L & M ROLEX LTD ν. NANDRO SAFETY ROLEX & DOOR LTD, Αγωγή αρ. 2029/2013, 12/4/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A304 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 2029/2013 L & M ROLEX LTD Ενάγουσα v. NANDRO SAFETY ROLEX & DOOR LTD Εναγόμενη Αίτηση ημερομηνίας 09.03.2022 Ημερομηνία: 12.04.2021 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα/Καθ' ης η αίτηση: Χρήστος Χατζηλοΐζου ΔΕΠΕ Για Εναγόμενη/Αιτήτρια: Α. Αργυρού & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η ex tempore Με την αγωγή της, η Ενάγουσα, αξιώνει €9.032,94, χρέος βάσει συμφωνίας για πώληση και εμπορευμάτων που παρέδωσε στην Εναγόμενη. Η Εναγόμενη εξέδωσε και παρέδωσε στην Ενάγουσα δύο επιταγές για την πληρωμή του ποσού αυτού, που όμως ανακλήθηκαν, με αποτέλεσμα το ποσό να παραμείνει απλήρωτο. Η Εναγόμενη, με δικόγραφο που καταχώρισε την 12.12.2013, ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα παράνομα και αντισυμβατικά υπερχρέωσε ή υπερτιμολόγησε σε σχέση με τα εμπορεύματα, προσπαθώντας να αποκομίσει εις βάρος όφελος, και ότι η ίδια είχε εύλογη αιτία ανάκλησης των επιταγών. Αρνείται την αξίωση της Ενάγουσας και ανταπαιτεί ποσό €305,00 πλέον Φ.Π.Α., που θεωρεί ως το λογιστικό αποτέλεσμα της υπερτιμολόγησης. Με απαντητικό δικόγραφό της, η Ενάγουσα, αρνείται την ανταπαίτηση της Εναγόμενης και επιμένει στη δική της εκδοχή ως προς τα γεγονότα. Η αγωγή είναι σε πρόγραμμα εκδίκασης καθυστερημένων υποθέσεων (backlog), μεσολάβησε και διαδικασία ένορκης αποκάλυψης εγγράφων από τις δύο πλευρές, όπως και αλλαγή δικηγόρων εκ μέρους της Εναγόμενης, ωστόσο, ενώ δρομολογούνταν η ακρόαση της αγωγής επί της ουσίας της, με την υπό εξέταση αίτησή της, που καταχωρίστηκε την 09.03.2022, η Εναγόμενη, ζητά την τροποποίηση του δικογράφου της, για να προσθέσει σε αυτό ισχυρισμούς σε έκταση δεκάδων παραγράφων, που να περιγράφουν και να δίνουν λεπτομέρειες δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων της Ενάγουσας προς καταδολίευση της Εναγόμενης, και να αξιώσει μεγαλύτερα ποσά ως αποζημιώσεις, που να υπερβαίνουν και την υλική δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου. Στην ένορκη δήλωση του διευθυντή της Εναγόμενης, που υποστηρίζει την αίτηση, γίνεται αναφορά, μεταξύ άλλων, πως υποψίες για παράνομη συμπεριφορά της Ενάγουσας υπήρχαν από το 2013, οπότε από τότε αποτάθηκε σε ελεγκτικό γραφείο, έπειτα το 2015 σε άλλο, που δεν είχε προχωρήσει με την έρευνα και το 2019 σε άλλο, που επίσης δεν είχε προχωρήσει, καταλήγοντας σε άλλην εταιρεία, από την οποία εξασφάλισε την 26.01.2022 σχετική έκθεση. Θεωρεί ότι οι τροποποιήσεις είναι αναγκαίες. Η αίτηση αυτή είναι ορισμένη για Ακρόαση σήμερα. Παρόλο που δόθηκε από Δικαστήριο με άλλη σύνθεση χρόνος για καταχώριση γραπτής ένσταση από την πλευρά της Ενάγουσας, η Ενάγουσα δεν έπραξε κάτι τέτοιο μέχρι σήμερα, και σήμερα ζήτησε περαιτέρω χρόνο. Το Δικαστήριο με την παρούσα σύνθεση εξήγησε πως δεν είναι εφικτό κάτι τέτοιο, ακούγοντας, όμως, τους λόγους που ο συνήγορος της Ενάγουσας εναντιώνεται στην τροποποίηση αυτή. Ειδικότερα, ό,τι περιέχεται στα υφιστάμενα δικόγραφα, στον φάκελο της διαδικασίας, και ό,τι έχει αναφερθεί στην αίτηση και στην επιχειρηματολογία των συνηγόρων των δύο πλευρών είναι υπόψη του Δικαστηρίου, ακόμα κι αν δεν επαναλαμβάνεται εδώ επακριβώς. Κατά το κείμενο της Δ.25 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠΔ), επί της οποίας βασίζεται η αίτηση, η τροποποίηση των δικογράφων συνιστά θέμα που εμπίπτει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Ο άξονας γύρω από τον οποίον το Δικαστήριο ασκεί την εξουσία να επιτρέπει ή να μην επιτρέπει την τροποποίηση είναι η ανάγκη για καθορισμό των αμφισβητούμενων γεγονότων. Ο ρόλος των δικογράφων είναι ακριβώς αυτός, να εκθέτουν τα γεγονότα επί των οποίων η κάθε διάδικη πλευρά στηρίζει την υπόθεσή της. Όπως συνόψισε και η Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλας, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε4/2017, ημερομηνίας 11.10.2018, και επαναλήφθηκε και στην πρόσφατη K. & M. (Transport) Ltd v. Επιτροπή Σιτηρών Κύπρου, Πολ.Έφ. 341/2013, ημερομηνίας 22.10.2020, ECLI:CY:AD:2020:A364, υπήρχε μια διαχρονική τάση στη νομολογία να επιτρέπονται οι τροποποιήσεις των δικογράφων, ακόμα και εκεί όπου η ανάγκη προέκυπτε λόγω αμέλειας ή καθυστέρησης· νοουμένου πάντα ότι δεν προκαλούνταν αδικία στην άλλη πλευρά που θα ήταν αδύνατον να αποζημιωθεί με χρήμα[1]. Όπως λέχθηκε και στην Andrenal Shipping Company Ltd κ.α. ν. Compania Naviera Iris S.A. κ.α., Πολ.Έφ. 49/2014, ημερομηνίας 20.07.2016, ECLI:CY:AD:2016:A373, το συμφέρον της δικαιοσύνης είναι αυτό που κυριαρχεί και διέπει την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου, η ακρόαση της υπόθεσης σε εύλογο χρόνο είναι ορισμένα από τα κριτήρια που χρησιμοποιούνται, για να προσδιοριστεί αυτό το συμφέρον της δικαιοσύνης. Σε περίπτωση όπου υπάρχει καθυστέρηση, το βάρος να την αιτιολογήσει ο αιτητής διαφοροποιείται ανάλογα με τον χρόνο στον οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Δεν απαγορεύεται η υποβολή αίτησης για τροποποίηση ακόμα και μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, ωστόσο όσο πιο προχωρημένο είναι το στάδιο της δίκης, τόσο μεγαλύτερη είναι η δυσκολία του αιτητή, κατ' επέκταση η δικαστική φειδώ, ειδικότερα εάν πρόκειται να εκτροχιαστεί η δίκη από μια προδιαγεγραμμένη πορεία, με αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα των αντιδίκων[2]. Η τροποποίηση της Δ.25,κ.1 δεν αναίρεσε ακριβώς το προηγούμενο πνεύμα που υπήρχε σχετικά με τις τροποποιήσεις δικογράφων· αυτό εξακολουθεί να είναι πάντοτε η ανάγκη καλύτερου προσδιορισμού των επιδίκων θεμάτων και το συμφέρον της δικαιοσύνης σε σχέση με την ενώπιον του διαφορά. Την κατέστησε πιο ελεύθερη (δεν χρειάζεται καν η άδεια του Δικαστηρίου) πριν από την έναρξη της προδικασίας, ωστόσο, μετά από την έναρξη της προδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου, την πρόβλεψε ως ένα εξαιρετικό διάβημα, επαναπροσδιορίζοντας και συγκεκριμενοποιώντας τα κριτήρια που λαμβάνει υπόψη του το Δικαστήριο για να ασκήσει την εξουσία του να επιτρέψει ή να μην επιτρέψει την τροποποίηση, εξυπηρετώντας πάντα το ίδιο, το συμφέρον της δικαιοσύνης· το οποίο, όμως, δεν παραμένει πλέον ένα ζήτημα απλά διακριτικό. Εκεί όπου υπάρχει παραδρομή ή καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, το Δικαστήριο κατ' εξαίρεση θα επιτρέψει την τροποποίηση. Η ήδη υφιστάμενη νομολογιακή αρχή, υπό την παλαιά Δ.25, ήταν και είναι ότι η ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης ή της υπεράσπισης και η εμφανής κακοπιστία εκ μέρους του αιτητή, δεν δικαιολογούν έγκριση του αιτήματος· η διαμόρφωση της βάσης της αγωγής ή της υπεράσπισης, ως ουσιωδέστατο θέμα, μπορεί να μην υποδηλώνει και παραδρομή ή καλόπιστο λάθος κατά τη σύνταξη της δικογραφίας, χωρίς βεβαίως αυτό να αποκλείεται εκ προοιμίου. Εκεί όπου εγείρεται ζήτημα κακοπιστίας (δόλου), ο διάδικος που την επικαλείται έχει και το βάρος απόδειξης της[3], αυτό ασχέτως εάν ο αιτητής θα πρέπει να αποδείξει πρώτα τη δική του καλοπιστία. Εάν έχουν προκύψει νέα δεδομένα, μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για ετοιμασία της δικογραφίας, το Δικαστήριο, και πάλι, κατ' εξαίρεση, θα επιτρέψει την τροποποίηση. Η Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστας Γρηγοριάδης & Συνέταιροι κ.α.
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.