← Κύπρος

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΚΡΙΘΑΡΙΩΤΗΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ν. ΜΑΡΙΑΣ ΚΑΜΠΟΥΡΙΔΟΥ, Αρ. Αγωγής: 2582/2013, 12/11/2021

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΚΡΙΘΑΡΙΩΤΗΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ν. ΜΑΡΙΑΣ ΚΑΜΠΟΥΡΙΔΟΥ, Αρ. Αγωγής: 2582/2013, 12/11/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A305 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ : Χρήστου Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2582/2013 Μεταξύ: Δ.Ν. ΚΡΙΘΑΡΙΩΤΗΣ Α.e. Ενάγουσας και ΜΑΡΙΑΣ ΚΑΜΠΟΥΡΙΔΟΥ Εναγόμενης ΚΑΙ ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΟΥ ΜΕ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ 27.11.2020 Μεταξύ: ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΚΡΙΘΑΡΙΩΤΗΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Ενάγουσας και ΜΑΡΙΑΣ ΚΑΜΠΟΥΡΙΔΟΥ Εναγόμενης Ημερομηνία: 12 Νοεμβρίου, 2021 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: Ο κ. Ελευθέριος Μοντάνιος και ο κ. Γιάννης Παπαπέτρου για Μοντάνιος & Μοντάνιος Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη: Ο κ. Μάρκος Δημοσθένους για Αντρέας Γιωρκάτζης Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η ενάγουσα είναι εταιρεία με έδρα της τον Πειραιά και ασχολείται, μεταξύ άλλων, με τη ραφή και το εμπόριο γυναικείων ενδυμάτων υψηλής ραπτικής και με άλλες συναφείς εργασίες. Η εναγόμενη ασχολείται, μεταξύ άλλων, με τη λιανική πώληση γυναικείων ενδυμάτων και με άλλες συναφείς εργασίες με διεύθυνση της την Λεμεσό. Οι διάδικοι είχαν μια σχετικά μακρόχρονη συνεργασία στο πλαίσιο των πιο πάνω δραστηριοτήτων τους και δυνάμει προφορικής ή προφορικών συμφωνιών η ενάγουσα πωλούσε αγαθά που έραβε ή παρήγαγε στην εναγόμενη η οποία τα αγόραζε με σκοπό τη μεταπώληση τους. Όταν η συνεργασία αυτή τερματίστηκε προέκυψε οικονομική διαφορά προς επίλυση της οποίας καταχωρίστηκε από την ενάγουσα η υπό κρίση αγωγή. Με αυτή αξιώνει το ισχυριζόμενο υπόλοιπο απλήρωτων τιμολογίων με την εναγόμενη να αντιτάσσει στην Υπεράσπισή της ότι δεν παρέμεινε οποιοδήποτε ποσό απλήρωτο και δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό. Η Έκθεση Απαίτησης: Κατά τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της ενάγουσας δυνάμει προφορικών συμφωνιών που έγιναν μεταξύ της και της εναγόμενης και/ή δυνάμει οδηγιών και/ή εντολών που έδωσε η εναγόμενη και/ή οι αντιπρόσωποι της στην ενάγουσα, κατά τη διάρκεια των ετών 2007, 2008 και 2009, η ενάγουσα ανέλαβε όπως πωλήσει στην εναγόμενη, σε συμφωνημένες τιμές, γυναικεία ενδύματα υψηλής ραπτικής τα οποία σχεδίαζε η κα Σήλια Κριθαριώτη, διεθνούς φήμης σχεδιάστρια υψηλής ραπτικής («τα Αγαθά»). Τα Αγαθά ήταν συνολικής αξίας €900.179,42σ. Η ενάγουσα εκτέλεσε τα συμφωνηθέντα και παρέδωσε, κατά διάφορα διαστήματα κατά τα έτη 2007, 2008 και 2009, τα Αγαθά στην εναγόμενη και/ή στους αντιπροσώπους της, οι οποίοι τα παρέλαβαν και τα αποδέχτηκαν. Με την παράδοση των Αγαθών στην εναγόμενη, ως οι οδηγίες και οι εντολές της εναγόμενης και/ή ως η συμφωνία της ενάγουσας με την εναγόμενη, η ενάγουσα εξέδωσε και παρέδωσε στην εναγόμενη σχετικά τιμολόγια συμποσούμενα στο ως άνω ποσό. Είναι ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι έναντι του πιο πάνω ποσού η εναγόμενη πλήρωσε, σε διάφορα χρονικά διαστήματα, το συνολικό ποσό των €557.469,53σ. και οφείλει σήμερα το υπόλοιπο, ήτοι €342.709,89σ. Η ενάγουσα, μέσω επιστολής των δικηγόρων της ημερομηνίας 15.04.2013 η οποία επιδόθηκε στην εναγόμενη στις 23.04.2013 κάλεσε την εναγόμενη όπως εξοφλήσει το υπόλοιπο ποσό των €342.709,89σ. για την αγορά των Αγαθών. Κατά παράβαση της συμφωνίας και/ή παράνομα και παρά τις οχλήσεις της ενάγουσας και/ή των δικηγόρων της και παρά την επίδοση σ' αυτήν της πιο πάνω επιστολής ημερομηνίας 15.04.2013, η εναγόμενη αμελεί και/ή αρνείται να πληρώσει το πιο πάνω οφειλόμενο ποσό των €342.709,89. Για τους πιο πάνω λόγους η ενάγουσα αξιώνει εναντίον της εναγόμενης το ως άνω ποσό, νόμιμο τόκο όπως και τα έξοδα της αγωγής. Η Υπεράσπιση: Η εναγόμενη στην Υπεράσπισή της αντιτείνει ότι πέραν από το λιανικό εμπόριο ρούχων είναι και η αποκλειστική αντιπρόσωπος ειδών ρουχισμού διαφόρων σχεδιαστών μόδας, μεταξύ των οποίων και της ενάγουσας και ειδικότερα της σχεδιάστριας μόδας Σήλιας Κριθαριώτη, τα οποία προμήθευε και σε άλλους καταστηματάρχες στην Κύπρο. Η ενάγουσα θα προέβαινε σε έκπτωση της τάξεως του 15% στο ποσό κάθε παραγγελίας της. Αρχικά πλήρωνε μέσω επιταγών αλλά στη συνέχεια άνοιξε λογαριασμό σε τράπεζα στην Ελλάδα για να μην υπάρχει καθυστέρηση στην πληρωμή των επιταγών από όπου συνέχισε να εκδίδει επιταγές επ' ονόματι της ενάγουσας για πληρωμή των Αγαθών που την προμήθευε. Περαιτέρω πέραν από τις επιταγές προέβαινε και σε πληρωμές μέσω εμβασμάτων κατά παράκληση των αντιπροσώπων της ενάγουσας και σε αρκετές περιπτώσεις στην καταβολή ποσών για τα οποία είχαν εκδοθεί επιταγές να πληρωθούν εκ νέου είτε με επιταγές είτε με εμβάσματα κατά τρόπο που το ίδιο ποσό πληρωνόταν δύο φορές. Υποστηρίζει ότι τα Αγαθά κάποιων από τα τιμολόγια που εξέδωσε η ενάγουσα και αναγράφονται στην έκθεση απαίτησης της δεν της παραδόθηκαν ούτε και αποστάλθηκαν και ότι η ενάγουσα σε κάποια τιμολόγια της δεν αφαίρεσε την συμφωνημένη έκπτωση του 15% με αποτέλεσμα η εναγόμενη να δικαιούται σε επιστροφή ποσού εκ €12.997,95σ. Ισχυρίζεται ότι όχι μόνο κατέβαλε ολόκληρο το ποσό που απαιτεί η ενάγουσα αλλά προέβη και σε πληρωμές που υπερβαίνουν αυτό. Επίσης προέβη και σε πληρωμές μετά από οδηγίες του Νίκου Κριθαριώτη σε συγκεκριμένο τραπεζικό λογαριασμό και σε λογαριασμούς άλλων φυσικών προσώπων όπως της Κατερίνας Κριθαριώτη, πληρωμές οι οποίες δεν λήφθηκαν υπόψη και δεν εκδόθηκαν αποδείξεις είσπραξης. Η ίδια η ενάγουσα της απέστειλε κατάσταση λογαριασμού όπου εμφαίνεται ότι την 19.12.2008 ο λογαριασμός της παρουσίαζε υπόλοιπο €7.275,32σ., ποσό για το οποίο ενημέρωσε την ενάγουσα ότι δεν ήταν το ορθό εφόσον δεν είχε υπολογίσει την πιο πάνω έκπτωση των €12.997,95σ. και ότι ενώ δεν αποδέκτηκε την εν λόγω κατάσταση ως ορθή, προστέθηκαν τα δύο τελευταία τιμολόγια υπ' αριθμό

(49)και
(50)όπως φαίνονται στην έκθεση απαιτήσεως. Υποστηρίζει ότι η έγερση της αγωγής έγινε για εκδικητικούς και αλλότριους σκοπούς όταν η ίδια είχε ζητήσει εξηγήσεις και αντί αυτών διέκοψαν τη συνεργασία τους. Η εναγόμενη ζητούσε εξηγήσεις για τις απαιτήσεις της ενάγουσας τις οποίες όμως ποτέ δεν έλαβε και για τούτο δεν κατέβαλε το ποσό που αξιωνόταν από την ενάγουσα ή οποιοδήποτε μέρος του και αρνείται ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό. Η Απάντηση: Απαντώντας η ενάγουσα αρνείται και απορρίπτει όλους και κάθε ένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην Υπεράσπιση της εναγόμενης όσους από αυτούς δεν παραδέχεται ρητά και ή δεν διευκρινίζει και ότι κάποιοι από αυτούς είναι είτε αναληθείς είτε είναι εκ των υστέρων σκέψεις της εναγόμενης. Η ενάγουσα συγκεκριμένα αρνείται ότι η εναγόμενη είναι ή ήταν κατά οποιονδήποτε χρόνο, η ίδια προσωπικά ή μέσω οποιασδήποτε εταιρείας, ως οι ισχυρισμοί της, η αποκλειστική αντιπρόσωπος της στην Κύπρο των ειδών ένδυσης της ενάγουσας και/ή της σχεδιάστριας μόδας Σήλιας Κριθαριώτη. Παραδέχεται τον ισχυρισμό ότι προέβαινε σε έκπτωση της τάξεως του 15% στο ποσό εκάστης παραγγελίας. Η ενάγουσα παραδέχεται επίσης τον ισχυρισμό της εναγόμενης ότι πριν την αποστολή των παραγγελιών στην Κύπρο η εναγόμενη έδινε επιταγές για το ποσό της παραγγελίας αλλά διευκρινίζει ότι μέρος αυτών των επιταγών δεν εξοφλήθηκε και/ή δεν πληρώθηκε και/ή δεν κατατέθηκε ύστερα από παράκληση της εναγόμενης με τη δικαιολογία ότι δεν είχε πιστωτικά υπόλοιπα στον λογαριασμό της και δεν ήθελε να επιστραφούν οι επιταγές ως ακάλυπτες. Η ενάγουσα προσθέτει ότι σε αυτές τις περιπτώσεις η εναγόμενη έδινε κάποια χρήματα έναντι και/ή έδινε άλλες μεταχρονολογημένες επιταγές για μικρότερα ποσά οι οποίες και πάλι δεν πληρώθηκαν και/ή εξαργυρώθηκαν. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι τα ποσά που η εναγόμενη εν τέλει κατέβαλε στην ενάγουσα είναι αυτά που αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης της ενάγουσας και εκκρεμεί η πληρωμή του υπολοίπου που η ενάγουσα διεκδικεί στην παρούσα αγωγή. Η ενάγουσα αρνείται ότι η εναγόμενη έχει καταβάλει ποσό πέραν των €900.179,42σ. όπως ισχυρίζεται και την καλεί να αποδείξει τους ισχυρισμούς της. Η ενάγουσα ισχυρίζεται σύμφωνα με την τροποποιημένη Απάντηση στην Υπεράσπιση ότι οποιεσδήποτε πληρωμές έγιναν προς τον κ. Νίκο Κριθαριώτη αυτές έγιναν για έναν από τους ακόλουθους λόγους: (α) Η εναγόμενη είχε συναλλαγές με τον κ. Νίκο Κριθαριώτη και/ή την εταιρεία του ΚΡΙΘΟΣ ΑΕ με αντικείμενο την προμήθεια ανδρικών ενδυμάτων. (β) Η εναγόμενη κατά ή περί τον Δεκέμβριο του 2008 παρακάλεσε τον κ. Νίκο Κριθαριώτη, όπως η ενάγουσα την διευκολύνει οικονομικά με χρηματικό δάνειο με το οποίο θα μπορούσε να εξοφλήσει κάποια υποχρέωση της, γεγονός που θα της επέτρεπε να εισπράξει απαιτήσεις από πελάτες της και στη συνέχεια να εξοφλήσει την ενάγουσα τόσο σε σχέση με το εν λόγω δάνειο, όσο και σε σχέση με τις οφειλές της για την αγορά ενδυμάτων. Η ενάγουσα συναίνεσε και ο κ. Νίκος Κριθαριώτης ενεχυρίασε στην εναγόμενη δύο επιταγές τις οποίες η ενάγουσα εξέδωσε η κάθε μία με εντολή προς την Τράπεζα Κύπρου, κατάστημα RET Πειραιά, Φίλωνος και Φιλελλήνων 137-139, να πληρώσει σε διαταγή της εναγόμενης το ποσό των €34.000= (τριάντα τεσσάρων χιλιάδων ευρώ) η κάθε μια με χρέωση του λογαριασμού της ενάγουσας με αρ.
