← Κύπρος

Lord Jeans Ltd, τώρα υπό εκκαθάριση, δια του εκκαθαριστή της Επίσημου Παραλήπτη κ.α. ν. Gordian Holdings Ltd, Αγωγή Αρ. 1982/2021, 6/12/2021

Lord Jeans Ltd, τώρα υπό εκκαθάριση, δια του εκκαθαριστή της Επίσημου Παραλήπτη κ.α. ν. Gordian Holdings Ltd, Αγωγή Αρ. 1982/2021, 6/12/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A295 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 1982/2021 Μεταξύ:

  1. Lord Jeans Ltd, τώρα υπό εκκαθάριση, δια του εκκαθαριστή της Επίσημου Παραλήπτη
  2. Vistana Estates Limited, από τη Λεμεσό
  3. Nowroοz Limited, από τη Λεμεσό Εναγόντων -και- Gordian Holdings Ltd, από Λευκωσία Εναγομένης --------------------------------------- Αίτηση ημερ. 25.11.2021 Ημερ.: 6 Δεκεμβρίου 2021 Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Α. Γιωρκάτζης με κα Μ. Γιωρκάτζη για Αντρέας Γιωρκάτζης ΔΕΠΕ και Νικόλας Θρασυβούλου ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη - Καθ' ης η Αίτηση: κα Μ. Τζιούτ για Ηλίας Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν απόφαση με την οποία να αναγνωρίζεται ότι το ποσό που πρέπει να καταβληθεί στην Εναγόμενη για την οφειλή τους που εξασφαλίζεται με την υποθήκη Υ6597/86 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού, είναι το ποσό των ευρώ 1.706.601,44 (Λ.Κ. 1.000.000) που αντιστοιχεί με το κεφάλαιο, Λ.Κ 500.000 και τους τόκους, Λ.Κ. 500.
  4. Αξιώνουν επίσης διάταγμα με το οποίο να ακυρώνεται η πιο πάνω υποθήκη με την καταβολή του πιο πάνω ποσού και ακολούθως να διατάσσεται ο Διευθυντής του Κτηματολογίου και Χωρομετρίας όπως προχωρήσει στη διαγραφή και ακολούθως εξάλειψη της εν λόγω υποθήκης. Οι Ενάγοντες με την υπό κρίση Αίτηση αξιώνουν την έκδοση των πιο κάτω προσωρινών διαταγμάτων: Α. Διάταγμα με το οποίο να αναστέλλεται η δρομολογηθείσα για τις 07/12/2021 διαδικασία εκποίησης της Υποθήκης Υ6XXX/86 αποβλέπουσα στον πλειστηριασμό του ακινήτου με Αρ. Εγγραφής L-60 (0/XXXXX), Τμήμα 2, Φύλλο 0, Σχέδιο 2-206-XXX, Τεμάχιο 3, εμβαδού 15051 τ.μ. (στο εξής «το Ακίνητο»), δυνάμει των διατάξεων του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 όπως έχει μεταγενέστερα τροποποιηθεί μέχρι την εκδίκαση της Αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Διάταγμα που να απαγορεύει στην Εναγόμενη, είτε απευθείας, είτε μέσω των αξιωματούχων υπαλλήλων ή αντιπροσώπων της, να πωλήσει ή εκπλειστηριάσει το Ακίνητο ή να προχωρήσει με την εκποίηση της Υποθήκης XXXXX/86 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού δυνάμει των διατάξεων του Μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 όπως έχει μεταγενέστερα τροποποιηθεί μέχρι την εκδίκαση της Αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Η θέση των Εναγόντων, όπως αυτή διαγράφεται στην Ένορκη Δήλωση της δικηγόρου Παρασκευής Κτίστη που συνοδεύει την Αίτηση, είναι ότι το ποσό που οφείλεται με βάση την υποθήκη Υ6XXX/86 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού είναι το ποσό των ευρώ 1.706.601,44 (Λ.Κ. 1.000.000) που αντιστοιχεί με το κεφάλαιο, Λ.Κ 500.000 και τους τόκους, Λ.Κ. 500.
  5. Οι Ενάγοντες επανειλημμένα πρότειναν στην Εναγόμενη να καταβάλουν το πιο πάνω και να εξαλειφθεί η υποθήκη, η τελευταία όμως παράνομα αρνείται να το αποδεχτεί. Το ενυπόθηκο ακίνητο κατέχεται σήμερα από τους Ενάγοντες 2 και 3 οι οποίοι το χρησιμοποιούν για τη διεξαγωγή των επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων. Σε περίπτωση που το ακίνητο εκποιηθεί με δημόσιο πλειστηριασμό, αυτοί, σύμφωνα πάντα με τον ομνύοντα, θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά. Η Εναγόμενη καταχώρισε ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση. Προβάλλει τη θέση ότι η Αίτηση δεν πληροί καμιά από τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, είναι καταχρηστική, κακόπιστη, καταχωρήθηκε καθυστερημένα και αποκρύβησαν ουσιώδη γεγονότα. Πέραν των πιο πάνω, το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδώσει τα προσωρινά διατάγματα για τους πιο κάτω λόγους: «α) Ο πλειστηριασμός του ακινήτου που αναφέρεται στην εν λόγω αίτηση συνιστά μέσο και ταυτόχρονα πράξη εκτέλεσης έγκυρης υποθήκευσης με αριθμό XXXXX/86, του Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού, που ουδέποτε ακυρώθηκε, η κατάσχεση και εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων συνιστά νόμιμο και/ή κατοχυρωμένο δια νόμου δικαίωμα του ενυπόθηκου πιστωτή που δεν μπορεί να περιοριστεί ή να ανακοπεί δια απαγορευτικού δικαστικού διατάγματος, ως σαν να επρόκειτο για παρανομία που πρέπει να αρθεί ή να παρεμποδιστεί. β) Έχει ήδη ενεργοποιηθεί η διαδικασία εκποίησης, με την έκδοση της ειδοποίησης Τύπου «I» και Ειδοποίησης Τύπου «Θ», καθώς και της Ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» και «ΙΒ» με βάση τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο 9/65 και το Δικαστήριο δεν μπορεί να παρέμβει σε αυτό το στάδιο για να ανακόψει νόμιμη διαδικασία και/ή για τη δημιουργία τεχνηέντως λόγου ένστασης σε αυτήν. Η πρόνοια του άρθρου 44Γ

(3)(δ) του εν λόγω νόμου, σε σχέση με την ύπαρξη παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος προς όφελος του ενυπόθηκου οφειλέτη, εννοεί τέτοιο που να υφίσταται πριν από τη διαδικασία εκποίησης, ώστε η διαδικασία εκποίησης, με δεδομένη την ύπαρξη τέτοιου διατάγματος, να πάσχει από νομιμότητα ή ορθότητα λόγω τέτοιου προϋπάρχοντας απαγορευτικού διατάγματος. Εν πάση περιπτώσει, δεν παρέχει το άρθρο αυτό εξουσία στο δικαστήριο να ανακόπτει πλειστηριασμούς εκδίδοντας απαγορευτικά διατάγματα.» Η Ένσταση συνοδεύεται από την Ένορκη Δήλωση του XXXXX Χωραΐτη λειτουργού της Εναγόμενης. Περαιτέρω αναφορά στις Ενόρκους Δηλώσεις τόσο του κ. Κωνσταντίνου Χωραΐτη όσο και της δικηγόρου Παρασκευής Κτίστη θα γίνει σε κατοπινό στάδιο εκεί όπου κρίνεται αναγκαίο. Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιο του Δικαστηρίου προκύπτουν τα πιο κάτω αδιαμφισβήτητα γεγονότα: Η Ενάγουσα 1 μίσθωσε από την Κυπριακή Δημοκρατία το τεμάχιο με αριθμό εγγραφής L-60 (0/XXXXX), Τεμάχιο XXXXX, που βρίσκεται σε βιομηχανική περιοχή Αγ. Αθανασίου, της Επαρχίας Λεμεσού. Η μίσθωση είχε ισχύ από τη 1.6.1985 και ήταν διάρκειας 33 ετών με δικαίωμα ανανέωσης μέχρι 99 έτη. Το πιο πάνω ακίνητο, που θα αναφέρεται μετά απλώς ως το «ακίνητο», έχει εμβαδόν 15.051 τ.μ. Το 1986 η Ενάγουσα 1 ενέγραψε προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου Λτδ την υποθήκη, Υ6XXX/1986, με την οποία επιβαρύνθηκε το εν λόγω ακίνητο προς εξασφάλιση πιστωτικών διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν από την Τράπεζα Κύπρου Λτδ προς την Ενάγουσα
  1. Η πιο πάνω υποθήκη που είναι και η επίδικη στην παρούσα διαδικασία, Τεκμήριο 16 στην Αίτηση, είναι για το ποσό των Λ.Κ. 500.000 πλέον απλό τόκο 9% επί του πιο πάνω ποσού, από τη 30.12.1986 μέχρι εξοφλήσεως. Την 21.02.2005 υπογράφηκαν συμφωνίες μεταξύ της Ενάγουσας 1 και των Εναγουσών 2 και 3, με τις οποίες Ενάγουσα 1 εκχώρησε προς τις Ενάγουσες 2 και 3 τα δικαιώματα τους επί του πιο πάνω ακινήτου, υπό την επιφύλαξη της εξασφάλισης συγκατάθεσης από το μισθωτή, ήτοι την Κυπριακή Δημοκρατία. Η συμφωνία μεταξύ της Ενάγουσας 1 και της Ενάγουσας 2, προνοούσε μεταξύ άλλων ότι το τίμημα για την αγορά του πιο πάνω δικαιώματος ανερχόταν σε Λ.Κ. 700.
