ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ κ.α. ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 3243/2013, 30/11/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A282 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3243/2013 Μεταξύ:
- ΧΧΧΧΧ ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ
- ΧΧΧΧΧ ΔΡΟΥΣΙΩΤΗ Εναγόντων και
- CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC COMPANY LIMITED
- ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ
- LAIKI CYPRIALIFE LTD Εναγόμενοι Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερομηνίας 23.6.2014 Μεταξύ:
- ΧΧΧΧΧ ΔΡΟΥΣΙΩΤΗ
- ΧΧΧΧΧ ΔΡΟΥΣΙΩΤΗ Εναγόντων και
- CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED
- ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΊΑ ΛΤΔ
- CNP ASFALISTIKI LTD Εναγόμενοι 30 Νοεμβρίου, 2021 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Α. Μελάς δια Κώστας μελάς & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Εναγόμενη 1: κα Χρ. Συμεού δια Μάκης Αναστασίου & Σια ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα αγωγή στις 25.7.
- Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, οι Ενάγοντες είχαν συνάψει τρία ασφαλιστήρια συμβόλαια κατά το έτος 1999 με την Εναγόμενη
- Σε μεταγενέστερο χρόνο εκχώρησαν τα δικαιώματα τους που απέρρεαν από τα ασφαλιστήρια συμβόλαια προς εξασφάλισης πιστωτικών διευκολύνσεων που η Εναγόμενη 1 παρείχε σε εταιρεία συνδεδεμένη με τους Ενάγοντες. Οι εκχωρήσεις έγιναν το
- Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι ο Ενάγοντας 1 υπέστη ατύχημα το 2004 και υπέβαλε αίτηση προς την Εναγόμενη 3 για κάλυψη ζημιών που υπέστη από το ατύχημα. Η Εναγόμενη 3 απέρριψε την απαίτηση του. Ένεκα της απόρριψης της απαίτησης του, το 2006 ο Ενάγοντας 1 καταχώρησε δύο αγωγές στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. Με αυτές διεκδικούσε αποζημίωση στη βάση δύο εκ των ασφαλιστήριων συμβολαίων. Στα πλαίσια εκείνων των αγωγών, η Εναγόμενη 3 ισχυρίστηκε ότι το όφελος εκείνων των συμβολαίων είχε εκχωρηθεί προς την Εναγόμενη
- Το 2010, οι δικηγόροι του Ενάγοντα 1 ζήτησαν τη συγκατάθεση της Εναγόμενης 1 για να προστεθεί ως ενάγοντας στις δύο αγωγές υπό την ιδιότητα της ως εκδοχέας των δικαιωμάτων του Ενάγοντα 1 δυνάμει των ασφαλιστήριων συμβολαίων. Η Εναγόμενη 1 απάντησε αρνητικά στο αίτημα. Ένεκα αυτής της απάντησης ο Ενάγων 1 απέσυρε τις εν λόγω αγωγές. Ακολούθως ο Ενάγοντας 1 καταχώρησε άλλη αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού εναντίον της Εναγόμενης 1 για αποζημιώσεις για τις ζημιές που υπέστη ένεκα της στάσης της. Παράλληλα με την προώθηση εκείνης της αγωγής, οι Ενάγοντες 1 και 2 ζήτησαν από την Εναγόμενη 1 την αναδιάρθρωση των πιστωτικών διευκολύνσεων της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας οι οποίες εξασφαλίζονταν με τα ασφαλιστήρια συμβόλαια. Δεν συμφώνησαν αναφορικά με την αναδιάρθρωση με αποτέλεσμα οι Ενάγοντες να κινήσουν άλλη αγωγή εναντίον της Εναγόμενης 1 το