  1. Η μία επιταγή με αριθμό 00100245 έφερε ημερομηνία 30.12.2008 και η δεύτερη με αριθμό 000100246 ημερομηνία 15.01.
  2. Η πρώτη επιταγή εξαργυρώθηκε στις 15.01.2009 και η δεύτερη εξαργυρώθηκε στις 29.01.
  3. Το εν λόγω δάνειο των €68.000 εξοφλήθηκε με πληρωμές τις οποίες έκαμε η εναγόμενη προς τον κ. Νίκο Κριθαριώτη και την ενάγουσα. Η ενάγουσα ισχυρίζεται περαιτέρω ότι δεν υπάρχει πρόσωπο με το όνομα Κατερίνα Κριθαριώτη στον λογαριασμό της οποίας η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι έκανε πληρωμές. Σε σχέση με την κατάσταση λογαριασμού με ημερομηνία 19.12.2008, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι αυτή είναι λανθασμένη και ότι ο εσωτερικός λογιστής της ενάγουσας λανθασμένα καταχωρούσε εγγραφές και/ή τις επιταγές χωρίς να σημειώνει εάν αυτές πληρώνονταν ή όχι. Ως αποτέλεσμα των λανθασμένων εγγραφών κατάγγειλε τη σύμβαση εργασίας του εν λόγω λογιστή της. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Για την ενάγουσα κατάθεσε η κα Κονδυλένια (Λένια) Κριθαριώτη ως (ΜΕ1). Στη γραπτή της δήλωση (Έγγραφο Α), την οποία υιοθέτησε ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου, ανέφερε ότι είναι κάτοικος Πειραιά και ότι από το 2011 είναι η Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της ενάγουσας αφού προηγουμένως είχε διατελέσει για αρκετά χρόνια μέλος του Διοικητικού της Συμβουλίου. Η ενάγουσα είναι ελληνική εταιρεία και ασχολείται μεταξύ άλλων με τη ραφή και εμπόριο γυναικείων ενδυμάτων υψηλής ραπτικής. Από το 1994 ασχολείται καθημερινά από την έδρα της εταιρείας με τις εμπορικές της δραστηριότητες και επιβλέπει την εκτέλεση των παραγγελιών πώλησης και αποπληρωμής της αξίας τους σε συνεργασία με το λογιστήριο της εταιρείας. Αναφέρθηκε στις συμφωνίες με την εναγόμενη κατά τα έτη 2007, 2008 και 2009 και τη χονδρική πώληση σε αυτή γυναικείων ενδυμάτων τα οποία σχεδίαζε η Σήλια Κριθαριώτη η οποία είναι διεθνούς φήμης σχεδιάστρια ραπτικής με έκπτωση της τάξεως του 15% στο ποσό κάθε παραγγελίας στην οποία προέβαινε η εναγόμενη. Στη συνέχεια της μαρτυρίας της έκανε λεπτομερή αναφορά στα δελτία αποστολής και τα τιμολόγια για τις παραγγελίες της εναγόμενης τα οποία και κατάθεσε και σημειώθηκαν ως δέσμη (Τεκμ. 1). Οι αποστολές γίνονταν με αεροπορικές φορτωτικές, έγγραφα των οποίων κατάθεσε ως Τεκμ.
  4. Ανέφερε ότι για πληρωμή κάθε παραγγελίας η εναγόμενη κατά κανόνα εξέδιδε προς όφελος της ενάγουσας και της παρέδιδε μια ή περισσότερες μεταχρονολογημένες επιταγές. Κατά την παραλαβή κάθε μεταχρονολογημένης επιταγής η ενάγουσα εξέδιδε και παρέδιδε στην εναγόμενη απόδειξη είσπραξης και κατάθεσε αντίγραφα τέτοιων αποδείξεων είσπραξης (Τεκμ.3). Στη συνέχεια της κατάθεσης της αναφέρθηκε σε προβλήματα που παρουσιάζονταν σε σχέση με τις μεταχρονολογημένες επιταγές και τις προσπάθειες προς αντιμετώπιση τους. Η επιστροφή μεταχρονολογημένων επιταγών προκαλούσε πρόβλημα είτε αυτές αντικαθίσταντο με άλλες μεταχρονολογημένες είτε πληρώνονταν με τραπεζικά εμβάσματα είτε και σε μετρητά. Στη συνέχεια αναφέρθηκε σε συγκεκριμένες τέτοιες περιπτώσεις καταθέτοντας ως απόδειξη των ισχυρισμών της διάφορα έγγραφα ήτοι τα Τεκμ. 4,5,6,7(α) και (β),
  5. Περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι υπάρχουν και απλήρωτες μεταχρονολογημένες επιταγές συνολικού ποσού €180.230,00 οι οποίες δεν αποτέλεσαν αντικείμενο άλλης πράξης και παραμένουν απλήρωτες στη κατοχή της ενάγουσας [Τεκμ. 9(α),(β) και (γ)]. Ισχυρίστηκε ότι η κα Σήλια Κριθαριώτη υπήρξε θύμα κλοπής της τσάντας της στην οποία υπήρχαν δύο μεταχρονολογημένες επιταγές της εναγόμενης συνολικού ποσού €40.000,
  6. Το γεγονός αυτό πληροφορήθηκε η εναγόμενη κάτι που παραδέχεται και η ίδια στις Λεπτομέρειες που παρέσχε. Η μάρτυρας σχολίασε και τον ισχυρισμό της εναγόμενης περί πληρωμών σε τρίτα άτομα. Παραδέχθηκε ότι έχουν πιστωθεί από την ενάγουσα έναντι του χρέους της εναγόμενης για την αγορά ενδυμάτων, ορισμένα ποσά που στάλθηκαν στον κ. Νίκο Κριθαριώτη και ένα ποσό που στάλθηκε στην AIRMANIA TRAVEL GENIKI TOURISTIKI A.E. Κάποιες άλλες επιταγές συνολικού ποσού €68.000,00 αφορούσαν δάνειο που παραχωρήθηκε στην εναγόμενη (Τεκμ. 10 και 11). Η μάρτυρας εξήγησε στη συνέχεια τη λογιστική πρακτική όπως εφαρμόζεται στην Ελλάδα και τον τρόπο καταχώρισης στα λογιστικά βιβλία μεταχρονολογημένων επιταγών όπως επίσης και τον τρόπο τήρησης των καταστάσεων λογαριασμού των πελατών τους με τα στοιχεία που αυτές περιλάμβαναν. Η ενάγουσα είχε διαπιστώσει λάθη και παραλήψεις του λογιστή τους στη τήρηση των λογιστικών βιβλίων της ενάγουσας μέχρι το 2010 κάνοντας αναφορά σε αυτά και τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα η Καρτέλα Πελάτου της εναγόμενης να δείχνει πολύ μικρότερο χρέος από το πραγματικό, όπως παρουσιαζόταν και στο Γενικό Ημερολόγιο του λογαριασμού της ενάγουσας με την εναγόμενη, αντίγραφο της οποίας της στάλθηκε στις 19.10.2010 με σκοπό να συμφωνηθεί το υπόλοιπο του λογαριασμού (Τεκμ. 12). Στη συνέχεια η μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι προσωπικά εξέτασε όλα τα έγγραφα στα λογιστικά αρχεία της ενάγουσας και τους τραπεζικούς λογαριασμούς σε σχέση με τις δοσοληψίες με την εναγόμενη. Εξέτασε επίσης όλους τους ισχυρισμούς που πρόβαλε η εναγόμενη στην Υπεράσπισή της και στα έγγραφα που αποκάλυψε. Προς επαλήθευση των ευρημάτων της και για παρόμοια εξέταση εργάστηκε και ο λογιστής κ. Άνθος Ματθαίου. Οι σημερινοί εξωτερικοί λογιστές της ενάγουσας ετοίμασαν στη βάση των πιο πάνω στοιχείων Γενικό Ημερολόγιο/Καρτέλα του λογαριασμού της εναγόμενης μέχρι το τέλος του 2009 και Καρτέλα Λογαριασμού της εναγόμενης όπως έχει διαμορφωθεί. Προχώρησε στη μείωση του οφειλόμενου ποσού στα €245.534,42σ. ποσό που αξιώνεται σήμερα με τόκο όπως και τα έξοδα της αγωγής. Κατά την επόμενη δικάσιμο σε συνέχεια της κυρίως εξέτασης της κατάθεσε συμπληρωματική δήλωση (Έγγραφο Α1). Ανέφερε ότι αφού στο μεταξύ είχε μελετήσει έγγραφα που τους παρέδωσαν οι δικηγόροι της εναγόμενης στα πλαίσια συμπληρωματικής αποκάλυψης εγγράφων μετά που άρχισε να καταθέτει ενώπιον του Δικαστηρίου, ανέθεσαν στον λογιστή κ. Άνθο Ματθαίου να ελέγξει όλα τα έγγραφα και στοιχεία που είχαν πλέον στη διάθεση τους ο οποίος μείωσε έτι περαιτέρω το διεκδικούμενο ποσό στις €47.529,43σ. Η έκθεση του κ. Ματθαίου καταχωρίστηκε ως Τεκμ.
  7. Έτσι οι αξιώσεις τους πλέον μειώνονταν στο πιο πάνω ποσό πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Η ΜΕ1 αντεξετάστηκε επί πολλών πτυχών της μαρτυρίας της και εγγράφων που παρουσίασε ως τεκμήρια και είναι γεγονός ότι όταν ερωτάτο για λεπτομέρειες βρισκόταν σε κάποιο βαθμό αμηχανίας να απαντήσει με ευθύτητα ή σιγουριά, χωρίς όμως αυτό να επιδρά στην εν γένει αξιοπιστία της ως προς την πεποίθηση που είχε ότι οι δοσοληψίες της ενάγουσας με την εναγόμενη παρουσιάζουν εικόνα απλήρωτων τιμολογίων μέχρι και της ημερομηνίας που κατέθετε για το πιο πάνω μειωμένο ποσό. Σύμφωνα με τη μέχρι τότε διεξαχθείσα έρευνα της και τα στοιχεία που υπήρχαν στη διάθεση της ενάγουσας αποκόμισα την εντύπωση ότι η μάρτυρας δεν είχε την πρόθεση να παραπλανήσει το Δικαστήριο ή να μη πει την αλήθεια. Όσα έλεγε ανταποκρίνονταν στην πεποίθηση που είχε την κάθε δεδομένη στιγμή σε σχέση με τις δοσοληψίες τους με την εναγόμενη. Εκεί δε που δεν ήταν σε θέση να απαντήσει με ακρίβεια όπως της ζητείτο κατά την αντεξέτασή της ευθαρσώς το παραδεχόταν. Είναι δε γεγονός ότι δεν δίστασε στη συνέχεια της μαρτυρίας της όταν διαπιστώθηκαν πληρωμές, να μειώσει αντίστοιχα τις αξιώσεις της ενάγουσας εκεί και όπου παρουσιάστηκαν στοιχεία που δεν φαίνονταν στην μέχρι τότε έρευνα τους στα λογιστικά βιβλία της ενάγουσας. Κρίνω ότι η μάρτυρας δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για να πει συνειδητά αναλήθειες. Ήταν ειλικρινής στο μέτρο που αυτή μπορούσε να γνωρίζει τις εν γένει δοσοληψίες της ενάγουσας με την εναγόμενη έστω και αν τελικά η απαίτηση μειώθηκε τόσο δραστικά. Για τη μεγάλη διαφορά που προέκυψε από την αρχική απαίτηση μέχρι και το τελικό ποσό που αξιώνεται έδωσε πειστικές εξηγήσεις που οφειλόταν και με αυτές συνηγορούν και οι εξηγήσεις στις οποίες με λεπτομέρεια παρέσχε στη συνέχεια ο κ. Ματθαίου (ΜΕ2). Το ζήτημα αυτό δεν ανάγεται καθόλου όπως εξελίχθηκε η μαρτυρία σε ανακολουθία ισχυρισμών ή αντιφατικότητα. Οι λεπτομερείς εξηγήσεις που δόθηκαν με τη παρουσίαση στοιχείων για κάθε ζήτημα, όπως θα εξηγήσω και στη συνέχεια της απόφασης μου αναλύοντας τη μαρτυρία του κ. Ματθαίου (ΜΕ2) δεν αφήνουν περιθώριο απόρριψης της μαρτυρίας της. Αποδέχομαι αυτή και ως προς το τελικό υπόλοιπο που απαιτεί πλέον η ενάγουσα. Ο κ. Άνθος Ματθαίου (ΜΕ2), αναφέρθηκε στα ακαδημαϊκά του προσόντα και στην εμπειρία του ως Λογιστής με γνώσεις του ελλαδικού λογιστικού συστήματος. Τα προσόντα του δεν αμφισβητήθηκαν και έτσι δεν ενδιαφέρει η εδώ καταγραφή τους. Ανέφερε ότι τον Ιούλιο του 2019 κλήθηκε από την ενάγουσα να ελέγξει όλα τα διαθέσιμα στοιχεία με σκοπό να διακριβωθεί το ακριβές ποσό που η εναγόμενη όφειλε στην ενάγουσα σε σχέση με την απαίτηση της στην παρούσα αγωγή. Για το σκοπό αυτό του δόθηκαν και μελέτησε αντίγραφα του Κλητηρίου Εντάλματος, της Έκθεσης Υπεράσπισης και της Απάντησης όπως τροποποιήθηκε, την Ειδοποίηση της ενάγουσας ημερομηνίας 05.12.2004 με την οποία παραιτήθηκε από το μέρος της απαίτησης της που αφορούσε το τιμολόγιο υπ. αρ.50 στην παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαίτησης για το ποσό των €52,207.00, την Ειδοποίηση της ενάγουσας ημερομηνίας 19.09.2019 με την οποία παραιτήθηκε από το μέρος της απαίτησης της που αφορούσε το τιμολόγιο υπ' αριθμό 49 στη παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαίτησης για το ποσό των €18.042,07σ., το έγγραφο των Λεπτομερειών της εναγόμενης ημερ.21.09.2015, τα Αποκαλυφθέντα Έγγραφα που αναφέρονται στο Παράρτημα Α της Ένορκης Δήλωσης με ημερ. 15.11.2016 που κατατέθηκε εκ μέρους της εναγόμενης και τα έγγραφα που αναφέρονται στο Παράρτημα Α της Ένορκης Δήλωσης Αποκάλυψης Εγγράφων που κατατέθηκε εκ μέρους της ενάγουσας. Πέραν όμως από τη μελέτη όλων των πιο πάνω εγγράφων, ο μάρτυρας ανέφερε ότι για τον ίδιο σκοπό μετέβη στην Ελλάδα στα γραφεία της ενάγουσας και εξέτασε τα λογιστικά της βιβλία και όλα τα σχετικά έγγραφα που αφορούν τις δοσοληψίες μεταξύ των διαδίκων, όπως αντίγραφα αποδείξεων, επιστολές, πρωτότυπες επιταγές, φωτοαντίγραφα επιταγών και καταστάσεις κίνησης τραπεζικών λογαριασμών της ενάγουσας. Έλαβε επίσης προφορικά πληροφορίες και εξηγήσεις από την κα Λένια Κριθαριώτη, την κα Σήλια Κριθαριώτη και τον κ. Νίκο Κριθαριώτη, τους τρείς δηλαδή διοικητικούς συμβούλους της ενάγουσας. Στα πλαίσια της ενημέρωσης του για το θέμα, η ενάγουσα τον ενημέρωσε και για τις δοσοληψίες της με την Κυπριακή εταιρεία MKK Fashion Showroom Limited, εταιρεία συμφερόντων της εναγόμενης (στη συνέχεια «η ΜΚΚ»), όπως και για το Ιδιωτικό Συμφωνητικό Αναγνώρισης Οφειλής ημερομηνίας 31.08.2010 με το οποίο η ΜΚΚ αναγνώρισε ότι όφειλε στην ενάγουσα το ποσό των €120,000.00 και ανέλαβε να το καταβάλει με δόσεις, η δε εναγόμενη εγγυήθηκε την πληρωμή της οφειλής. Ενημερώθηκε επίσης ότι είχε κινηθεί δικαστική διαδικασία στην Ελλάδα εναντίον της ΜΚΚ ως πρωτοφειλέτριας και της εναγόμενης στην παρούσα αγωγή ως εγγυήτριας απαιτώντας το ποσό των €52,207.00 με βάση το Συμφωνητικό με τη ΜΚΚ. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε στα βασικά του ευρήματα τα οποία καταγράφω αυτούσια καθώς αυτά κρίνονται σημαντικά: «1.1 Υπήρχε αριθμός επιταγών της εναγόμενης τις οποίες είχε πιστώσει ο λογιστής στο λογαριασμό της ενάγουσας όταν εξέδιδε Αποδείξεις Είσπραξης με μεταχρονολογημένες επιταγές, αλλά όταν μια τέτοια επιταγή δεν εξαργυρωνόταν δεν προέβαινε σε αντιλογισμό, δηλαδή δεν έκανε εγγραφή για να αφαιρεθεί η σχετική πίστωση. Επομένως, σε σχέση με τις επιταγές αυτές έπρεπε να γίνει στον λογαριασμό της εναγόμενης αντιλογισμός όπως θα έπρεπε να γίνεται σύμφωνα με την Γνωμάτευση Νο. 26 Γνωμ. 971/1988 του Εταιρικού Δικαίου της Ελλάδας. 1.2 Το ύψος της αξίας των τιμολογίων που αποτελούν τη βάση της απαίτησης στην αγωγή μειώθηκε, μετά τις ειδοποιήσεις παραίτησης από τα τιμολόγια από το ποσό των €900,179.42σ. στο ποσό των €829,930.35σ. Τα τιμολόγια αυτά ορθά αφαιρέθηκαν διότι είχαν εκδοθεί στο όνομα όχι της εναγόμενης αλλά της Εταιρείας ΜΚΚ. 1.3 Ποσό ύψους €49,750.93σ. έπρεπε να περιληφθεί στις πιστώσεις του λογαριασμού της εναγόμενης, καθ' όσον, με το Συμφωνητικό της Εταιρείας ΜΚΚ, ποσό του ύψους αυτού ήταν μέρος του ποσού ύψους €120,000.00 που αναλήφθηκε να πληρωθεί από την Εταιρεία ΜΚΚ ως πρωτοφειλέτιδα. 1.4 Ποσό ύψους €68,000.00 από το ποσό που η εναγόμενη πλήρωσε προς την ενάγουσα πιστώθηκε έναντι των δύο επιταγών ύψους €34,000.00 η κάθε μια που η ενάγουσα έδωσε στην εναγόμενη (Τεκμ. 10) και που η εναγόμενη εξαργύρωσε (Τεκμ. 11). 1.5 Αναφορικά με ένα έμβασμα που έγινε σε προσωπικό λογαριασμό του κ. Νίκου Κριθαριώτη για το ποσό των €29,230.00 είχε πιστωθεί στον λογαριασμό της εναγόμενης μόνο το ποσό των €29,000.
  8. Επομένως έπρεπε να γίνει πίστωση και του υπολοίπου ποσού των €230,00». Ο μάρτυρας ανέφερε ότι μεταγενέστερος έλεγχος του, αφού του παραδόθηκαν αντίγραφα που στο μεταξύ αποκαλύφθηκαν από την εναγόμενη, κατέδειξε ότι το οφειλόμενο ποσό έπρεπε να μειωθεί στο ποσό των €47.529,43σ., όπως φαίνονται στο Τεκμ. 15, το οποίο στη συνέχεια εξήγησε ότι προκύπτει και από τον Πίνακα Πληρωμών που ετοίμασε και κατάθεσε στη συνέχεια ως Τεκμ.
  9. Στο μάρτυρα επιτράπηκε να καταθέσει ως Τεκμ. 18 έγγραφο που είχε στην κατοχή του και τιτλοφορείται ως "Προτάσεις ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών" με ημερ. 29.09.2016 όπου εμφαίνονται δηλώσεις της εναγόμενης που αφορούν και την παρούσα διαφορά. Τέλος, κατά την αντεξέτασή του τού υποδείχθηκε δέσμη εγγράφων υπό τον τίτλο Statement of Account της εναγόμενης για τον λογαριασμό που τηρούσε σε τραπεζικό ίδρυμα στην Ελλάδα το οποίο κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Τεκμ.
  10. Ο ΜΕ 2 αντεξετάστηκε επίσης επί κάποιων πτυχών της μαρτυρίας του, αντεξέταση η οποία δεν στάθηκε όμως ικανή κατά την κρίση μου να θέσει υπό αμφισβήτηση τα ευρήματα του μάρτυρος και να τον καταστήσει αναξιόπιστο ή ανακόλουθο. Η μαρτυρία του ήταν εν γένει πειστική και την αποδέχομαι εφόσον αυτή τεκμηριωνόταν από το περιεχόμενο τεκμηρίων που βρίσκονταν ήδη ενώπιον του Δικαστηρίου ή αυτών τα οποία ετοίμασε αυτός μετά από μελέτη όλων των σχετικών στοιχείων και τα οποία κατάθεσε ως τεκμήρια. Η πλευρά της εναγόμενης δεν πρόσφερε μαρτυρία. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι που εκπροσώπησαν τις δύο πλευρές στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους, με παρέπεμψαν εκτός από τα γεγονότα της υπόθεσης και σε νομική πτυχή που διέπει τα επίδικα ζητήματα. Τις έχω μελετήσει με προσοχή και λαμβάνω υπόψη μου τις εισηγήσεις τους, όπου χρειαστεί στη συνέχεια θα γίνει αναφορά σε αυτές. Απαντήσεις στις διάφορες εισηγήσεις και επιχειρήματα θα δοθούν με το σκεπτικό του Δικαστηρίου που θα ακολουθήσει χωρίς να απαιτείται να ενδιατρίψω σε κάθε επί μέρους εισήγηση ή επιχείρημα όταν κρίνεται ότι δεν εξυπηρετεί οποιονδήποτε σκοπό προς επίλυση των επίδικων ζητημάτων ή το οποίο κρίνεται ότι δεν είναι ουσιώδες ή νομικά αποδεκτό (βλ. Οδυσσέα v. Αστυνομίας,
(1999)2 Α.Α.Δ. 490, Ανδρονίκου κ.α. v. Δημοκρατίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 486 και πρόσφατα την Έφεση Αρ.22/2018 του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου Μ.Φ.Χ. v. M.X. με ημερ. 28.09.2021). ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Η απαίτηση της ενάγουσας αφορά υπόλοιπο του τιμήματος γυναικείων φορεμάτων υψηλής ραπτικής τα οποία, με βάση συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, η ενάγουσα πώλησε και παρέδωσε στην εναγόμενη για τα οποία η ενάγουσα εξέδωσε και παρέδωσε στην εναγόμενη 48 σχετικά τιμολόγια, τα οποία καταγράφονται λεπτομερώς με αύξοντες αριθμούς 1 μέχρι και 48 στην παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαίτησης. Δεν χρειάζεται να γίνει ιδιαίτερη μνεία στα τιμολόγια με αύξοντα αριθμό 49 και 50 εφόσον η ενάγουσα παραιτήθηκε από την απαίτηση της γι' αυτά καθ' ότι τα τιμολόγια αυτά όπως εξήγησαν οι μάρτυρες για την ενάγουσα αφορούσαν πώληση, όχι προς την εναγόμενη, αλλά προς εταιρεία την οποία η εναγόμενη συνέστησε με την επωνυμία MKK Fashion Showroom Limited για την οποία κάνει μνεία στην Υπεράσπισή της και η ίδια η εναγόμενη. Σαν επακόλουθο των ειδοποιήσεων παραίτησης που αναφέρονται πιο πάνω, το ποσό απαίτησης που αξιωνόταν αρχικά και ανερχόταν στο ποσό των €342.709,89σ. μειώθηκε στο ποσό των €272.460,
  1. Η ΜΕ 1 κατά τη προφορική μαρτυρία της μείωσε ακόμα πιο πολύ το ποσό που αξιωνόταν στο ποσό των €245.535,42σ. και στη συνέχεια μετά από μελέτη εκ νέου όλων των στοιχείων όπως αυτών που η ίδια η εναγόμενη υπέδειξε, στο ποσό των €47.529,43σ. Οι πιστώσεις των Αγαθών που καταγράφηκαν στην Κατάσταση Χρεοπιστώσεων (Τεκμ. 15), ύψους €814.979,91σ. ήταν δύο ειδών: (α) Οι πιστώσεις για πληρωμές που έκαμνε η εναγόμενη έναντι του τιμήματος των αγαθών. Οι πιστώσεις αυτές συμποσούνται στο ποσό των €717.699,55σ. (β) Πίστωση ποσού €49.750,93σ. με ημερομηνία 31.08.2010 και περιγραφή "Ιδιωτικό Συμφωνητικό Αναγνώρισης Οφειλής". Το έγγραφο με τίτλο Ιδιωτικό Συμφωνητικό Αναγνώρισης Οφειλής ημερομηνίας 31.08.2010 υπογράφηκε από την ΜΚΚ, την εναγόμενη και την ενάγουσα. Με το έγγραφο αυτό η ΜΚΚ αναγνώρισε ότι όφειλε ως πρωτοφειλέτης στην ενάγουσα το ποσό των €120.000,00 το οποίο ανάλαβε να αποπληρώσει με δόσεις, η δε εναγόμενη εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις αυτές. Η πίστωση έγινε για τον λόγο ότι, αν και το ποσό το οποίο η ΜΚΚ αναγνώρισε ότι όφειλε ως πρωτοφειλέτης ήταν €120.000,00, η συνολική αξία των εμπορευμάτων τα οποία η ΜΚΚ είχε αγοράσει από την ενάγουσα ήταν μόνο €70.249,07σ. Το υπόλοιπο από το ποσό των €120.000,00, δηλαδή το ποσό των €49.750,93σ. αποτελούσε, στην πράξη, ανάληψη από την MKK μέρους της οφειλής της ίδιας της εναγόμενης προς την ενάγουσα για το τίμημα των Αγαθών. Για τον λόγο αυτό, το ποσό αυτό πιστώθηκε στη Κατάσταση Χρεοπιστώσεων (Τεκμ. 15), έναντι του χρέους της εναγόμενης προς την ενάγουσα. Σύμφωνα με την προσφερθείσα μαρτυρία από την ενάγουσα και τον κ. Ματθαίου (ΜΕ 2), συνυπολογίζοντας το σύνολο των δύο πιο πάνω πιστώσεων €717.699,55σ. και €49.750,93σ. ανέρχεται συνολικά στο ποσό των €767.450,48σ. Παραμένει δε ως υπόλοιπο οφειλόμενο του ύψους €814.979,91σ. ως του τιμήματος των Αγαθών, από την εναγόμενη προς την ενάγουσα το ποσό των €47.529,43σ. Σύμφωνα με την Κατάσταση Χρεοπιστώσεων (Τεκμ. 15), την οποία ετοίμασε για την ενάγουσα ο κ. Ματθαίου και μετά από τις αναγκαίες διορθώσεις ως το Τεκμ.14, ο κ. Ματθαίου μελετώντας όλα τα σχετικά έγγραφα τα οποία απαρίθμησε και σχετίζονται με την παρούσα διαφορά κατέληξε στον Πίνακα Πληρωμών (Τεκμ. 19), τον οποίο και επεξήγησε σύμφωνα με έγγραφα της ίδιας της εναγόμενης που δόθηκαν με τις λεπτομέρειες όπως και τα αποκαλυφθέντα από αυτήν έγγραφα. Καταγράφονται επίσης σε αυτόν και οι κατ' ισχυρισμό της εναγόμενης πληρωμές έναντι του τιμήματος των Αγαθών οι οποίες δεν πραγματοποιήθηκαν ή πραγματοποιήθηκαν έναντι άλλης οφειλής προς την ενάγουσα. Γίνεται επίσης διαχωρισμός των πληρωμών που κατ' ισχυρισμό της εναγόμενης προέβη έναντι του τιμήματος των αγαθών που παρέλαβε από την ενάγουσα, ενώ στην πραγματικότητα η πληρωμή είτε δεν έγινε καθόλου, είτε έγινε, αλλά ήταν έναντι άλλης οφειλής προς την ενάγουσα. Συγκεκριμένα οι τέσσερεις επιταγές που αναφέρονται στους αύξοντες αριθμούς Α/Α2, Α/Α3, Α/Α5 και Α/Α6 του Πίνακα Πληρωμών, και που πρόκειται για επιταγές που εκδόθηκαν σε Κυπριακό υποκατάστημα της Τράπεζας Κύπρου, δεν εξαργυρώθηκαν, αλλά αντικαταστάθηκαν με άλλες τρεις επιταγές του ίδιου συνολικού ποσού. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται και από την ίδια την εναγόμενη. Στις Προτάσεις ΜΚΚ (Τεκμ. 18), στις σελίδες 22-23, στο στοιχείο 2 η εναγόμενη αναφέρει τα ακόλουθα σημαντικά και ως προς την παρούσα υπόθεση: «
  2. Αρχικά εξέδιδα επιταγές από τον λογαριασμού μου που διατηρούσα στην Κύπρο. Η πρώτη υπ' αριθμ. [ ] επιταγή, ποσού 30.730,00 ευρώ εξαιτίας του ότι είχε εκδοθεί από τράπεζα στην Κύπρο καθυστέρησε πολύ να γίνει η αποπληρωμή της. Επειδή η αντίδικος είδε αυτήν την καθυστέρηση στην είσπραξη των χρημάτων και μη μπορώντας να περιμένει τόσο διάστημα, μου ζήτησε να ανοίξω λογαριασμό στην τράπεζα Κύπρου στο Κολωνάκι για να διευκολύνεται χρονικά στην είσπραξη των επιταγών. Οι επιταγές λοιπόν που είχα εκδώσει από την Κύπρο στο όνομα της αντιδίκου μου αντικαταστάθηκαν με Ελληνικές». Επομένως, αδιαμφισβήτητα, οι εν λόγω τέσσερεις επιταγές δεν εξαργυρώθηκαν και δεν είναι δυνατό να πιστωθούν. Η επιταγή που αναφέρεται στο Α/Α7 του Πίνακα Πληρωμών, μαζί με εκείνη που αναφέρεται στο Α/Α8, αντικαταστάθηκαν, όπως αναφέρεται στο στοιχείο Αix των Λεπτομερειών της εναγόμενης, από πέντε επιταγές. Και οι πέντε αυτές επιταγές πιστώθηκαν, όπως φαίνεται στην τρίτη στήλη του Α/Α7 του Πίνακα Πληρωμών. Η αντικατασταθείσα επιταγή που αναφέρεται στο Α/Α7 δεν εξαργυρώθηκε, όπως προκύπτει από απουσία αναφοράς σ' αυτή στις Κινήσεις Λογαριασμού της εναγόμενης και από όσα η εναγόμενη αναφέρει στο πιο κάτω απόσπασμα από τις Προτάσεις ΜΚΚ (Τεκμ. 18) στη σελίδα 29, γράμμα Θ: «Η αντίδικος μου τέλος εξέδωσε την 3-11-2008 την Νο 47 απόδειξη είσπραξης της συνολικού ποσού 114.791,55 ευρώ. (Αφορούσε αντικατάσταση των υπ' αριθμ. [ ], [ ] και [ ] τραπεζικών επιταγών μου, ποσού 74.791,55, 20.000,00 και 20.000,00 ευρώ αντίστοιχα (74.791,55 + 20.000,00 και 20.000,00=114.791,55), από τις οποίες όπως πιο πάνω αναφέρουμε η πρώτη ακυρώθηκε και αντικαταστάθηκε και οι άλλες δύο σύμφωνα με την αντίδικο μου κλάπηκαν από το αυτοκίνητο της Σήλιας Κριθαριώτη και προστέθηκαν σαν υπόλοιπο στις επόμενες πληρωμές)». Συνεπώς, αδιαμφισβήτητα, η εν λόγω επιταγή δεν εξαργυρώθηκε και δεν μπορεί να πιστωθεί. Σε σχέση με την επιταγή και τα εμβάσματα τα οποία περιγράφονται στο Α/Α13, Α/Α27 και στο μετέπειτα στοιχείο το οποίο αν συνεχιζόταν η αρίθμηση θα είχε Α/Α
  3. Αυτά πιστώθηκαν μεν προς όφελος της εναγόμενης, αλλά όχι έναντι του τιμήματος των Αγαθών. Πιστώθηκαν προς εξόφληση των δύο επιταγών συνολικού ύψους €68.000,00 που, όπως δήλωσε η ΜΕ1, η ενάγουσα έδωσε στην εναγόμενη, και η τελευταία εξαργύρωσε. Οι δύο αυτές επιταγές ήταν η κάθε μια με εντολή προς την Τράπεζα Κύπρου, κατάστημα RET Πειραιά, Φίλωνος και Φιλελλήνων 137-139, να πληρώσει σε διαταγή της εναγόμενης το ποσό των €34.000 (τριάντα τεσσάρων χιλιάδων ευρώ) με χρέωση του λογαριασμού της ενάγουσας με αρ. [ ]. Η μία επιταγή με αριθμό [ ] έφερε ημερομηνία 30.12.2008 και η δεύτερη με αριθμό [ ] ημερομηνία 15.01.
  4. Η πρώτη επιταγή εξαργυρώθηκε στις 15.01.2009 και η δεύτερη εξαργυρώθηκε στις 29.01.
  5. Η ΜΕ 1 παρουσίασε κατά τη μαρτυρία της, χωρίς ένσταση, ως Τεκμ. 10 φωτοαντίγραφα των εν λόγω επιταγών και, ως Τεκμ. 11, φωτοαντίγραφο του σχετικού τραπεζικού λογαριασμού της ενάγουσας τον Ιανουάριο 2009 που φανερώνει ότι οι εν λόγω επιταγές εξαργυρώθηκαν. Η εναγόμενη παραδέχεται ότι παράλαβε τις εν λόγω επιταγές, όπως αναφέρει στο ακόλουθο απόσπασμα, από τις Προτάσεις ΜΚΚ (Τεκμ. 18) στη σελίδα 25, γραμμές 3 μέχρι και 6: «Μου απέστειλαν μετά από πολλούς μήνες, δύο επιταγές των 34.000,00 ευρώ η καθεμία και συνολικά 68.000,00 ευρώ με αριθμ. [ ] και [ ]. Σημειωτέο ότι αυτές οι δύο επιταγές δεν πληρώθηκαν ποτέ». Ο τελευταίος αυτός ισχυρισμός της εναγόμενης στην τελευταία πρόταση του πιο πάνω αποσπάσματος ότι "αυτές οι δύο επιταγές δεν πληρώθηκαν ποτέ" αντικρούεται αδιαμφισβήτητα από την σχετική κατάσταση του τραπεζικού λογαριασμού της ενάγουσας (Τεκμ. 11), το οποίο αποδεικνύει ότι οι επιταγές αυτές εξαργυρώθηκαν. Αναφορικά δε με το πώς το συνολικό ποσό των €68.000 πληρώθηκε από την εναγόμενη προς την ενάγουσα, σε σχέση με τις εν λόγω δύο επιταγές της ενάγουσας, σχετικά είναι όσα αναφέρει η εναγόμενη στη συνέχεια του πιο πάνω αποσπάσματος από τις Προτάσεις ΜΚΚ (Τεκμ. 18) όπου αναφέρει: «Αλλά όταν ήρθε η ώρα να πληρωθούν ο Νίκος Κριθαριώτης μου τηλεφώνησε και μου είπε ότι "δεν είχαν χρήματα για την πληρωμή των επιταγών" και μου ζήτησε "να πληρώσω εγώ το ποσό και να τα βρούμε μετά". Έτσι εξέδωσα τις υπ' αριθμ. [ ] και [ ] επιταγές μου ποσού 34.000,00 ευρώ η κάθε μία και συνολικά 68.000,00 ευρώ. Η υπ' αριθμ. [ ] πληρώθηκε την 24-12-2008 (βλ. Σχετικό Νο 25 την κίνηση του λογαριασμού μου στην ημερομηνία 24-12-2008). Για την επιταγή [ ] έκανα έμβασμα α. την 13-2-2009 από τον αριθμ. [ ] τραπεζικό λογαριασμό της πρώτης από εμάς που διατηρούσε στην Τράπεζα Κύπρου Λτδ, στον υπ' αριθμ. GR [ ] τραπεζικό λογαριασμό της αντιδίκου, ποσό 10.000,00 ευρώ (βλ. Σχετικό Νο 28 με αριθμ. [ ] έμβασμα της Τράπεζας Κύπρου) και β. την 28-1-2009 έκανα έμβασμα άλλα 24.000,00 ευρώ από τον υπ' αριθμ. [ ] τραπεζικό λογαριασμό της πρώτης από εμάς που διατηρούσε στην ίδια ως άνω τράπεζα, στον υπ' αριθμ. GR [ ] τραπεζικό λογαριασμό της δεύτερης από εμάς που διατηρούσε στην ίδια ως άνω Τράπεζα, (βλ. Σχετικό Νο 29 το με αρ. [ ] έμβασμα). Την ίδια μέρα κατόπιν απαίτησης της αντιδίκου μου εξουσιοδότησα τον Βασίλη Σκορδιαλό να κάνει ανάληψη το ως άνω ποσό των 24.000,00 ευρώ από τον λογαριασμό της δεύτερης από εμάς, αφού πρώτα επέστρεφε προς ακύρωση την με αρ. [ ] επιταγή μου που είχα αποστείλει στην αντίδικο.». Τα όσα αναφέρει η εναγόμενη στο πιο πάνω απόσπασμα επιβεβαιώνουν κατά την αντίληψη μου ότι ορθά η ενάγουσα πίστωσε τις εν λόγω τρεις πληρωμές της εναγόμενης σε σχέση με τις δύο επιταγές των €34.000 που είχε δώσει στην ενάγουσα. Κατά την αντεξέταση του δεύτερου μάρτυρα αμφισβητήθηκε αυτή η ορθότητα. Αλλά τα όσα αναφέρει η εναγόμενη στο πιο πάνω απόσπασμα από τις Προτάσεις ΜΚΚ (Τεκμ. 18), δεν αφήνουν κατά την αντίληψη μου κανένα περιθώριο αμφισβήτησης. Οι πληρωμές που αναφέρονται στον Α/Α 13, Α/Α 27 και Α/Α30 σύμφωνα με τη μαρτυρία, κρίνω ότι ορθά πιστώθηκαν έναντι των δύο επιταγών που η ενάγουσα έδωσε στην εναγόμενη και η δεύτερη εξαργύρωσε. Τα πρωτότυπα σώματα των επιταγών που αναφέρονται στον Α/Α19 και στον Α/Α20, δεν εξαργυρώθηκαν και είναι κατατεθειμένα ως Τεκμ. 9(γ) και 9(β) αντίστοιχα. Επομένως, αδιαμφισβήτητα, οι εν λόγω δύο επιταγές δεν εξαργυρώθηκαν και δεν μπορούν να πιστωθούν. Τα εμβάσματα τα οποία αναφέρονται στον Α/Α24 και στον Α/Α25 είναι εμβάσματα τα οποία έχουν ως δικαιούχο την εναγόμενη. Αυτό καταγράφεται στα σχετικά Αποκαλυφθέντα Έγγραφα της εναγόμενης και σε αυτά κάνει αναφορά ο ΜΕ 2 στις Παρατηρήσεις του στη τέταρτη στήλη του Πίνακα Πληρωμών (Τεκμ. 19), χωρίς αμφισβήτηση κατά την αντεξέταση του. Επομένως, δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός της εναγόμενης για τέτοια εμβάσματα προς την ενάγουσα. Στο κάτω μέρος του Α/Α27, στη δεύτερη στήλη, αναγράφεται " Έμβασμα το 2009 €12.000 ΝΙΚΟΣ ΚΡΙΘΑΡΙΩΤΗΣ" που αναπαράγεται από τις Λεπτομέρειες της εναγόμενης στοιχείο Ε (xi) και στοιχείο Bvii. Τέτοιο ποσό δεν πιστώθηκε και, όπως καταγράφεται στο Πίνακα Πληρωμών στις Παρατηρήσεις στη τέταρτη στήλη, "Δεν υπάρχει κανένα στοιχείο για το εν λόγω κατ' ισχυρισμό έμβασμα των €12.000". Δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του ΜΕ 2 η αναφορά του περί μη πίστωσης και της παρατήρησης αυτής. Επομένως, δεν υπάρχει βάση για πίστωση του εν λόγω ποσού. Σε σχέση με τα δύο εμβάσματα, το κάθε ένα ποσού €30.000 και με ημερομηνία το πρώτο 8.10.2010 και το δεύτερο 8.11.2010, τα οποία στον Πίνακα Πληρωμών καταγράφονται στα στοιχεία που ακολουθούν το στοιχείο Α/Α27, και που θα έπρεπε να είχαν αριθμηθεί με αύξοντα αριθμό 28 και 29 πιστώθηκαν έναντι της οφειλής της ΜΚΚ προς την ενάγουσα ύψους €120.000,00 που ήταν το αντικείμενο του Συμφωνητικού της ΜΚΚ όπως αναφέρθηκε πιο πάνω. Όπως φαίνεται και από τα πιο κάτω, ορθά πιστώθηκαν έναντι της εν λόγω οφειλής και όχι έναντι του τιμήματος των αγαθών και των τιμολογίων. Τα δύο αυτά εμβάσματα, αν και περιλαμβάνονται μεταξύ των Αποκαλυφθέντων Εγγράφων της εναγόμενης, εν τούτοις δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των Λεπτομερειών της εναγόμενης. Δηλαδή δεν υπάρχει δικογραφημένος ισχυρισμός της εναγόμενης ότι τα δύο αυτά εμβάσματα έγιναν, ούτε ότι έγιναν έναντι του τιμήματος των Αγαθών και των τιμολογίων τους. Περαιτέρω τα εμβάσματα αυτά έγιναν όχι από την εναγόμενη αλλά από την Εταιρεία ΜΚΚ. Η ίδια η εναγόμενη στις Προτάσεις ΜΚΚ παραδέχεται ότι η Εταιρεία ΜΚΚ είχε αγοράσει από την ενάγουσα εμπορεύματα συνολικής αξίας €70.249,07σ. και αναφέρει ότι το ποσό αυτό εξοφλήθηκε. Στις Προτάσεις ΜΚΚ (Τεκμ. 18) στη σελίδα 13 στο στοιχείο 4.3 η εναγόμενη αναφέρει: «Η πρώτη από εμάς εταιρεία, όπως αναλυτικά στην συνέχεια θα αναφερθούμε αγόρασε μόνον δύο φορές εμπορεύματα από την αντίδικο. α. Με το τιμολόγιο πώλησης - δελτίο αποστολής υπ' αριθμό 209/15-4/2009 ολικού ποσού 18.042,07 ευρώ. και β. με το τιμολόγιο πώλησης - δελτίο αποστολής υπ' αριθμόν 330/11-11-2009 ολικού ποσού 52.207,00 ευρώ. 'Ητοι, εμπορεύματα συνολικής αξίας 70.249.07 ευρώ ....». Στην ίδια σελίδα, στο στοιχείο 4.2, η εναγόμενη αναφέρει: «Ουδεμία οφειλή υπάρχει προς την αντίδικο μας γιατί οι οικονομικές εκκρεμότητες που δημιουργήθηκαν από τις εμπορικές συναλλαγές που είχαμε εξοφλήθηκαν πλήρως και ολοσχερώς». Στις Προτάσεις της ενάγουσας (Τεκμ. 17), αναφέρονται στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι τα εν λόγω εμβάσματα έγιναν για να εκπληρωθεί (με καθυστέρηση μερικών ημερών) η υποχρέωση πληρωμής συγκεκριμένων δόσεων. Στις σελίδες 2-3 των εν λόγω Προτάσεων η ενάγουσα αναφέρει: «II. Δυνάμει του από 31-8-2010 ιδιωτικού συμφωνητικού αναγνώρισης οφειλής .... οι αντίδικοι αναγνώρισαν την εν λόγω οφειλή των 120.000 ευρώ ..... Η εν λόγω οφειλή, συμφωνήθηκε - όπως προκύπτει από τον όρο 3 του συμφωνητικού - να εξοφλεί σε τέσσερις
(4)ισόποσες άτοκες δόσεις των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ η κάθε μία, οι οποίες συμφωνήθηκαν πληρωτέες η μεν πρώτη στις 30-9-1010, η δεύτερη στις 31-10-2010, η τρίτη στις 30-11-2010 και η τελευταία στις 30-12-
  1. Συμφωνήθηκε δε πως η κάθε μία από τις ανωτέρω ημερομηνίες θεωρείται ως δήλη ημέρα πληρωμής ....». Περαιτέρω, στη σελίδα 4, γραμμή 3 και 4 αναφέρεται: «Συγκεκριμένα, εκ των δόσεων αυτών, η πρώτη των αντιδίκων κατέβαλε την πρώτη και την δεύτερη με δήλη ημέρα πληρωμής την 30ην-9-2010 και την 31η-10-2010». Σύμφωνα δε με το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη η λέξη "δήλη" ως νομικός όρος σημαίνει "η ορισμένη ημέρα κατά την οποία έχει συμφωνηθεί ότι ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή"». Επομένως, η εν λόγω πρόταση μπορεί να παραφραστεί ως εξής: «Συγκεκριμένα εκ των δόσεων αυτών, η πρώτη των αντιδίκων κατέβαλε την πρώτη και την δεύτερη προς εκπλήρωση της υποχρέωσης πληρωμής την 30ην-9-2010 την 31η-10-2010». Φανερά, ήταν προς εκπλήρωση (με καθυστέρηση) αυτής της υποχρέωσης που έγιναν τα εμβάσματα ημερομηνίας 08.10.2010 και 08.11.
  2. Είναι δε γεγονός ότι κατά την αντεξέταση του ΜΕ2 ο συνήγορος της εναγόμενης αμφισβήτησε την ορθότητα της πίστωσης των δύο αυτών εμβασμάτων έναντι του χρέους της ΜΚΚ, αντί πίστωσης έναντι του τιμήματος των Αγαθών στην παρούσα αγωγή. Η ίδια όμως η μαρτυρία δεν αφήνει χώρο για αμφισβήτηση εφόσον: (α) Τα δύο αυτά εμβάσματα δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των εμβασμάτων τα οποία η εναγόμενη αναφέρει στις Λεπτομέρειες ότι έγιναν προς εξόφληση του τιμήματος των Αγαθών ούτε είναι πουθενά αλλού δικογραφημένα. (β) Δεν υπάρχει μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι τα δύο αυτά εμβάσματα έγιναν έναντι του τιμήματος των Αγαθών. Η απουσία αυτή είναι ιδιαίτερα εμφανής εν όψει της πιο πάνω αναφερόμενης δήλωσης της εναγόμενης ότι η οφειλή της ΜΚΚ εξοφλήθηκε πλήρως, όπως επίσης και της έλλειψης μαρτυρίας που να αποδεικνύει με πιο άλλο τρόπο η οφειλή αυτή εξοφλήθηκε. Η εναγόμενη δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία στο Δικαστήριο. Ένα από τα επιχειρήματα που ήγειρε ο συνήγορος της εναγόμενης (στην σ. 12 γρ. 10 των πρακτικών της αντεξέτασης), είναι ότι στο έμβασμα υπάρχει η ένδειξη "on account for cheque". Όμως, δεν αναφέρονται στοιχεία της επιταγής. Στην απουσία τέτοιων στοιχείων θα πρέπει να συναχθεί ότι η επιταγή είναι επιταγή του εντολέα του εμβάσματος, δηλαδή της ΜΚΚ, και επομένως δεν έχει σχέση με την εναγόμενη. Η αναφορά "on account for cheque" δεν αποκλείει το ενδεχόμενο η επιταγή να είχε εκδοθεί για πληρωμή της σχετικής οφειλόμενης δόσης της ΜΚΚ και, όταν η εναγόμενη συνειδητοποίησε ότι δεν υπήρχαν αρκετά χρήματα στον λογαριασμό για πληρωμή της επιταγής, έδωσε εντολή να γίνει η πληρωμή της δόσης με τραπεζικό έμβασμα. Περαιτέρω, δεν είναι δυνατό η αόριστη αυτή ένδειξη "on account for cheque" να επισκιάσει όλα τα άλλα στοιχεία που αναφέρθηκαν πιο πάνω, τα οποία όχι μόνο συνηγορούν υπέρ της πίστωσης έναντι της οφειλής της ΜΚΚ, αλλά, λόγω απουσίας δικογράφησης, αποκλείουν πίστωση έναντι της αξίας των Αγαθών και των τιμολογίων της εναγόμενης. Καταλήγω στη βάση των πιο πάνω ότι ορθά έγινε η πίστωση των εν λόγω δύο εμβασμάτων προς όφελος της ΜΚΚ και όχι έναντι του τιμήματος των Αγαθών και των τιμολογίων τους. Συνεπώς ο ισχυρισμός της εναγόμενης για πληρωμές έναντι του τιμήματος των Αγαθών στη κάθε μια από τις περιπτώσεις που αναφέρθηκαν, αδιαμφισβήτητα δεν ευσταθεί. Είναι δε καθαρό ότι δεν παραμένει καμμιά πληρωμή που έγινε έναντι του τιμήματος των Αγαθών και δεν πιστώθηκε. Προς τούτο η μαρτυρία από πλευράς ενάγουσας παρέμεινε αλώβητη και είναι ξεκάθαρη. Είναι δε αξιοσημείωτο το γεγονός ότι στις τελευταίες δύο καταχωρίσεις στο Πίνακα Πληρωμών (Τεκμ. 19) έχουν πιστωθεί έναντι της αξίας των Αγαθών δύο επιταγές, παρόλο που στις Λεπτομέρειες της εναγόμενης δεν υπάρχει ισχυρισμός για πληρωμές με τις επιταγές αυτές. Είναι ακόμα πιο αξιοσημείωτο το γεγονός ότι η δεύτερη και τελευταία από τις εν λόγω καταχωρίσεις έγινε παρ' όλον που η σχετική επιταγή δεν εμφανιζόταν ούτε σε απόδειξη για μεταχρονολογημένες επιταγές ούτε σε κανένα άλλο έγγραφο της εναγόμενης. Αυτά δε προσδίδουν, κατά την αντίληψη μου, αξιοπιστία και πειστικότητα στις θέσεις της ενάγουσας. Σύμφωνα με τη μαρτυρία το συνολικό ποσό πληρωμών που πραγματοποιήθηκαν από την εναγόμενη προς την ενάγουσα έναντι της οφειλής της για το τίμημα των Αγαθών είναι, όπως καταγράφεται στο τέλος του Πίνακα Πληρωμών (Τεκμ. 19) €717.699,55σ. Η σημασία του Πίνακα Πληρωμών είναι ότι με την λεπτομερή και τεκμηριωμένη επεξήγηση, όπου χρειάζεται, της τύχης μίας προς μία της κάθε κατ' ισχυρισμό της εναγόμενης πληρωμής, επιβεβαιώνεται η ορθότητα της Κατάστασης Χρεοπιστώσεων (Τεκμ. 15). Κατά την αντεξέταση των μαρτύρων της ενάγουσας αμφισβητήθηκε η ορθότητα της Κατάστασης Χρεοπιστώσεων (Τεκμ. 15), πάνω στη βάση ότι δεν περιλήφθηκαν όλες οι κατ' ισχυρισμό της εναγόμενης πληρωμές. Προβλήθηκε, περαιτέρω, ο ισχυρισμός ότι η έλλειψη ορθότητας οφειλόταν στους ακόλουθους λόγους: (α) στο ότι ο ΜΕ2 δεν είχε προσωπική γνώση των γεγονότων που συνέβησαν το 2008, 2009, 2010 και ότι στηρίχτηκε στα όσα του είπε η ΜΕ 1, και (β) στην ακαταστασία του λογιστηρίου της ενάγουσας, όπως, εξάλλου φαίνεται και από τις διάφορες αλλαγές στις λογιστικές της καταστάσεις. Σύμφωνα με την προσκομισθείσα μαρτυρία ήταν ο ΜΕ 2 αυτός που κατάρτισε την Κατάσταση Χρεοπιστώσεων (Τεκμ. 15), όχι από πληροφορίες που έλαβε προφορικά από την ΜΕ 1 αλλά με βάση την συμφωνία αγοραπωλησίας με έκπτωση 15% στις τιμές χονδρικής πώλησης και με βάση έγγραφα τα οποία εξέτασε, τα ουσιώδη των οποίων κατατέθηκαν, χωρίς ένσταση, ως τεκμήρια. Στα έγγραφα αυτά κάνει αναφορά ο ΜΕ 2 στη Γραπτή Δήλωση του (Έγγραφο Β) στις παραγράφους 4,5,6, 9 και
  3. Ο ΜΕ 2 έλαβε προφορικά πληροφορίες και εξηγήσεις τόσο από την ΜΕ 1 όσον και από την ίδια την εναγόμενη κατά την συνάντηση που είχε με την τελευταία τον Φεβρουάριο του
  4. Αλλά, όπως δήλωσε ο μάρτυρας και στη Γραπτή Δήλωση του και στην αντεξέτασή του, όλες οι καταχωρίσεις έγιναν με βάση τα στοιχεία που βρήκε στα έγγραφα. Όσον αφορά τις χρεώσεις, οι καταχωρίσεις έγιναν με βάση τα τιμολόγια τα οποία κατατέθηκαν, χωρίς ένσταση, ως δέσμη Τεκμ.
  5. Δεν υπήρξε καμμιά αμφισβήτηση των χρεώσεων στην αντεξέταση των ΜΕ 1 και
  6. Τα πιστωτικά τιμολόγια έγιναν σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στα δικόγραφα και των δύο διαδίκων. Για τις πληρωμές που έγιναν από την εναγόμενη, ο ΜΕ 2 στηρίχτηκε αποκλειστικά πάνω σε έγγραφα. Είναι αξιοσημείωτο ότι, όπως φαίνεται από τις Λεπτομέρειες της εναγόμενης δεν υπάρχει ισχυρισμός ότι οποιαδήποτε πληρωμή έγινε με παράδοση μετρητών προσωπικά από την εναγόμενη στην ενάγουσα. Όλες οι κατ' ισχυρισμό πληρωμές απαιτείτο να διεκπεραιωθούν μέσω τράπεζας, και για να γίνουν προϋπόθεταν την ύπαρξη κάποιου εγγράφου που περιείχε οδηγίες προς την τράπεζα της εναγόμενης. Στον Πίνακα Πληρωμών (Τεκμ. 19), ο ΜΕ 2 κατέγραψε μία προς μία τις κατ' ισχυρισμό της εναγόμενης πληρωμές. Στις περιπτώσεις που ο μάρτυρας διεπίστωνε ότι κάποια από αυτές δεν έγινε, ή έγινε, αλλά έναντι άλλης οφειλής, αυτός επεξηγεί λεπτομερώς τους λόγους των ευρημάτων, οι οποίοι στηρίζονται σε έγγραφα, όπως αναφέρεται λεπτομερώς πιο πάνω. Υποβλήθηκε ότι η ενάγουσα δεν παρέθεσε ορθά στοιχεία λόγω του ότι παρουσίαζε ακαταστασία το λογιστήριο της. Πράγματι ήταν και η παραδοχή της ΜΕ 1 ότι αυτό συνέβαινε με παραλείψεις του εσωτερικού λογιστή τον οποίο εργοδοτούσε η ενάγουσα μέχρι το 2011, γίνεται δε εκτενής αναφορά σε αυτό το γεγονός από την ίδια την ενάγουσα στη παρ. 15 της Γραπτής Δήλωσης της ΜΕ 1 (Έγγραφο Α), η οποία παραδοχή οδηγεί στο συμπέρασμα ότι είχαν γίνει λανθασμένες καταγραφές στο λογιστικά βιβλία της ενάγουσας. Λάθη όμως τα οποία δεν θα πρέπει να ζημιώσουν την ενάγουσα εφόσον εν τέλει αυτά τα λάθη και παραλείψεις δεν έχουν επηρεάσει με οποιονδήποτε τρόπο την ορθότητα της Κατάστασης Χρεωπιστώσεων που ετοιμάστηκε με σπουδή στη συνέχεια (Τεκμ. 15) αλλά και για τους ακόλουθους λόγους: (α) Τα εν λόγω λάθη αφορούν, όχι παράλειψη πιστώσεων για πληρωμές που στην πραγματικότητα έγιναν, αλλά καταχώριση πιστώσεων σε περιπτώσεις που δόθηκαν μεταχρονολογημένες επιταγές οι οποίες τελικά δεν πληρώθηκαν. (β) Ο ΜΕ 2 για τον σκοπό κατάρτισης της Κατάστασης Χρεοπιστώσεων (Τεκμ. 15), στηρίχθηκε σε όλα τα σχετικά έγγραφα και δεν του υποδείχθηκε ότι δεν έλαβε υπόψη οτιδήποτε άλλο ούτε και παρουσιάστηκε μαρτυρία από μέρους της εναγόμενης προς αμφισβήτηση οποιασδήποτε τέτοιας χρεοπίστωσης. (γ) Οι αλλαγές στις καταστάσεις χρεοπιστώσεων για τις οποίες εργάστηκε ο ΜΕ 2, δηλαδή τα Τεκμ. 14 και 15, είχαν ως αποτέλεσμα όχι την αύξηση, αλλά τη μείωση του οφειλόμενου και απαιτούμενου ποσού, μάλιστα σε πολύ μεγάλο βαθμό από €245.535,42 σε €47.529,
  7. Η μεγάλη μείωση οφειλόταν, όπως δήλωσε ο ΜΕ 2 στην εξέταση των Κινήσεων Λογαριασμού της εναγόμενης που έγινε μετά την αποκάλυψη τους με τα Συμπληρωματικά Αποκαλυφθέντα Έγγραφα του Σεπτεμβρίου 2019 και στις εξηγήσεις που έδωσε η εναγόμενη σε συνάντηση τους τον Φεβρουάριο
  8. Τελικά, όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω υποδηλώνουν την ορθότητα της Κατάστασης Χρεοπιστώσεων (Τεκμ. 15) και την αξιοπιστία του συντάκτη της. Το ίδιο υποδηλώνει και το γεγονός ότι, όπως αναφέρεται, πιστώθηκαν στην Κατάσταση Χρεοπιστώσεων (Τεκμ. 15) και πληρωμές τις οποίες η εναγόμενη δεν ισχυρίστηκε στις Λεπτομέρειες της εναγόμενης ότι έκανε. Παρόλο ότι η εναγόμενη δεν είχε οποιαδήποτε υποχρέωση προς τούτο, εντούτοις δεν μπορεί παρά να επισημανθεί ότι δεν υπάρχει εκ μέρους της οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία να αντικρούσει τα ευρήματα του ΜΕ 2 όπως διατυπώνονται στη Κατάσταση Χρεοπιστώσεων Τεκμ.
  9. Κρίνω ότι στη βάση της παρασχεθείσας μαρτυρίας εκ μέρους της ενάγουσας έχουν αποδειχθεί το τίμημα των πωληθέντων και παραδοθέντων στην εναγόμενη αγαθών με αξιόπιστη και ικανοποιητική μαρτυρία όπως και οι πληρωμές που έγιναν και αφορούσαν αυτά. Δεν έχω δε κανένα ενδοιασμό όπως οι καταγραφές που έγιναν στα Τεκμ. 14 -19 σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα τεκμήρια που τέθηκαν ενώπιον μου από την ΜΕ 1, όπως αυτά επεξηγήθηκαν με κάθε λεπτομέρεια από τον ΜΕ 2 και τα αποτελέσματα αυτών καταστούν ευρήματα μου. Σύμφωνα με τη νομολογία όταν η απαίτηση σε αγωγή βασίζεται σε συγκεκριμένα τιμολόγια για πώληση και παράδοση αγαθών τα οποία είναι καταγραμμένα και εξειδικεύονται στην έκθεση απαίτησης, η φύση αυτή της αξίωσης παραμένει έστω και αν πληρώθηκαν κάποια ποσά έναντι. Δεν μετατρέπεται σε απαίτηση με βάση λογαριασμό. Στην υπόθεση Haleco Hanseatisches Lebensmittelkontor Gmbh & Co Ohg v. L.S.E. Life Style Enterprises Ltd
(2011)1Β Α.Α.Δ. 1055 στη σελίδα 1064 γρ. 21-31 αναφέρεται: «Η αξίωση των εφεσειόντων, όπως ορθά διαπίστωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο, βασίζεται σε τιμολόγια και έγγραφα, τα οποία αυτό είχε ενώπιον του. Τα τιμολόγια, όπως αναφέρεται στον Halsbury's Laws of England, τρίτη έκδοση, τόμος 24, σελ. 171 και επιβεβαιώθηκε στη Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 339, αποτελούν τον έγγραφο λογαριασμό μεταξύ των διαδίκων, σε σχέση με προϊόντα παραδοθέντα στον αγοραστή, με αναφορά στην τιμή ή τη χρέωση. Ως τέτοια έπρεπε να συνεκτιμηθούν μαζί με τη μαρτυρία των εφεσειόντων. Το γεγονός ότι πληρώθηκαν κάποια ποσά δε μεταβάλλει τη φύση της αξίωσης». Παραθέτω επίσης τo ακόλουθο απόσπασμα από την Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 339 στη σ. 348, γρ. 31-35: «Εφόσον η αγωγή βασιζόταν σε τιμολόγια, αυτά έπρεπε να θεωρηθούν σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στον Halsbury's Laws of England, 3η Έκδ. Τόμος 34, σελ. 171, ως ο έγγραφος λογαριασμός μεταξύ των διαδίκων σε σχέση με προϊόντα παραδοθέντα στον αγοραστή με αναφορά στην τιμή ή τη χρέωση». Τα ίδια υιοθετήθηκαν και στη Cheeseline Ltd Ν. Ανθούλλης Θωμά & Υιοί Λτδ,
(2014)1(Α) Α.Α.Δ. 951 όπου στη σελίδα 956 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Όπως ήδη υποδείξαμε, προέκυπτε από τα δικόγραφα της Εφεσείουσας ότι η απαίτηση της εβασίζετο όχι σε υπόλοιπο λογαριασμού αλλά σε συγκεκριμένα απλήρωτα τιμολόγια, τα οποία και παρατέθησαν στην αγωγή. Η περαιτέρω αναφορά σε υπόλοιπο λογαριασμού, ήταν και μπορούσε να ήταν μόνο σε συνάρτηση με τα εν λόγω δέκα συγκεκριμένα τιμολόγια». Λόγω της λανθασμένης βάσης πάνω στην οποία το Πρωτόδικο Δικαστήριο είχε κρίνει την αγωγή, το Ανώτατο παραμέρισε την πρωτόδικη απόφαση και διέταξε επανεκδίκαση. Στις περιπτώσεις που η απαίτηση είναι υπόλοιπο οφειλής στη βάση συγκεκριμένων και καταγραμμένων στην έκθεση απαίτησης τιμολογίων, για το τίμημα αγαθών που πωλήθηκαν και παραδόθηκαν, και ο ενάγων προσαγάγει ικανή και θετική μαρτυρία που αποδεικνύει την πώληση και παράδοση των αγαθών και την παράδοση των σχετικών τιμολογίων, είναι νομολογημένο ότι ο ενάγων ικανοποιεί το νομικό πρωταρχικό βάρος που έχει, και είναι πλέον στους ώμους του εναγόμενου να αποδείξει ότι εξόφλησε πλήρως τα τιμολόγια. Στην πιο πάνω αναφερόμενη υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339 το Ανώτατο στη σελίδα 349 είπε και τα ακόλουθα (γρ. 23-27): «. η δικογραφία ως γνωστό αποτελεί το μέσο καταγραφής των εκατέρωθεν ουσιωδών και κατά συνοπτικό τρόπο ισχυρισμών, αλλά δεν ισοδυναμεί βέβαια με μαρτυρικό υλικό (Δ.19, Θ.4 και Odgers' Principles of Pleadings and Practice 21η έκδ. σελ. 77)». Και συνέχισε το Δικαστήριο ( στις γρ. 27-35) αναφέρει: «Ο διάδικος οφείλει να παρουσιάσει σχετική μαρτυρία για να επιβεβαιώσει τους ισχυρισμούς του. (Λουκαϊδης v. Εκδοτικής Εταιρείας Αλήθεια Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 22, σελ. 44). Οι εφεσείοντες εδώ είχαν προσάξει ικανή και θετική μαρτυρία με αποδεικτικά στοιχεία έχοντας έτσι ικανοποιήσει το νομικό πρωταρχικό βάρος που είχαν ("legal burden of proof") και ήταν πλέον στους ώμους του εφεσίβλητου η αντίκρουση τους ("evidencial burden of proof"), πράγμα που δεν έπραξε. (δέστε O' Hare & Brown: Civil Litigation 12η έκδ. σελ. 451-2)». Ενόψει των πιο πάνω, το Ανώτατο παραμέρισε την πρωτόδικη απόφαση στο σύνολο της και εξέδωσε απόφαση υπέρ των εφεσειόντων και εναντίον του εφεσίβλητου. Παρόμοια ήταν και η κατάληξη του Ανωτάτου στην Haleco Hanseatisches Lebensmittelkontor Gmbh & Co Ohg v. L.S.E. Life Style Enterprises Ltd
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 1055, όπου, προηγουμένως, το Δικαστήριο είχε πει στη σ. 1062, γρ. 42-3: «Είναι καλά νομολογημένο ότι, σε αστικές υποθέσεις το γενικό βάρος απόδειξης το φέρει ο Ενάγων και αυτό βασίζεται σε απλή πιθανολόγηση...». Και συνέχισε στη σ. 1064, γρ. 42-3: «Καταλήγουμε, ενόψει όλων των πιο πάνω, ότι οι εφεσείοντες είχαν παρουσιάσει θετική μαρτυρία, με αποδεικτικά στοιχεία, σε βαθμό που ικανοποιείται το βάρος απόδειξης το οποίο φέρουν». Πρόκειται επομένως για αξιώσεις που βασίζονται σε τιμολόγια και η ως άνω είναι η νομολογιακή αντίκριση απόδειξης μιας αγωγής που έχει ως βάση αυτά. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Στην παρούσα αγωγή προκύπτει από τα δικόγραφα ότι η απαίτηση είναι με βάση τιμολόγια για πώληση και παράδοση αγαθών, τα στοιχεία των τιμολογίων καταγράφηκαν με λεπτομέρεια στην Έκθεση Απαίτησης. Αντίγραφα των τιμολογίων και δελτίων αποστολής κατατέθηκαν ως τεκμήρια, χωρίς ένσταση, από την ΜΕ 1 η οποία είχε πρωταρχική και άμεση γνώση των σχετικών γεγονότων ασχολούμενη καθημερινά από την έδρα της ενάγουσας με τις εμπορικές δραστηριότητες της και επιβλέποντας την εκτέλεση παραγγελιών πώλησης και την αποπληρωμή της αξίας τους σε συνεργασία με το λογιστήριο της ενάγουσας που στεγαζόταν στον ίδιο χώρο. Η αντεξέταση της ΜΕ 1 δεν αμφισβήτησε την παράδοση των Αγαθών και το τίμημα των τιμολογίων. Επομένως κρίνω ότι η ενάγουσα έχει πλήρως αποδείξει όσα είχε το βάρος να αποδείξει. Η ΜΕ 1 επιπρόσθετα κατάθεσε και την Τελική Κατάσταση Χρεοπιστώσεων (Τεκμ. 15). Η ορθότητα αυτού του τεκμηρίου φαίνεται καθαρά από τον Πίνακα Πληρωμών (Τεκμ. 19) με τον λεπτομερή σχολιασμό, μίας προς μία, της κάθε μίας κατ' ισχυρισμό της εναγόμενης πληρωμής, με βάση έγγραφα, όπως τις εξήγησε ο ΜΕ 2 που τα είχε συντάξει. Από την άλλη, η εναγόμενη, δεν έχει παρουσιάσει οποιανδήποτε μαρτυρία και δεν έχει αποσείσει το βάρος που μετατοπίστηκε στους ώμους της να αποδείξει τον ισχυρισμό της ότι εξόφλησε ολόκληρο το ποσό των τιμολογίων. Είναι φανερό ότι η αξιολόγηση και αποδοχή της μαρτυρίας της ενάγουσας σε συνδυασμό με τη νομική αντίκριση της υπόθεσης όπως και τα ευρήματα μου που καταγράφηκαν πιο πάνω με οδηγεί στην απόρριψη των διάφορων αιτιάσεων που προβάλλει η εναγόμενη τόσο σε σχέση με το ανυπόγραφο των τιμολογίων η ύπαρξη και το περιεχόμενο των οποίων δεν αμφισβητήθηκε, της λειτουργίας λογαριασμού και κατά συνέπεια το βάρος απόδειξης δεν μετατοπίστηκε γνωρίζοντας περαιτέρω τον τρόπο αποστολής των εμπορευμάτων (Τεκμ.2). Εύλογα όμως παραμένει να αιωρείται το ερώτημα, αν οι θέσεις της εναγόμενης περί υπέρ πληρωμής, όπως παρουσιάζεται και αναλύεται στην αγόρευση των δικηγόρων της ότι δήθεν προήλθαν από την αντεξέταση των ΜΕ, ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, τότε γιατί δεν τις δικογράφησε δεόντως και να τις αξιώσει με ανταπαίτηση αλλά και υποστηρίξει με μαρτυρία; Ερώτημα ασφαλώς που δεν είναι καταλυτικό ως προς την έκβαση της υπόθεσης αυτής αλλά συνιστά σχόλιο επί της επιχειρηματολογίας που έκτισε η εναγόμενη και εισηγήθηκαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της στην αγόρευση τους. Για τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η ενάγουσα δικαιούται σε απόφαση για το ποσό των €47.529,43σ. με νόμιμο τόκο από της καταχώρησης της αγωγής ήτοι από της 25.06.2013 μέχρι εξοφλήσεως. ΤΑ ΕΞΟΔΑ: Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγόμενης στην ανάλογη κλίμακα των δικηγορικών δικαιωμάτων δηλαδή Μεταξύ: €10.000- - €50.000, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............ Χρ. Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.