  2. Το ποσό των Λ.Κ. 1.000 είχε ήδη καταβληθεί στην Ενάγουσα 1 και το υπόλοιπο, Λ.Κ. 699.000 θα καταβαλλόταν στην Τράπεζα Κύπρου Λτδ, απευθείας, με μηνιαίες δόσεις καθότι η Ενάγουσα 1 όφειλε στην εν λόγω τράπεζα τα υπόλοιπα διαφόρων πιστωτικών διευκολύνσεων που είχε λάβει από αυτή, συνολικού ύψους Λ.Κ.1.900.000 περίπου. Η καταβολή των δόσεων στην εν λόγω Τράπεζα θα γινόταν νοουμένου ότι η Ενάγουσα 1 και η Τράπεζα κατέληγαν σε "δεσμευτική συμφωνία". Σε αντίθετη περίπτωση η καταβολή των δόσεων θα γινόταν απευθείας στην Ενάγουσα
  3. Στη συμφωνία περιλαμβανόταν πρόνοια ότι με την εξόφληση των πιο πάνω ποσών η Τράπεζα Κύπρου θα προέβαινε σε διαγραφή των τριών υποθηκών που επιβάρυναν το ακίνητο, συμπεριλαμβανομένης και της επίδικης. Ανάλογη πρόνοια έγινε και στη συμφωνία που υπογράφηκε μεταξύ της Ενάγουσας 1 και της Ενάγουσας
  4. Το περιεχόμενο των δύο συμφωνιών είναι σχεδόν ταυτόσημο, διαφέρουν μόνο στα τετραγωνικά μέτρα που καλύπτει το κάθε δικαίωμα και στο ποσό του τιμήματος. Η δεύτερη συμφωνία αφορούσε το ποσό των Λ.Κ.800.000, το ποσό των Λ.Κ. 1.000 είχε ήδη καταβληθεί στην Ενάγουσα 1 ενώ το υπόλοιπο, Λ.Κ. 799.000 θα καταβαλλόταν με μηνιαίες δόσεις απευθείας στην Τράπεζα Κύπρου Λτδ. Αμφότερες οι συμφωνίες κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, πρόκειται για το Τεκμήριο 2 στην Αίτηση. Η συγκατάθεση της Κυπριακής Δημοκρατίας δόθηκε τη 4.3.
  5. Μετά την παραχώρηση της συγκατάθεσης το ακίνητο περιήλθε στην κατοχή των Εναγουσών 2 και
  6. Οι Ενάγουσες 2 και 3 κατέχουν το επίδικο ακίνητο μέχρι σήμερα και το χρησιμοποιούν για τη διεξαγωγή των επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων, συγκεκριμένα το ενοικιάζουν σε βιομηχανίες και άλλες επιχειρήσεις ως αποθηκευτικούς χώρους. Οι πιο πάνω συμφωνίες έχουν κατατεθεί στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού τη 8.3.2005 και ο φάκελος τους έχουν λάβει τους αριθμούς ΠΩΕ 394/2005 και ΠΩΕ 395/
  7. Η συμφωνία μεταξύ της Ενάγουσας 1 και της Ενάγουσας 2 τροποποιήθηκε δύο φορές τον Ιούνιο του
  8. Με την πρώτη τροποποίηση, ημερομηνίας 10.06.2016 προστέθηκαν οι πιο κάτω όροι- «Οι Β΄ ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΟΙ θα παύσουν να καταβάλλουν οποιοσδήποτε ποσό στους Α΄ ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΟΥΣ που προβλέπεται στην παράγραφο 3
(8)της Αρχικής Συμφωνίας και σε περίπτωση που μέχρι την 3η Μαρτίου 2017 οι Α΄ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΟΙ αποτύχουν και/ή αμελήσουν να εξοφλήσουν ή άλλως πως διευθετήσουν τις οφειλές τους προς την Τράπεζα Κύπρου έτσι που να καταστεί δυνατή η απόσυρση των εμπράγματων βαρών και υποθηκών που βαρύνουν τα οικόπεδα 59 και 60 καθιστώντας έτσι δυνατή την μεταβίβαση από τους Α΄ ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΟΥΣ των εν λόγω οικοπέδων ελεύθερων βαρών στους Β΄ ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΟΥΣ οι Β΄ ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΟΙ θα απαλλάσσονται της οποιαδήποτε υποχρέωσης που πηγάζει από την Αρχική Συμφωνία για πληρωμή του υπόλοιπου του τιμήματος πωλήσεως είτε στους Α΄ ΣΥΜΒΑΛΟΜΕΝΟΥΣ είτε στην Τράπεζα Κύπρου και ταυτόχρονα οι Α΄ ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΟΙ θα υποχρεούνται να επιστρέψουν στους Β΄ ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΟΥΣ τα οποιαδήποτε ποσά τους έχει καταβληθεί στα πλαίσια της Αρχικής Συμφωνίας.» Με βάση τη δεύτερη τροποποίηση η Ενάγουσα 1 είχε υποχρέωση να επιστρέψει οποιοδήποτε ποσό είχε λάβει από την Ενάγουσα 2 στα πλαίσια της αρχικής συμφωνίας και η τελευταία είχε υποχρέωση όπως αποσύρει από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού την αρχική συμφωνία που είχε κατατεθεί για σκοπούς εκτέλεσης. Την 1.07.2015 και την 8.6.2016 υπογράφηκαν συμφωνίες μεταξύ των Εναγουσών 1 και 3 και ενός τρίτου μέρους. Με βάση τις πρόνοιες της πρώτης συμφωνίας, η Ενάγουσα 3 συμφώνησε να εκχωρήσει τα δικαιώματα της από την αρχική συμφωνία στο τρίτο μέρος, έναντι συγκεκριμένου ποσού. Με βάση τις πρόνοιες της δεύτερης συμφωνίας η οποία ήταν συμπληρωματική της πρώτης, η συμφωνία μεταβίβασης των δικαιωμάτων θα έπρεπε να εκπληρωνόταν μέχρι τη 3.03.
  1. Σε περίπτωση που αυτή δεν εκπληρωνόταν τότε αυτόματα θα ακυρωνόταν και η Ενάγουσα 1 θα είχε το δικαίωμα και την υποχρέωση να μεταβιβάσει τα δικαιώματα της επί του ακινήτου στην Τράπεζα Κύπρου Λτδ ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο αυτή καθόριζε. Επί του πιο πάνω ακινήτου, που ως ανέφερα και πιο πάνω αποτελεί κρατική γη, τόσο η Ενάγουσα 1 αρχικά όσο και οι Ενάγουσες 2 και 3 στη συνέχεια, ανέγειραν εργοστασιακό χώρο, το συνολικό εμβαδόν του οποίου ανέρχεται σήμερα σε 4.000 τ.μ. Οι Ενάγουσες 2 και 3 δεν ικανοποίησαν τους όρους που προέβλεπαν οι πιο πάνω συμφωνίες και κατ' επέκταση οι υποθήκες που επιβαρύνουν το ακίνητο, συμπεριλαμβανόμενης και της επίδικης, συνεχίζουν να υφίστανται μέχρι σήμερα. Όλες οι πιστωτικές διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν από την Τράπεζα Κύπρου Λτδ προς την Ενάγουσα 1 μεταφέρθηκαν στην Gordian Holdings Ltd που είναι και η Εναγόμενη- Καθ' ης η Αίτηση στην παρούσα διαδικασία. Η Ενάγουσα 1 τέθηκε υπό εκκαθάριση, δυνάμει δικαστικού διατάγματος, τη 6.03.
  2. Εκκαθαριστής της εταιρείας διορίστηκε ο Επίσημος Παραλήπτης. Στα πλαίσια της πιο πάνω εκκαθάρισης, η Εναγόμενη προέβηκε σε επαλήθευση του ποσού που οφείλεται σε αυτήν από την Ενάγουσα
  3. Σύμφωνα με την επαλήθευση το ποσό που οφείλεται στην Εναγόμενη ήταν τη 27.02.2018, ευρώ 6.692.664,
  4. Οι Ενάγοντες προβάλλουν τη θέση ότι η μεταβίβαση δεν έχει μεταβιβασθεί μέχρι σήμερα στους Ενάγοντες 2 και 3 καθότι ο ενυπόθηκος δανειστής που σήμερα είναι η Εναγόμενη δεν αποδέχεται να της καταβληθεί το ποσό το οποίο καλύπτεται από την υποθήκη. Το ποσό που καλύπτεται από την επίδικη υποθήκη είναι Λ.Κ. 500.000, κεφάλαιο και Λ.Κ. 500.000 τόκοι. Ο ομνύοντας αναφέρει επίσης ότι λόγω της 'κάθετης άρνησης' της Τράπεζας Κύπρου Λτδ να συνεργαστεί ούτως ώστε να της καταβληθούν άμεσα όλα τα πραγματικά οφειλόμενα ποσά δυνάμει των υποθηκών και της αδυναμίας του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη που ενεργεί ως Εκκαθαριστής της Lord Jeans Ltd να προχωρήσει στην μεταβίβαση του ακινήτου οι Ενάγοντες 2 και 3 προχώρησαν στην καταχώριση της αγωγής 1226/19 εναντίον της Ενάγουσας 1 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού για την ειδική εκτέλεση των δύο συμφωνιών που αφορούσαν την εκχώρηση του δικαιώματος μίσθωσης του ακινήτου. Την 3.12.2019 εκδόθηκε στα πλαίσια της πιο πάνω αγωγής δικαστική απόφαση με την οποία διατάσσεται η ειδική εκτέλεση των συμφωνιών μεταβίβασης του μισθώματος στους Ενάγοντες 2 και 3, υπό τον όρο ότι οι τρεις υποθήκες που βαρύνουν το ακίνητο, συμπεριλαμβανομένης και της επίδικης, εγγραφούν στο νέο τίτλο ιδιοκτησίας που θα εκδοθεί στο όνομα των Εναγόντων 2 και
  5. Η Τράπεζα Κύπρου Λτδ ενημερώθηκε για την έκδοση της απόφασης, ακολούθησαν διαβουλεύσεις μεταξύ των Εναγουσών 2 και 3 και της Τράπεζας Κύπρου Λτδ και στη συνέχεια με την Εναγόμενη. Τη 7.9.2020 η Εναγόμενη άρχισε την προώθηση της διαδικασίας πλειστηριασμού του ενυπόθηκου ακινήτου. Οι δικηγόροι των Εναγόντων 1, 2 και 3 κάλεσαν τότε, με επιστολή τους ημερομηνίας 4.1.2021, την Εναγόμενη όπως παρουσιαστεί ενώπιον του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού την 11.01.2021 για να εξαλείψει την Υποθήκη XXXXX/86 αφού της καταβάλλετο το ποσό των €1.708.600,74 που αποτελεί το μέγιστο ποσό, σύμφωνα πάντα με τους Ενάγοντες, που μπορεί να αξιωθεί για εξόφληση των δανειακών διευκολύνσεων που δόθηκαν από την Τράπεζα Κύπρου Λτδ στην εταιρεία Lord Jeans Ltd. Η Εναγόμενη δεν ανταποκρίθηκε στο πιο πάνω κάλεσμα, ενώ η απάντηση της Εναγομένης λήφθηκε τη 19.1.2021, μετά την ημερομηνία που θα έπρεπε να παρουσιαστούν στο Κτηματολόγιο αναφέροντας ότι δεν συμφωνούν με τη θέση των Εναγόντων αρνούμενοι μεταξύ άλλων το ύψος του ενυπόθηκου χρέους. Την 25.01.2021 η Εναγόμενη καταχώρισε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού την αγωγή 19/2021, στα πλαίσια της οποίας εξασφάλισε μονομερώς διάταγμα με το οποίο απαγορευόταν η μεταβίβαση του ακινήτου δυνάμει της πιο πάνω απόφασης του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 3.12.2019, στην αγωγή 1226/2019 και αναστολή εκτέλεσης της πιο πάνω απόφασης. Την 22.09.21, μετά από ακροαματική διαδικασία τα διατάγματα που εκδόθηκαν μονομερώς, ακυρώθηκαν. Τη 19.10.2021 η Εναγόμενη επέδωσε στους Ενάγοντες 1, 2 και 3 την Ειδοποίηση Τύπου ΙΑ, σύμφωνα με την οποία το ενυπόθηκο ακίνητο θα εκποιηθεί με δημόσιο πλειστηριασμό που είναι προγραμματισμένος να λάβει χώρα τη 7.12.
  6. Οι Ενάγοντες προβάλλουν τη θέση ότι η Εναγόμενη αντινομικά και καταχρηστικά επιδιώκει, εκτός από τα ποσά που οφείλονται σε αυτή δυνάμει των Υποθηκών και τα οποία ανέρχονται το μέγιστο σε €3.236.342,74 να λάβει επιπρόσθετα ποσά για να εξοφλήσει και τα ΜΕΜΟ που επιβαρύνουν το Ακίνητο. Τα πιο πάνω ΜΕΜΟ είναι μεταγενέστερα των Συμφωνητικών Εγγράφων και συνεπώς δεν επηρεάζουν την εκτέλεση της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στην Αγωγή 1226/2019 και ούτε μπορούν να αποτελέσουν εμπόδιο σε σχέση με την εξάλειψη των Υποθηκών. Οι Ενάγοντες 2 και 3 σε μια ύστατη προσπάθεια κάλεσαν την Εναγόμενη με την επιστολή τους, ημερομηνίας 16.11.2021, όπως εμφανισθεί ενώπιον του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού την 22.11.2021 και ώρα 10.00 π.μ. για να παραλάβει τραπεζική επιταγή πληρωτέα στην Εναγομένη για το ποσό των €1.708.601,44 ταυτόχρονα να γίνει εξάλειψη της Υποθήκης Υ6597/
  7. Η Εναγόμενη, από την άλλη πλευρά, αμφισβητεί την ισχύ των δύο συμφωνιών που κατατέθηκαν στο Κτηματολόγιο, δυνάμει των οποίων τα δικαιώματα της Ενάγουσας 1 επί του ακινήτου μεταβιβάστηκαν στις Ενάγουσες 2 και
  8. Ο ομνύοντας XXXXX Χωραΐτης, στην ένορκη του που υποστηρίζει την ένσταση, προβάλλει τη θέση ότι οι πιο συμφωνίες έπαψαν να βρίσκονται σε ισχύ από την 3.3.2017 καθότι δεν καταβλήθηκαν οι δόσεις που προνοούσαν οι εν λόγω συμφωνίες. Ισχυρίζεται μοναδικό πρόσωπο που θα μπορούσε να προβάλει οποιοδήποτε ισχυρισμό σε σχέση με την επίδικη υποθήκη είναι η Ενάγουσα
  9. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι οι Ενάγουσες 1, 2 και 3 συνδέονται μεταξύ τους και σκοπός τους είναι η εξυπηρέτηση των συμφερόντων του ιδίου προσώπου. Τέλος προβάλλει τη θέση ότι οι πιστωτικές διευκολύνσεις που εξασφαλίζονται με την επίδικη υποθήκη είχαν συναφθεί τη χρονική περίοδο 2007-2010, που ήταν σε ισχύ ο περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος του
  10. Αρχίζοντας από το τελευταίο θέμα παρατηρώ ότι ο ομνύοντας κανένα στοιχείο έχει παρουσιάσει προς υποστήριξη της πιο πάνω θέσης, ήτοι ότι η επίδικη υποθήκη ενεγράφη το 1986, για πιστωτικές διευκολύνσεις που θα παραχωρούνταν είκοσι και πλέον έτη αργότερα. Πέραν τούτου από τις συμφωνίες εκχώρησης των δικαιωμάτων της Ενάγουσας 1 στις Ενάγουσες 2 και 3, προκύπτει εμμέσως πλην σαφώς ότι τα χρέη, προς εξασφάλιση των οποίων είχαν παραχωρηθεί οι τρεις υποθήκες συμπεριλαμβανομένης και της επίδικης, δημιουργήθηκαν πολύ πριν την υπογραφή των εν λόγω συμφωνιών. Υπενθυμίζω ότι οι συμφωνίες υπεγράφησαν το
  11. Χωρίς την αναγκαία υπόσταση είναι κατά την άποψη μου και η θέση της Εναγόμενης ότι οι συμφωνίες που είναι καταχωρημένες στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού έπαυσαν να ισχύουν. Καμιά μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιο μου ότι τα συμβαλλόμενα μέρη ήτοι οι Ενάγουσες τερμάτισαν τις συμφωνίες ή ότι οι συμφωνίες αυτές έχουν με οποιοδήποτε τρόπο ακυρωθεί. Πέραν τούτου στις συμφωνίες μεταξύ της Ενάγουσας 1 και της Ενάγουσας 2 συμπεριλαμβανομένων και των τροποποιητικών δεν εντόπισα οποιοδήποτε όρο, ότι η μη συμμόρφωση των Εναγουσών με τις υποχρεώσεις τους καθιστούν τις εν λόγω συμφωνίες ΄αυτόματα άκυρες', ως είναι η θέση της Εναγόμενης. Τέτοια πρόνοια περιλαμβάνεται μόνο σε μια από τις τροποποιητικές συμφωνίες μεταξύ της Ενάγουσας 1 και της Ενάγουσας
  12. Άξιο αναφοράς είναι και το γεγονός ότι εκδόθηκε δικαστική απόφαση για ειδική εκτέλεση των πιο πάνω συμφωνιών στα πλαίσια της αγωγής 1226/
  13. Πέραν των πιο πάνω, επισημαίνω ότι οι συμφωνίες που αφορούν την εκχώρηση των δικαιωμάτων είναι μεταξύ της Ενάγουσας 1 και των Εναγουσών 2 και
  14. Και οι τρεις Ενάγουσες, που καταχώρισαν την υπό κρίση Αίτηση από κοινού, θεωρούν ότι οι δύο αυτές συμφωνίες συνεχίζουν να βρίσκονται σε ισχύ. Στο σημείο αυτό τονίζω ότι η Εναγόμενη δεν είναι μέρος στις πιο πάνω συμφωνίες. Το θέμα που εγείρεται είναι κατά πόσο η Εναγόμενη μπορεί να αμφισβητεί την ισχύ των συμφωνιών από τη στιγμή που τα συμβαλλόμενα μέρη θεωρούν ότι αυτές βρίσκονται σε ισχύ. Η υπεράσπιση της Εναγόμενης εδράζεται στη θέση ότι οι συμφωνίες είναι άκυρες, η θέση αυτή όμως δεν αποτελεί γεγονός, τουλάχιστο με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιο μου, επί του οποίου θα μπορούσα στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας να βασισθώ. Κατά πόσο οι δύο αυτές συμφωνίες έχουν όντως ακυρωθεί είναι θέμα που θα απασχολήσει το δικαστήριο που θα εκδικάσει την αγωγή. Τέλος θα ήθελα να αναφέρω ότι δεν έχουν τεθεί ενώπιο μου ικανοποιητικά στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι οι Ενάγουσες 1, 2 και 3 συνδέονται μεταξύ τους και σκοπός τους είναι η εξυπηρέτηση των συμφερόντων του ιδίου προσώπου, ως ήταν η εισήγηση της Εναγόμενης. Στην ουσία εκείνο που υπαινίσσεται η Εναγόμενη είναι ότι οι Ενάγουσες συνωμότησαν μεταξύ τους για να ξεγελάσουν την Τράπεζα και στη συνέχεια τον ενυπόθηκο δανειστή. Η εισήγηση αυτή δεν υποστηρίζεται από την αναγκαία μαρτυρία. Τα όσα αναφέρει ο ομνύοντας αποτελούν απλές υποψίες του ιδίου. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να διευκρινίσω ότι τα πιο πάνω δεν αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου ούτε πρόθεση μου είναι να υπεισέλθω στην ουσία της υπόθεσης. Το Δικαστήριο θα καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με το νομικό και πραγματικό καθεστώς της υπόθεσης, κατά την εκδίκαση της αγωγής, αφού πρώτα ακούσει και αξιολογήσει τη μαρτυρία και εξετάσει τα νομικά επιχειρήματα που θα τεθούν ενώπιον του. Εκείνο που αναφέρω πιο πάνω είναι ότι στο στάδιο αυτό, με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιο μου, δεν μπορεί να δοθεί βαρύτητα στις θέσεις που προβάλλει η Εναγόμενη. Κατ' επέκταση απορρίπτω και τη θέση ότι η υπό κρίση Αίτηση είναι καταχρηστική και κακόπιστη. Η Αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 32 του Ν14/60 στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 4 και 9, στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ.θ. 1, 2, 3, 8 και 9 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Το άρθρο 32 του Ν14/60 ερμηνεύτηκε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Βλέπετε σχετικά Odysseos v Pieris Estates & Others
(1982)1 C.L.R. 557, Karydas Taxi Co Ltd v Komodikis
(1975)1 C.L.R. 321, K.O.T. v Αλκιβιάδης Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 255. Το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας εξετάζει τρεις βασικές προϋποθέσεις: α. Την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, δηλαδή να αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση με βάση τις έγγραφες προτάσεις. β. Την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας. γ. Την πιθανότητα να υποστεί ο ενάγοντας ανεπανόρθωτη ζημιά, κατά πόσο δηλαδή, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Επιπρόσθετα των πιο πάνω, το Δικαστήριο πρέπει να σταθμίσει κατά πόσο, υπό τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης, είναι δίκαιο και εύλογο, με βάση το ισοζύγιο της ευχέρειας να εκδώσει τέτοιο διάταγμα. Το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό της διαδικασίας δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Πέραν τούτου, πρέπει να αποφεύγει να αποφαίνεται σε θέματα αξιοπιστίας εκτός εκεί που είναι απόλυτα αναγκαίο. (βλ. Jonitexo Ltd v Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, 267, 268 και Bacardi & Co Ltd v Vinco Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 788). Όπως έχει λεχθεί δε χαρακτηριστικά από τον Δικαστή Καλλή στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης v Nicantony Trading Co Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 1653: «Το Δικαστήριο εξετάζει τη μαρτυρία και με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδώσει το διάταγμα αποφεύγοντας να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης ». Στρεφόμενη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεση παρατηρώ ότι εκείνο που καλείται το Δικαστήριο να εξετάσει είναι το ποσό που οφείλεται με βάση την επίδικη υποθήκη, η οποία παραχωρήθηκε το 1986 και συγκεκριμένα κατά πόσο το μέγιστο ποσό που δύναται να εισπράξει ο ενυπόθηκος δανειστής δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το διπλάσιο του κεφαλαίου καθότι η Υποθήκη παραχωρήθηκε το 1986, πριν τη θέσπιση του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου 160(Ι)/ 1999 όταν βρισκόταν ακόμη σε ισχύ ο περί Τόκου Νόμος 2/
  1. Ο περί Τόκου Νόμος 2/77 προβλέπει ότι το ποσό που δύναται να ανακτηθεί με αγωγή ως καθυστερημένος τόκος δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το ποσό του αρχικού χρέους εν σχέσει προς την οποία ο συγκεκριμένος τόκος είναι πληρωτέος. Προς υποστήριξη των θέσεων της η ευπαίδευτη συνήγορος των Εναγόντων επικαλέσθηκε μεταξύ άλλων τις αποφάσεις Πιπονίδη και Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ECLI:CY:AD:2017:A444, ΠΕ 429/2011, ημερομηνίας 6.12.2017 και Χατζηνικολάου και Marfin Popular Bank Ltd του Ε.Δ Λευκωσίας, ημερομηνίας 23.03.
  2. Ένα από τα θέματα προς εξέταση και στις δύο πιο πάνω αποφάσεις ήταν ο τόκος που θα μπορούσε να ανακτήσει ένα πιστωτικό ίδρυμα στην περίπτωση που η πιστωτική διευκόλυνση είχε δοθεί πριν τη θέσπιση του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου 160(Ι)/
  3. Αποφασίστηκε ότι ο πιο πάνω Νόμος δεν είχε αναδρομική ισχύ σε συμβάσεις που είχαν συναφθεί πριν τη θέσπιση του. Η υπόθεση Πιπονίδη (ανωτέρω ) αφορούσε παρόμοια γεγονότα με την παρούσα. Ένα από τα θέματα που κλήθηκε να αποφασίσει το Δικαστήριο ήταν κατά πόσο το χρέος που κάλυπτε η υποθήκη θα μπορούσε να υπερβαίνει το διπλάσιο του κεφαλαίου πλέον έξοδα. Η υποθήκη είχε παραχωρηθεί πριν τη θέσπιση του Νόμου 160(Ι)/
  4. Το Εφετείο αποφάσισε ότι το ποσό που θα μπορούσε να εισπραχθεί δεν θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερο των Λ.Κ. 32.000, που ήταν το κεφάλαιο Λ.Κ. 16.000 συν Λ.Κ.16.
  5. Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιο μου καταλήγω ότι πληρούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60, ήτοι αποκαλύπτεται σοβαρό ζητήματος για εκδίκαση και ορατή πιθανότητας επιτυχίας. Στρεφόμενη στην τρίτη προϋπόθεση ήτοι κατά πόσο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο παρατηρώ ότι η παρούσα υπόθεση έχει τις ιδιαιτερότητες της. Η ομνύουσα XXXXX Κτίστη στην Ένορκη Δήλωση της αναφέρει μεταξύ άλλων ότι σε περίπτωση πώλησης του ακινήτου αυτό θα είναι καταστροφικό για την επιχείρηση των Εναγουσών 2 και 3, οι οποίες ενοικιάζουν αποθηκευτικούς χώρους σε βιομηχανίες και άλλες επιχειρήσεις. Το ακίνητο είναι 'μοναδικό στο είδος του' λόγω του μεγάλου εμβαδού του, 15.051 τ.μ. Δεν υπάρχει στην περιοχή ακίνητο με παρόμοια χαρακτηριστικά όπως το επίδικο. Η αξία της εμπορικής εύνοιας της επιχείρησης των Εναγόντων 2 και 3 είναι δύσκολο να αποτιμηθεί σε χρήμα και ως εκ τούτου η έκταση της ζημιάς τους σε περίπτωση που το ακίνητο πωληθεί θα είναι αδύνατο να καθορισθεί. Η αξία του ακινήτου είναι πολύ μεγαλύτερη από το ποσό που οφείλεται στην Εναγόμενη δυνάμει της επίδικης υποθήκης. Ο ομνύοντας αναφέρει επίσης ότι σε περίπτωση που το ακίνητο πωληθεί, αυτό θα ανατρέψει την υπάρχουσα νομική και πραγματική κατάσταση και θα επηρεάσει εκτός από τους Ενάγοντες 2 και 3, οι οποίες είναι 'αθώα πρόσωπα' και τους πιστωτές της υπό εκκαθάρισης εταιρείας Lord Jeans Ltd αλλά και πέραν των δέκα επιχειρήσεων, (βιομηχανικών και εμπορικών μονάδων) που λειτουργούν με άδεια του Υπουργείου Ενέργειας, Εμπορίου και Βιομηχανίας χρησιμοποιώντας υποστατικά επί του Ακινήτου, χωρίς να τους παρασχεθεί η δυνατότητα να ακουστούν. Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιο μου και ιδιαίτερα το γεγονός ότι το ακίνητο χρησιμοποιείται από τις Ενάγουσες για δεκαπέντε και πλέον έτη για σκοπούς της επιχείρησης τους, ότι τα υποστατικά που έχουν ανεγερθεί έχουν παραχωρηθεί σε τρίτους, δεν υπάρχει ακίνητο με παρόμοια χαρακτηριστικά στην περιοχή και η εμπορική εύνοια των Εναγόντων 2 και 3 είναι δύσκολο να αποτιμηθεί σε χρήμα, καταλήγω ότι ικανοποιείται και το τρίτο κριτήριο του άρθρου
  6. Έχοντας δε υπόψη τα ιδιαίτερα γεγονότα της υπόθεσης ήτοι ότι οι Ενάγοντες είναι έτοιμοι και έχουν ήδη προσφέρει στην Εναγόμενη το ποσό των Λ.Κ. 1.000.000 που αντιστοιχεί με το κεφάλαιο Λ.Κ. 500.000 και τους τόκους Λ.Κ. 500.000, το γεγονός ότι ανέφερα μόλις πιο πάνω χρησιμοποιούν το επίδικο ακίνητο για τη διεξαγωγή της επιχείρησης του και ενοικιάζουν τους χώρους σε τρίτους κρίνω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της έκδοσης των επιδίκων διαταγμάτων. Εκδίδονται διατάγματα ως οι παράγραφοι Α και Β της Αίτησης. Τα έξοδα ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον της Εναγόμενης. (Υπ.) .................. Τ. Παρασκευαίδου-Καρακάννα Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.