- Ακολούθως η Εναγόμενη 1 απαίτησε εξόφληση των οφειλόμενων προς αυτήν ποσών από την πρωτοφειλέτιδα εταιρεία. Αφού οι οφειλές κατέστησαν πληρωτέες, η Εναγόμενη 1, αποτάθηκε προς την Εναγόμενη 3 και ζήτησε την εξαργύρωση των ασφαλιστήριων συμβολαίων. Οι Ενάγοντες διαφώνησαν και κάλεσαν την Εναγόμενη 3 να μην προχωρήσει όμως η Εναγόμενη 3 τους ενημέρωσε ότι ήταν υποχρεωμένη να ενεργήσει ως η απαίτηση του εκδοχέα. Αυτά οδήγησαν στην έγερση της παρούσας αγωγής, στην οποία οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οι εκχωρήσεις των ασφαλιστήριων συμβολαίων που έγιναν το 1999 είναι παράνομες και καταχρηστικές και ότι οι Εναγόμενες 1 και 3 ενεργούσαν κατά παράβαση ρητών και/ή εξυπακουόμενων όρων των συμβολαίων εκχώρησης, καταπιεστικά και αυθαίρετα. Στην αγωγή συμπεριέλαβαν την Εναγόμενη 2 ισχυριζόμενοι ότι υποκατέστησε την Εναγόμενη 1 δυνάμει των Διαταγμάτων που είχαν εκδοθεί το 2013 δυνάμει του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου. Με την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες αξίωναν την έκδοση δηλωτικής απόφασης από το Δικαστήριο ότι συμφωνίες εκχώρησης ασφαλειών ζωής που υπέγραψαν στις 9.3.1999 και 20.8.1999 δεν έδιναν στους Εναγόμενους 1 και/ή 2 το δικαίωμα «να ζητήσουν την πώληση και/ή την εξαγορά και/ή να παραδώσουν προς εξαργύρωση στους Εναγόμενους 3» τα τρία ασφαλιστικά συμβόλαια. Ζητούσαν επίσης δηλωτικές αποφάσεις ότι εάν ήθελε κριθεί ότι οι Εναγόμενοι 1 και/ή 2 είχαν αυτό το δικαίωμα, τότε αυτό ασκήθηκε κακόπιστα, καταχρηστικά, αυθαίρετα καθώς και ότι οι Εναγόμενοι ενήργησαν κατά παράβαση των συμβατικών τους υποχρεώσεων. Ζητούσαν περαιτέρω δηλωτική απόφαση ότι η συγκατάθεση των Εναγόμενων 3 στην εξαγορά των τριών ασφαλιστήριων συμβολαίων ήταν άκυρη και παράνομη. Τέλος αξιώνουν αποζημιώσεις για τις ζημιές που υπέστησαν συνεπεία των πιο ενεργειών και συμπεριφοράς των Εναγόμενων. Στην πορεία και αφού μεσολάβησε ανταλλαγή δικογράφων, αίτηση τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης και διάφορα άλλα ενδιάμεσα διαβήματα, διευθετήθηκαν οι άλλες αγωγές που εκκρεμούσαν μεταξύ των Εναγόντων και της Εναγόμενης
- Αυτό είχε ως αποτέλεσμα η παρούσα αγωγή να καταστεί, ουσιαστικά, άνευ αντικειμένου. Με αυτό το δεδομένο, οι Ενάγοντες απέσυραν την αγωγή, ανεπιφύλακτα, εναντίον των Εναγόμενων 2 και
- Αυτά δηλώθηκαν και στο Δικαστήριο στις 13.5.
- Όμως η αγωγή δεν αποσύρθηκε εναντίον της Εναγόμενης 1 γιατί υπήρχε διαφωνία αναφορικά με τα δικηγορικά έξοδα που είχαν προκύψει. Η ίδια εκκρεμότητα παρέμεινε και στις 27.5.2020, 14.7.2020, 9.10.2020, 14.1.2021 και 11.6.2021 οπόταν οι Ενάγοντες δήλωναν στο Δικαστήριο ότι δεν προχωρούσαν με απόσυρση της αγωγής εναντίον της Εναγόμενης 1 ένεκα της διαφωνίας που υπήρχε για τα έξοδα. Η αγωγή τελικά αποσύρθηκε και απορρίφθηκε αναφορικά με την Εναγόμενη 1 στις 5.11.2021 και παρέμεινε προς απόφαση το ζήτημα των δικηγορικών εξόδων. Οι συνήγοροι της κάθε πλευράς αγόρευσαν για το ζήτημα αυτό και εξήγησαν τις θέσεις τους. Πολύ συνοπτικά, ο συνήγορος των Εναγόντων υποστήριξε ότι στην προκειμένη περίπτωση λόγω της ασάφειας που είχε δημιουργηθεί με τα Διατάγματα που εκδόθηκαν δυνάμει του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013, οι Ενάγοντες δεν γνώριζαν κατά πόσο έπρεπε να εγερθεί η αγωγή εναντίον της Εναγόμενη 1 ή της Εναγόμενης
- Για το λόγο αυτό είχαν συμπεριλάβει και τις δύο εταιρείες ως εναγόμενες. Εισηγήθηκε ότι οι Ενάγοντες δεν ευθύνονται για την ασάφεια αυτή και συνεπώς δεν θα ήταν δίκαιο να επιβαρυνθούν με τα έξοδα της αγωγής. Παραλλήλισε τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης με τα δεδομένα που μπορεί να οδηγήσουν στην έκδοση Bullock order αναφορικά με τα έξοδα και κατέληξε ότι το ορθό θα ήταν η κάθε πλευρά να επωμισθεί τα δικά της έξοδα. Παρενθετικά να σημειώσω ότι στα πλαίσια της αγόρευσης του, παρουσίασε σειρά αλληλογραφίας (Έγγραφο Β) μεταξύ του και της συνηγόρου της Εναγόμενης 1 η οποία έγινε τον Μάιο
- Σε αυτή ζητά από την αντίδικο του να διερευνήσει κατά πόσο οι συμφωνίες εκχώρησης είχαν μεταφερθεί στην Εναγόμενη 2 δυνάμει των Διαταγμάτων ή εάν είχαν παραμείνει στην Εναγόμενη
- Η αντίδικος του απάντησε ότι δεν μπορεί να προσθέσει κάτι πέραν των δικογραφημένων θέσεων και των όσων προβλέπονται στη νομοθεσία και τα Διατάγματα. Στη δική της αγόρευση για το θέμα των εξόδων, η συνήγορος της Εναγόμενης 1 προώθησε αντίθετη θέση. Εισηγήθηκε ότι θα πρέπει να ακολουθηθεί ο γενικός κανόνας και ότι τα έξοδα πρέπει να επιδικαστούν εναντίον των Εναγόντων αφού αυτοί ευθύνονται για τη δημιουργία τους. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου να επιδικάζει έξοδα πηγάζει από το άρθρο 43 του Περί Δικαστηρίου Νόμου, Ν. 14/60και τη Δ.59 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η διακριτική αυτή ευχέρεια πρέπει να ασκείται δικαστικά (judicially). Επί τούτου παραπέμπω και στο σύγγραμμα Annual Practice του 1960, σελ. 1822, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Wide though the discretion is, it is a judicial discretion and must be exercised on fixed principles, that is according to rules of reason and justice, not according to private opinion...or even benevolence..., or sympathy..., and the exercise of discretion even by a judge sitting alone must be justifiable...; for instance when a party successfully enforces a legal right, and in no way misconducts himself, then he is entitled to costs as of right...» Η διαγωγή και συμπεριφορά των διαδίκων καθώς και η υπαιτιότητα τους στη δημιουργία των εξόδων είναι παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν Φιλίππου
(1990)1 Α.Α.Δ. 890: «Η συμπεριφορά των διαδίκων κατά τη διαδικασία δεν είναι στοιχείο άσχετο με την υπόθεση ώστε σε περίπτωση που λαμβάνεται υπόψη στην επιδίκαση των εξόδων να θεωρηθεί ότι ισοδυναμεί με κακή άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστή.» Στην απόφαση του εκείνη το Ανώτατο Δικαστήριο ακολουθούσε της αρχές που τέθηκαν σε προγενέστερες υποθέσεις. Ενδεικτικά, στην υπόθεση Papakokkinou v Kanther
(1982)1 C.L.R.65, το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρει τα ακόλουθα σε σχέση με την ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου: «.Costs form an issue to be resolved by the exercise of the Court's discretion. The discretion is exercised judicially in the light of the facts of the case, primarily its outcome. But the outcome is not the sole consideration to which the Court should pay heed. The conduct of the parties is also relevant... Where the plaintiffs have, by their conduct, occasioned part of the costs of the proceedings, it is legitimate for the trial Court to deprive them of part or the whole of their cost...» Η προσέγγιση αυτή επιβεβαιώθηκε στην πιο πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην Μιχαήλ Σάββα Νικολάου κ.α. ν Χριστάκη Ιακωβίδη ως εκκαθαριστή της εταιρείας A&G Property Wise Development Ltd, ECLI:CY:AD:2014:A487, Πολιτική Έφεση 302/2008 ημερομηνίας 8.7.
- Επανέρχομαι τώρα στην παρούσα περίπτωση. Αυτό το οποίο προκύπτει από το φάκελο και από όσα έχω διακρίνει από τις αγορεύσεις, είναι ότι σε κάποιο στάδιο οι Ενάγοντες διευθέτησαν τις αγωγές τους που αφορούσαν τις πιστωτικές διευκολύνσεις που εξασφαλίζονταν από τα ασφαλιστήρια συμβόλαια καθώς και τις υπόλοιπες διαφορές τους με την Εναγόμενη
- Ενόψει αυτής της διευθέτησης, η παρούσα αγωγή κατέστη άνευ αντικειμένου εξ ου και αποσύρθηκε εναντίον των Εναγόμενων 2 και
- Δεν αποσύρθηκε κατά τον ίδιο χρόνο αναφορικά με την Εναγόμενη 1 ένεκα της διαφωνίας που προέκυψε για τα έξοδα. Οι Ενάγοντες είχαν επιλέξει να εγείρουν την αγωγή τόσο εναντίον της Εναγόμενης 1 όσο και εναντίον της Εναγόμενης 2 και να ζητούν θεραπείες εναντίον τους αλληλέγγυα και διαζευκτικά. Τα γεγονότα της παρούσας περίπτωσης δεν εμπίπτουν στις περιστάσεις ενός Bullock Order, όπως εισηγήθηκε ο συνήγορος των Εναγόντων. Διαταγή εξόδων τύπου Bullock μπορεί να εκδοθεί όταν ο ενάγων βρίσκεται σε αμφιβολία ως προς το ποιος από δύο ή περισσότερους ενεχόμενους σε ένα συμβάν είναι ένοχος επίδειξης αμέλειας έναντι του και δεν μπορούσε με λογική προσπάθεια να εξακριβώσει τα γεγονότα που σχετίζονται με την αμέλεια . Τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης διαφέρουν. Ήταν ευθύνη των ίδιων των Εναγόντων να αποφασίσουν εναντίον ποιου θα στραφούν με βάση τα Διατάγματα και όχι ευθύνη της Εναγόμενης 1 να τους υποδείξει ή να τους δηλώσει εάν είναι ο ορθός διάδικος. Τα Διατάγματα που είχαν εκδοθεί δυνάμει των προνοιών του περί Εξυγίανσης Τραπεζικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 ήταν δεδομένα και εις γνώση των Εναγόντων κατά τον χρόνο καταχώρησης της αγωγής. Η Εναγόμενη 1 δεν ήταν υποχρεωμένη να γνωρίζει, ούτε και ήταν ευθύνη της να ερμηνεύσει τα Διατάγματα και εναντίον ποιας οντότητας θα έπρεπε να στραφούν δυνάμει αυτών οι Ενάγοντες. Επιπρόσθετα, ο λόγος που η αγωγή κατέστη άνευ αντικειμένου και αποσύρθηκε ήταν τελικά η διευθέτηση των άλλων αγωγών που εκκρεμούσαν σε σχέση με τις πιστωτικές διευκολύνσεις που εξασφαλίζονταν από τα επίδικα ασφαλιστήρια συμβόλαια και όχι για λόγους που είχαν σχέση με τα Διατάγματα του περί Εξυγίανσης Νόμου. Συνεπώς δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής οι αρχές τις υπόθεσης Bullock ως προς τα έξοδα. Έχοντας εξετάσει τον φάκελο της υπόθεσης, δεν διακρίνω ότι στην παρούσα περίπτωση δικαιολογείται παρέκκλιση από τον γενικό κανόνα αναφορικά με τα έξοδα. Ειδικότερα, και πέραν των όσων έχω ήδη αναφέρει, δεν διακρίνω από την πλευρά της Εναγόμενης 1 διαγωγή που να συνέτεινε στη δημιουργία αχρείαστων εξόδων ή που θα δικαιολογούσε να της αποστερηθούν τα έξοδα της διαδικασίας. Για τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω ότι τα έξοδα της αγωγής πρέπει να επιδικαστούν και επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης 1 εταιρείας και εναντίον των Εναγόντων, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο