← Κύπρος

ΣΙΑΝΙΟΥ ν. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Αρ. Αγωγής 2389/20, 2/11/2021

ΣΙΑΝΙΟΥ ν. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Αρ. Αγωγής 2389/20, 2/11/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A287 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Π. Αγαπητού, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 2389/20 Μεταξύ: XXX ΣΙΑΝΙΟΥ, από τη Λεμεσό Ενάγουσας - και - XXX ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ (Δ.Τ. XXXXX40), από τη Λεμεσό Εναγόμενου Αίτηση για την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων από την Ενάγουσα - Αιτήτρια ημερομηνίας 29.7.2021 Ημερομηνία: 2η Νοεμβρίου 2021 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια: κος. Θ. Τριγκής Για τον Εναγόμενο - Καθ' ου η Αίτηση: κα. Μαυρονικόλα ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Αίτηση Με την υπό κρίση Αίτηση το Δικαστήριο κλήθηκε, εξ αρχής μονομερώς, να χορηγήσει στην Αιτήτρια οκτώ συνολικά ενδιάμεσες θεραπείες, αλλά και οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε κρίνει ορθή υπό τις περιστάσεις. Ζητούνται δε και τα σχετικά έξοδα της Αίτησης. Κατόπιν σχετικών οδηγιών του Δικαστηρίου, η Αίτηση επιδόθηκε και αφού καταχωρήθηκε ένσταση από πλευράς Καθ' ου η Αίτηση, η υπόθεση ορίστηκε για Ακρόαση. Κατά την ημέρα της Ακρόασης οι συνήγοροι των μερών κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις και ο συνήγορος της Αιτήτριας τόνισε σημεία της αγόρευσης του ως καταγράφεται στο σχετικό πρακτικό του Δικαστηρίου της ίδιας ημερομηνίας. Συγκεκριμένα και συνοπτικά με την Αίτηση ζητούνται: - προσωρινό διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο ο εναγόμενος να διατάσσεται όπως καταχωρήσει μέσω σχετικής ενόρκου δηλώσεως, πιστό αντίγραφο της πολιτικής του ταυτότητας εντός 7 ημερών, - διάταγμα του Δικαστηρίου, το οποίο να απαγορεύει στον Εναγόμενο, από του να χρησιμοποιεί το ενοικιαζόμενο ισόγειο κατάστημα ως συνεργείο ή γκαράζ (ήτοι για επισκευή ή και επιδιόρθωση ή και τοποθέτηση) αυτοκινήτων ή και ως κατάστημα πώλησης οχημάτων ή και για αλλαγή ή και επιδιόρθωση ελαστικών, μέχρι έκδοσης τελικής απόφασης ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου, - διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο ο εναγόμενος να διατάσσεται εντός 7 ημερών να αφαιρέσει όλες τις μεταλλικές σχάρες ή και κλουβιά και όλα τα ελαστικά ή και όλα τα μηχανικά εξαρτήματα και όπως άρει όλες τις προσθηκομετατροπές στις οποίες κατά τον ισχυρισμό της Αιτήτριας παράνομα προέβη, - διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται ο Εναγόμενος όπως εμβάσει σε Τραπεζικό λογαριασμό της Ενάγουσας ή σε Τραπεζικό λογαριασμό των δικηγόρων της ή να καταθέσει στον Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου Λεμεσού, το ποσό των €23.500,00 το οποίο αφορά ενοίκια σε σχέση με το επίδικο κατάστημα, - διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο ο εναγόμενος να διατάττεται όπως μηνιαίως και πιο ειδικά κάθε 7η ημέρα εκάστου μήνα εμβάζει στον Τραπεζικό λογαριασμό της Ενάγουσας ή των δικηγόρων της το ποσό των €2.500,00 (Δύο Χιλιάδες Πεντακόσια Ευρώ) το οποίο αφορά τα ενοίκια σε σχέση με το επίδικο κατάστημα, - διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να παγιοποιείται ο τραπεζικός λογαριασμός του εναγόμενου για το ποσό των €23.500,00 μέχρι πλήρους εκδίκασης της αγωγής ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου, διάταγμα με το οποίο να παγιοποιείται κάθε κινητό ή και ακίνητο περιουσιακό στοιχείο του εναγόμενου με αριθμό κυπριακής πολιτικής ταυτότητας XXXXX40, έως του ποσού των €100.000,00 μέχρι πλήρους εκδίκασης της αγωγής ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου και - διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο ο εναγόμενος να διατάσσεται να αποκαλύψει ενόρκως και εντός χρονικού διαστήματος 7 ημερών οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο εγγεγραμμένο επ' ονόματι του, κινητό ή και ακίνητο, το οποίο δύναται να καλύψει οικονομικά μία ενδεχόμενη απόφαση εναντίον του και υπέρ της Ενάγουσας. Ως αναγράφεται σε αυτή, η Αίτηση βασίζεται στα άρθρα 29, 31 και 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 (ως τροποποιήθηκε), στα άρθρα 4, 5 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, στη Δ.28 ΘΘ1-4, Δ.39 και στη Δ.48 ΘΘ1-4 και 7-9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στις νομικές αρχές επί των απαγορευτικών διαταγμάτων, στη νομική αρχή της υπόθεσης Mareva Compania Naviera SA v International Bulk Carriers SA [1980] 1 All ER 213, στις αρχές του Κοινοδικαίου (COMMON LAW) και της Επιείκειας (EQUITY) και στη σύμφυτη εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων η Αίτηση στηρίζεται εκτίθενται σε 2 ένορκες δηλώσεις, στην ένορκη δήλωση της ίδιας της Ενάγουσας - Αιτήτριας και εκείνη του γιού της XXX Σιαμτάνη και έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οπότε και κρίνω ότι δεν χρήζουν επανάληψης κατά γράμμα στην παρούσα. Η ένορκη δήλωση του XXX Σιαμτάνη δεν συνοδεύεται από Τεκμήρια, ενώ της Αιτήτριας συνοδεύεται από 20 εις τον αριθμό τεκμήρια. Οι θέσεις της Αιτήτριας και του XXX Σιαμτάνη συνοπτικά είναι ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να χορηγήσει τις ενδιάμεσες θεραπείες που ζητούνται με την Αίτηση επειδή, κατά τους ισχυρισμούς τους, ο Καθ' ου η Αίτηση δεν χρησιμοποιεί το ενοικιαζόμενο ακίνητο που ανήκει στην πρώτη σύμφωνα με τη συμφωνία ενοικίασης, δεν έχει αποκαλύψει το πραγματικό του όνομα σε αυτή κατά την υπογραφή της εν λόγω συμφωνίας, δεν καταβάλλει και δεν κατέβαλλε για συγκεκριμένη περίοδο ενοίκιο, εμποδίζει λόγω προσθηκομετατροπών την έκδοση πιστοποιητικού τελικής έγκρισης, προκαλεί οχληρία και έχει τοποθετήσει διάφορα αντικείμενα στον υπόγειο χώρο της πολυκατοικίας, καθώς και έχει επέμβει στο σύστημα ηλεκτροδότησης αυτής. Επίσης η Αιτήτρια εκφράζει την πεποίθηση ότι ο Καθ' ου πρόκειται να αποξενώσει χρήματα που διαθέτει σε τραπεζικούς λογαριασμούς, προκειμένου τυχόν απόφαση εναντίον του να μείνει ανικανοποίητη. Στην παράγραφο 57 της ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας καταγράφονται περιληπτικά οι λόγοι για τους οποίους το Δικαστήριο θα πρέπει να της χορηγήσει θεραπεία σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο. Στις παραγράφους 59 έως 63 της ίδιας ένορκης δήλωσης εκφράζεται η πεποίθηση της Αιτήτριας ότι πληρούνται οι νομοθετικές και νομολογιακές προϋποθέσεις στη βάση των οποίων προωθήθηκε η επίδικη Αίτηση. Η Ένσταση Η Αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση του Καθ' ου η Αίτηση, με την οποία ουσιαστικά εγείρει 12 λόγους ένστασης και αντιτίθεται τόσο σε πραγματικό όσο και σε νομικό επίπεδο στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Πιο συγκεκριμένα στην ειδοποίηση ένστασης αναφέρεται ότι: - η θεραπεία Α, είναι άσχετη με την παρούσα διαδικασία, παραβιάζει το Νόμο 125(Ι)/2018 και το Νόμο 66(Ι)/97, - ότι απαγορεύεται η παραχώρηση οποιουδήποτε ενδιάμεσου διατάγματος όταν η θεραπεία αυτού, ότι είναι η ίδια θεραπεία με την θεραπεία της Αγωγής, όπως συμβαίνει με την πλειοψηφία, αν όχι την ολότητα, των εξαιτούμενων θεραπειών, - ότι οι ζητούμενες αποκαλύψεις είναι μη ουσιώδεις αφού το επιδιωκόμενο να αποκαλυφθεί υλικό είναι άσχετο με τα επίδικα θέματα, - ότι απαγορεύεται η ταυτόχρονη επιδίωξη έκδοσης ενδιάμεσου διατάγματος, για τα ζητήματα, τα οποία θα εκδικασθούν στα πλαίσια της αγωγής κατά τρόπον να διεκπεραιώνεται η αγωγή, σε αυτό το στάδιο, ενόψει της καθυστέρησης μεταξύ της καταχώρησης της αγωγής και της αίτησης για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων, - ότι η παρακράτηση του μηνιαίου ενοικίου εκ μέρους του Καθ' ου η Αίτηση, αποτελεί επίδικο ζήτημα που θα εκδικασθεί, στα πλαίσια της κυρίως υπόθεσης, - ότι δεν υπάρχει καμία νομολογιακή και νομοθετική προϋπόθεση υπέρ της έκδοσης διατάγματος τύπου Mareva στο στάδιο αυτό, - ότι δεν υπάρχει καμία νομολογιακή και νομοθετική προϋπόθεση, που να παρέχει το δικαίωμα στην Ενάγουσα, όπως στο στάδιο που βρίσκεται η αγωγή, μεταξύ της και του Εναγόμενου να δύναται να παρασχεθεί θεραπεία ένορκής αποκάλυψης περιουσιακού στοιχείου ή για τη δέσμευση οποιονδήποτε τραπεζικών λογαριασμών που είτε αφορούν τον ίδιο τον Εναγόμενο, πολύ δε περισσότερο άλλα τρίτα πρόσωπα, - στο ότι η Ενάγουσα απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα, - ότι δεν συντρέχει καμία κατεπείγουσα περίπτωση, για την παραχώρηση των εξαιτούμενων διαταγμάτων, - ότι η Ενάγουσα δεν προσέρχεται με καθαρά χέρια, - ότι δεν συντρέχουν και δεν αποδείχθηκαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32, του Περί Δικαστηρίων Νόμου, 14/60 και - ότι δεν είναι πρόσφορο ή δίκαιο να παραχωρηθούν οι εξαιτούμενες θεραπείες. Ως αναγράφεται σε αυτή, η ένσταση βασίζεται στα άρθρα 29, 31 και 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, ως ετροποποίηθηκε στα άρθρα 4, 5, και 9, του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6., στους Διαδικαστικούς Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.28 Θ.1-4, Δ.39, Δ.48 Θ:4

(1)
(2)
(3)
(4), άρθρο 29 του Ν. 66(Ι)/97 Περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμος και άρθρο 15 του Νόμου 128(ι)/2018, που προνοεί για την Προστασία των Φυσικών Προσώπων έναντι της Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, για την Ελεύθερη Κυκλοφορία των Δεδομένων, άρθρο 17 του Συντάγματος, επί των Γενικών Αρχών του Νόμου της Επιείκειας, της Πρακτικής και της Σύμφυτου Εξουσίας του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα που τη στηρίζουν εκτίθενται στην συνοδευτική ένορκη δήλωση του Καθ' ου η Αίτηση, η οποία φέρει ως Τεκμήριο Α, δέσμη τεσσάρων εγγράφων, δηλαδή τεσσάρων αποδείξεων που φέρουν χειρογράφως και στα Αγγλικά συγκεκριμένη ονομασία η οποία κατά τον Καθ' ου η Αίτηση (παρ. 4 της ένορκης δήλωσης) καταδεικνύει ότι ο ίδιος ουδέποτε απέκρυψε το πραγματικό του όνομα από την Αιτήτρια. Η θέση του Καθ' ου η Αίτηση που φαίνεται να εκφράζεται δια μέσου της συνοδευτικής ένορκης δήλωσης είναι ότι ο ίδιος διαφωνεί και ενίσταται στην έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων κυρίως λόγω του ότι δεν πληρούνται οι νομικές προϋποθέσεις και λόγω του ότι οι αιτούμενες θεραπείες ουσιαστικά σκοπούν στην τελική απόφαση επί της ουσίας, πράγμα, ως ισχυρίζεται, ανεπίτρεπτο σε ενδιάμεσο στάδιο. Τόσο οι λόγοι ένστασης, όσο και τα πλείστα εκ των όσων προβάλλονται στην ένορκη δήλωση του Καθ' ου η Αίτηση που τη συνοδεύει, αλλά και η γραπτή αγόρευση των ευπαιδεύτων δικηγόρων του υιοθετούν και επαναλαμβάνουν κυρίως νομικούς ισχυρισμούς αναφορικά με την αντίθεση του Καθ' ου η Αίτηση ως προς την έκδοση των αιτούμενων θεραπειών. Ισχυρισμός περί ελαττωματικής βεβαίωσης Πρωτοκολλητή Προτού προχωρήσω στην παράθεση των λοιπών θέσεων των ευπαιδεύτων δικηγόρων των διαδίκων, στη νομική πτυχή και στην υπαγωγή των ενώπιον μου γεγονότων σε αυτή, θα αναφερθώ στο ζήτημα που τέθηκε από το δικηγόρο της Αιτήτριας και το οποίο αφορά σε κατ' ισχυρισμό ελάττωμα στη βεβαίωση του Πρωτοκολλητή (jurat) στην ένορκη δήλωση του Καθ' ου η Αίτηση. Στην ένορκη δήλωση που στηρίζει την ένσταση αναγράφεται στην τελευταία σελίδα: «Ορκίσθηκε ενώπιον μου σήμερα 14/09/2021». Ακολούθως φαίνεται να έχουν τοποθετηθεί σφραγίδα του Δικαστηρίου και σφραγίδα του ονόματος «XXX Πίππιρος». Πάνω από την ένδειξη «Πρωτοκολλητής» υπάρχει υπογραφή. Ο συνήγορος του Καθ' ου η Αίτηση δεν πραγματεύεται το ζήτημα στη γραπτή του αγόρευση. Στις 30.9.2021 δε, ημέρα κατά την οποία οι συνήγοροι παρέδωσαν τις γραπτές τους αγορεύσεις στο Δικαστήριο, δόθηκε σε αυτούς ο λόγος προκειμένου, εάν το επιθυμούσαν, να προσθέσουν οτιδήποτε προφορικά. Παρά το γεγονός ότι ο συνήγορος της Αιτήτριας επανέλαβε και τόνισε το συγκεκριμένο ζήτημα, δεν υπήρξε οποιαδήποτε αντίδραση σε αυτό από τη δικηγόρο που εμφανίστηκε για τον Καθ' ου η Αίτηση. Ούτε ζητήθηκε οποτεδήποτε η διόρθωση της βεβαίωσης κατά τον τρόπο που προβλέπεται στη Διάταξη 39, θεσμός
  1. Με παραπομπή τόσο στις πρόνοιες της Διάταξης 39 και τη σχετική επί του θέματος νομολογία, ο συνήγορος της Αιτήτριας θεωρεί ότι λόγω του ελαττώματος στο οποίο αναφέρεται η ένορκη δήλωση του Καθ' ου η Αίτηση, αυτή καθίσταται έγγραφο χωρίς αποδεικτική αξία και το Δικαστήριο δεν πρέπει να το λάβει υπόψη. Πράγματι η βεβαίωση εν προκειμένω δεν φαίνεται να έγινε σύμφωνα με τον Τύπο 35, στον οποίο παραπέμπει η Διάταξη 39, θεσμός
  2. Συγκεκριμένα από αυτή φαίνεται να απουσιάζει η λέξη «υπέγραψε» (signed - ως αναφέρεται στο σχετικό τύπο) και η τοποθεσία στην οποία γίνεται η ένορκη δήλωση. Η Διάταξη 39, θεσμός 15 αναφέρει: «The Court or Judge may receive any affidavit sworn for the purpose of being used in any cause or matter, notwithstanding any defect by misdescription of parties or otherwise in the title or jurat, or any other irregularity in the form thereof, and may direct a memorandum to be made on the document that it has been so received». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Το Δικαστήριο ή ο Δικαστής δύναται να παραλάβει οποιαδήποτε ένορκη δήλωση που έγινε για να χρησιμοποιηθεί σε οποιαδήποτε διαδικασία ή ζήτημα, παρά το οποιοδήποτε ελάττωμα μη ορθής περιγραφής των μερών ή άλλως πως στον τίτλο ή στη βεβαίωση, ή οποιαδήποτε άλλη παρατυπία στον τύπο αυτή, και δύναται να δώσει οδηγίες όπως υποβληθεί υπόμνημα στο έγγραφο το οποίο παραλήφθηκε καθ' αυτό τον τρόπο». Οι συνήγοροι του Καθ' ου η Αίτηση δεν προέβησαν σε οποιοδήποτε διάβημα προκειμένου η πιο πάνω παράλειψη στη βεβαίωση του Πρωτοκολλητή να διορθωθεί. Όπως προκύπτει από την επί του θέματος νομολογία η «Διαταγή 39, θεσμός 15, καλύπτει κυρίως επουσιώδεις παρατυπίες στη βεβαίωση, ως λ.χ., τις λέξεις "before me" ή την καταχώρηση της βεβαίωσης σε χωριστή σελίδα, Atkin's Court Forms in Civil Proceedings, 2η Εκ., Τόμος 3, σελ. 330.» (βλ. Ανδρέα Θεμιστοκλέους & Υιοί Λτδ. κ.α. ν. Arizona Trading Co. Ltd.
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1354). Στην πιο πάνω βάση ενδεχομένως η παρατυπία που παρατηρείται στην επίδικη βεβαίωση να ενέπιπτε στην κάλυψη που παρέχει η προαναφερθείσα δικονομική διάταξη, μια και αυτό που ουσιαστικά λείπει είναι η ρητή βεβαίωση ότι ο ομνύον υπέγραψε ενώπιον του Πρωτοκολλητή και ότι τούτο έγινε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. Στη Δημητρίου ν. Δημητρίου Αρ. Έφεσης 9/2011 της 2/12/2014, με αναφορά στο πιο πάνω σύγγραμμα Atkin's (σελίδα 325), τονίζεται ότι τα μέρη δεν μπορούν να απαλλαγούν από κάποια αντικανονικότητα στη βεβαίωση («the parties cannot waive an irregularity in the jurat»). Το αποτέλεσμα ευρήματος περί μη θεραπεύσιμης αντικανονικότητας στη βεβαίωση πρωτοκολλητή σε ένορκη δήλωση είναι η εν λόγω δήλωση να καθίσταται άνευ αποδεικτικής αξίας. Σε περίπτωση που η βεβαίωση του Πρωτοκολλητή είναι ελαττωματική, αλλά βρίσκεται στην προς κατάθεση δήλωση, δύναται να διορθωθεί στη βάση των όσων προνοούνται στη Διάταξη 39, θεσμός 15, νοουμένου ότι, ως νομολογιακά προκύπτει, το ελάττωμα της είναι επουσιώδες, όπως για παράδειγμα η παράλειψη της φράσης «ενώπιον μου». Φαίνεται επίσης ότι νομολογιακά δίδεται ιδιαίτερη σημασία και έμφαση στο ζήτημα του όρκου. Βασιζόμενος στις προσεγγίσεις ανωτέρω, κρίνω πρώτον ότι οι παραλείψεις στη βεβαίωση της φράσης «και υπέγραψε» αλλά και του τόπου στον οποίο λήφθηκε ο «όρκος» δεν θα μπορούσαν να εξισωθούν με την παντελή έλλειψη της βεβαίωσης ή της παράλειψη της λέξης «ορκίστηκε». Κατά συνέπεια και κατά δεύτερον κρίνω ότι με τη λήψη του ορθού δικονομικού μέτρου στη βάση της Διαταγής 64, οι πιο πάνω παραλείψεις θα ήσαν ενδεχομένως θεραπεύσιμες και η ένορκη δήλωση που στηρίζει την ειδοποίηση ένστασης θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη ως έγγραφο με κάποια αποδεικτική αξία που θα κρινόταν εκ του περιεχομένου του. Διαφωνώ επί του σημείου με το συνήγορο της Αιτήτριας ότι το ελάττωμα είναι μη θεραπεύσιμο και αφ' εαυτού θα ήταν ικανό να καταστήσει την ένορκη δήλωση ως έγγραφο δίχως αποδεικτική αξία. Εκεί όμως που συγκλίνει η άποψή μου με το συνήγορο της Αιτήτριας είναι ως προς την κατάληξη. Δηλαδή ότι, εν τη ελλείψει μέτρων προς άρση της όποιας παρατυπίας ή ελαττώματος στη βάση της Διαταγής 64 τα οποία ο Καθ' ου η Αίτηση έπρεπε να λάβει (βλ. Άριστος Αρέστη ν. Μαρίας Ερμογένους (Κοκονά)
(2010)1 Α.Α.Δ. 1844), η ένορκη δήλωση αφέθηκε να φέρει την ελαττωματική βεβαίωση, καθιστώντας την, εν τέλει, ως έγγραφο χωρίς αποδεικτική αξία. Η πιο πάνω διαπίστωση σε σχέση με την βεβαίωση του Πρωτοκολλητή στην ένορκη δήλωση που στηρίζει την ένσταση δεν είναι αρκετή για να κρίνει την τύχη όλης της αίτησης ή της ένστασης, καθότι, το ανάλογο βάρος προς, έστω και εκ πρώτης όψεως ικανοποίηση των σχετικών νομοθετικών και νομολογιακών προϋποθέσεων για την χορήγηση ενδιάμεσων θεραπειών, εξακολουθεί να το φέρει η Αιτήτρια. Η δε πλευρά του Καθ' ου η Αίτηση, διατηρεί το δικαίωμα αφενός να καταχωρίσει ένσταση χωρίς ένορκη δήλωση, ως προκύπτει από τη Διαταγή 48, θεσμός 4
(1)(βλ. επίσης Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ. ν Χαρίδης
(2011)1 Α.Α.Δ. 825) και αφετέρου να αγορεύσει ενώπιον του Δικαστηρίου επί των νομικών σημείων (βλ. Papapetrou Bros Ltd. ν Ανδρούλλας Παπαπέτρου
(2003)1 Α.Α.Δ. 741). Συνεπώς για σκοπούς της παρούσας ενδιάμεσης απόφασης λαμβάνονται υπόψη μόνον η ένσταση και όσα σχετικά γεγονότα προκύπτουν από το φάκελο του Δικαστηρίου αλλά και η γραπτή αγόρευση του συνηγόρου του Καθ' ου η Αίτηση. Nομική Πτυχή Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις έκδοσης ενδιάμεσων διαταγμάτων ευρίσκονται στο Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν. 14/60)και είναι οι ακόλουθες:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση,
(2)η πιθανότητα ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία και
(3)η αδυναμία πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο, ενώ μια τέταρτη προϋπόθεση έχει προκύψει νομολογιακά και έχει χαρακτηριστεί ως η προϋπόθεση του ισοζυγίου της ευχέρειας ή της δικαιοσύνης. Εάν δηλαδή είναι πρόσφορο και δίκαιο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα (βλ. Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 CLR 557). Η σωρευτική ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων του Νόμου, λαμβανομένων υπόψη των όσων τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου κρινόμενων χωρίς αξιολόγηση μαρτυρίας και χωρίς καταλήξεις σε τελικά συμπεράσματα, επιτρέπει στο Δικαστήριο να χορηγήσει ενδιάμεσα διατάγματα (βλ. Γρηγορίου κ.α. ν Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Φαέθων Μιχαηλίδης ν. Κυριάκος Άγγελου Παπακυριακού
(2004)1 Α.Α.Δ.209 και πιο πρόσφατα Milton Investment Co Ltd κ.ά. v. Dryden Group Ltd
(2014)1(Α) Α.Α.Δ.731). Από την ομολογουμένως πλούσια νομολογία επί των πιο πάνω προϋποθέσεων προκύπτουν οι εξής βασικές αρχές: Σε σχέση με την πρώτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν. 14/60, αυτό που απαιτείται σε αυτό το στάδιο είναι να καταδειχθεί καλή συζητήσιμη υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου, ενώ συνυφασμένη είναι και η δεύτερη προϋπόθεση με την οποία ο Αιτητής θα πρέπει να δείξει απλώς ορατή δυνατότητα επιτυχίας της καλής συζητήσιμης υπόθεσης που οφείλει να καταδείξει. Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εάν δεν χορηγηθούν στον Αιτητή οι αιτούμενες θεραπείες (βλ. ΚΟΤ ν. Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ 255, Karydas Taxi Co. Ltd v. Κomodikis
(1975)1 CLR 321, Papastratis v. Petrides
(1979)1 CLR 231, Μ & M Transport Co Ltd v. Eteria Astikon Leoforion
(1981)1 CLR 695, Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 788 και Pariko Aluminium Designs v. Muskita Aluminium Co. Ltd. κ.α.
(2002)1 Γ Α.Α.Δ. 2015). Πιο πρόσφατα, στην υπόθεση Κοζάκου κ.α. ν. Νικολάου Πολιτική Έφεση Ε127/13, ημερομηνίας 13 Ιουνίου 2019, το Ανώτατο Δικαστήριο, αναφερόμενο στη σύνοψη που το ίδιο προέβη στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ., κ.α. ν. Λοϊζιδου, Πολιτική Έφεση Ε7/2018, ημερομηνίας 21.3.2019 ανέφερε τα ακόλουθα: «Στο άρθρο 32
(1)αποτυπώνονται οι τρεις προϋποθέσεις, οι οποίες θα πρέπει να ικανοποιούνται σωρευτικά, προκειμένου να θεμελιώνεται η εξουσία προς έκδοση προσωρινού διατάγματος. Η πρώτη αφορά το ποιοτικό κριτήριο της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και συνδέθηκε, αρχικά από την καθοριστική επί του ζητήματος υπόθεση Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 CLR 557, με τις δικογραφημένες θέσεις του Ενάγοντα [.] Εν τέλει, η εξέταση στο στάδιο αναζήτησης προσωρινού διατάγματος της πρώτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 περιορίζεται στη δύναμη των δικογράφων και στα όσα αντικειμενικά προκύπτουν από αυτά [...] Η πιθανότητα επιτυχίας, η δεύτερη δηλαδή προϋπόθεση του άρθρου 32, χαρακτηρίζεται ως το «πρωταρχικό κριτήριο» και το Δικαστήριο προχωρά στην εξέτασή του στην περίπτωση και μόνο όπου έχει ικανοποιηθεί ότι συντρέχει το πρώτο κριτήριο του εν λόγω άρθρου. Η υπόθεση Odysseos (ανωτέρω), ερμηνεύοντας το υπό αναφορά κριτήριο, καθόρισε ότι στο πλαίσιο της νομοθετικής διάταξης του άρθρου 32, δεν θα μπορούσε να είναι ο,τιδήποτε άλλο εκτός από την αποδεικτική ισχύ της υπόθεσης του Ενάγοντα. Το επίπεδο του αποδεικτικού εμποδίου το οποίο απαιτείται να υπερπηδήσει ο Ενάγοντας συνίσταται στην τεκμηρίωση «μιας πιθανότητας» επιτυχίας. Κάτι δηλαδή περισσότερο από μια απλή δυνατότητα, αλλά και πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, το επίπεδο δηλαδή απόδειξης που απαιτείται για πολιτική αγωγή. Υπό το πρίσμα αυτό, δεν είναι επιθυμητό το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε βάθος στα επίδικα θέματα σε αυτό το πρόωρο στάδιο. Όπως κατ' επανάληψη λέχθηκε, η άσκηση κρίσης επί σοβαρών και περίπλοκων ζητημάτων στα πλαίσια αίτησης για παρεμπίπτον διάταγμα δεν ενδείκνυται, αρχή η οποία θα πρέπει να τηρείται με ευλάβεια. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)σχετίζεται με τη δυνατότητα απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με μια πιο ευρεία αντίκρυση της προστασίας των δικαιωμάτων του προσώπου το οποίο επιδιώκει δικαστική θεραπεία. Με δεδομένο ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν θα ήταν επαρκής η θεραπεία των αποζημιώσεων για να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη, τα Δικαστήρια της επιείκειας προχωρούν στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων [...] Εν τέλει, η αδυναμία στην απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο συναρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, υπό την αίρεση πάντα ότι δεν αρκούν γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί προς τεκμηρίωση και ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης, αλλά αιτιολόγηση με σαφή και θετική μαρτυρία. Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32
(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον».» Επιπρόσθετα, όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Αβερκίου ν. ΘΕΟ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΛΤΔ. κ.α.
(2013)1 Α.Α.Δ. 222 με αναφορά στην υπόθεση Goody's v. Lani
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ 1572, «.το συντηρητικό διάταγμα στοχεύει στην παροχή προσωρινής θεραπείας, λόγω της αντικειμενικής αδυναμίας άμεσης διεξαγωγής της δίκης, και όχι στην ικανοποίηση του ουσιαστικού αιτήματος της δίκης» και στη συνέχεια με αναφορά στην υπόθεση Άκης (Μεταφορές Δεμάτων Εξπρές) Λτδ. v. C. Koukkouris Trading Co. Ltd
(1998)1(A) Α.Α.Δ. 149, « [.] Η έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, που είναι ταυτόσημα με τα αιτούμενα διατάγματα στο πλαίσιο της αγωγής, η δε έκδοση τους επιφέρει, ουσιαστικώς τον τερματισμό της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων ή του ενδιαφέροντος τους να συνεχίσουν με σπουδή στην εκδίκασης της υπόθεσης, συναρτάται άμεσα προς το ισοζύγιο της ευχέρειας και δεν πρέπει να παραχωρούνται». Οι προϋποθέσεις για την έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης, όπως αυτό που ζητείται υπό του αιτητικού Η της επίδικης Αίτησης, εξετάζονται υπό το πρίσμα του Άρθρου 32 του Ν. 14/60 και αναλύθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Avila Management Services Ltd. κ.α. v. Frantisek Stepanek κ.α.
(2012)1Β ΑΑΔ 1403 το οποίο υιοθετώντας τις αρχές που διατυπώθηκαν στην Αγγλική υπόθεση Mitsui & Co. v. Nexen Petroleum UK Ltd.
(2005)3 All E.R. 511 έθεσε αυτές ως ακολούθως: «(
  1. i)πρέπει να έχει λάβει χώραν ή κατ' ισχυρισμόν να λάβει χώραν κάποια αδικοπραξία από ένα τελικό αδικοπραγούντα, (
  2. ii)πρέπει να διαπιστώνεται ανάγκη για την έκδοση διατάγματος ώστε να είναι δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντα και (iii) το πρόσωπο εναντίον του οποίου επιδιώκεται η έκδοση πρέπει: (α) να έχει αναμειχθεί κατά τρόπο που να διευκολύνει την αδικοπραξία και (β) να είναι σε θέση ή πιθανόν να είναι σε θέση να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες που θα καταστήσουν δυνατή την έγερση της αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος». Κατάληξη Έχοντας συνοψίσει τη νομική πτυχή προχωρώ στην υπαγωγή των ενώπιον μου ισχυρισμών σε αυτή: Όσων αφορά την θεραπεία υπό αιτητικό Α, ως προκύπτει από τη ένορκη δήλωση της Αιτήτριας (και τονίζεται στις παραγράφους 17, 47 και 48) η συμφωνία ενοικίασης φαίνεται να υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων ενώπιον πιστοποιούντος υπαλλήλου, ενώ στη γραπτή αγόρευση του δικηγόρου της (παράγραφος 17.Ε) αναφέρεται ότι ο ίδιος ο Καθ' ου η Αίτηση παραδέχεται ότι το όνομά του δεν είναι XXX Χριστοδούλου αλλά άλλο όνομα. Από τα δικόγραφα της Αγωγής, από τα οποία μπορώ να αντλήσω πληροφόρηση, δεν τίθεται οποιοδήποτε ζήτημα έγερσης της Αγωγής εναντίον προσώπου άλλου από του Εναγόμενου. Τούτου δεδομένου, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η συμφωνία Τεκμήριο 4 φαίνεται να υπογράφηκε ενώπιον πιστοποιούντος υπαλλήλου, θεωρώ ότι εάν ακόμη παραμένει οποιοδήποτε ζήτημα που να αφορά το όνομα του Καθ' ου η Αίτηση, αυτό δεν δύναται να επιλυθεί με ενδιάμεσο διάταγμα αλλά με τη χρήση των σχετικών δικονομικών προνοιών της Διαταγής 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού. Εν προκειμένω δεν φαίνεται η αιτούμενη θεραπεία να αποτελεί αποκάλυψη αναγκαία για την έγερση ή υποβοήθηση διαδικασίας, μια και ο Καθ' ου η Αίτηση εμφανίζεται αδιαμαρτύρητα στην Αγωγή, ενώ η ταυτότητά του έχει πιστοποιηθεί από πιστοποιών υπάλληλο. Εάν για οποιοδήποτε λόγο η πιστοποίηση έγινε υπό συνθήκες που ενδεχομένως να χρήζει αμφισβήτησης ή άλλης διερεύνησης ως η υπόνοια της Αιτήτριας στην παράγραφο 48 της ένορκης της δήλωσης, η συζήτηση αυτή εκφεύγει των πλαισίων και της δυνητικής εμβέλειας της παρούσας Αίτησης. Από μελέτη της Αίτησης προκύπτει και κάτι άλλο: στη δέσμη εγγράφων που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5 από την ίδια την Αιτήτρια, στο τελευταίο εκ των εγγράφων αυτών, το οποίο περιγράφεται στην παράγραφο 17 της ένορκης της δήλωσης ως η τραπεζική μεταφορά για την προπληρωμή των πέντε πρώτων ενοικίων για το επίδικο μίσθιο, αναγράφεται με λατινικούς χαρακτήρες το όνομα «ARMEFTIS XXXXX» και ημερομηνία του εγγράφου φαίνεται να είναι η 24.10.2018. Στις παραγράφους 44 έως 47 της ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας η ίδια αναφέρει ότι κατόπιν επίσκεψης του γιού της στον Καθ' ου η Αίτηση και κατόπιν φραστικής αντιπαράθεσης των δύο, η ίδια περιήλθε σε απόγνωση και αποφάσισε όπως η ίδια προβεί σε δική της έρευνα αναφορικά με τον Καθ' ου η Αίτηση. Ως αποτέλεσμα της έρευνας αυτής ανακάλυψε, ως ο ισχυρισμός της στην παράγραφο 47, ότι ο Καθ' ου η Αίτηση είχε άλλο όνομα. Αυτό δηλαδή που προβάλλει η Αιτήτρια είναι ότι μετά τον Ιούνιο του τρέχοντος έτους 2021 ανακάλυψε ότι ο Καθ' ου η Αίτηση είχε κατ' ισχυρισμό άλλο όνομα. Τούτο επαναλαμβάνεται και στην παράγραφο 52 της ένορκης της δήλωσης με την οποία προσπάθησε να αιτιολογήσει ότι προσήλθε στο Δικαστήριο με την επίδικη Αίτηση μονομερώς εντός ευλόγου χρόνου. Ως καταδεικνύεται ανωτέρω, ο εν λόγω ισχυρισμός φαίνεται να προσκρούει στην τελευταία σελίδα του Τεκμηρίου 5 που κατέθεσε η ίδια η Αιτήτρια, μια και, ως διαφαίνεται, η ίδια δέχθηκε τη μεταφορά του ποσού που αναγράφεται σε αυτό από τον Οκτώβριο του 2018, ενώ επίσης στο ίδιο έγγραφο εμφαίνεται και ο αριθμός τραπεζικού λογαριασμού την παγοποίηση του οποίου ζητεί με άλλο αιτητικό της Αίτησής της. Εν όψει όλων των ανωτέρω κρίνω ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις ούτως ώστε να χορηγηθεί θεραπεία υπό το στοιχείο Α και συνεπώς απορρίπτεται. Σε σχέση με τη θεραπεία υπό αιτητικό Β, από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, χωρίς να υπεισέρχομαι στην ουσία της διαφοράς, εκ του Τεκμηρίου 12, το οποίο προσκόμισε η ίδια η Αιτήτρια, προκύπτει κάποια διαπίστωση υπαλλήλου του Δήμου Λεμεσού ότι το επίδικο υποστατικό «δεν είναι συνεργείο αυτοκινήτων αλλά διαγνωστικό κέντρο». Το ζήτημα της χρήσης, το οποίο εξ όσων αντιλαμβάνομαι σχετίζεται και με το ζήτημα του τερματισμού της συμφωνίας ενοικίασης, αλλά και των συνεπακόλουθων αυτού ζητημάτων, αποτελεί επίδικο ζήτημα στην ουσία της διαφοράς των διαδίκων και όχι αντικείμενο που χρήζει ενδιάμεσης θεραπείας. Κρίνω συνακόλουθα ότι κατ' εφαρμογή της προαναφερθείσας νομολογίας και ειδικότερα των αποφάσεων στις Αβερκίου ν. ΘΕΟ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΛΤΔ. κ.α.
(2013)1 Α.Α.Δ. 222 και Milton Investment Co Ltd κ.ά. v. Dryden Group Ltd
(2014)1(Α) Α.Α.Δ.731, ότι τυχόν χορήγηση της θεραπείας υπό αιτητικό Β, θα ισοδυναμούσε με απόφαση, αν όχι όλης, τουλάχιστον μέρους της ουσίας της διαφοράς. Ο συνδυασμός της πιο πάνω κατάληξης με την κατά την κρίση του Δικαστηρίου αποτυχία της Αιτήτριας να καταδείξει και εξειδικεύσει την κατ' ισχυρισμό ανεπανόρθωτη ζημιά που ενδεχομένως να υποστεί σε περίπτωση μη χορήγησης της συγκεκριμένης θεραπείας, με οδηγούν στο να απορρίψω και το αιτητικό Β της Αίτησης. Σημειώνω ότι η απλή και γενική αναφορά του δικηγόρου της Αιτήτριας στην παράγραφο 28 της αγόρευσής του αναφορικά με το θέμα της κατ' ισχυρισμό ανεπανόρθωτης ζημιάς δεν είναι αρκετή για να ικανοποιηθεί η τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν. 14/60 (βλ. Aνδρέου Aντώνης ν. Colossos Signs Ltd (Aρ. 2)
(2008)1 Α.Α.Δ. 626). Την ίδια τύχη θα έχουν και τα αιτητικά υπό σημεία D και E με το ίδιο σκεπτικό. Ως αβίαστα προκύπτει από τη φύση των αιτούμενων θεραπειών τυχόν χορήγηση τους θα ισοδυναμούσε με κατάληξη του Δικαστηρίου σε σχέση με την ουσία της Αγωγής. Παρά τη θέση του ευπαιδεύτου δικηγόρου της Αιτήτριας στην παράγραφο 22 της γραπτής του αγόρευσης, οι θεραπείες που επιζητούνται υπό τα ως άνω αιτητικά είναι ταυτόσημες με τις τελικές θεραπείες των σημείων Β και Γ του παρακλητικού μέρους του Κλητηρίου Εντάλματος της Αγωγής, αλλά και τυχόν χορήγησή τους θα εμπεριείχε και την ανεπίτρεπτη εξαγωγή συμπερασμάτων και ενασχόληση του Δικαστηρίου με την ουσία των επιδίκων ζητημάτων της αγωγής και θα αποφάσιζε τελικώς τουλάχιστον μέρος αυτής. Επιπρόσθετα η ίδια τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 δεν πληρείται εν προκειμένω, καθότι δεν έχει καταδειχθεί οποιοσδήποτε κίνδυνος ότι τυχόν απόφαση υπέρ της Αιτήτριας στην Αγωγή θα μείνει ανικανοποίητη. Η απλή αναφορά της Αιτήτριας στις παραγράφους 53 και 61 της ένορκης δήλωσης περί πεποίθησης ότι ο Εναγόμενος θα προβεί σε αποξένωση περιουσιακών του στοιχείων παραμένει μετέωρη καθότι δεν τίθεται οτιδήποτε που να υποστηρίζει την πεποίθηση αυτή. Η Αιτήτρια αρκείται σε ισχυρισμούς περί της αντίληψης της ίδιας και του υιού της για το χαρακτήρα του Καθ' ου η Αίτηση και κατ' ισχυρισμό προηγούμενη συμπεριφορά του, που και να λαμβάνονταν υπόψη από το Δικαστήριο, δεν θα ήταν αρκετά για να υποστηρίξουν την πεποίθησή της περί πρόθεσης εκ μέρους του Καθ' ου η Αίτηση να αποξενώσει περιουσιακά στοιχεία. Λόγω των πιο πάνω τα αιτητικά υπό σημεία D και E της Αίτησης επίσης απορρίπτονται. Σε σχέση με τα αιτητικά υπό σημεία F και G που αφορούν διατάγματα παγοποίησης λογαριασμών σημειώνεται ότι αν και δεν εξειδικεύεται στην ίδια την αίτηση, αυτά δεν θα μπορούσαν να προωθούνται στη βάση του άρθρου 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, που περιλαμβάνεται στην νομική βάση της Αίτησης. Ο λογαριασμός που αναφέρεται στο Αιτητικό F αλλά και τα περιουσιακά στοιχεία των οποίων ζητείται η δέσμευση στο αιτητικό G δεν αποτελούν αντικείμενο της Αγωγής. Ειδικότερα στο αιτητικό G ζητείται, πέραν της δέσμευσης της κινητής περιουσίας του Καθ' ου η Αίτηση, και η δέσμευση ακίνητης περιουσίας. Στο πλαίσιο αιτήματος για δέσμευση ακίνητης ιδιοκτησίας για σκοπούς εκτέλεσης μελλοντικής απόφασης εξετάζεται μεταξύ άλλων και το άρθρο 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, το οποίο επίσης αποτελεί μέρος της γενικής νομικής βάσης της Αίτησης. Στην προκείμενη περίπτωση όμως δεν τέθηκε οτιδήποτε από πλευράς Αιτητρίας που να καταδεικνύει είτε ότι ο Καθ' ου η Αίτηση διαθέτει ακίνητη ιδιοκτησία, είτε την αξία της ιδιοκτησίας αυτής, είτε την οικονομική κατάσταση του Καθ' ου η Αίτηση προκειμένου να δύναται το Δικαστήριο να εξετάσει το μέρος του αιτητικού υπό το πρίσμα του Άρθρου 5 του Κεφ. 6 (βλ. σχετικό απόσπασμα αναφορικά με τις προϋποθέσεις στο σύγγραμμα «Διατάγματα - Injunctions», Γιώργος Ερωτοκρίτου & Πέτρος Αρτέμης 1η Έκδοση
(2016)σελ. 113 - 114 με αναφορά στην υπόθεση Parico Aluminium Designs Ltd. V Muskita - Aluminium Co Ltd
(2002)1Γ ΑΑΔ 215). Εξετάζοντας λοιπόν τα πιο πάνω αιτητικά που αφορούν διατάγματα παγοποίησης υπό το πρίσμα των προνοιών του Άρθρου 32 του Ν. 14/60, διαπιστώνω ότι και πάλι δεν ικανοποιείται η τρίτη προϋπόθεση του, μια και δεν έχει τεθεί ενώπιον μου οτιδήποτε πέραν της γενικής αναφοράς της Αιτήτριας στις παραγράφους 53 και 61 της ένορκης της δήλωσης ως έχει ήδη προαναφερθεί. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου δε η αναφορά της ίδιας της Αιτήτριας στην παράγραφο 57.Β) της ένορκης δήλωσής της ότι, από έρευνα που έχει διεξαγάγει η ίδια ανεπίσημα, ο Καθ' ου η Αίτηση φαίνεται να έχει κινητή περιουσία επ' ονόματί του. Με την αναφορά αυτή όχι μόνο δεν τίθεται ενώπιον μου οποιοσδήποτε ισχυρισμός περί αδυναμίας του Καθ' ου η Αίτηση να ικανοποιήσει τυχόν απόφαση εναντίον του, αλλά αντίθετα φαίνεται ότι, σύμφωνα πάντοτε με τα λεγόμενα της ίδιας της Αιτήτριας, διαθέτει, τουλάχιστον κινητή, περιουσία. Πέραν της γενικότερης αναφοράς στην παράγραφο 28 της γραπτής αγόρευσης του δικηγόρου της Αιτήτριας στην κατ' ισχυρισμό αναγκαιότητα για έκδοση των διαταγμάτων υπό αιτητικά Α έως Η, δεν γίνεται οποιαδήποτε ειδική αναφορά σε σχέση με την εφαρμογή των αρχών της έκδοσης ενδιάμεσου διατάγματος αποκάλυψης επί των επίδικων κατ' ισχυρισμό γεγονότων ή με την καταλληλότητα της περίπτωση για τέτοιο διάταγμα με οποιαδήποτε παραπομπή στην επί του θέματος νομολογία. Σε κάθε περίπτωση από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μου, δεν διαφαίνεται η ζητούμενη αποκάλυψη να είναι αναγκαία για την έγερση αγωγής ως καθορίζεται στην απόφαση Avila (ανωτέρω). Επιπρόσθετα, εκ του λεκτικού του αιτητικού Η προκύπτει ότι ζητείται αποκάλυψη οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου του Καθ' ου η Αίτηση το οποίο «δύναται να καλύψει οικονομικά μια ενδεχόμενη εκδοθείσα απόφαση εναντίον του». Με όλο το σεβασμό προς το συνήγορο της Αιτήτριας, το πιο πάνω λεκτικό δεν προσδιορίζει επαρκώς ποιες πληροφορίες ζητούνται να αποκαλυφθούν και άρα τόσο η έκδοση αλλά και σε περίπτωση έκδοσης, ο έλεγχος συμμόρφωσης με το εν λόγω διάταγμα θα ήταν δυσχερής αν όχι αδύνατος, μια και δεν είναι δυνατό στο παρόν στάδιο να αποφασιστεί ποιο θα είναι το ποσό που ενδεχομένως να επιδικαστεί προκειμένου να κριθεί και αντίστοιχα ποια περιουσιακά στοιχεία θα οφείλει ο Καθ' ου η Αίτηση να αποκαλύψει. Εν όψει των ανωτέρω και το Αιτητικό Η απορρίπτεται. Σε σχέση με το Αιτητικό C, η κατάληξη μου είναι διαφορετική. Ως προκύπτει από το Τεκμήριο 18 της ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας, η Πυροσβεστική Υπηρεσία φαίνεται να διαπιστώνει ότι μέρος του χώρου στάθμευσης έχει κλείσει με σχάρες και σε αυτές τοποθετήθηκαν διάφορα αντικείμενα όπως συγκεκριμενοποιούνται στο εν λόγω Τεκμήριο. Διαπιστώνεται περαιτέρω ότι περιμετρικά του χώρου στάθμευσης τοποθετήθηκαν ελαστικά οχημάτων και αποτελεί τέλος σύσταση της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας ότι όλα τα αντικείμενα πρέπει να μετακινηθούν. Η κατάληξη της Πυροσβεστικής Υπηρεσίες είναι ότι, λόγω των πιο πάνω, αλλά και άλλων παρατηρήσεων, δεν συστήνεται η έκδοση πιστοποιητικού τελικής έγκρισης. Η σχετική θέση της Αιτητρίας, η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη και εκφράζεται στις παραγράφους 42, 57(Δ) και (Ε) της ένορκης της δήλωσης, είναι συνοπτικά ότι ο Καθ' ου η Αίτηση ευθύνεται για την κατάσταση του υπόγειου χώρου στάθμευσης αλλά και για την κατάληξη της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας σε σχέση με την τύχη του Πιστοποιητικού Τελικής Έγκρισης. Από το ίδιο το Τεκμήριο 18 προκύπτει ότι η πιο πάνω κατάληξη βασίζεται σε διάφορα αίτια που αφορούν ολόκληρο το κτήριο και όχι περιοριστικά ή αποκλειστικά στην κατάσταση του υπογείου χώρου ως διατείνεται η Αιτήτρια. Έχοντας όμως αναφέρει αυτό, θεωρώ ότι η Αιτήτρια έχει στην προκείμενη περίπτωση καταδείξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζει ο Νόμος για σχετική επέμβαση του Δικαστηρίου. Σημειώνεται ότι στο Τεκμήριο 4, αναφέρεται ότι το Ακίνητο περιλαμβάνει δύο χώρους στάθμευσης στον υπόγειο χώρο και υπόγεια αποθήκη. Από τη στιγμή που η συμφωνία ενοικίασης αναφέρεται σε χώρους στάθμευσης και δεν έχει τεθεί ενώπιον μου το οποίο να ανατρέπει ότι αυτή είναι και η μόνη συμφωνηθείσα χρήση του εν λόγω χώρου, κρίνω ότι οποιαδήποτε χρήση εκτός από τη συμφωνημένη, θέση που φαίνεται να συνεπικουρείται από το Τεκμήριο 18, χρήζει ενδιάμεσης ρύθμισης προς αποφυγή πρόκλησης ενδεχόμενης ανεπανόρθωτης ζημιάς. Εν προκειμένω και χωρίς να προβαίνω σε οποιοδήποτε εύρημα, διαπιστώνω ότι η επέμβαση του Δικαστηρίου είναι δικαιολογημένη, μια και βρίσκω ότι πληρούνται και οι τρεις προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν.14/60. Συγκεκριμένα κρίνω ότι έχει καταδειχθεί σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση που φαίνεται στο ότι η Αιτήτρια στηρίζει την υπόθεσή της σε κατ' ισχυρισμό παραβίαση της συμφωνίας ενοικίασης δια της χρήσεως των χώρων στάθμευσης αλλά και του λοιπού υπογείου κατά τρόπο μη ενδεδειγμένο, ότι υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής, η οποία είναι συνυφασμένη με την κατ' ισχυρισμό παραβίαση της επίδικης συμφωνίας και ότι σε περίπτωση κατά την οποία δεν χορηγηθεί θεραπεία θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη στο μέλλον, μια και τα κατ' ισχυρισμό γεγονότα που δημιουργούν την ανάγκη για επέμβαση του Δικαστηρίου σχετίζονται με ιδιοκτησιακά δικαιώματα της Αιτήτριας που άπτονται της εν γένει νομιμοποίησης και εκμετάλλευσης της περιουσίας της και της συμμόρφωσής της με τις υποχρεώσεις της έναντι των αρμοδίων αρχών. Έχοντας καταλήξει ότι πληρούνται οι Νομοθετικές προϋποθέσεις, προχωρώ να εξετάσω εάν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί ενδιάμεσο διάταγμα σταθμίζοντας παράλληλα το κίνδυνο αδικίας σε περίπτωση έκδοσης διατάγματος. Έχοντας κατά νου τις σχετικές νομολογιακές αρχές (βλ. Χρίστος Ευστρατίου ν. Dicran Ouzounian and Company Limited, εμπορευόμενη υπό την επωνυμία Lexus Cyprus, ECLI:CY:AD:2014:A38, Πολ. Έφ. 292/2010, ημερομηνίας 20/1/2014 με αναφορά στη Bacardi & Co. Ltd. v. Vinco Ltd.
(1996)1B Α.Α.Δ. 788) κρίνω ότι η έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος είναι στην προκείμενη περίπτωση η επιλογή που ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας για τους λόγους που αναφέρονται ανωτέρω και σχετίζονται με την ενδεχόμενη παρεμπόδιση στην ενάσκηση ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων της Αιτήτριας. Στη βάση των εξουσιών που παρέχονται στο Δικαστήριο από το Άρθρο 32
(2)του Ν.14/60 αλλά και της αρχής που διατυπώθηκε στην κατάληξη της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Recnex Trading Limited κ.α. ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λίμιτεδ, ECLI:CY:AD:2014:A269, Πολ. Εφ. 71/11, ημερομηνίας 16.4.2014 και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω η θεραπεία υπό σημείο C διαφοροποιείται και: Εκδίδεται Διάταγμα το οποίο απαγορεύει στον Καθ' ου η Αίτηση και εμποδίζει αυτόν από το να διατηρεί και φυλάσσει στον υπόγειο χώρο που χρησιμοποιείται για σκοπούς στάθμευσης στο κτήριο που ευρίσκεται στην γωνία XXX και XXX 17, Ενορία XXX Σπυρίδωνα, Λεμεσός, οποιεσδήποτε μεταλλικές σχάρες και οποιαδήποτε αντικείμενα που είναι τοποθετημένα σε αυτές καθώς και ελαστικά οχημάτων περιμετρικά του εν λόγω υπόγειου χώρου στάθμευσης, μέχρι τελικής εκδίκασης και αποπεράτωσης της Αγωγής ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Συνεπώς η Αίτηση επιτυγχάνει μερικώς αλλά ενόψει αφενός της μερικής επιτυχίας αλλά αφετέρου και της διαφοροποίησης στο εν τέλει εκδοθέν διάταγμα κρίνω ορθότερο όπως κάθε πλευρά επωμιστεί τα δικά της έξοδα. ........... Π. Αγαπητός Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.