπλέον προσπάθεια να αποτρέψει τη μεταφορά της εταιρείας. Ακολούθως, στα πλαίσια της ίδιας προσπάθειας, ο Εναγόμενος 2 επιδιώκει να δημιουργήσει στον κ. ΧΧΧΧΧ ανασφάλεια αναφορικά με τις ικανότητες και την ποιότητα των υπηρεσιών της Ενάγουσας
  6. Σε αυτό αποσκοπεί η προειδοποίηση ότι η μεταφορά της εταιρείας εμπεριέχει κινδύνους γιατί η Ενάγουσα 1 είναι ένα γραφείο με περιορισμένο προσωπικό, περιορισμένες ικανότητες παροχής υπηρεσιών και περιορισμένες προοπτικές. Ο Εναγόμενος 2 συνεχίζει υπονοώντας ότι ένας σημαντικός και μεγάλος όμιλος όπως η Ravago δεν θα πρέπει να επιδείξει εμπιστοσύνη σε ένα γραφείο όπως η Ενάγουσα
  7. Στο επίδικο δημοσίευμα δεν υπάρχει ονομαστική αναφορά στην Ενάγουσα 1 ή στον Ενάγοντα
  8. Δεν είναι όμως απαραίτητο να κατονομάζεται στο δημοσίευμα ο αποδέκτης της δυσφήμισης. Το ερώτημα είναι κατά πόσο στην αντίληψη του μέσου λογικού ανθρώπου το λεκτικό παραπέμπει σε συγκεκριμένο αποδέκτη. Όπως επεξηγείται σχετικά στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander, 6η έκδοση, παράγραφοι 281 και 282: «281: .The test of whether words that do not specifically name the plaintiff refer to him or not is this: Are they such as reasonably in the circumstances would lead persons acquainted with the plaintiff to believe that he was the person referred to?... 282: .The question is whether the libel designates the plaintiff in such a way as to let those who knew him understand that he was the person meant. It is not necessary that all the world should understand the libel; it is sufficient if those who know the plaintiff can make our that he is the person meant. If upon the evidence the jury are of the opinion that ordinary sensible readers, knowing the plaintiff, would be of opinion that the article referred to him, the plaintiff's case is made out.» Η όλη αλληλογραφία, το γεγονός ότι η Ravago ενημερώνει πως η εταιρεία της θα μεταφερθεί στην Ενάγουσα 1 και ότι ο Ενάγοντας 2 θα επικοινωνήσει για σκοπούς συντονισμού καθώς και το γεγονός ότι ο Ενάγοντας 2 καθώς και όλοι οι υπόλοιπου παραλήπτες του ηλεκτρονικού μηνύματος Τεκμήριο 10 είναι παραλήπτες και του επίδικου μηνύματος δεν αφήνουν περιθώριο άλλης ερμηνείας. Παρότι δεν τους ονοματίζει, είναι ξεκάθαρο ότι ο Εναγόμενος 2 προειδοποιούσε για κινδύνους που θα είχε η συνεργασία της Ravago με τους Ενάγοντες που, κατά την κρίση του, είχαν ανεπαρκές προσωπικό, περιορισμένη προοπτική και περιορισμένη δυνατότητα να εξυπηρετήσουν ένα όμιλο του μεγέθους της Ravago. Ενόψει των πιο πάνω διαπιστώσεων, κρίνω ότι το επίδικο δημοσίευμα ήταν δυσφημιστικό για τους Ενάγοντες διότι απέδιδε σε αυτούς επαγγελματική ανεπάρκεια, ελλείψεις, περιορισμένες ικανότητες και προοπτικές σε βαθμό που ήταν επικίνδυνοι για τα συμφέροντα των πελατών τους. Επιπλέον, από τα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω και έχοντας παρακολουθήσει τη μαρτυρία του Εναγόμενου 2, παρά τα όσα αντίθετα ανέφερε, δεν έχω αμφιβολία ότι η πρόθεση του, με την σύνταξη και αποστολή του επίδικου μηνύματος ήταν ακριβώς να μεταδώσει αυτό το νόημα στους παραλήπτες. Σε αυτό το σημείο προσθέτω και τα ακόλουθα σε σχέση με τη μαρτυρία του Εναγόμενου
  9. Μεγάλο μέρος της μαρτυρίας αφορούσε, όπως ήδη σημείωσα, μη αμφισβητούμενα γεγονότα. Σε άλλα όμως σημεία της μαρτυρίας, ο Εναγόμενος 2 προσπάθησε να πείσει ότι είχε δίκαιο στα όσα ανέφερε στο ηλεκτρονικό του μήνυμα με δεδομένη τη διαφορά στα μεγέθη των εταιρειών όπως προκύπτουν από τους εξελεγμένους λογαριασμούς. Ότι δηλαδή το περιεχόμενο του μηνύματος κατέγραφε απλώς την πραγματικότητα και συνεπώς δεν μπορούσε να προσβάλει ή να μειώσει τους Ενάγοντες. Δεν με έπεισε για τις προθέσεις του αυτές. Στα πλαίσια της μαρτυρίας του ήταν εμφανές ότι η διακοπή της συνεργασίας της Ravago Group με την Εναγόμενη 1 του είχε προκαλέσει αισθήματα θυμού και προσβολής. Έγινε αρχική προσπάθεια, μέσω της τηλεφωνικής επικοινωνίας του κ. ΧΧΧΧΧ Σιατή και της έκπτωσης που εκείνος είχε προσφέρει, να αποτρέψει τον κ. ΧΧΧΧΧ. Συνέχισε τις προσπάθειες ο ίδιος προσφέροντας επιπλέον έκπτωση στο επίδικο μήνυμα. Το λεκτικό του μηνύματος του όμως, θεωρώ ότι ήταν σχεδιασμένο να προσβάλει την ικανότητα και επαγγελματισμό των Εναγόντων. Οι προθέσεις του διακρίνονται από το ίδιο το λεκτικό του μηνύματος και από την όλη συμπεριφορά του γραφείου του. Εισηγείται στο μήνυμα του ότι οι Ενάγοντες είναι γραφείο ανεπαρκές σε προσωπικό και ικανότητες και ότι η ανεπάρκεια και ελλείψεις τους ήταν τέτοιας έκτασης ώστε να τους καθιστά επικίνδυνους για τα συμφέροντα της Ravago. Η αναφορά σε cold calling, σε απρόκλητες επικοινωνίες με σκοπό την αλίευση πελατείας, είχε σκοπό και πρόθεση να προσβάλει προσωπικά τον Ενάγοντα 2 αφήνοντας να νοηθεί ότι με ανέντιμο και αντιεπαγγελματικό τρόπο προσέγγισε της Ravago και τους έπεισε να συνεργαστούν μαζί του εγκαταλείποντας τους Εναγόμενους. Κοινοποίησε το επίδικο μήνυμα στον Ενάγοντα 2 και στους υπόλοιπους παραλήπτες, υπαλλήλους και συνεργάτες των Εναγόντων αλλά και σε πρόσωπα της Ravago, ακριβώς γιατί επιδίωξη του ήταν να προσβάλει τον Ενάγοντα
  10. Κρίνω ότι αυτή είναι η πραγματικότητα έστω και αν ο Εναγόμενος 2 δεν το παραδέχτηκε κατά την μαρτυρία του. Όταν η δυσφήμηση γίνεται με πρόθεση να προκληθεί ζημιά στον αποδέκτη στο επάγγελμά του τότε δεν απαιτείται η απόδειξη ειδικής ζημιάς[6]. Στην παρούσα περίπτωση, είναι κοινώς αποδεκτό ότι η Ενάγουσα 1 ήταν εταιρεία που παρείχε λογιστικές, ελεγκτικές υπηρεσίες και συναφείς υπηρεσίες διοίκησης εταιρειών. Δεν αμφισβητήθηκε ότι ο Ενάγοντας 2 ήταν ο ιδρυτής, μέτοχος και διευθυντής της. Αυτά προκύπτουν και από το περιεχόμενο των εξελεγμένων καταστάσεων της Ενάγουσας 1 (Τεκμήριο 14). Προκύπτουν και από το περιεχόμενο των διαφόρων επαγγελματικών τίτλων που παρουσίασε ο Ενάγοντας
  11. Προχωρώ ακολούθως στο δεύτερο ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί, δηλαδή κατά πόσο συντρέχει η υπεράσπιση της αλήθειας που ισχυρίζονται οι Εναγόμενοι. Η πλευρά της υπεράσπισης, τόσο στις έγγραφες προτάσεις όσο και κατά την αντεξέταση του Ενάγοντα 2 αλλά και μέσω της μαρτυρίας του Εναγόμενου 2, προώθησε τη θέση ότι το επίδικο δημοσίευμα είναι αληθές. Εισήγηση των Εναγόμενων είναι ότι το περιεχόμενο του επίδικου δημοσιεύματος αφορούσε το μέγεθος, σε κύκλο εργασιών, κερδοφορία και αριθμό προσωπικού της Ενάγουσας 1 σε σύγκριση με την Εναγόμενη
  12. Σύμφωνα με το άρθρο 19 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148: «
  13. Σε αγωγή για δυσφήμηση από τελεί υπεράσπιση- (α) ότι το δημοσίευμα για το οποίο έγινε η αγωγή ήταν αληθές: Νοείται ότι, όταν το δυσφημηστικό δημοσίευμα περιέχει δύο ή περισσότερες κατηγορίες κατά του ενάγοντα, υπεράσπιση βάσει της παραγράφου αυτής δεν καταρρίπτεται για μόνο το λόγο ότι δεν αποδεικνύεται το αληθές της κάθε μιας κατηγορίας, αν το μέρος του δημοσιεύματος που δεν αποδείχτηκε ως αληθές δεν βλάπτει ουσιωδώς την υπόληψη του ενάγοντα, αφού ληφθεί υπόψη το αληθές των υπόλοιπων κατηγοριών...» Αναλογιζόμενη όλα τα ενώπιον μου στοιχεία, κρίνω ότι η συγκεκριμένη υπεράσπιση του άρθρου 19
(1)(α) δεν συντρέχει σε αυτή την περίπτωση[7]. Η θέση των Εναγόμενων είναι ότι η διαφορά στα μεγέθη των δύο εταιρειών αποδεικνύεται από τον κύκλο εργασιών και την κερδοφορία. Συγκριτικά, οι αριθμοί της Εναγόμενης 1 είναι πολλαπλάσιοι. Αντίστοιχες ήταν και οι θέσεις που υποβλήθηκαν στον Ενάγοντα 2 κατά την αντεξέταση του και αντίστοιχες θέσεις υποστήριξε και ο Εναγόμενος 2 κατά τη μαρτυρία του. Οι θέσεις όμως αυτές προωθούνται σε λανθασμένη βάση. Το επίδικο δημοσίευμα, στην ουσία του, δεν αναφερόταν σε αριθμό υπαλλήλων ούτε στα ποσά του κύκλου εργασιών και της κερδοφορίας. Το επίδικο δημοσίευμα υπαινισσόταν ανεπάρκεια στην ποιότητα των υπηρεσιών που θα παρείχαν οι Ενάγοντες στη Ravago και σε συνεπακόλουθους κινδύνους. Η πλευρά των Εναγομένων εστιάζει στα νούμερα των εξελεγμένων λογαριασμών. Όμως τα έγγραφα αυτά είναι μεταγενέστερα του επίδικου χρόνου και οι πληροφορίες που περιέχονται σε αυτά, ή τουλάχιστον στους λογαριασμούς της Ενάγουσας 1, δεν είναι δυνατό να ήταν εις γνώση του Εναγόμενου 2 όταν συνέτασσε το επίδικο δημοσίευμα. Επιπλέον, η ποιότητα και επάρκεια των υπηρεσιών που δυνατό να παρέχει μια εταιρεία δεν συναρτάται με το ύψος της κερδοφορίας της ούτε με τον κύκλο εργασιών της ή τον αριθμό του προσωπικού της. Ούτε έχει παρουσιαστεί μαρτυρία ικανή να οδηγήσει σε τέτοιο συμπέρασμα. Αναφέρθηκε ο Εναγόμενος 2 αόριστα και γενικά σε πληροφορίες που έλαβε από τράπεζες και τρίτα πρόσωπα για τους Ενάγοντες. Τα όσα όμως ανέφερε δεν επαρκούν για να στοιχειοθετήσουν ως αληθές γεγονός, ότι οι Ενάγοντες είχαν περιορισμένο προσωπικό, δυνατότητες και ικανότητες σε βαθμό που να τους καθιστά επικίνδυνους για την Ravago. Συνεπώς, η υπεράσπιση της αλήθειας που επικαλούνται οι Εναγόμενοι δεν μπορεί να επιτύχει. Πριν προχωρήσω να σημειώσω και το εξής. Η Ενάγουσα 1 διεξήγε κατά τον επίδικο χρόνο εργασίες που δυνητικά θα μπορούσαν να επηρεαστούν αρνητικά συνεπεία της δυσφήμησης. Αυτό της δίνει το δικαίωμα να προωθεί αγωγή για δυσφήμηση που αποσκοπεί στο να βλάψει την φήμη της στην άσκηση των επαγγελματικών της δραστηριοτήτων, χωρίς να απαιτείται να δικογραφήσει ή να αποδείξει ειδική ζημιά[8]. Όπως επεξηγείται στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander, 6η έκδοση, σελίδα 407, παράγραφος 885: «Thus an action will lie for an imputation that a trading company is in an insolvent condition. Or that the company or its directorate is composed of alien enemies. So an imputation on the goods sold or manufactured by a trading company may involve a reflection on the company in the way of its business, such as to lead people of ordinary sense to the opinion that it conducts its business in a dishonest, improper or inefficient manner, the law is the same as in the case of an individual and the company can maintain an action without proof of special damage. But where the words do not reflect on the trading reputation of the company, no action for libel or slander will lie. A company cannot sue either for libel or slander unless it is defamed in the way of its business.» Από τα πιο πάνω, προκύπτει ότι οι Ενάγοντες έχουν επιτύχει να αποδείξουν τη βάση αγωγής που επικαλούνται. Για την προσβολή που υπέστησαν στην υπόληψη τους, δικαιούνται σε αποζημίωση. Το επόμενο ζήτημα που πρέπει να αποφασιστεί είναι το ορθό μέτρο αποζημιώσεων που θα πρέπει να επιδικαστούν. Στο καθορισμό του ύψους των αποζημιώσεων, σχετικά είναι τα όσα λέχθηκαν στην Χατζηπαναγιώτου ν Δρουσιώτη, Εμπορευόμενου και υπό την Εμπορική Επωνυμία Εκδόσεις ΑΛΦΑΔΙ κ.α.
(2009)1 Β ΑΑΔ 1321: «Ο σκοπός της επιδίκασης αποζημιώσεων είναι η αποκατάσταση του ενάγοντα από τα αποτελέσματα της δυσφημιστικής δήλωσης. Οι γενικές αποζημιώσεις, στην περίπτωση της δυσφήμισης, εξυπηρετούν τρεις βασικούς στόχους: (α) τη θεραπεία του ενάγοντα από τη βλάβη που υπέστη εξαιτίας της δημοσίευσης της δήλωσης, (β) την αποκατάσταση της ζημιάς στην πληγείσα φήμη του ενάγοντα και (γ) τη δικαίωση του. Οι αποζημιώσεις, σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, δεν υπολογίζονται με αναφορά σε οποιοδήποτε μαθηματικό τύπο. Το δικαστήριο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του όλους τους σχετικούς παράγοντες, μεταξύ των οποίων, τη συμπεριφορά του ενάγοντα, τη θέση και την υπόληψη του, τη φύση της δυσφήμισης, τον τρόπο και τον βαθμό της δημοσίευσης, την απουσία ή την άρνηση του εναγόμενου να απολογηθεί και να αποκαταστήσει τη φήμη του ενάγοντα και τη συμπεριφορά του εναγόμενου από το χρόνο της δημοσίευσης μέχρι την απόφαση.» Λαμβάνω επομένως υπόψη τη φύση και το περιεχόμενο του δυσφημιστικού δημοσιεύματος, ότι αυτό κονοποιήθηκε στους παραλήπτες που έχω προαναφέρει, στα πλαίσια επαγγελματικής επικοινωνίας καθώς και ότι απευθυνόταν πρωτίστως σε πελάτη των Εναγόντων. Συνυπολογίζω όμως ότι συνεπεία της δυσφήμισης οι Ενάγοντες δεν φαίνεται να επηρεάστηκαν αρνητικά στην εργασία τους ενώ ούτε ο Ενάγοντας 2 έχω διακρίνει να υπέστη κάποια επίπτωση σε κοινωνικό επίπεδο. Το δημοσίευμα όχι μόνο δεν πέτυχε το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα αλλά προκύπτει ότι η Ravago προχώρησε με την επαγγελματική της συνεργασία με τους Ενάγοντες και ο κ. ΧΧΧΧΧ αποδοκίμασε τον Εναγόμενο 2 στο ηλεκτρονικό του μήνυμα Τεκμήριο
  1. Προσμετρώ επίσης ότι οι Εναγόμενοι δεν έχουν προσφέρει την απολογία τους προς τους Ενάγοντες. Αναφορικά με την αποζημίωση στην οποία δικαιούται η Ενάγουσα 1 εταιρεία, παραπέμπω και πάλιν στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander, 6η έκδοση, σελίδα 410, παράγραφος 891 όπου αναφέρονται τα εξής: «A company cannot be injured in its feelings, it can only be injured in its pocket. Its reputation can be injured by a libel but that injury must sound in money. The injury need not necessarily be confined to loss of income. Its goodwill may be injured. But a corporation does not need to prove special damage por financial loss to recover damages for defamation of its business reputation in a way calculated to injure its reputation in the way of its trade or business.» Ενόψει των πιο πάνω δεδομένων, κρίνω ότι το συνολικό ποσό των €3.000 συνιστά λογική και δίκαιη αποζημίωση προς τους Ενάγοντες. Οι Ενάγοντες αξιώνουν επίσης τιμωρητικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις. Τιμωρητικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις μπορούν να επιδικαστούν όπου το επίδικο αστικό αδίκημα είναι τόσο αξιόμεμπτο ώστε να αξίζει τιμωρίας από το αστικό δίκαιο[9]. Αξιόμεμπτη διαγωγή είναι εκείνη που συνοδεύεται από έντονα στοιχεία αλαζονείας, θρασύτητας ή αθέμιτου κίνητρου ή όταν τείνει να ταπεινώσει το θύμα του αστικού αδικήματος[10]. Έχοντας κατά νου τα δεδομένα της παρούσας περίπτωσης θεωρώ ότι δεν θα ήταν ορθό να επιδικαστούν τιμωρητικές ή παραδειγματικές αποζημιώσεις. Η παρούσα υπόθεση αφορά ένα μεμονωμένο ηλεκτρονικό μήνυμα, που στάλθηκε σε σχετικά μικρό αριθμό παραληπτών. Δεν είχε επίπτωση στους Ενάγοντες αφού δεν εμπόδισε τη συνεργασία τους με τον όμιλο Ravago και δεν φαίνεται να υπήρξε συνέχεια από τους Εναγόμενους ή επανάληψη της ίδιας ή αντίστοιχης συμπεριφοράς. Αναφορικά με το απαγορευτικό διάταγμα που οι Ενάγοντες αξιώνουν επίσης κρίνω ότι δεν θα ήταν ορθό να εκδοθεί. Η δυνατότητα έκδοσης διηνεκών διαταγμάτων προβλέπεται και στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Κεφ.14/
  2. Στο σύγγραμμα Διατάγματα των κκ. Ερωτοκρίτου και Αρτέμη στη σελ.82 αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι για να εκδώσει το Δικαστήριο διηνεκές διάταγμα θα πρέπει η συμπεριφορά του αδικοπραγούντα να είναι συνεχής και η ζημιά που προκαλείται να είναι τέτοιας φύσης ώστε να είναι δύσκολη η αποκατάσταση της με την παραχώρηση αποζημιώσεων ή άλλης θεραπείας. Διηνεκές διάταγμα αποσκοπεί στο να αποτρέψει την επανάληψη ίδιας συμπεριφοράς και να παρεμποδίσει τη συνεχή παραβίαση των δικαιωμάτων του επιτυχόντα διαδίκου. Στην παρούσα υπόθεση, κανένα στοιχείο έχω για επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά από μέρους των Εναγόμενων. Αντίθετα, τα γεγονότα αναφέρονται σε ένα μεμονωμένο δυσφημιστικό δημοσίευμα, χωρίς, όπως ήδη ανέφερα, να υπήρξε οποιαδήποτε συνέχεια από πλευράς των Εναγόμενων. Κρίνω επομένως ότι δεν δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για χορήγηση διηνεκούς διατάγματος. Τέλος, οι Ενάγοντες υποστήριξαν ότι τα γεγονότα της υπόθεσης συνθέτουν και το αστικό αδίκημα της επιζήμιας ψευδολογίας. Για να στοιχειοθετηθεί το συγκεκριμένο αδίκημα απαιτείται να καταδειχθεί ότι το αθώο μέρος έχει υποστεί ειδική ζημιά ως αποτέλεσμα της συμπεριφοράς του αδικοπραγούντα. Στην παρούσα υπόθεση, ενόψει ειδικά της αξιολόγησης της μαρτυρίας του ΜΕ2, δεν υπάρχουν ευρήματα αναφορικά με ειδική ζημιά που υπέστηκαν οι Ενάγοντες από το επίδικο δημοσίευμα. Αντίθετα, όπως έχω ήδη σημειώσει, η συνεργασία τους με την Ravago Group προχώρησε χωρίς καμία επίπτωση. Επομένως, οι αξιώσεις των Εναγόντων δεν μπορούν να επιτύχουν σε αυτή τη βάση. Καταληκτικά, στη βάση όλων των πιο πάνω και για τους λόγους που έχω εξηγήσει, η αγωγή επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγόμενων, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα, για ποσό €3.
  3. Επί του ποσού αυτού επιδικάζεται νόμιμος τόκος από την καταχώρηση της αγωγής. Για τους λόγους που εξήγησα, κρίνω ότι στην παρούσα περίπτωση δεν ενδείκνυται η έκδοση οποιουδήποτε απαγορευτικού διατάγματος. Ούτε ενδείκνυται η επιδίκαση τιμωρητικών ή παραδειγματικών αποζημιώσεων. Ακολουθώντας το αποτέλεσμα, τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγόμενων, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. ..................... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Ελευθέριος Γαληνιώτης ν Εκδοτικός Οίκος Δίας κ.α.
(2011)1 ΑΑΔ 474, Bullen & Leake & Jacob's Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, σελίδα 545 [2] Atkins Encyclopaedia of Court Froms, Volume 25, σελίδες 62-65 [3] Σχετική η ανάλυση στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander, 6th edition, chapter 6. [4] Εκδόσεις Αρκτίνος ν Δώρου Γεωργιάδη
(2011)1 Α.Α.Δ. 407 [5] Εκδόσεις Αρκτίνος ν Δώρου Γεωργιάδη (ανωτέρω), Gatley on Libel and Slander, 6th edition, page 101, paragraph
  1. [6] Gatley on Libel and Slander, 6th edition, paragraph
  2. [7] Διαφωτιστική η ανάλυση στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander, 6th edition, chapter 11, pages 166, paragraphs 351, 352, 353, 354, 361,
  3. [8] Σχετική είναι η ανάλυση στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander, 6th edition, page 407, paragraph
  4. [9] Γιαννάκη Ερωτοκρίτου ν Ειρήναρχου Θεοδώρου κ.α.
(1997)1 ΑΑΔ 1800, Rookes v Barnard
(1964)All E.R. 367 και επιβεβαιώθηκαν από τη Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων, στην Cassell & Co. Ltd v Broome
(1972)1 All E.R. 801, Paraskevas v Mouzoura
(1973)1 C.L.R. 88, Stavros Gregoriades v Evangelos Kyriakides
(1970)1 C.L.R. 120 [10] Adrian Holdings Ltd v Κυπριακής Δημοκρατίας διά του Γενικού Εισαγγελέα
(1998)1 ΑΑΔ 1836 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.