Γιάννης ν. ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 1651/2018, 6/12/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A294 Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού Ενώπιον: Π. Αγαπητού, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1651/2018 Μεταξύ: Γιάννης XXX, εκ Λεμεσού Ενάγοντα - και - ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ, εκ Λευκωσίας Εναγόμενη Ημερομηνία: 6.12.2021 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: Χ"Λοΐζου (κος) Για την Εναγόμενη - Καθ' ης η Αίτηση: Γλυκύς (κος) Αίτηση ημερομηνίας 15.10.21 για τροποποίηση της Ένστασης του XXX Αγαθοκλέους ημερομηνίας 7.10.21 στην Αίτηση της Εναγόμενης ημερομηνίας 5.3.21 για προσθήκη του ως Εναγόμενος 2 στην Αγωγή Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή Η παρούσα ενδιάμεση απόφαση εκδίδεται κατόπιν αίτησης των δικηγόρων του XXX Αγαθοκλέους στις 15.10.21 για τροποποίηση της ένστασής τους ημερομηνίας 7.10.21 και καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Ο κ. Αγαθοκλέους είναι το πρόσωπο το οποίο η Καθ' ης η Αίτηση επιθυμεί να προσθέσει ως εναγόμενο στην παρούσα Αγωγή. Η αίτηση προσθήκης του, ημερομηνίας 5.3.21, καταχωρίστηκε από την Καθ' ης η Αίτηση και εκκρεμεί να εκδικαστεί την 21.12.21, μια και δόθηκε άδεια όπως ακουστεί πρώτα το υπό κρίση αίτημα των δικηγόρων του κ. Αγαθοκλέους. Η αίτησή τους για τροποποίηση της ένστασης ημερομηνίας 7.10.21 προσέκρουσε με τη σειρά της στην ένσταση των δικηγόρων της Καθ' ης η Αίτηση και το ζήτημα οδηγήθηκε σε Ακρόαση, κατά την οποία οι συνήγοροι των εμπλεκομένων μερών παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις. Το Δικαστήριο για σκοπούς της παρούσας απόφασης θα περιοριστεί στο συγκεκριμένο ζήτημα του κατά ποσό θα επιτραπεί ή όχι η αιτούμενη τροποποίηση και η καταχώριση σχετικής συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Ιστορικό Όπως προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου, στις 5.3.21 η Εναγόμενη στην παρούσα αγωγή (ως και ανωτέρω αναφέρεται ως «Καθ' η Αίτηση» για τους σκοπούς της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας), καταχώρισε αίτηση για να προσθέσει τον κ. XXXXX Αγαθοκλέους ως Εναγόμενο 2 στην Αγωγή. Ο κύριος λόγος που σύμφωνα με την Καθ' ης η Αίτηση είναι αναγκαία η προσθήκη του, είναι η κατ' ισχυρισμό παραβίαση από τον κ. Αγαθοκλέους των όρων του μεταξύ των ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Κατά συνέπεια είναι θέση της Καθ' ης η Αίτηση, είναι ανάγκη αυτός να αποτελέσει μέρος της αγωγής που εγέρθη αρχικά μόνον εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση, ούσα η ασφαλιστική εταιρεία που του παρείχε κάλυψη βάσει του κατ' ισχυρισμό παραβιασθέντος ασφαλιστηρίου συμβολαίου, όταν ο κ. Αγαθοκλέους ενεπλάκη σε κατ' ισχυρισμό τροχαία σύγκρουση με όχημα που οδηγούσε ο Ενάγοντας στην παρούσα αγωγή. Στις 7.10.21, μετά την παρόδο περίπου 6 μηνών, καταχωρήθηκε εν τέλει ένσταση από τους δικηγόρους του κ. Αγαθοκλέους στην αίτηση προσθήκης ημερομηνίας 5.3.
- Στους λόγους ένστασης που προβάλλονται κατά του αιτήματος προσθήκης τίθεται ζήτημα παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος εναντίον του κ. Αγαθοκλέους από τους Εναγόμενους 1, όπως αναγράφεται σε αυτή, δηλαδή την Καθ' ης η Αίτηση στην παρούσα. Αυτή η αναφορά σε «Εναγόμενους 1» σε σχέση με το κατ' ισχυρισμό παραγεγραμμένο αγώγιμο δικαίωμα αποτελεί και το κύριο αντικείμενο της υπό κρίση αίτησης. Η Αίτηση Οι δικηγόροι του κ. Αγαθοκλέους επικαλούνται εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στην αναγραφή της φράσης «των Εναγόμενων 1» στον πρώτο λόγο ένστασης στην Ειδοποίηση 7.10.21 και σχετικές παραλείψεις στην παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης που τη στήριξε και ζητούν άδεια αφενός να τροποποιήσουν τον πρώτο λόγο ένστασης και αφετέρου άδεια να καταχωρηθεί συμπληρωματική ένορκη δήλωση με την οποία να διευκρινίζονται οι αναφορές στην παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης που στηρίζει την εν λόγω Ειδοποίηση, σε συνάρτηση πάντοτε με την υπό διόρθωση αναφορά στον πρώτο λόγο. Ως νομική βάση της Αίτησης προτείνονται ο περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικό Κανονισμό Δ.9, Δ.25 θθ. 3 - 6, Δ.39, Δ.48 θθ. 1 - 4 και 8 και Δ.64, το Άρθρο 31 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν. 14/60)ο περί Παραγραφής Αγωγίμων Δικαιωμάτων Νόμος του 2012 και το Άρθρο 30 του Συντάγματος. Στηρίζεται δε από ένορκη δήλωση της XXX Γιαννακού το περιεχόμενο της οποίας έχει ληφθεί υπόψη και στην οποία, περιληπτικά, δηλώνεται ότι κατά την ετοιμασία της γραπτής αγόρευσης αναφορικά με το θέμα της προσθήκης του πελάτη τους ως Εναγόμενου στη διαδικασία, διαπιστώθηκε ότι εκ παραδρομής υπήρξαν αναφορές σε παραγραφή αγώγιμου δικαιώματος μεταξύ της Καθ' ης η Αίτηση και του Αιτητή, ενώ στην πραγματικότητα το δικαίωμα αφορά τον Ενάγοντα. Η αίτηση, ισχυρίζεται η ομνύουσα, καταχωρίστηκε με σπουδή αμέσως μόλις το κατ' ισχυρισμό λάθος διαπιστώθηκε και δεν παραβλάπτονται τα δικαιώματα της Καθ' ης η Αίτηση σε βαθμό που ο επηρεασμός να μην θεραπεύεται με έξοδα. Η Ένσταση Αντίθετη είναι η άποψη των δικηγόρων της Καθ' ης η Αίτηση. Θεωρούν ότι το λάθος του οποίου ζητείται η τροποποίηση, δεν είναι καλόπιστο και ότι δεν παρέχεται δυνατότητα τροποποίησης της Ένστασης σύμφωνα με τους ισχύοντες διαδικαστικούς κανονισμούς. Επιρρίπτουν δε στον Αιτητή και ευθύνη καθυστέρησης καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης τροποποίησης αλλά και αλλότρια κίνητρα, δηλαδή ότι σκοπεί με αυτή να καθυστερήσει τη ακρόαση της αίτησης προσθήκης του ως Εναγόμενου 2 στην Αγωγή. Η νομική βάση της Ένστασης είναι πανομοιότυπη με αυτή της Αίτησης ενώ τη στηρίζει ένορκη δήλωση του XXX Νεοκλέους το περιεχόμενο της οποίας έχει ολόκληρο ληφθεί υπόψη. Περιληπτικά ο ομνύοντας ασκούμενος δικηγόρος πιστεύει ότι λόγω του πλήρους περιεχομένου της ένστασης του Αιτητή ημερομηνίας 7.10.21 και των διαφόρων αναφορών σε αυτή, το «λάθος» που ζητά να του επιτραπεί να διορθώσει δεν είναι καλόπιστο αλλά προσπάθεια διαφοροποίησης του νομικού υποβάθρου. Καταλογίζει στον Αιτητή πρόθεση κατάχρησης της διαδικασίας με την καθυστέρηση στην ακρόαση της εκκρεμούσας αίτησης προσθήκης ημερομηνίας 5.3.
- Τέλος ισχυρίζεται ότι δεν έχει καταδειχθεί καλός λόγος τροποποίησης βάσει της νέας διαταγής 25 του περί πολιτικής δικονομίας διαδικαστικού κανονισμού ούτε καλός λόγος για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Η Ακρόαση Την ημέρα της Ακρόασης οι συνήγοροι του Αιτητή και της Καθ' ης η Αίτηση παρέδωσαν στο Δικαστήριο εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις. Αγορεύοντας υπέρ της έγκρισης της Αίτησης και παραπέμποντας σε σχετική νομολογία, οι ευπαίδευτοι δικηγόροι του Αιτητή προβάλλουν ότι δεν τίθεται ζήτημα κακοπιστίας, ότι επιτρέπεται η τροποποίηση της Ένστασής τους από το ισχύον νομικό πλαίσιο και ότι από τα γεγόντα προκύπτει ότι το λάθος είναι καλόπιστο σε αντίθεση με τα όσα ισχυρίζεται η Καθ' ης η Αίτηση. Επίσης αναφέρουν ότι είναι προφανές ότι το σφάλμα είναι τυπικό καθότι δεν υπάρχει, τουλάχιστον στο πλαίσιο της παρούσας Αγωγής, αγώγιμο δικαίωμα από την Καθ' ης η Αίτηση εναντίον του Αιτητή και το μόνο αγώγιμο δικαίωμα που ενυπάρχει είναι αυτό του Ενάγοντος εναντίον όλων των πιθανών Εναγόμενων. Από την αντίπερα όχθη οι ευπαίδευτοι δικηγόροι της Καθ' ης η Αίτηση, αντιτείνουν ότι το λάθος το οποίο ο Αιτητής ζητά να διορθώσει δεν είναι ούτε καλόπιστο, αλλά ούτε απλό ή τυπογραφικό. Προχωρούν δε, με αναφορά σε νομολογία, να στηρίξουν ότι η αίτηση βασίζεται επί ανύπαρκτου δικονομικού διαβήματος και ότι δεν στοιχειοθετείται καλός λόγος για να επιτραπεί καταχώριση της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και τυχόν έγκριση της Αίτησης θα απέληγε σε αδικία εις βάρος της Καθ' ης η Αίτηση. Νομική Πτυχή Εξετάζοντας την υπό κρίση αίτηση δεσπόζει ως κύριο ζήτημα το οποίο θα πρέπει πρώτο να αποφασιστεί το κατά πόσο υπάρχει δικαίωμα τροποποίησης Ένστασης σε Αίτηση γνωστό στη Κυπριακή πολιτική δικονομία. Η Διαταγή 25, Θ. 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού αναφέρει αυτολεξί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο μπορεί σε οποιοδήποτε χρόνο και με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, ως θα έκρινε δίκαιο, να τροποποιήσει οποιοδήποτε ελάττωμα ή λάθος σε οποιαδήποτε διαδικασία, όλες δε οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνονται με σκοπό τον καθορισμό του πραγματικού ζητήματος ή επίδικου θέματος, το οποίο εγείρεται από ή κατά τη διαδικασία». Ο πιο πάνω θεσμός 5 της Διαταγής 25, είναι ξεχωριστός από τους θεσμούς 1, 4 και 6, στους οποίους γίνεται ρητή αναφορά σε τροποποιήσεις που αφορούν κλητήριο ένταλμα, οπισθογράφηση, δικόγραφο, απόφαση και διάταγμα αντίστοιχα. Κρίσιμο κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου είναι και το κριτήριο που τίθεται στην τελευταία φράση του θ. 5, δηλαδή ότι «οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνονται με σκοπό τον καθορισμό του πραγματικού ή επίδικου θέματος». Καθοδήγηση αναφορικά με την εφαρμογή και εμβέλεια της Διαταγής 25, θεσμός 5 δύναται αν αντληθεί από το σκεπτικό του Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Χατζηχαμπή στην υπόθεση E.G. Falekkos Ltd. V Reana Manufacturers Ltd
(1999)1 ΑΑΔ
- Σε εκείνη την υπόθεση το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε ότι: «Είναι προφανές ότι το Court of Appeal, βασιζόμενο ευρύτερα στην Ο.28 r.12 και τη συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου, θεώρησε ότι μια τέτοια διόρθωση μπορεί να γίνει στα πλαίσια εκείνα εφ' όσον δεν πρόκειται για αλλαγή της αποφάσεως αυτής καθ' αυτής. Η O.28 r. 12 προνοεί: «The court or a judge may at any time, and on such terms as to costs or otherwise as the court or judge may think just, amend any defect or error in any proceedings, and all necessary amendments shall be made for the purpose of determining the real question or issue raised by or depending on the proceedings». Η O.28 r.12 είναι βέβαια καθ΄όλα πανομοιότυπη με τη δική μας Δ.25 θ.
- Θεωρούμε ότι η απόφαση στην υπόθεση Bartels τυγχάνει εφαρμογής και στην Κύπρο. Όπως παρατήρησε δε ο Hodson, L.J., η δικαιοδοσία του δικαστηρίου δυνάμει της εν λόγω διαταγής δεν περιορίζεται σε τροποποιήσεις πριν από την απόφαση. Η ίδια η διαταγή, εξ άλλου, προνοεί "at any time" και καλύπτει "any proceedings"» Ανατρέχοντας στη Δικαστική Πρακτική του 1958 αναφορικά με την αντίστοιχη διαταγή των παλαιών Αγγλικών θεσμών O.28 r. 12, στην επεξήγηση του όρου «any proceedings» αναφέρεται: «- Under this Rule amendments have been made in legal documents of every kind e.g.» και ως παράδειγμα δίδεται και το «[.] Notice of Motion.- .». Παράδειγμα για την εφαρμογή της πιο πάνω δικονομικής πρόνοιας αποτελεί και η σχετικά πρόσφατη απόφαση της έντιμης Προέδρου του Δικαστηρίου κας Παπαδοπούλου στην πρωτόδικη απόφαση στην Αγωγή 2925/20, AXIOS CAPITAL PROPERTIES LTD v BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED, ημερομηνίας 29.6.21, στην οποία με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή. Συνάγεται ότι η δικαιοδοσία τροποποίησης του Δικαστηρίου επεκτείνεται στο να καλύπτει «οποιαδήποτε διαδικασία», που περιλαμβάνει και σφάλματα σε αιτήσεις και ενστάσεις. Αναφορικά με την δυνατότητα καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, σχετική είναι η Διαταγή 48.4
(2)του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού, στην οποία αναφέρεται: «
(2)Το Δικαστήριο, ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης ττου προνοείται από τη Διαταγή 39». Ως έχει νομολογηθεί, ο Αιτητής πρέπει να επιδείξει καλό λόγο προκειμένου να του επιτραπεί να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Στην υπόθεση 1. Α. Messios & Sons Ltd. κ.α. ν. Ανδρέα Λεωνίδα
(2010)1 ΑΑΔ 195, το Ανώτατο Δικαστήριο σκιαγραφώντας τις περιπτώσεις που ένα Δικαστήριο ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ανέφερε: «Κατά την εκτίμησή μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες - αιτητές, με τις δύο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος-καθ' ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες-αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων». Άλλος άξονας της παρούσας εκκρεμοδικίας είναι και ο ισχυρισμός της Καθ' ης η Αίτηση ότι η Αίτηση είναι κακόπιστή και καταχρηστική. Αναφορικά με το ζήτημα της κατάχρησης, χρήσιμη είναι η αναφορά στο πρόσφατο σύγγραμμα του Πόλυ Πολυβίου που τιτλοφορείται «Κατάχρηση Διαδικασίας στο Κυπριακό Δίκαιο», Χρυσαφίνης και Πολυβίου, Λευκωσία 2021 και συγκεκριμένα τα όσα αναφέρονται στη σελίδα 26: «Σε γενικές γραμμές η εξουσία του Δικαστηρίου εξασκείται εκεί όπου οι δικονομικοί χειρισμοί και οι ενέργειες του ενός μέρους συνεπάγονται «αδικία» (unfairness) κατά του άλλου μέρους ή εκεί που τίθεται σε κίνδυνο η αξιόπιστη απονομή της δικαιοσύνης (είτε στο πλαίσιο της συγκεκριμένης υπόθεσης ή γενικότερα). Έχουμε ήδη αναφέρει ότι δεν υπάρχει κλειστός κατάλογος κατηγοριών όπου μπορεί και πρέπει να ενεργοποιείται η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για αποτροπή και καταστολή κατάχρησης της διαδικασίας. Είναι όμως χρήσιμο να παραθέσουμε ορισμένες ενδεικτικές κατηγορίες όπου ενεργοποιείται η σχετική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, όπως αυτές προκύπτουν από τη σύγχρονη νομολογία του κοινοδικαίου: (
- i)Καταστρατήγηση κάθε αρχής και κανόνα έντιμης συμπεριφοράς (
- ii)Έγερση λανθασμένης διαδικασίας και/ή κατά παράβαση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου (iii) Καθυστέρηση (
- iv)Δόλια συμπεριφορά (
- v)Χρησιμοποίηση της δικαστικής διαδικασίας για αλλότριους λόγους και με σκοπό την κατάχρηση αφενός και την ταλαιπωρία του αντίδικου αφετέρου, χωρίς καμία πρόθεση για την προώθηση επίλυσης γνήσιας διαφοράς από το Δικαστήριο (
- vi)Προώθηση στο Δικαστήριο «χαλκευμένης» υπόθεσης, όπου η πρόθεση του ενάγοντα προκύπτει από την όλη συμπεριφορά του, συμπεριλαμβανομένων πλαστογραφίας, κατασκευής μαρτυρίας και προσπάθειας στοιχειοθέτησης πλαστής υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου.» Στη σελίδα 32 του ιδίου συγγράμματος γίνεται αναφορά στην υπόθεση Summers v. Fairclough Homes Ltd. [2012] 1 W.L.R. 2004 στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «The right to a fair trial and public hearing in the determination of civil rights is enshrined in article 6 of the European Convention for the Prosecution of Human Rights and Fundamental Freedoms. The right includes a right of access to a court [.]. The Court must act compatibly with article 6. (But) the right might be subject to limitations. Contracting states enjoy a margin of appreciation. However the essence of the right of access must not be impaired, any limitation must pursue a legitimate aim and the means employed to achieve the aim must be proportionate. It is in the public interest that there should be a power to strike out a statement of case for abuse of process, both under the inherent jurisdiction of the court and under the C.P.R., but the court accepts the submission that in deciding whether or not to exercise the power the court must examine the circumstances of the case scrupulously in order to ensure that to strike out the claim is a proportionate means of achieving the aim of controlling the process of the court and deciding the cases justly.» Τέλος, η Καθ' ης η Αίτηση καταλογίζει στον Αιτητή κακοπιστία τόσο όσο αφορά το κατ' ισχυρισμό λάθος του οποίου ζητείται η διόρθωση, αλλά και, ως φαίνεται, γενικά με την καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης. Σχετική εν προκειμένω είναι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας
(2012)1 ΑΑΔ 745 στην οποία αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος της τροποποίησης, είναι πλουσιότατη. Η τάση της νομολογίας δείχνει φιλελεύθερη προσέγγιση, εκτός στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται κακοπιστία και ζημιά ή αδικία η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934). Η κλασσική επαναδιατύπωση των νομολογιακών αρχών δόθηκε από τον Πική, Δ., όπως ήταν τότε, στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 33, στην οποία οι αρχές συνοψίστηκαν ως εξής:- «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το Άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για τη αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη.»» Και συνεχίζει: «Η διαπίστωση κακοπιστίας είναι ζήτημα που ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου και το Εφετείο επεμβαίνει μόνο όπου διαπιστωθεί ότι το πρωτόδικο δικαστήριο άσκησε εσφαλμένα τη διακριτική του ευχέρεια. Για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα, εφόσον με τη διαπίστωση ύπαρξης κακοπιστίας, η αίτηση συνήθως οδηγείται σε απόρριψη». Κατάληξη Βασιζόμενος στα όσα αναγράφει η Διαταγή 25.5, αλλά και η βοηθητική αναφορά στην αντίστοιχη παλαιά Αγγλική O. 28 r. 12 και υιοθετώντας το σκεπτικό της έντιμης Προέδρου του Δικαστηρίου κ. Παπαδοπούλου στις Axios (ανωτέρω), κρίνω ότι ένσταση δύναται να τροποποιηθεί με αναφορά στην εν λόγω διαταγή. Η αναφορά του ευπαίδευτου συνηγόρου της Καθ' ης η Αίτηση στην πρωτόδικη απόφαση
- Κυναιγείρου κ.α. ν Μαυρομμάτη, Αρ. Αγωγής 298/16, Απόφαση ημερομηνίας 20.11.2018, με όλο το σεβασμό δεν μπορεί να εφαρμοστεί εν προκειμένω. Διαπιστώνω ότι το Δικαστήριο σε εκείνη την περίπτωση δεν είχε ενώπιον του, ως η αναφορά του, «το σωστό νομικό υπόβαθρο» και κατά συνέπεια φαίνεται να έκρινε την τύχη της ενώπιον του περίπτωση με αναφορά στην Δ.25 θ.1 και στην ανάλυση της δικηγόρου που δεν συμπεριέλαβε άλλη δικονομική πρόνοια ως νομική βάση της αίτησης του και όχι στην Δ.25 θ.
- Η ανάγκη για την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στην προκείμενη περίπτωση είναι συνυφασμένη και συναρτάται με την τροποποίηση της ίδιας της ειδοποίησης ένστασης, μια και το κατ' ισχυρισμό λάθος του οποίου ζητείται η διόρθωση είναι ουσιαστικά κοινό. Η καταχώριση της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι ο τρόπος με τον οποίο η αναφορά σε «Εναγόμενο 2» μπορεί να διορθωθεί, χωρίς να υπάρχει διάσταση μεταξύ του λόγου ένστασης και της μαρτυρίας που τον στηρίζει. Με αναφορά στις αρχές που διατυπώνονται στην απόφαση Messios (ανωτέρω), κρίνω ότι στην παρούσα περίπτωση η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση αφορά τη διευκρίνιση της προηγούμενης αναφοράς του ομνύοντος σε «Εναγόμενο 2» και την διόρθωση της αναφοράς σε «Ενάγοντα». Σε περίπτωση κατά την οποία η καταχώριση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης δεν επιτραπεί αλλά κριθεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για τροποποίηση της Ένστασης, θα υπάρχει κενό ή τουλάχιστον διάσταση μεταξύ της αναφοράς του λόγου ένστασης με τη μαρτυρία που τη στηρίζει. Από τη στιγμή που η συμπλήρωση που απαιτείται διαπιστώνεται να αφορά τη διευκρίνιση του πραγματικού ζητήματος που το Δικαστήριο θα κληθεί να αποφασίσει στην αίτηση προσθήκης, κρίνω ότι έχει καταδειχθεί καλός λόγος, εν τη εννοία των αρχών της Νομολογίας, για να επιτραπεί η καταχώριση της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Σε σχέση με το κατά πόσο η προτεινόμενη τροποποίηση και η προς καταχώριση συμπληρωματική ένορκη δήλωση αφορούν καλόπιστο λάθος και εάν γενικά διαπιστώνεται κακοπιστία στην αίτηση τροποποίησης, κρίνω ότι δεν έχει παρουσιαστεί ενώπιον μου μαρτυρία ικανή για να αποδειχθεί κάτι τέτοιο. Εκ των γεγονότων προκύπτει ότι από τη στιγμή που η αίτηση προσθήκης αφορά την προσθήκη του κ. Αγαθοκλέους ως «Εναγόμενου» στην Αγωγή, το μόνο αγώγιμο δικαίωμα που ενυπάρχει και κατά του οποίου μπορεί να προβληθεί υπεράσπιση παραγραφής είναι εκείνο του Ενάγοντος εναντίον των Εναγομένων ή εν δυνάμει εναγόμενων. Κατά λογική ακολουθία, το πραγματικό ζήτημα προς επίλυση ενώπιον του Δικαστηρίου το οποίο επιθυμεί να εγείρει ο κ. Αγαθοκλέους είναι το κατά πόσο η αξίωση του Ενάγοντος εναντίον του έχει παραγραφεί και κατά πόσο το ζήτημα αυτό δύναται να εξεταστεί στο πλαίσιο της Αίτησης Προσθήκης. Το σκεπτικό φαίνεται να συνάδει με τις πρόνοιες τις Δ.25, θ.5 που επιτρέπει την τροποποίηση οποιασδήποτε διαδικασίας με σκοπό την διαπίστωση του πραγματικού ζητήματος ενώπιον του Δικαστηρίου. Επιπρόσθετα, δεν έχει καταδειχθεί με ποιο τρόπο η αιτούμενη τροποποίηση πρόκειται να επηρεάσει δυσμενώς τα δικαιώματα της Καθ' ης η Αίτηση. Στην Αίτηση Προσθήκης καταχωρήθηκε η Ένσταση, της οποίας ζητείται η τροποποίηση, χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε παρεμβολή οποιουδήποτε άλλο διαβήματος στην παρούσα διαδικασία. Τα γεγονότα αυτά παρατίθενται και στην τελευταία παράγραφο της σελίδας 4 και στις πρώτες δύο παραγράφους της σελίδας 5 της γραπτής αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου της Καθ' ης η Αίτηση. Πέραν της γενικής αναφοράς στην τελευταία παράγραφο της γραπτής αγόρευσης του δικηγόρου της Καθ' ης η Αίτηση στο ότι η Αίτηση είναι «κακόπιστη και θα προκαλέσει αδικία στα καλώς νοούμενα συμφέροντα της Καθ' ης η Αίτηση» δεν εξειδικεύεται καθ' οιονδήποτε τρόπο ποιο θα είναι το κατ' ισχυρισμό πλήγμα στα εν λόγω συμφέροντα της Καθ' ης η Αίτηση. Το μόνο που προβάλλει ως επηρεασμός είναι η κατ' ισχυρισμό καθυστέρηση της εκδίκασης της Αίτησης Προσθήκης. Συνεκτιμώντας το σύνολο της καθυστέρησης που πρόκειται να προκληθεί με το να οδηγηθεί η παρούσα αίτηση σε ακρόαση και σε συνδυασμό με την επιδίκαση εξόδων υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση κατά την έγκριση του αιτήματος του Αιτητή για αναβολή της καθορισμένης δικασίμου, κρίνω ότι η καθυστέρηση αυτή δεν μπορεί να εξισωθεί με κατάχρηση της διαδικασίας ή να προκαλέσει ζημιά που δεν δύναται να θεραπευθεί με την επιδίκαση εξόδων. Τέλος, παραπέμπω στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L) v. Νίκου Σιακόλα
(1999)1 ΑΑΔ 44 στην οποία το Δικαστήριο παρέθεσε αυτούσιο το απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Bowen στην υπόθεση Cropper v. Smith [1884] 26 Ch. D. 700 (στις σελ. 710-711): «"... I know of no kind of error or mistake which, if not fraudulent or intended to overreach, the Court ought not to correct, if it can be done without injustice to the other party. Courts do not exist for the sake of discipline, but for the sake of deciding matters in controversy, and I do not regard such amendment as a matter of favour or grace ... It seems to me that as soon as it appears that the way in which a party has framed his case will not lead to a decision of the real matter in controversy, it is as much a matter of right on his part to have it corrected, if it can be done without injustice, as anything else in the case is a matter of right."». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Δεν γνωρίζω οποιοδήποτε είδος λάθους ή ελαττώματος, το οποίο, αν δεν είναι προϊόν απάτης ή σκοπεί να υπερβεί τα όρια, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να το διορθώσει εάν τούτο μπορεί να γίνει χωρίς αδικία στο άλλο μέρος. Τα Δικαστήρια δεν υπάρχουν για χάρην πειθαρχείας, αλλά για να αποφασίζουν επίδικα ζητήματα, και δεν θεωρώ ότι αυτή την τροποποίηση ως θέμα προτίμησης ή χάρης ... Φαίνεται ότι μόλις διαπιστωθεί ότι ο τρόπος με τον οποίο ένας διάδικος έθεσε το πλαίσιο της υπόθεσης του δεν θα οδηγήσει σε απόφαση επί του πραγματικού επίδικου ζητήματος, είναι τόσο δικαίωμά του να το διορθώσει, αν τούτο μπορεί να γίνει χωρίς αδικία, όσο οποιοδήποτε άλλο ζήτημα είναι θέμα δικαιώματος». Υιοθετώντας την πιο πάνω προσέγγιση κρίνω ότι το καίριο ζήτημα του δυσμενούς επηρεασμού ή της αδικίας εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση δεν έχει καταδειχθεί. Αντίθετα, η ζητούμενη τροποποίηση θα επιτρέψει στον Αιτητή να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το πραγματικό επίδικο ζήτημα. Συνεπώς η Αίτηση εγκρίνεται και εκδίδεται διάταγμα ως το Αιτητικό 1. Έχοντας επίσης ικανοποιηθεί ότι έχει καταδειχθεί καλός λόγος, εκδίδω επίσης διάταγμα ως το Αιτητικό 2 της Αίτησης και δίδεται άδεια καταχώρησης της προτεινόμενης ως Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης, που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 15.10.21 που στηρίζει της παρούσα Αίτηση. Η τροποποιημένη Ειδοποίησης Ένστασης και η προτεινόμενη ως Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση, να καταχωρηθούν εντός επτά
(7)ημερών από σήμερα. Η Αίτηση Προσθήκης είναι ήδη ορισμένη για Ακρόαση με γραπτές αγορεύσεις στις 21.12.21 και ώρα 8.30 π.μ. Σε σχέση με τα έξοδα, ενόψει από τη μία της επιτυχίας της Αίτησης αλλά από την άλλη του γεγονότος ότι η πλευρά του επιτυχόντος Αιτητή ευθύνεται για τα λάθη η διόρθωση των οποίων επιδιώχθηκε με την παρούσα Αίτηση, κρίνω δίκαιο όπως η κάθε πλευρά επωμιστεί τα δικά της έξοδα. (Υπ.) ................................... Π. Αγαπητός, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο