Επί τοις αφορώσι την A. L. PROCHOICE GROUP PUBLIC LIMITED, Αιτ. Εταιρείας 21/2019, 17/2/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2021:A1 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΪΔΟΥ-ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, Π.Ε.Δ. Αιτ. Εταιρείας 21/2019 Επί τοις αφορώσι την A. L. PROCHOICE GROUP PUBLIC LIMITED (HE 77515), Σπύρου Κυπριανού αρ.57, FRANGOU COURT, 1ος όρ. Διαμ. 102, Λάρνακας 6051 και Επί τοις αφορώσι τον Περί Εταιρειών Νόμον, Κεφ. 113 ως ετροποποιήθη Ημερομηνία: 17 Φεβρουαρίου,
- Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κα Άννα Μ. Ιακώβου για Μ. Ιακώβου και Συνεργάτες. Για την Καθ' ης η αίτηση Εταιρεία: κος Μ. Σάββα για Δειλινός & Συνεργάτες ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση Αίτηση ο Κώστας Καθητζιώτης, που θα αναφέρεται μετά απλώς ως 'ο Αιτητής', αξιώνει διάταγμα διάλυσης της εταιρείας A.L. Prochoice Group Public Limited, που θα αναφέρεται μετά απλώς ως 'η Καθ΄ης η Αίτηση'. Η Αίτηση συνοδεύεται από την Ένορκη Δήλωση του ιδίου του Αιτητή, στην οποία αναφέρει μεταξύ άλλων ότι η Καθ' ης η Αίτηση τού οφείλει το ποσό των Ευρώ 86.628, πλέον τόκους, δυνάμει δικαστικής απόφασης. Η Καθ' ης η Αίτηση είναι αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως υπεύθυνη να τού καταβάλει το πιο πάνω ποσό, με τη Salamis Tours Holdings Ltd. Τη 14.11.2018 η Αιτήτρια επέδωσε στο διευθυντή της Καθ' ης η Αίτηση απαίτηση πληρωμής, στο εγγεγραμμένο γραφείο της. Τη 19.11.2018 η Καθ' ης η Αίτηση πληροφόρησε την Αιτήτρια ότι θα κατάβαλε το οφειλόμενο ποσό μετά την διεκπεραίωση της έφεσης που καταχώρισε η Salamis Tours Holdings Ltd εναντίον της δικαστικής απόφασης. Την 9.1.2019 υποβλήθηκε στην Αιτήτρια πρόταση εκ μέρους της Καθ' ης η Αίτηση όπως το χρέος εξοφληθεί δια της παραχώρησης μετοχών σε μια τρίτη εταιρεία, πρόταση που απορρίφθηκε από την Αιτήτρια. Η Καθ' ης η Αίτηση δεν έχει μέχρι σήμερα ικανοποιήσει την πιο πάνω οφειλή. Η Καθ' ης η Αίτηση καταχώρισε ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση. Η Αίτηση εδράζεται στους πιο κάτω λόγους: (α). Η Αιτήτρια δεν επέδωσε απαίτηση πληρωμής, ως προβλέπεται δυνάμει του άρθρου 212 (α), του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 και ή η επίδοση είναι κακή. (β) Η Καθ' ης η Αίτηση είναι σε θέση να εξοφλήσει τα χρέη της καθότι 'εργάζεται, έχει εισοδήματα και είναι αξιόχρεη'. (γ) Η Αίτηση είναι καταπιεστική και εκδικητική. (δ) Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που προβλέπονται από το Νόμο και τους Κανονισμούς για τη διάλυση της Καθ' ης η Αίτηση. (ε) Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση είναι παράτυπη και δεν αναφέρει τα ακριβή και ή όλα τα γεγονότα. (στ) Η Αίτηση είναι παράτυπη, αντικανονική και δεν στηρίζεται στους ορθούς Νόμους, Κανονισμούς και ή Θεσμούς. Η Ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του XXXXX Λεωνίδου, ενός εκ των διευθυντών της Καθ' ης η Αίτηση. Ο ομνύοντας αμφισβητεί σχεδόν όλα τα γεγονότα επί των οποίων εδράζεται η Αίτηση. Αμφισβητεί, μεταξύ άλλων, ότι η Καθ' ης η Αίτηση οφείλει οποιοδήποτε ποσό στον Αιτητή, ότι εκδόθηκε απόφαση εναντίον της ιδίας και της Salamis Tours Holdings Ltd και ότι η τελευταία εφεσίβαλε την απόφαση. Αμφισβητεί επίσης ότι η ίδια τού απέστειλε επιστολή με την οποία τον πληροφόρησε ότι θα πλήρωνε το επίδικο ποσό μετά την ολοκλήρωση της έφεσης και ότι την 09.01.2019 απέστειλε επιστολή, μέσω των δικηγόρων της, με την οποία τού είχε προτείνει όπως παραχωρηθούν μετοχές συγκεκριμένης εταιρείας για εξόφληση του επιδίκου χρέους. Απορρίπτει τη θέση ότι η Καθ' ης η Αίτηση δεν είναι σε θέση να καταβάλει το επίδικο χρέος και ισχυρίζεται ότι αυτή είναι αξιόχρεα. Στις παραγράφους 10 και 13 η Καθ΄ης η Αίτηση ανατρέπει προηγούμενη της θέση ότι δεν είχε προτείνει την εξώδικη διευθέτηση του χρέους δια της παραχώρησης μετοχών και προσκομίζει στοιχεία προς απόδειξη της αντίθετης θέσης ήτοι ότι πρότεινε στον Αιτητή να τού παραχωρήσει μετοχές συγκεκριμένης εταιρείας. Στην παράγραφο 13 αναγνωρίζει εμμέσως πλην σαφώς ότι εκδόθηκε εναντίον της απόφαση, η οποία δεν έχει μέχρι σήμερα ικανοποιηθεί. Η υπό κρίση Αίτηση εδράζεται στα άρθρα 209, 211 μέχρι 214 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113, ως έχει τροποποιηθεί, που θα αναφέρεται μετά απλώς ως 'ο Νόμος'. Όπως έχω ήδη αναφέρει η ένσταση περιορίσθηκε, εκ των υστέρων, σε ένα μόνο λόγο ήτοι τη παράλειψη του Αιτητή να καθορίσει το εδάφιο επί των οποίων στηρίζει την Αίτηση του, σε σχέση με τα άρθρα 211 και 212 του νόμου. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ συνοπτικά στις πρόνοιες του νόμου επί των οποίων εδράζεται η Αίτηση. Το άρθρο 209 του νόμου δίδει εξουσία στο Δικαστήριο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, οι οποίες καθορίζονται στο άρθρο 211, να προβεί σε εκκαθάριση εταιρείας. Το άρθρο 211 προνοεί τα πιο κάτω: «
- Εταιρεία δύναται να εκκαθαριστεί από το Δικαστήριο αν- (α) η εταιρεία έχει αποφασίσει με ειδικό ψήφισμα όπως η εταιρεία εκκαθαριστεί από το Δικαστήριο· (β) γίνεται παράλειψη της παράδοσης στον έφορο εταιρειών της θέσμιας έκθεσης ή της σύγκλησης θέσμιας συνέλευσης· (γ) η εταιρεία δεν αρχίζει τις εργασίες της μέσα σε ένα έτος από τη σύσταση της ή αναστέλλει τις εργασίες της για ένα ολόκληρο έτος· (δ) ο αριθμός των μελών μειώνεται κάτω από επτά στην περίπτωση δημόσιας εταιρείας. Το Δικαστήριο χορηγεί στην εταιρεία επαρκή κατά την κρίση του προθεσμία για την άρση του λόγου διαλύσεως, και προχωρεί στην διάλυση μόνο αν η εταιρεία είτε δηλώσει εξ αρχής αδυναμία να αυξήσει τον αριθμό των μελών της, είτε δεν δυνηθεί να τον αυξήσει μέσα στην ταχθείσα προθεσμία· (ε) η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της· (στ) το Δικαστήριο έχει τη γνώμη ότι είναι δίκαιο και σύμφωνο με το δίκαιο της επιείκειας να διαλυθεί η εταιρεία· (ζ) η SE αποτυγχάνει να επανορθώσει την κατάσταση σύμφωνα με το άρθρο 64 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2157/2001 του Συμβουλίου της 8ης Οκτωβρίου 2001 περί του καταστατικού της ευρωπαϊκής εταιρείας (SE).» Με βάση τις πιο πάνω πρόνοιες προκύπτει ότι ο νόμος καθορίζει έξι διαφορετικές βάσεις επί των οποίων μπορεί να εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης εταιρείας. Μια εξ αυτών είναι η περίπτωση που η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της, παράγραφος (ε). Πότε η εταιρεία λογίζεται ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της καθορίζεται αναλυτικά στο άρθρο 212, το οποίο παραθέτω αυτούσιο για σκοπούς εύκολης αναφοράς: «
- Εταιρεία λογίζεται ότι είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της- (α) αν πιστωτής, με εκχώρηση ή διαφορετικά, που του χρωστεί η εταιρεία ποσό που υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000), επέδωσε στην εταιρεία παραδίνοντας στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας απαίτηση η οποία απαιτεί από την εταιρεία να καταβάλει το ποσό που οφείλεται με τον τρόπο αυτό, και η εταιρεία για τις επόμενες τρεις εβδομάδες αμέλησε να καταβάλει το ποσό ή να εξασφαλίσει ή να το διευθετήσει προς εύλογη ικανοποίηση του πιστωτή· ή (β) αν εκτέλεση ή άλλη διαδικασία που λήφθηκε με δικαστική απόφαση, εντολή ή διάταγμα οποιουδήποτε Δικαστηρίου προς όφελος πιστωτή της εταιρείας, επιστρέφεται ολικά ή μερικά ανικανοποίητη· ή (γ) αν αποδειχθεί, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της κατά το χρόνο που αυτά καθίστανται πληρωτέα και, για απόφαση κατά πόσο εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της κατά το χρόνο που αυτά καθίστανται πληρωτέα, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τις ενδεχόμενες και μελλοντικές υποχρεώσεις της εταιρείας ·ή (δ) αν αποδειχθεί, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, ότι η αξία των στοιχείων του ενεργητικού της εταιρείας είναι μικρότερη από το ποσό των υποχρεώσεών της, λαμβάνοντας υπόψη τις ενδεχόμενες και μελλοντικές υποχρεώσεις της.» Στην υπό κρίση Αίτηση, ως προανάφερα, δεν προσδιορίζεται ποια επιμέρους πρόνοια του άρθρου 211 εφαρμόζεται στη συγκεκριμένη περίπτωση ούτε σε ποια επιμέρους πρόνοια του άρθρου 212 εδράζεται η θέση του Αιτητή ότι η Καθ΄ης η Αίτηση είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της. Το θέμα που εγείρεται και χρήζει εξέτασης είναι κατά πόσο η παράλειψη προσδιορισμού των παραγράφων των άρθρων 211 και 212 του νόμου είναι καθοριστικής σημασίας για την έκβαση της Αίτησης. Το θέμα αυτό εξετάσθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στα πλαίσια της υπόθεσης GIP Constructions Ltd v Διευθυντή Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(1991)1 Α.Α.Δ. 4. Στη συγκεκριμένη υπόθεση η αίτηση εκκαθάρισης είχε στηριχθεί στο άρθρο 212 (α) του νόμου. Κατά την ακρόαση ο αιτητής προσκόμισε μαρτυρία ότι τα εντάλματα εκτέλεσης είχαν επιστραφεί ανεκτέλεστα. Ο καθ' ου η αίτηση ζήτησε από το δικαστήριο να αγνοήσει την εν λόγω μαρτυρία καθότι αυτή αναφερόταν στις πρόνοιες του άρθρου 212(β) του νόμου, το οποίο δεν συμπεριλαμβανόταν στην αίτηση. Το πρωτόδικο δικαστήριο δέχθηκε ότι ο αιτητής δεν μπορούσε να στηριχθεί στο άρθρο 212(α), διότι δεν είχε γίνει η απαιτούμενη επίδοση της απαίτησης πληρωμής, ούτε στο άρθρο 212(β), διότι αυτό δεν αναφερόταν στην αίτηση και κατά συνέπεια, δεν είχε αποδειχθεί οποιαδήποτε από τις εξειδικευμένες περιπτώσεις του άρθρου 212 του Νόμου. Παρά ταύτα έκρινε ότι η προσαχθείσα μαρτυρία μπορούσε να γίνει αποδεκτή μέσα στα γενικότερα πλαίσια της εξέτασης του κατά πόσο η καθ΄ης η αίτηση αδυνατούσε να πληρώσει τα χρέη της και αφού βρήκε ότι η μαρτυρία επί τούτου ήταν συντριπτική, εξέδωσε το αιτούμενο διάταγμα διάλυσης. Η απόφαση εφεσιβλήθηκε. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, έκρινε ότι η μαρτυρία μπορούσε να γίνει αποδεκτή μέσα στα πλαίσια της γενικότερης εξέτασης του κατά πόσο η καθ΄ης η αίτηση αδυνατούσε να πληρώσει τα χρέη της δυνάμει του άρθρου 211 του Κεφ. 113, έστω και αν η μαρτυρία κάλυπτε και μια από τις εξειδικευμένες περιπτώσεις του άρθρου 212 του Νόμου που δεν είχε εγερθεί στην αίτηση διάλυσης. Παρόμοιο θέμα εξετάσθηκε και στην υπόθεση Pan-Aman Hotels Ltd ν. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας
(2002)1 Α.Α.Δ.
- Η εφεσείουσα επιδίωξε την ανατροπή της απόφασης με την οποία είχε διαταχθεί η εκκαθάριση της. Η αίτηση βασίσθηκε στα άρθρα 211 και 212 του νόμου. Και σε εκείνη την υπόθεση όπως στην υπό κρίση, δεν προσδιορίσθηκε σε ποιες επιμέρους πρόνοιες των εν λόγω άρθρων στηριζόταν η αίτηση. Το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε ότι η συγκεκριμένη παράλειψη δεν ήταν καταστροφική καθότι στην αίτηση γινόταν προσδιοριστική αναφορά στους λόγους για τους οποίους ζητείτο το διάταγμα εκκαθάρισης. Η πρωτόδικη απόφαση ανατράπηκε, όχι λόγω της πιο πάνω παράλειψης αλλά λόγω της πεπλανημένης προσέγγισης του Δικαστηρίου ότι οι πρόνοιες του άρθρου 211(ε) και 212(α) αποτελούν ξεχωριστούς λόγους εκκαθάρισης μιας εταιρείας. Το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε ότι οι περιπτώσεις που θέτει το άρθρο 212 του νόμου, δεν αποτελούν αυτοτελείς λόγους εκκαθάρισης μιας εταιρείας και δεν παρέχουν ξεχωριστό λόγο, ως πεπλανημένα είχε αποφασίσει το πρωτόδικο δικαστήριο. Η κάθε παράγραφος αναφέρεται σε διαφορετική περίπτωση ανικανότητας της εταιρείας για καταβολή των χρεών της. Το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε επίσης ότι το κενό που δημιουργήθηκε από την παράλειψη του εφεσιβλήτου να προσδιορίσει τη βάση της αίτησης του δεν μπορούσε να πληρωθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση από το περιεχόμενο στην αίτηση καθότι αυτό ήταν ανεπαρκές. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα, αμέσως πιο κάτω: «Η προσέγγιση αυτή ήταν πεπλανημένη, δεν ήταν άσχετη δε με τη βασική πεπλανημένη αντίληψη της ευπαίδευτης Προέδρου ότι το άρθρο 212 προσδιορίζει λόγους επιπρόσθετους των αναφερομένων στο άρθρο
- Με δεδομένη την παράλειψη του Εφεσίβλητου να προσδιορίσει τη βάση της αίτησης του, η προκειμένη δεν ήταν καν περίπτωση που το κενό θα μπορούσε να πληρωθεί από τα περιεχόμενα στην ίδια την ανεπαρκέστατη αίτηση, οι μόνες σχετικές αναφορές στην οποία ήσαν: ΄
- Ο αιτητής, με επιστολή του ημερομηνίας 2.4.2000, κάλεσε την εταιρεία να πληρώσει το οφειλόμενο ποσό, αλλά η Εταιρεία δεν ανταποκρίθηκε.
- Η Εταιρεία αδυνατεί να πληρώσει το χρέος της.
- Υπό τις περιστάσεις και με βάση τα πιο πάνω, είναι δίκαιο και πρέπον να διαλυθεί η Εταιρεία.' Η αναφορά στην παράγραφο 7 ότι ο Εφεσίβλητος με επιστολή του κάλεσε την Εφεσείουσα να πληρώσει το οφειλόμενο ποσό και αυτή δεν ανταποκρίθηκε απέχει από του να τοποθετεί επαρκώς την περίπτωση στα πλαίσια του άρθρου 212(α). Να μην επεκταθούμε όμως, εφ΄όσον η αίτηση, στην έκταση που θεωρήθηκε ότι βασίσθηκε στο άρθρο 212(α), απερρίφθη, παρά μόνο να τονίσουμε ότι αυτό τούτο το άρθρο 212(α) εντάσσεται στα πλαίσια του γενικότερου άρθρου 211(ε) ως προς την ανικανότητα της εταιρείας να πληρώσει τα χρέη της και ορίζει μια συγκεκριμένη περίπτωση που, σύμφωνα με το νόμο, η εταιρεία λογίζεται ότι αδυνατεί να πληρώσει τα χρέη της.» Στρεφόμενη στα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης διαπιστώνω ότι τόσο από το κείμενο της Αίτησης, παραγράφοι 6 -10 όσο και από την Ένορκη Δήλωση, παράγραφοι 4, 5 και 10 που τη συνοδεύει, δεν χωρεί αμφιβολία ότι η Αίτηση εδράζεται στην αδυναμία της Καθ΄ης η Αίτηση να πληρώσει τα χρέη της, που αντιστοιχεί στην παράγραφο (ε) του άρθρου 211, ότι αυτή λογίζεται ότι είναι ανίκανη να τα πληρώσει καθότι ο Αιτητής της επέδωσε απαίτηση πληρωμής, με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 212(α) και η Καθ΄ης η Αίτηση δεν συμμορφώθηκε εντός της καθορισθείσας προθεσμίας, με την πιο πάνω απαίτηση πληρωμής. Παραθέτω αυτούσιες τις παραγράφους 6 μέχρι 10 της Αίτησης και παραγράφους 4, 5 και 10 της Ένορκης Δήλωσης για σκοπούς εύκολης αναφοράς. Παράγραφοι 6 μέχρι 10 της Αίτησης: «
- Η καθ' ης η αίτηση Εταιρεία οφείλει στον αιτητή το ποσό των €86.628, πλέον τόκο 8% ετησίως από 14/6/2007 μέχρι 14/10/2008, τόκο 5,5% ετησίως από 15/10/2008 μέχρι 31/12/2014, τόκο 4% ετησίως από 1/1/2015 μέχρι 31/12/2016 και τόκο 3,5% ετησίως από 1/1/2015 μέχρι 31/12/2016 και τόκο 3,5% ετησίως από 1/1/2017 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα, δυνάμει τελεσιδίκου Δικαστικής απόφασης.
- Την 14/11/2018 ο αιτητής απέστειλε στο εγγεγραμμένο γραφείο της Εταιρείας την απαίτηση πληρωμής που προβλέπει ο Νόμος, η οποία επεδόθη την 4ην/12/2018 στον Διευθυντή της καθ' ης η αίτηση Εταιρείας κ. XXXXX Λεωνίδου.
- Η καθ' ης η αίτηση παρέλειψε να ανταποκριθεί εντός των τριών εβδομάδων.
- Με βάση τα πιο πάνω είναι ισχυρισμός των αιτητών ότι η Εταιρεία είναι αναξιόχρεη και ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της.
- Υπό τις ως άνω περιστάσεις είναι λογικό και δίκαιο όπως η Εταιρεία διαλυθεί.» Παράγραφοι 4, 5 και 10 της Ένορκης Δήλωσης: «
- Στις 14/11/2018 με επιστολή μου ιδίας ημερομηνίας (απαίτηση πληρωμής) εκάλεσα την Εταιρεία να καταβάλει το οφειλόμενο προς εμέ χρέος της. Η Εταιρεία παρά την πάροδο πέραν των τριών εβδομάδων, δεν έχει πληρώσει και/ή ικανοποιήσει την εν λόγω οφειλή.
- Επισυνάπτω σαν ΤΕΚ.Β αντίγραφο της επιστολής ημερ. 14/11/2018 και ΤΕΚ.Γ Ένορκη Δήλωση του επιδότη όσον αφορά την επίδοση της επιστολής στην Εταιρεία και συγκεκριμένα στον Διευθυντή XXXXX Λεωνίδου την 4ην/12/
- Οι διευθυντές της Εταιρείας Αδωνις Τερλικάς και XXXXX Λεωνίδου έλαβαν γνώση της επίδοσης της επιστολής. Συγκεκριμένα ο κ. XXXXX Τερλικάς επανειλημμένα επικοινώνησε μαζί μου και μου εισηγήθηκε τρόπους διευθέτησης, τους οποίους απέρριψα. Συγκεκριμένα μου πρότεινε την παραχώρηση μετοχών άλλων Εταιρειών. Επισυνάπτω επίσης έρευνα που διενήργησαν, οι δικηγόροι μου στο γραφείο του Εφόρου Εταιρειών, από την οποία προκύπτει ότι ο XXXXX Λεωνίδου είναι διευθυντής της Εταιρείας, ΤΕΚ.Δ. ..........................................
- Είναι φανερό ότι η Εταιρεία είναι αναξιόχρεη και δεν μπορεί να ικανοποιήσει τις οφειλές της και ιδιαίτερα την προαναφερόμενη οφειλή της προς το άτομο μου, και πιστεύω και τυγχάνω νομικής συμβουλής από τους δικηγόρους μου ότι είναι ορθό και δίκαιο η Εταιρεία να διαλυθεί από Σεβαστό Δικαστήριο.» Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσια και την απαίτηση πληρωμής που επιδόθηκε στην Καθ΄ης η Αίτηση, τεκμήριο Β στην Ένορκη Δήλωση. Είναι άξιο να σημειωθεί ότι τόσο στο τίτλο του εν λόγω εγγράφου όσο και στο κείμενο αυτού, αναγράφεται με ρητό και σαφή τρόπο ότι η απαίτηση πληρωμής έγινε δυνάμει του άρθρου 212(α) του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.
- «Επί τοις αφορώσι τον Περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 ΑΠΑΙΤΗΣΗ ΠΛΗΡΩΜΗΣ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 212(α) ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΝΟΜΟΥ ΚΕΦ. 113 και Επί τοις αφορώσι την απαίτηση του κ. Κώστα Καθητζιώτη, από Λευκωσία. Προς τους κ. A.L. PROCHOICE GROUP PUBLIC LTD ................. Λευκωσία 14/11/2018 Κύριοι, Δια της παρούσης απαιτώ την πληρωμή εντός είκοσι μιας ημερών από λήψεως της παρούσης του ποσού των €86.626 πλέον τόκο 8% ετησίως από 14/6/2007 μέχρι 14/10/2008, τόκο 5,5% ετησίως από 15/10/2008 μέχρι 31/12/2014, τόκο 4% ετησίως από 1/1/2015 μέχρι 31/12/2016 και τόκο 3,5% το χρόνο από 1/11/2017 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή για την διεκδίκηση των οποίων επιφυλάττω τα δικαιώματα μου. Η παρούσα αίτηση ζητείται δια τους σκοπούς του άρθρου 212(α) του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.
- Η ανωτέρω απαίτηση προέρχεται από απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην αγωγή υπ.αρ. XXXXX/2007 ημερ.6/7/
- Διατελώ, (ΥΠ) ............. Κώστας Καθητζιώτης» Καταλήγω ότι η παράλειψη συμπερίληψης των επιμέρους προνοιών των άρθρων 211 και 212 του νόμου αποτελεί απλή παρατυπία και δεν είναι καθοριστικής σημασίας για την έκβαση της Αίτησης. Η ευπαίδευτη συνήγορος του Αιτητή εισηγήθηκε ότι η παρατυπία αυτή μπορεί να θεραπευθεί από το Δικαστήριο. Προς υποστήριξη της θέσης της επικαλέστηκε τις πρόνοιες της Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η πιο πάνω Διάταξη δημιουργεί ένα διαδικαστικό μέσο, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει ο διάδικος για να θεραπεύσει παρατυπίες στη διαδικασία, εφόσον αυτές είναι θεραπεύσιμες. Παραθέτω τις πρόνοιες της πιο πάνω Διάταξης αυτούσιες, αμέσως πιο κάτω: «
- 1.
(1)H μη συμμόρφωση, λόγω οποιασδήποτε πράξεως ή παραλείψεως, με τα προβλεπόμενα από τους παρόντες Κανονισμούς, αναφορικά με χρόνο, τόπο, τρόπο, τύπο, περιεχόμενο ή οτιδήποτε άλλο κατά την έναρξη ή τη φερόμενη έναρξη οποιασδήποτε διαδικασίας, ή σε σχέση με αυτή, θα θεωρείται παρατυπία και δε θα καθιστά άκυρη τη διαδικασία, οποιοδήποτε βήμα στη διαδικασία, ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή.
(2)Τηρουμένης της παραγράφου
(3), το Δικαστήριο δύναται, εφόσο διαπιστώσει τέτοια μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς, όπως προβλέπεται στην παράγραφο
(1), και υπό τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, όπως κρίνει δίκαιο, να παραμερίσει εξ ολοκλήρου ή εν μέρει τη διαδικασία στην οποία επεσυνέβη η μη συμμόρφωση, οποιοδήποτε βήμα έγινε στη διαδικασία εκείνη, ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή, ή ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχουν οι παρόντες Κανονισμοί, να επιτρέψει τέτοιες τροποποιήσεις, εάν χρειάζονται, και να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, εάν χρειάζεται, αναφορικά με τη διαδικασία γενικά, όπως κρίνει πρέπον.
(3)........................................2. Αίτηση για παραμερισμό οποιασδήποτε διαδικασίας, οποιουδήποτε βήματος που έγινε σε οποιαδήποτε διαδικασία, ή οποιουδήποτε εγγράφου, αποφάσεως ή διατάγματος σε αυτή, λόγω παρατυπίας, δε θα επιτρέπεται, εκτός εάν υποβάλλεται μέσα σε εύλογο χρόνο και προτού o διάδικος που υπέβαλε την αίτηση προβεί σε οποιοδήποτε νέο βήμα, αφότου η παρατυπία περιήλθε σε γνώση του. Οι προτεινόμενοι λόγοι για παραμερισμό δυνάμει του παρόντος Κανόνα, θα αναφέρονται στην αίτηση.» Στην υπόθεση Wunderlich v Παναγιώτου
(1999)1 A.A.Δ. 366, το Ανώτατο Δικαστήριο εξέτασε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες μπορεί να θεραπευθεί μια παράλειψη συμμόρφωσης με τους Κανονισμούς στη βάση της Δ.64 των Θεσμών. Η υπόθεση, αφορούσε αίτηση παρακοής στην οποία δεν είχε συμπεριληφθεί το άρθρο 42 του Νόμου 14/60, η επίκληση του οποίου ήταν υπό τις περιστάσεις επιβεβλημένη. Η παράλειψη συμπερίληψης του πιο πάνω άρθρου κρίθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι επρόκειτο για παρατυπία που μπορούσε να θεραπευθεί με βάση τις πρόνοιες της Δ.
- Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «Ποιές είναι τώρα οι συνέπειες της σχετικής παράλειψης; Με βάση την νομολογία μας (βλ. Μαχλουζαρίδης, πιο πάνω) η παράλειψη καθιστά άκυρη την αίτηση. Ωστόσο έχει προταθεί πως η αίτηση μπορεί να διασωθεί κατ' εφαρμογή των προνοιών της νέας Δ.64 (βλ. τον Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) Διαδικαστικό Κανονισμό του 1995). Πράγματι σκοπός της νέας Δ.64 ήταν η κατάργηση της διάκρισης μεταξύ μη συμμόρφωσης με διαδικαστικούς θεσμούς, η οποία καθιστά τη διαδικασία άκυρη και μη συμμόρφωση η οποία απλώς καθιστά την διαδικασία παράτυπη (βλ. Supreme Court Practice 1999, σελ. 10). Οποιαδήποτε μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς θεωρείται ως παρατυπία η οποία μπορεί να θεραπευθεί με τον τρόπο και τη διαδικασία που προβλέπεται από τη νέα Δ.
- Έτσι μετά τη θέσπιση της νέας Δ.64 παρέχεται διακριτική ευχέρεια διάσωσης στην κατάλληλη περίπτωση δικονομικών μέτρων, τα οποία πριν την τροποποίηση εθεωρούντο άκυρα (Βλ. Γιάννη ν. Αναπληρωτή Εφόρου Μηχανοκινήτων Οχημάτων κ.ά.
(1995)3 Α.Α.Δ. 334, Δημοκρατία ν. Lion Ins. Agency Ltd
(1995)3 A.A.Δ. 338, 340 και Panayiotis Georghiou (Catering Ltd) κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1996)3 A.A.Δ. 323). Ωστόσο πρέπει να υπομνησθεί πως η εξουσία που δίδεται στο δικαστήριο από τη νέα Δ.64 είναι εξουσία για θεραπεία των παρατυπιών που αποτελούνται από παράλειψη συμμόρφωσης με τους θεσμούς. Το δικαστήριο δεν έχει εξουσία να θεραπεύσει θεμελιώδεις παραλείψεις (Βλ. The Supreme Court Practice 1999, σελ. 10 όπου υποδεικνύεται επίσης "πως η πρόνοια για την ύπαρξη του ενάγοντα κατά την ημερομηνία έναρξης της διαδικασίας αποτελεί βασική νομική αρχή παρά απαίτηση των θεσμών"). ............................................................................................. Πώς όμως επιτυγχάνεται η θεραπεία και μάλιστα σε περιπτώσεις, όπως η παρούσα, όπου η άλλη πλευρά δεν έχει εγείρει θέμα ακυρότητας ή παρατυπίας; Και ποιοί είναι οι παράγοντες που ασκούν επιρροή στην άσκηση της σχετικής διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου όταν εξετάζει τα ζητήματα παρατυπίας; Το θέμα έχει τύχει αντιμετώπισης από το Αγγλικό Εφετείο στην Metroinvest Ansalt and Others v. Commercial Union [1985] 1 W.L.R. 513, 520, 521,
- Στην υπόθεση εκείνη έχει ερμηνευθεί η νέα αγγλική Δ.2 - αντιστοιχεί με τη δική μας νέα Δ.64 - και από τη μελέτη της απόφασης προκύπτουν τα εξής:
- Όπου διαπιστώνεται παρατυπία λόγω παράλειψης συμμόρφωσης με τους Θεσμούς το παράτυπο μέτρο ή έγγραφο παραμένει παράτυπο inter partes μέχρις ότου το ζήτημα εξεταστεί από το δικαστήριο δυνάμει της νέας Δ.64 θ.
- Επιβάλλεται η εξέταση του ζητήματος της παρατυπίας από το δικαστήριο έστω και αν τέτοιο ζήτημα δεν είχε εγερθεί από τους διάδικους.
- Η παραίτηση της άλλης πλευράς, με τρόπο ρητό ή εξυπακουόμενο, από το δικαίωμα που της παρέχεται λόγω της παρατυπίας αποτελεί καλό λόγο για να γίνει αποδεκτή η παρατυπία.
- Ένας από τους κύριους λόγους που λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δυνάμει της Δ.64 θ.2 είναι ο δυσμενής επηρεασμός (prejudice) της άλλης πλευράς λόγω της συγκεκριμένης παρατυπίας. Ωστόσο η νέα Δ.64 θ.2 είναι διατυπωμένη με τρόπο που να παρέχει στο δικαστήριο την ευρύτερη δυνατή εξουσία για να απονέμει δικαιοσύνη*.
- Στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το δικαστήριο μπορεί να παραμερίσει πλήρως ή μερικώς τη διαδικασία στην οποία έχει σημειωθεί η παρατυπία ή - διαζευκτικά - "να εκδώσει τέτοιο διάταγμα αναφορικά με τη διαδικασία γενικά όπως κρίνει πρέπον".» Εξίσου διαφωτιστική επί του πιο πάνω θέματος είναι και η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση ANS Secretaries Ltd v. Orlando Management FZ LLC ECLI:CY:AD:2014:A458, Π.Ε. 362/2009, ημερομηνίας 03.07.
- Ένα από τα θέματα που εξετάστηκε από το Δικαστήριο ήταν κατά πόσο η παράλειψη σφράγισης του κλητηρίου ήταν μοιραία για τη διαδικασία. Το πρωτόδικο δικαστήριο κατέληξε ότι η παράλειψη του Πρωτοκολλητή να σφραγίσει το κλητήριο ήταν θεραπεύσιμη, δυνάμει της Δ.64 και δεν επηρέαζε την εγκυρότητα της αγωγής, απόφαση που επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα που ομιλεί από μόνο του: «Με τη νέα Διάταξη 64, όπως αυτή τροποποιήθηκε με το Διαδικαστικό Κανονισμό 2/95, η προσπάθεια του Δικαστηρίου θα πρέπει πάντοτε να κλίνει υπέρ της διάσωσης οποιουδήποτε δικονομικού μέτρου που παρεκκλίνει από τους Θεσμούς, ενώ προηγουμένως αυτό θα εθεωρείτο άκυρο. Ωστόσο, στη νομολογία τονίζεται ότι η Δ.64 δεν είναι πανάκεια και δεν μπορεί να χρησιμοποιείται για να θεραπεύει θεμελιώδεις παραλείψεις και ελαττώματα ασύνδετα προς αυτούς (βλ. Karl Heinz Wunderlich κ.α. ν. Παναγιώτου, ανωτέρω, Πετρίχου ν. Χατζηιωσήφ
(1998)1 ΑΑΔ 81 και Φαλέκκου ν. Χριστοφίδη, ανωτέρω και Κυριάκου κ.α. ν. Φραντζίδη
(1999)1 ΑΑΔ 2035). Όμως δεν συμφωνούμε ότι η παρούσα είναι τέτοια. ....................................... Επομένως η παρατυπία που διαπιστώνεται ήταν θεραπεύσιμη και ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο θεώρησε ότι ως αποτέλεσμα της ενώπιον του διαδικασίας και της κρίσης του επί αυτής, η παρατυπία θα έπρεπε να θεωρηθεί ότι είχε θεραπευθεί χωρίς να χρειάζεται πρόσθετη αίτηση. Είναι γεγονός ότι στις υποθέσεις Olympic Designs (Properties) Ltd v. Unique UK Inc.
(2010)1B 1395 και Αρέστη ν. Ερμογένους (Κόκονα)
(2010)1Γ ΑΑΔ 1844, αποφασίστηκε ότι όπου διαπιστώνεται θεραπεύσιμη παρατυπία, αυτή θα πρέπει να θεραπευθεί «εννοείται με ευθύνη του υπεύθυνου για την παρατυπία». Δεν διαφωνούμε. Όμως τα δικαστήρια έχουν διακριτική ευχέρεια στην κατάλληλη περίπτωση, όπως είναι η παρούσα, να ασκήσουν τη διακριτική τους ευχέρεια και να θεωρήσουν την παρατυπία που διαπιστώνεται ως θεραπευθείσα. Όμως αυτό θα πρέπει να γίνεται με φειδώ. Εάν όλες οι παρατυπίες θεραπεύονται αυτόματα, δεν θα υπάρχει πλέον κανένα κίνητρο για το διάδικο που διαπράττει την παρατυπία να αποτείνεται στο δικαστήριο για να την θεραπεύσει (βλ. Φαλέκκου ν. Χριστοφίδη, ανωτέρω). Αντίθετα, για να αποφύγει την πληρωμή τυχόν εξόδων, θα προτιμά να επαναπαύεται αναμένοντας τον αντίδικό του να κινηθεί και το δικαστήριο να ενεργήσει κατά τρόπο που να θεωρεί την παρατυπία ως θεραπευθείσα. Αυτό κατά την άποψή μας θα πρέπει να αποφεύγεται από τους δικηγόρους, καθότι δεν αποτελεί την καλύτερη πρακτική σε τέτοιες περιπτώσεις. Προτού εγκαταλείψουμε αυτό το λόγο έφεσης, θα θέλαμε να αναφέρουμε ότι η τροποποίηση και εκσυγχρονισμός των θεσμών μας, είναι εκ των ων ουκ άνευ. Όμως, μέχρι να γίνει αυτό κατορθωτό, θα πρέπει και οι δικηγόροι, ως λειτουργοί της δικαιοσύνης και άμεσα εμπλεκόμενοι στο όλο σύστημα απονομής δικαιοσύνης, να αποφεύγουν την υποβολή τυπολατρικών εισηγήσεων για επουσιώδεις παραβάσεις των θεσμών οι οποίες ουδόλως επηρεάζουν τον αντίδικο και τίποτε δεν προσθέτουν παρά μόνο καθυστερούν περαιτέρω τις διαδικασίες και ασκούν πιέσεις στον περιορισμένο χρόνο που έχουν στη διάθεσή τους τα δικαστήρια για εκδίκαση πιο σοβαρών και ουσιαστικών θεμάτων.» Στην κρινόμενη περίπτωση η Καθ΄ης η Αίτηση καταχώρισε Ένσταση, έλαβε μέρος στη διαδικασία και δεν έχει εγείρει το θέμα της συγκεκριμένης παράλειψης παρά μόνο στο στάδιο των αγορεύσεων. Δεν παραγνωρίζω ότι ένας από τους λόγους ένστασης που προβλήθηκε ήταν ότι «η Αίτηση είναι παράτυπη, αντικανονική και δεν στηρίζεται στους ορθούς Νόμους, Κανονισμούς και ή Θεσμούς». Ο τρόπος όμως που είναι διατυπωμένος ο πιο πάνω λόγος είναι γενικός και αόριστος. Πέρα τούτου διαπιστώνω ότι στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση όχι μόνο δεν δίδονται οποιαδήποτε στοιχεία και ή διευκρινίσεις αλλά δεν γίνεται καν μνεία στο θέμα αυτό. Ανεξαρτήτως τούτου όμως, και αν ακόμη το θέμα της συγκεκριμένης παρατυπίας δεν τέθηκε ενώπιο του Δικαστηρίου με τον ορθό και ενδεδειγμένο τρόπο, το Δικαστήριο έχει εξουσία να εξετάσει τις επιπτώσεις της παρατυπίας και να λάβει τα μέτρα που προβλέπονται από τη Δ.64 θ.
- Σύμφωνα με το Supreme Court Practice 1999, σελ. 10, από το σύνολο της νομολογίας προκύπτει πως η Δ.2 θ.1 πρέπει να εφαρμόζεται με φιλελεύθερο τρόπο, στο βαθμό που αυτό είναι εύλογο και ορθό για να αποτρέπεται η πρόκληση αδικίας σε ένα διάδικο, λόγω της αλόγιστης προσήλωσης στους διαδικαστικούς θεσμούς. Πρόκειται για περίπτωση άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Επισημαίνω ότι η Αγγλική Διάταξη 2 αντιστοιχεί στη Διάταξη 64 των Κυπριακών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Το Δικαστήριο, κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, λαμβάνει υπόψη τυχόν δυσμενή επηρεασμό της άλλης πλευράς (βλ. Metroinvest (πιο πάνω), Carmel Exporters (Sales) Ltd v. Sea-Land Services Inc. [1981] 1 W.L.R. 1068, 1079), τυχόν πρόκληση αδικίας στον διάδικο που ευθύνεται για την παρατυπία (βλ. Leal v. Dunlop Bio-Process Inter Ltd [1984] 1 W.L.R. 874, 881) και την έκταση της παρατυπίας. Στην κρινόμενη περίπτωση η Καθ΄ης η Αίτηση δεν έχει υποστεί οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό. Έχει λάβει μέρος στη διαδικασία και έχει υποστηρίξει τις θέσεις της που είχαν ως επίκεντρο τη θέση του Αιτητή ότι αυτή αδυνατούσε να πληρώσει τα χρέη της και ότι δεν συμμορφώθηκε με την απαίτηση πληρωμής. Είναι δε άξιο να επισημανθεί ότι η ίδια η Καθ΄ης η Αίτηση στην παράγραφο 4 της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση της κάνει ρητή αναφορά στο άρθρο 212 (α) του νόμου, ενώ στην επόμενη παράγραφο ισχυρίζεται ότι δεν είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της. Παραθέτω τις σχετικές παραγράφους αυτούσιες: «
- Η επίδοση της παρούσας Αίτησης, όπως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μας, δεν έγινε νομότυπα και κανονικά, είναι αντικανονική, παράτυπη, παράνομη και άκυρη και δεν επεδόθη σύμφωνα με το Άρθρο 212(α) του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.
- Η Καθ' ης η Αίτηση δεν είναι ανίκανη να αποπληρώσει τα χρέη της, έχει δε αρκετή περιουσία.» Τα πιο πάνω υποδηλούν ότι η Καθ΄ης η Αίτηση γνώριζε πολύ καλά την υπόθεση που είχε να αντιμετωπίσει και τους λόγους επί των οποίων στηρίζεται η υπό κρίση Αίτηση για εκκαθάριση της. Περαιτέρω επισημαίνω ότι το μέγεθος της παρατυπίας δεν ήταν μεγάλο. Η παρατυπία έγκειται στην παράλειψη αναφοράς των επιμέρους προνοιών των πιο πάνω άρθρων από το περιεχόμενο όμως της Αίτησης και της Ένορκης Δήλωσης που τη συνοδεύει καθίσταται με τρόπο σαφή και ρητό ότι η Αίτηση εδράζεται στην αδυναμία της εταιρείας να πληρώσει τα χρέη της που πηγάζει από την παράλειψη της να ικανοποιήσει την απαίτηση πληρωμής που της επιδόθηκε. Κάτω από τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης και καθοδηγούμενη από τις νομολογιακές αρχές που παρέθεσα πιο πάνω, θεωρώ ότι η παρατυπία είναι θεραπεύσιμη. Εκδίδεται διάταγμα απαλλαγής από την παρατυπία (βλ. Leal v. Dunlop Bio-Process Inter Ltd και Wunderlich v Παναγιώτου πιο πάνω). Στρεφόμενη στην ουσία της υπόθεσης, ήτοι κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 211(ε) και 212(α) του νόμου για εκκαθάριση της εταιρείας, επισημαίνω ότι με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιο του Δικαστηρίου προκύπτουν τα πιο κάτω γεγονότα: Την 6.7.2018 εκδόθηκε, κατόπιν ακρόασης, απόφαση από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, στα πλαίσια της αγωγής 7407/2008, υπέρ του Αιτητή και εναντίον της Καθ΄ης η Αίτηση και της Salamis Tours Holdings Ltd, αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα, για το ποσό των Ευρώ 86.626, πλέον τόκο 8% ετησίως από τη 14.06.2007 μέχρι τη 14.10.2008, τόκο 5.5% ετησίως από τη 15.10.2008 μέχρι τη 31.12.2014, τόκο 4% ετησίως από τη 1.1.2015 μέχρι τη 31.12.2016 και 3.5% ετησίως από τη 1.1.2017 μέχρι εξοφλήσεως. Αντίγραφο της απόφασης επισυνάπτεται ως τεκμήριο Α στην Αίτηση. Την 5.12.2018 επιδόθηκε στον XXXXX Λεωνίδου, ήτοι το διευθυντή της Καθ΄ης η Αίτηση, από ιδιώτη επιδότη, απαίτηση πληρωμής, στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας, με την οποία τον καλούσε να εξοφλήσει εντός 21 ημερών τη επίδικη οφειλή. Η απαίτηση πληρωμής και η ένορκη δήλωση επίδοσης επισυνάπτονται ως τεκμήρια Β και Γ αντίστοιχα στην Αίτηση. Η Καθ΄ης η Αίτηση δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό έναντι του χρέους, με επιστολή όμως, ημερομηνίας 9.1.2019, πληροφόρησε τον Αιτητή ότι δεν είναι σε θέση να καταβάλει το ποσό σε μετρητά και ως εκ τούτου τού πρότεινε να της παραχωρήσει μετοχές εταιρείας εισηγμένης στο ΧΑΚ αξίας Ευρώ 208.
- Ο Αιτητής απόρριψε την πιο πάνω πρόταση. Καταλήγω ότι η Καθ΄ης η Αίτηση είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 209, 211 (ε) και 212(α), εφόσον παρέλειψε να συμμορφωθεί με την απαίτηση πληρωμής που της επιδόθηκε ή να εξασφαλίσει ή να διευθετήσει το ποσό που όφειλε προς εύλογη ικανοποίηση του Αιτητή. Εκδίδεται διάταγμα διατάττον την εκκαθάριση της εταιρείας A.L. PROCHOICE GROUP PUBLIC LTD. Ως εκκαθαριστής διορίζεται ο Επίσημος Παραλήπτης. Πιστό αντίγραφο του διατάγματος να επιδοθεί το συντομότερο δυνατό από τον Αιτητή στον Εφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη. Τα έξοδα της Αίτησης ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση. (Υπ.) ........................ Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο