← Κύπρος

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΚΑΙ ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ κ.α., Αρ. Αίτησης /Έφεσης:

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΚΑΙ ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ κ.α., Αρ. Αίτησης /Έφεσης: 26/19, 17/2/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2021:A6 ΕΝ ΤΩ ΕΠΑΡΧΙΑΚΩ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Τ.Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης /Έφεσης: 26/19 Επί τοι αφορώσι τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965, όπως τροποποιήθηκε από το Άρθρο 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 Και Επί τοις αφορώσι την Αίτηση της ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ, εκ Λευκωσίας Αιτητές/Εφεσείοντες Και ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΚΑΙ ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ BUTTERFLY HOLDIΝGS CONSTRUCTION LTD (A.E.160041), υπό διαχείριση, εκ Λάρνακας XXXXX DONGFANG, εκ Λάρνακας Καθ' ων η Αίτηση/Εφεσίβλητοι Ημερομηνία: 17 Φεβρουαρίου,

  1. Εμφανίσεις: Για Εφεσείουσα - Αιτήτρια: κα Ρ.Καραμανή για Χριστόφορος Ιωάννου ΔΕΠΕ Για Εφεσίβλητο 1 - Καθ΄ ου η Αίτηση: κα Θ. Κουμή για Γενικό Εισαγγελέα Για Εφεσίβλητο 2- Καθ' ης η Αίτηση : Καμία εμφάνιση Για Εφεσίβλητο 3 - Καθ΄ ου η Αίτηση: Γ.Αργυρίδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση Αίτηση/Έφεση, η Αιτήτρια/Εφεσείουσα, που θα αναφέρεται απλώς ως η «Αιτήτρια», αξιώνει την ακύρωση της απόφασης του Διευθυντή Κτηματολογίου - Καθ' ου η Αίτηση 1, ημερομηνίας 20/02/2019 με την οποία απορρίφθηκε η ένσταση των Αιτητών και αποφασίστηκε η μεταβίβαση του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/XXXXX, Φ/Σχ. 40/64 Ε2, τεμάχιο 8/XXXXX, στην ενορία Άγιος Νικόλαος στην Επαρχίας Λάρνακας, στο όνομα του Καθ' ου η Αίτηση 3, ως «εγκλωβισμένου αγοραστή», δυνάμει του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου 9/1965, Μέρος VIB. Το ακίνητο που μεταβιβάστηκε είναι το διαμέρισμα XXXXX, στο XXXXX Μέγαρο. Προτού παραθέσω τις θέσεις που προβλήθηκαν ενώπιον μου από την Αιτήτρια και τους Καθ΄ων η αίτηση 1 και 3, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω συνοπτικά τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση και είναι αποδεκτά και από όλα τα μέρη. Σημειώνω ότι η Καθ΄ης η αίτηση 2, η οποία τελεί υπό διαχείριση, δεν εμφανίσθηκε στην διαδικασία. Δυνάμει συμφωνίας ημερομηνίας 28/05/2012 η Αιτήτρια παραχώρησε στην εταιρεία KITTOLA DEVELOPMENTS LTD δάνειο ύψους €960.
  2. Προς εξασφάλιση των πιο πάνω δανείων η Καθ΄ης η αίτηση 2 ενέγραψε προς όφελος της Αιτήτριας την υποθήκη με αριθμό XXXXX/2012, επί των ακινήτων με αρ. εγγραφής 8/XXXXX και 8/XXXXX, ημερομηνίας 30/05/
  3. Δυνάμει δεύτερης συμφωνίας, ημερομηνίας 28/05/2012, η Αιτήτρια παραχώρησε στην εταιρεία AN. PA. DEVELOPERS LTD δάνειο ύψους €960.
  4. Προς εξασφάλιση του πιο πάνω δανείου η Καθ΄ης η αίτηση 2 ενέγραψε προς όφελος της Αιτήτριας την υποθήκη με αριθμό XXXXX/2012, επί των ακινήτων με αρ. εγγραφής 8/XXXXX και 8/XXXXX, ημερομηνίας 30/05/
  5. Κατόπιν έκδοσης ξεχωριστών τίτλων των ακινήτων με αρ. εγγραφής 8/XXXXX και 8/XXXXX, οι εν λόγω υποθήκες μεταφέρθηκαν και στο ακίνητο με αρ.εγγραφής 0/XXXXX, που είναι το επίδικο ακίνητο. Το επίδικο ακίνητο είναι ένα από τα ακίνητα που προέκυψε από την έκδοση ξεχωριστών τίτλων. Η Καθ΄ης η Αίτηση 2 πώλησε στον Καθ΄ου η Αίτηση 3 το επίδικο διαμέρισμα και υπεγράφη για το σκοπό αυτό σχετική συμφωνία, ημερομηνίας 08.08.
  6. Η πιο πάνω συμφωνία κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακα, τη 30.08.
  7. Η Αιτήτρια δεν έδωσε τη συγκατάθεση της για την πώληση του επιδίκου διαμερίσματος. Τη 13.11.2017 ο Καθ΄ου η Αίτηση 3 κατέθεσε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας την αίτηση ΑΕΑ370/2017, αίτηση εγκλωβισμένου αγοραστή, με βάση τις πρόνοιες του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύεσεως Νόμου 9/1965, ως έχει τροποποιηθεί από το Νόμο 139(Ι)/
  8. Προσκόμισε ένορκη δήλωση εξόφλησης του τιμήματος και βεβαίωση εξόφλησης εκ μέρους του πωλητή. Η Καθ΄ης η αίτηση 2 όφειλε στην Αιτήτρια, σύμφωνα με την τελευταία, κατά την ημερομηνία καταχώρισης της Αίτησης/Έφεσης, το ποσό των €681.100,61, και για το δεύτερο λογαριασμό το ποσό των €695.688,99.- πλέον τόκους επί των πιο πάνω ποσών από 01/01/
  9. Οι εν λόγω λογαριασμοί έχουν τερματιστεί από την Αιτήτρια τον Ιανουάριο του
  10. Την 07/01/2019 ο Καθ' ου η Αίτηση 1 απέστειλε Ειδοποίηση στην Αιτήτρια Τύπου «ΙΕ» που αφορά τη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/XXXXX στο όνομα του Καθ' ου η Αίτηση 3, δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου με αριθμό εγγραφής, ΠΩΕ753/2012, ημερομηνίας 30/08/
  11. Πρόκειται για το τεκμήριο 9 που επισυνάπτεται στην Αίτηση. Η Αιτήτρια καταχώρισε ένσταση στην πιο πάνω Ειδοποίηση. Στην ένσταση της εγείρει θέμα αντισυνταγματικότητας του σχετικού Νόμου και προβάλλει τη θέση ότι η Καθ΄ης η αίτηση 2 δεν κατείχε άλλη ακίνητη περιουσία, ελεύθερη εμπραγμάτων βαρών, στην οποία θα μπορούσαν να μεταφερθούν οι επίδικες υποθήκες. Ο Καθ΄ου η Αίτηση 1 απέρριψε την ένσταση της Αιτήτριας, σχετική είναι η επιστολή που τής απέστειλε, ημερομηνίας 20.09.
  12. Η απόφαση του στηρίχθηκε στις πρόνοιες του άρθρου 44ΚΒ, του εδαφίου 3, του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτου Νόμου 9/
  13. Ήταν η θέση του ότι η ένσταση μπορούσε να γίνει δεκτή μόνο εάν δεν είχαν εκπληρωθεί πλήρως οι συμβατικές υποχρεώσεις του αγοραστή έναντι του πωλητή ή αν η σύμβαση μεταξύ πωλητή και αγοραστή ήταν άκυρη ή είχε τερματισθεί. Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν ικανοποιείτο οποιαδήποτε από τις πιο πάνω προϋποθέσεις και ενόψει τούτου η ένσταση απορρίφθηκε. Η Αιτήτρια με την υπό κρίση Αίτηση - Έφεση προβάλλει θέμα αντισυνταγματικότητας των άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ, του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτου Νόμου 9/1965, ως έχει τροποποιηθεί από το Νόμο 139(Ι)/
  14. Συγκεκριμένα, οι πρόνοιες του πιο πάνω Νόμου παραβιάζουν τα άρθρα 23, 26, 28, 29 και 30 του Συντάγματος. Κατά την ακροαματική διαδικασία η εισήγηση της περιορίσθηκε στα άρθρα 23, 26 και 28 του Συντάγματος. Είναι η θέση της ότι η απόφαση του Διευθυντή 'καταστρατηγεί' τις πρόνοιες των επιδίκων συμβάσεων Υποθήκης και παρεμποδίζει την εκτέλεση τους. Τα δικαιώματα της Αιτήτριας που προβλέπονται στις πιο πάνω συμβάσεις, πλήττονται ανεπανόρθωτα. Σε περίπτωση που μεταβιβασθεί το επίδικο διαμέρισμα στο όνομα του Καθ΄ου η Αίτηση 3, η αξία της περιουσίας που είναι υποθηκευμένη προς όφελος της Αιτήτριας θα μειωθεί, οι υποχρεώσεις των εταιρειών που συνήψαν τα δάνεια θα παραμείνουν χωρίς επαρκή εξασφάλιση και η Αιτήτρια θα απωλέσει τα δικαιώματα που πηγάζουν από τις συμφωνίες Υποθήκης, χωρίς να λάβει οποιοδήποτε αντάλλαγμα και ή αποζημίωση για την απώλεια αυτή. Πέρα των πιο πάνω, προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η επίδικη απόφαση του διευθυντή δεν είναι δεόντως αιτιολογημένη. Οι Καθ΄ων η Αίτηση 1 και 3 καταχώρισαν ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση. Υπενθυμίζω ότι ο Καθ΄ου η Αίτηση 2 δεν εμφανίζεται στην παρούσα διαδικασία. Ο Καθ΄ου η Αίτηση 1 ήγειρε προδικαστική ένσταση ότι τα διατάγματα που ζητά η Αιτήτρια είναι 'γενικού και ή αορίστου περιεχομένου' και το Δικαστήριο δεν κέκτηται δικαιοδοσία να τα εκδώσει. Η Αίτηση-Έφεση ενάγει παράνομα και ή παράτυπα το «Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Λάρνακας» αντί το «Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας». Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η Αίτηση/Έφεση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη, οι πρόνοιες του σχετικού Νόμου δεν παραβιάζουν άρθρα του Συντάγματος και εν πάσει περιπτώσει δεν διευκρινίζεται επαρκώς γιατί οι συγκεκριμένες πρόνοιες είναι αντισυνταγματικές. Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιορίζει κατά τρόπο ανεπίτρεπτο το δικαίωμα της Αιτήτριας που προστατεύεται από το άρθρο 23 του Συντάγματος καθότι υπάρχουν 'εναπομείναντα ακίνητα ως εμπράγματη εξασφάλιση σε σχέση με τη συγκεκριμένη υποθήκη'. Σε περίπτωση που ήθελε φανεί ότι υπάρχει κάποιος περιορισμός, αυτός τίθεται προς προστασία δικαιωμάτων τρίτου προσώπου, ήτοι του αγοραστή, υπέρ του οποίου 'επιφυλάσσεται η παράγραφος 3 του άρθρου
  15. Ο Νόμος προστατεύει το δικαίωμα τρίτου προσώπου κατά τρόπο 'εύλογο, αναλογικό και συνταγματικά επιτρεπτό'. Τυχόν έκδοσης των αιτουμένων διαταγμάτων θα συνιστούσε, σύμφωνα πάντα με τη θέση του, ανεπίτρεπτη επέμβαση και ή περιορισμό και ή στέρηση του δικαιώματος περιουσίας του αγοραστή. Απορρίπτει τη θέση ότι παραβιάζεται το άρθρο 26 του Συντάγματος που προστατεύει το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελεύθερα και εισηγείται ότι ακόμη και στην περίπτωση που υπάρχει κάποιος περιορισμός του εν λόγω δικαιώματος, αυτός τίθεται προς 'προστασία του δημόσιου συμφέροντος και/ή των κοινωνικών και οικονομικών συμφερόντων και/ή προς προστασία του κοινού και/ή των πολιτών, κατά τρόπο εύλογο και αναλογικό'. Ο Καθ΄ου η Αίτηση 3 στην ένσταση που καταχώρισε προβάλλει τη θέση ότι η Αιτήτρια δεν έχει locus standi στη διαδικασία καθότι καμιά σχέση έχει με την ενυπόθηκο δανειστή, ήτοι τη Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Μακράσυκας, ενώ το πρόσωπο που υπογράφει την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση/Έφεση δεν ήταν το αρμόδιο πρόσωπο για να προβεί στη συγκεκριμένη ενέργεια. Θέτει και θέμα έλλειψης εξουσίας του παρόντος Δικαστηρίου να εξετάσει ζήτημα αντισυνταγματικότητας του συγκεκριμένου νόμου καθότι, ως αναφέρει χαρακτηριστικά, ' ... δεν μπορεί να λειτουργήσει ως Συνταγματικό Δικαστήριο και/ή το ζήτημα θα πρέπει να παραπεμφθεί στο καθ΄ύλην αρμόδιο δικαστήριο για να αποφασίσει'. Ισχυρίζεται και αυτός όπως και ο Καθ΄ου η Αίτηση 1, ότι η Αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη, ότι η απόφαση του Καθ΄ου η Αίτηση 1 ήταν πλήρως αιτιολογημένη και νομικά ορθή και ότι τα άρθρα του Νόμου επί των οποίων βασίσθηκε δεν παραβιάζουν τις πρόνοιες του Συντάγματος. Σε σχέση με τη συνταγματικότητα του Νόμου, πέραν των όσων προβάλλει ο Καθ΄ου η Αίτηση 1, ο Καθ΄ου η Αίτηση 3 αναφέρει ότι το άρθρο 23 του Συντάγματος δεν τυγχάνει εφαρμογής σε συμβάσεις υποθήκης καθότι η υποθήκη δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως 'ιδιοκτησία΄ ή 'περιουσία'. Η υποθήκη είναι εξασφάλιση επί της περιουσίας, εμπράγματο βάρος. Τυχόν έκδοση δε των αιτουμένων διαταγμάτων θα συνιστούσε ανεπίτρεπτο περιορισμό του δικαιώματος της περιουσίας του Καθ΄ου η Αίτηση
  16. Προσθέτει επίσης τα πιο κάτω, τα οποία θεωρώ σημαντικό όπως παραθέσω αυτούσια. «
  17. Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν προκαλεί ουσιώδη ζημιά στους αιτητές, δεν περιορίζει οποιοδήποτε περιουσιακό δικαίωμα και΄η δεν μειώνει ουσιωδώς την αξία της υποθήκης καθότι υπάρχουν 22 εναπομείναντα ακίνητα που επιβαρύνονται με τις ίδιες επίδικες υποθήκες τα οποία υπερκαλύπτουν τις οφειλές για τις οποίες έχουν δοθεί οι εν λόγω υποθήκες». Σε σχέση με το συγκεκριμένο σημείο αναφέρει ότι η Αιτήτρια παρέλειψε εσκεμμένα να αποκαλύψει στο δικαστήριο ότι μετά την έκδοση ξεχωριστών τίτλων των ενυπόθηκων ακινήτων, προέκυψε αριθμός διαμερισμάτων και καταστημάτων. Παρέλειψε επίσης να αποκαλύψει πόσα ακίνητα ήταν υποθηκευμένα προς όφελος της, τη συνολική αξία αυτών, τον αριθμό των ακινήτων που «απαλλάχθηκαν» από την υποθήκη και τα ποσά που καταβλήθηκαν για το σκοπό αυτό . Τα στοιχεία αυτά ο Καθ΄ου η Αίτηση 3 δεν θα μπορούσε να τα παρουσιάσει στο Δικαστήριο καθότι αποτελούν προσωπικά δεδομένα και δεν έχει πρόσβαση σε αυτά. Στην ένορκη δήλωση του επισυνάπτεται κατάλογος, που εκτυπώθηκε από την ιστοσελίδα του Κτηματολογίου, ο οποίος περιλαμβάνει τα στοιχεία των ακινήτων που προέκυψαν μετά την έκδοση ξεχωριστών τίτλων. Η συνολική αξία τους, σύμφωνα πάντα με το πιο άνω τεκμήριο, τη 01.01.2018, ανερχόταν σε Ευρώ 3.541.
  18. Το επίδικο ακίνητο εκτιμήθηκε, ευρώ 127.
  19. Αν αφαιρεθεί από το ποσό των Ευρώ 3.541.500 η αξία του επιδίκου, θα παραμείνει το ποσό των Ευρώ 3.414.500, που υπερκαλύπτει, σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς του, το ενυπόθηκο χρέος, τρεις περίπου φορές. Στην παράγραφο 18 της Ένορκης Δήλωσης του, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι το τίμημα πωλήσεως που κατέβαλε ο Καθ' ου η αίτηση 3 κατατέθηκε στους λογαριασμούς δανείων που αφορούν τις επίδικες υποθήκες. Για την κατ΄ ισχυρισμό παραβίαση του άρθρου 26 του Συντάγματος , ο ομνύοντας αναφέρει ότι τυχόν περιορισμοί που επιβάλλονται από το Νόμο είναι επιτρεπτοί καθότι είναι προς προστασία του κοινού και των καλόπιστων τρίτων, του δημοσίου συμφέροντος, των οικονομικών και κοινωνικών συμφερόντων μεγάλου αριθμού πολιτών , ΄... και ή τίθεται προς προστασία από πρόσωπα τα οποία κατέχουν ιδιάζουσα οικονομική ισχύ'. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ουδεμία 'επίδραση' υπήρξε επί των επιδίκων συμφωνιών καθότι η εξασφάλιση που έχει η Αιτήτρια είναι «υπέρμετρα περισσότερη» από το πραγματικό οφειλόμενο ποσό. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε επίδραση επί των επιδίκων συμφωνιών και κατ΄επέκταση παραβίαση του άρθρου 26 του Συντάγματος. Η Αιτήτρια καταχώρισε κατόπιν σχετικής αδείας του δικαστηρίου, συμπληρωματική ένορκη δήλωση, η οποία ετοιμάσθηκε από τον Χριστόφορο Σωτηρίου, που είναι ένας εκ των λειτουργών που χειρίζεται τις δικαστικές υποθέσεις της Αιτήτριας. Ο ομνύοντας παραθέτει λεπτομερή στοιχεία σε σχέση με τις συγχωνεύσεις και τις μετονομασίες της Αιτήτριας και επισυνάπτει για το σκοπό αυτό τις σχετικές δημοσιεύσεις. Στην ένορκη δήλωση του επισυνάπτει τα πληρεξούσια που είχαν δοθεί στον ίδιο και στην Μαρίνα Χριστοφόρου Σολωμού, με τα οποία η Αιτήτρια τούς εξουσιοδότησε να προβούν στις συγκεκριμένες ένορκες δηλώσεις. Σε σχέση με την ουσία της υπόθεσης αναφέρει ότι για τα δύο επίδικα ακίνητα, 8/XXXXX και 8/XXXXX, ' ... το εγγεγραμμένο ιδιόκτητο μερίδιο της Καθ' ης η Αίτηση 2, ως ενυπόθηκη οφειλέτιδα, μειώθηκε στα 58/100 με το υποθηκευμένο μερίδιο και για τις δύο επίδικες υποθήκες να είναι το 25/100 του εγγεγραμμένου μεριδίου». Η επίδικη υποθήκη «αφορά μόνο το 14.5% επί του όλου». Μετά την έκδοση ξεχωριστών τίτλων, οι επίδικες υποθήκες καλύπτουν μόνο έντεκα

(11)από τις εν λόγω εγγραφές, πρόκειται για έντεκα διαμερίσματα. Η αξία που ανέφερε ο Καθ΄ου η Αίτηση 3 στην παράγραφο 13 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση, ήτοι ότι η συνολική τους αξία ανερχόταν σε Ευρώ 3.541.5000, αφορά όλα τα ακίνητα και όλες τις ξεχωριστές εγγραφές. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η πραγματική αξία του ακινήτου δεν είναι αυτή που αναγράφεται στην εκτίμηση του Κτηματολογίου που επισυνάπτεται στην ένσταση. Η πιο πάνω εκτίμηση έγινε με μοναδικό σκοπό την επιβολή φορολογίας. Απορρίπτει και τη θέση ότι η αξία των ακινήτων από το 2018 και εντεύθεν ήταν ανοδική. Σε σχέση με τα χρεωστικά υπόλοιπα των επιδίκων λογαριασμών αναφέρει ότι αυτά έφεραν τόκο με αποτέλεσμα τα ποσά που αξιώνει η Αιτήτρια να αυξάνονται με την πάροδο του χρόνου λόγω του γεγονότος αυτού. Η διαγραφή της επίδικης υποθήκης έχει ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα την μείωση των εξασφαλίσεων σε βαθμό που να μη καλύπτουν το οφειλόμενο χρέος. Στην προκειμένη περίπτωση και αν ακόμη γίνουν αποδεκτές οι αξίες του Κτηματολογίου, την 01.01.2018, σε σχέση με τα ενυπόθηκα ακίνητα, ως ορθές, οι αξίες συμποσούνται στο ποσό των Ευρώ 1.432.900, το οποίο δεν καλύπτει το ενυπόθηκο χρέος. Ο ομνύονας απορρίπτει και τον ισχυρισμό ότι το ποσό του τιμήματος που καταβλήθηκε για την αγορά του επιδίκου ακινήτου κατατέθηκε έναντι των ενυπόθηκων και προς επίρρωση της θέσης του παραπέμπει στις καταστάσεις λογαριασμού τεκμήρια 6 και
  1. Σε κανένα εκ των δύο τεκμηρίων φαίνεται η κατάθεση του εν λόγω ποσού. Αυτά ήταν συνοπτικά τα στοιχεία και οι θέσεις που τέθηκαν ενώπιο του Δικαστηρίου από την Αιτήτρια και τους Καθ΄ων η Αίτηση 1 και
  2. Το πρώτο θέμα που θα με απασχολήσει είναι η κατά πόσο η Αιτήτρια έχει locus standi στην υπό κρίση υπόθεση. Στην παράγραφο 2 της Ένορκης Δήλωσης που υποστηρίζει την Αίτηση / Έφεση καταγράφονται με λεπτομέρεια πως τα επίδικα ενυπόθηκα δάνεια κατέληξαν στην Αιτήτρια. Συγκεκριμένα: «Οι επίδικες συμβάσεις υποθηκών εις τις οποίες θα γίνει αναφορά πιο κάτω υπεγράφησαν μεταξύ των Καθ΄ ων η Αίτηση 2 και της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Μακράσυκας (αναφερόμενη για σκοπούς συντομίας και ως ΣΠΕ ΜΑΚΡΑΣΥΚΑΣ), η οποία από 1/1/2013 μετονομάστηκε σε Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Μακράσυκας Λτδ και στις 25/01/2014 μετονομάστηκε σε Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Μακράσυκας - Λάρνακας - Επαρχίας Αμμοχώστου Λτδ. Η Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Μακράσυκας - Λάρνακας - Επαρχίας Αμμοχώστου Λτδ με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης της και με έγγραφη συμφωνία έχει μεταφέρει στη ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ ως αποδεχόμενη εταιρεία όλα ανεξαιρέτως τα στοιχεία του ενεργητικού και παθητικού της. Η έγγραφη συμφωνία έχει εγγραφεί από τον Έφορο Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών στις 21/7/2017 με ημερομηνία ισχύος την 1/7/17 και συνεπώς, η ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ ως αποδεχόμενη εταιρεία έχει διαδεχθεί το πιο πάνω Συνεργατικό Πιστωτικό Ίδρυμα εξ ολοκλήρου σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του. Πρόσθετα, η ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ με απόφαση της Ειδικής Γενικής Συνέλευσης των Μετόχων της, μετονομάστηκε σε ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ, με ισχύ από 24/7/
  3. Στη συνέχεια η ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης ημερ. 31/8/18 μετονομάστηκε σε Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ με ημερομηνία ισχύος την 3/9/18.» Περαιτέρω στη Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση επισυνάπτονται όλες οι δημοσιεύσεις συγχωνεύσεων/μετονομασιών. Τα πιο πάνω έχουν παραμείνει αναντίλεκτα. Ενόψει των πιο πάνω η θέση ότι η Αιτήτρια δεν έχει locus standi στην παρούσα διαδικασία στερείται ερείσματος. Άνευ ερείσματος είναι και η θέση ότι το πρόσωπο που σύνταξε την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση/ Έφεση δεν ήταν δεόντως εξουσιοδοτημένη. Υπενθυμίζω ότι η σχετική εξουσιοδότηση επισυνάφθηκε ως τεκμήριο στη συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση. Ο Καθ΄ου η Αίτηση 1 ήγειρε προδικαστική ένσταση ότι τα διατάγματα που ζητά η Αιτήτρια είναι 'γενικού και ή αορίστου περιεχομένου' και το Δικαστήριο δεν κέκτηται δικαιοδοσία να τα εκδώσει. Διαπιστώνω ότι στο Αιτητικό δίδονται σαφή και επαρκή στοιχεία ως προς τα διατάγματα και κατ΄ επέκταση η προδικαστική ένσταση δεν έχει βάση. Ισχυρίσθηκε επίσης ότι η Αίτηση-Έφεση ενάγει παράνομα και ή παράτυπα το «Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Λάρνακας» αντί το «Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας». Το ζήτημα αυτό εγείρεται ως λόγος ένστασης, δεν γίνεται όμως οποιαδήποτε αναφορά για το θέμα αυτό στην Ένορκη Δήλωση. Ενόψει τούτου είναι άγνωστο στο Δικαστήριο επί ποίων στοιχείων εδράζεται η θέση αυτή. Ο λόγος αυτός δεν προωθήθηκε ούτε στο στάδιο των αγορεύσεων και ως εκ τούτου τεκμαίρεται ότι έχει εγκαταλειφθεί. Ο Καθ' ου η αίτηση 3 έθεσε θέμα αρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου να εξετάσει θέμα συνταγματικότητας του νόμου και να εκδικάσει την υπό κρίση Αίτηση. Πρόκειται για μια αόριστη θέση την οποία δεν στήριξε σε οποιαδήποτε νομική αρχή. Με βάση τη νομολογία το Δικαστήριο κέκτηται εξουσία να εξετάσει τη συνταγματικότητα ενός νόμου, αυτό όμως δεν μπορεί να το πράξει αυτεπάγγελτα. Τo ζήτημα της αντισυνταγματικότητας κάποιου νόμου, συνιστά νομικό θέμα ιδιάζουσας σημασίας και σπουδαιότητας και ως τέτοιο θα πρέπει να προσδιορίζεται επακριβώς με ειδική αναφορά στα άρθρα του Συντάγματος που κατ΄ ισχυρισμό παραβιάζει. Σχετικές επί του θέματος είναι η αποφάσεις Hunter v. Συμβουλίου Εγγραφής Κτηματομεσιτών
(2012)2 Α.Α.Δ. 731 και Αχιλλέως κ.ά. v. Πιττάρα κ.ά.
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1590. Στην υπό κρίση υπόθεση το θέμα συνταγματικότητας των άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ, του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτου Νόμου 9/1965, ως έχει τροποποιηθεί από το Νόμο 139(Ι)/2015, εγείρεται από την Αιτήτρια με τρόπο σαφή και ρητό και αποτελεί τη βάση της Αίτησης /Εφεσης, την ουσία της υπό κρίση υπόθεσης. Επιπρόσθετα επισημάνω ότι σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 51 του Νόμου 9/1965, το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει διαφορά που προέκυψε από απόφαση που λήφθηκε από το Διευθυντή του Κτηματολογίου (βλ. Lombard Natwest Bank Limited ν. Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λάρνακας και Άλλων
(2002)1 ΑΑΔ 1990). Καταλήγω ότι το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να εκδικάσει την υπό κρίση Αίτηση/Έφεση και να αποφασίσει θέμα συνταγματικότητας του νόμου επί του οποίου εδράζεται η απόφαση του Διευθυντή. Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω την εισήγηση της Αιτήτριας, ήτοι κατά πόσο οι πρόνοιες των άρθρων 44ΙΗ - 44 ΚΖ του Μέρους VIB του Ν. 9/65 ως ίσχυε κατά την έκδοση της εφεσιβαλλόμενης απόφασης, την 20/02/2019, πριν την δημοσίευση του Νόμου Ν.118(Ι)/2019, είναι αντισυνταγματικές καθότι παραβιάζουν δικαιώματα των Αιτητών/Εφεσειόντων ως αυτά διασφαλίζονται από τα άρθρα 23, 26, και 28 του Συντάγματος. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να προβώ σε μια σύντομη αναφορά στις πρόνοιες του σχετικού νόμου. Το άρθρο 44ΙΘ του Νόμου δίδει εξουσία στο Διευθυντή να μεταβιβάσει ακίνητο σε αγοραστή νουμένου ότι προηγηθεί σχετική αίτηση. 'Οταν υποβληθεί τέτοιας φύσης αίτηση, ο διευθυντής, σύμφωνα με το άρθρο 44Κ, διερευνά αν πληρούνται οι πιο κάτω προυποθέσεις: (α) Εχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα πώλησης , και (β) υπάρχει εγγεγραμμένος τίτλος ιδιοκτησίας ακινήτου. Στη συνέχεια ο διευθυντής ενημερώνει όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, συμπεριλαμβανομένου και του ενυπόθηκου δανειστή ότι προτίθεται να εγγράψει το ακίνητο στο όνομα του αγοραστή και τους ενημερώνει ότι έχουν δικαίωμα να υποβάλουν ένσταση και να προσβάλουν την απόφαση του εντός καθορισμένης προθεσμίας. Οι λόγοι που μπορούν να προβληθούν ως ένσταση καθορίζονται ρητά από το νόμο, άρθρο 44ΚΒ και είναι οι ακόλουθοι: (α) Ότι δεν εκπληρώθηκαν πλήρως οι συμβατικές υποχρεώσεις του αγοραστή έναντι του πωλητή, ή (β) ότι η σύμβαση μεταξύ του πωλητή και του αγοραστή είναι άκυρη ή/και έχει τερματιστεί δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου. Σε περίπτωση τεκμηρίωσης της ένστασης ο Διευθυντής δεν προβαίνει σε μεταβίβαση του τίτλου ιδιοκτησίας, ενώ σε περίπτωση που η ένσταση δεν τεκμηριωθεί προχωρεί και εγγράφει το ακίνητο στο όνομα του αγοραστή. Στην παράγραφο 4 του ιδίου άρθρου, ήτοι του άρθρου 44ΚΒ γίνεται πρόνοια ότι ο ενυπόθηκος δανειστής ή πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος, μπορεί να αιτηθεί όπως η υποθήκη ή το εμπράγματο βάρος μεταφερθεί σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία του ιδίου πωλητή. Το θέμα που καλείται να αποφασίσει το Δικαστήριο είναι ως προανάφερα, κατά πόσο η εφαρμογή των πιο πάνω νομοθετικών προνοιών στη συγκεκριμένη υπόθεση παραβιάζει τα συνταγματικά δικαιώματα της Αιτήτριας. Οι αρχές που διέπουν τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των Νόμων έχουν τεθεί αναλυτικά στην Board for Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640 (απόφαση Ιωσηφίδη, Δ.). Τις παραθέτω: «
(1)Κάθε νόμος θεωρείται συνταγματικός εκτός αν αποφασισθεί το αντίθετο 'πέρα από κάθε λογική αμφιβολία'.
(2)Τα δικαστήρια ασχολούνται μόνο με τη συνταγματικότητα των νόμων και όχι με τα κίνητρα, την πολιτική ή τη σοφία τους ή τη συμφωνία τους με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης ή τις θεμελιώδεις αρχές της διακυβέρνησης ή το πνεύμα του Συντάγματος.
(3)Αν είναι δυνατόν τα δικαστήρια θα ερμηνεύσουν το Νόμο έτσι ώστε να τον εντάξουν μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος.
(4)Η δικαστική εξουσία δεν επεκτείνεται στην εξέταση αφηρημένων ζητημάτων, με άλλα λόγια τα δικαστήρια δεν αποφασίζουν επί ζητημάτων συνταγματικής φύσεως εκτός αν αυτό είναι απαραίτητο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς». Άρθρο 23 του Συντάγματος Το άρθρο 23 του Συντάγματος προστατεύει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας. Στέρηση ή περιορισμός του δικαιώματος δεν δύναται να επιβληθεί ειμή ως προβλέπεται υπό του παρόντος άρθρου. Η άσκηση δικαιώματος δύναται να υποβληθεί διά νόμου σε όρους, δεσμεύσεις ή περιορισμούς. Σε περίπτωση που επιβληθεί όρος, δέσμευση ή περιορισμός που μειώνει ουσιωδώς την αξία της ιδιοκτησίας τότε πρέπει να καταβάλλεται το ταχύτερο, δίκαια αποζημίωση. Σχετική επί του θέματος είναι η απόφαση στην υπόθεση Harvest Capital Management Ltd v. Ταμάσιου
(2003)1 Α.Α.Δ
  1. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα : "Το Άρθρο 23 διασφαλίζει το δικαίωμα του πολίτη να αποκτά, να κατέχει, να διαθέτει, κ.λ.π., κινητή και ακίνητη ιδιοκτησία και να απαιτεί το σεβασμό του δικαιώματος αυτού. Προβλέπεται δε ότι η στέρηση ή περιορισμός τέτοιου δικαιώματος μπορεί μόνο να επιβληθεί όπως προβλέπεται στο Άρθρο αυτό του Συντάγματος, που μεταξύ άλλων είναι με βάση την προαγωγή της δημόσιας ωφέλειας ή την προστασία των δικαιωμάτων τρίτων. Μελετώντας τις 11 παραγράφους του Άρθρου αυτού, κατά την άποψη μας, είναι προφανές ότι με τις πρόνοιές του, προστατεύονται τα περιουσιακά δικαιώματα του ατόμου από αυθαίρετες επεμβάσεις της κρατικής εξουσίας.» Αντικείμενο της υπό κρίση διαφοράς είναι η υποθήκη που επιβαρύνει το ακίνητο του Καθ΄ου η αίτηση
  2. Είναι η θέση του τελευταίου ότι οι υποθήκες δεν αποτελούν 'ιδιοκτησία' και ή 'περιουσία' και κατ΄ επέκταση δεν καλύπτονται από το σχετικό Νόμο. Η έννοια της ιδιοκτησίας με βάση το άρθρο 23 έχει αυτόνομη έννοια, δεν περιορίζεται στην ιδιοκτησία υλικών αντικειμένων αλλά περιλαμβάνει μεταξύ άλλων προνόμια ευρεσιτεχνίας, συμβατικά δικαιώματα και δικαιώματα που αναγνωρίσθηκαν από Δικαστήριο. Σχετική είναι η απόφαση James and others v. United Kingdom, judgment of 21 February Series A no. 98 - B, 29-30, par 37 και το απόσπασμα από το σύγγραμμα το Α. Λοίζου, Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας, σελίδα
  3. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο στην υπόθεση Pressos Compania Naviera SA v. Belgium Application 17849/
  4. 20.11.1995 αναγνώρισε ότι ακόμη και η αξίωση σε αποζημίωση που στηρίζεται σε αστικό αδίκημα θεωρείται ιδιοκτησία για σκοπούς του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου Πρωτόκολλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και τυγχάνει προστασίας. Το πιο πάνω άρθρο προστατεύει το δικαίωμα της ειρηνικής απόλαυσης της περιουσίας, εγγυάται το δικαίωμα της ιδιοκτησίας και προστατεύει κυρίως την απόλαυση του από επεμβάσεις τρίτων. Αντιστοιχεί με το άρθρο 23 του Συντάγματος. Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές καταλήγω ότι οι υποθήκες αποτελούν ιδιοκτησία και ή περιουσία και προστατεύονται από το άρθρο 23 του Συντάγματος. Το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, ως ανέφερα και πιο πάνω, δεν είναι απόλυτο αλλά μπορεί να τεθεί σε συγκεκριμένους περιορισμούς. Σχετικές είναι οι παραγράφοι 2 και 3 του συγκεκριμένου άρθρου τις οποίες παραθέτω αυτούσιες: «
  5. Στέρησις ή περιορισμός οιουδήποτε τοιούτου δικαιώματος δεν δύναται να επιβληθή ειμή ως προβλέπεται υπό του παρόντος άρθρου.
  6. Η άσκησις τοιούτου δικαιώματος δύναται να υποβληθή διά νόμου εις όρους, δεσμεύσεις ή περιορισμούς απολύτως απαραιτήτους προς το συμφέρον της δημοσίας ασφαλείας ή της δημοσίας υγείας ή των δημοσίων ηθών ή της πολεοδομίας ή της αναπτύξεως και χρησιμοποιήσεως οιασδήποτε ιδιοκτησίας προς προαγωγήν της δημοσίας ωφελείας ή προς προστασίαν των δικαιωμάτων τρίτων. Διά πάντα τοιούτον όρον, δέσμευσιν ή περιορισμόν, όστις μειώνει ουσιωδώς την οικονομικήν αξίαν της τοιαύτης ιδιοκτησίας, δέον να καταβάλληται το ταχύτερον δικαία αποζημίωσις, καθοριζομένη, εν περιπτώσει διαφωνίας, υπό πολιτικού δικαστηρίου.» Είναι η θέση των Καθ΄ων η Αίτηση 1 και 3 ότι οι επίδικες πρόνοιες του Νόμου θεσπίστηκαν για να παρέχουν προστασία σε τρίτο πρόσωπο ήτοι στον αγοραστή, ο οποίος βρίσκεται 'εγκλωβισμένος΄ παρά την εκπλήρωση των συμβατικών του υποχρεώσεων. Το Δικαστήριο είναι σε θέση να κατανοήσει και να αντιληφθεί την ανάγκη προστασίας αγοραστών ακίνητης ιδιοκτησίας, που εκπλήρωσαν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και παρά ταύτα δεν έλαβαν τίτλο ιδιοκτησίας του ακινήτου που αγόρασαν. Η προστασία όμως που θα δοθεί στα πιο πάνω άτομα σε καμιά περίπτωση δεν θα πρέπει να είναι σε βάρος άλλων προσώπων. Δεν είναι θεμιτό να αποκαθίστανται τα δικαιώματα ενός προσώπου επεμβαίνοντας σε αναγνωρισμένα δικαιώματα κάποιου τρίτου προσώπου, χωρίς να παρέχεται στον τελευταίο κάποιας μορφής αποζημίωσης ή αντιστάθμισμα και χωρίς να τεθεί η αρχή της αναλογικότητας. Επισημαίνω ότι στο συγκεκριμένο νόμο γίνεται πρόνοια για προστασία του αγοραστή, του πωλητή όχι όμως του ενυπόθηκου πωλητή ή του προσώπου προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος. Παρόμοιο θέμα εξετάστηκε και από τη Δικαστή Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου Π.Ε.Δ. (ως ήταν τότε) στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου ν Διευθυντής Κτηματολογίου κ.α. Αίτηση/Έφεση 208/2018, ημερομηνίας 28.07.
  7. Η Δικαστής έκρινε τον υπό κρίση νόμο ως αντισυνταγματικό καθότι δεν έδινε κάποιο αντιστάθμισμα στον ενυπόθηκο οφειλέτη. Παραθέτω τη σχετική αναφορά αυτούσια: «Στην ουσία, σκοπός του Νόμου ήταν να δοθεί η ευχέρεια στον Διευθυντή να ακυρώνει Υποθήκη ή γενικά εμπράγματο βάρος με περαιτέρω σκοπό τη μεταβίβαση επ' ονόματι του εγκλωβισμένου αγοραστή ο οποίος εκπλήρωσε τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Δεν επεξηγείται, όμως, για ποιο λόγο ανάμεσα στα δύο δικαιώματα γίνεται επιλογή του δικαιώματος του αγοραστή και για ποιο λόγο δεν υπήρξε πρόνοια για αποζημίωση του ενυπόθηκου δανειστή (στην προκειμένη περίπτωση της Αιτήτριας) ο οποίος με την επίδικη απόφαση αποστερείται πλήρως του περιουσιακού του δικαιώματος επί του επίδικου ακινήτου. Αυτή η κατάσταση ουδόλως εξισορροπεί τα δύο αυτά περιουσιακά στοιχεία εφόσον εκείνο το οποίο επιτυγχάνεται είναι η διασφάλιση του δικαιώματος του αγοραστή και η διαγραφή δια παντός του δικαιώματος του ενυπόθηκου δανειστή.» (βλ. επίσης Αναφορές 1/2014 και 4/2014 και Αναφορά 3/2016 και αιτ.εφ. 24/2017 (όλες ανωτέρω)) Καθοδηγητική σε σχέση με την αρχή της αναλογικότητας είναι η απόφαση της Ολομέλειας Χαραλάμπους και Υπουργείο Οικονομικών
(2014)3 Α.Α.Δ 175. Το σχετικό απόσπασμα είναι εκτενές, έκρινα σκόπιμο όμως να το παραθέσω αυτούσιο καθότι γίνεται μια πολύ κατατοπιστική ανάλυση του θέματος: «Μετέπειτα, η κατ΄ εξαίρεση αποστέρηση της ιδιοκτησίας γίνεται υπό την αίρεση των όρων που προβλέπονται από νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου. Στην υπό κρίση περίπτωση, η αποστέρηση και περιορισμός γίνεται από τις πρόνοιες του Νόμου, ο οποίος όμως πρέπει να ερμηνεύεται, να εξετάζεται και να ελέγχεται υπό το φως των προνοιών του Συντάγματος, το οποίο είναι ο υπέρτατος Νόμος στη Δημοκρατία. .............................................. Πρόσθετα προς τα ως άνω, είναι θεμελιωμένο από τη νομολογία στην οποία παραπέμπουν και οι συνήγοροι των αιτητών και η Δημοκρατία, ότι το ΄Αρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου ερμηνεύεται ως εμπεριέχον την αρχή της αναλογικότητας, της δίκαιης ισορροπίας και του αντισταθμίσματος, (δέστε Α.Ν. Λοΐζου: Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας, σελ. 139-140, Public and Commercial Services Union and Others v. Minister for the Civil Service
(2011)EWHC 2041 (Q.B.D.), απόφαση 705/2001 του Αρείου Πάγου (Πολιτικό Τμήμα), Επιθεώρηση Εργατικού Δικαίου 2001, σελ. 918, απόφαση 3031/2008 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, Επιθεώρηση Δημόσιου Διοικητικού Δικαίου 2009, Τόμος 53, σελ. 71, Ιωάννα Κουφάκη ν. Ελλάδας και ΑΔΕΔΥ ν. Ελλάδας, προσφυγές αρ. 57665/12 και 57657/12, ημερ. 7.5.2013, σκέψεις 32-33, απόφαση αρ. 48/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου, απόφαση 2516/2003 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, Διοικητική Δίκη 2004, σελ. 210, Πλατάκος ν. Ελλάδος, παρ. 55, Αζάς ν. Ελλάδος ημερ. 19.9.2002, παρ. 45, Van Marle v. Ολλανδίας, ημερ. 26.6.1986, Protsch v. Αυστρίας, ημερ. 15.11.1996, κ.α.). Στη βάση λοιπόν της νομολογηθείσας αρχής της αναλογικότητας και του αντισταθμίσματος, εντοπίζεται η παντελής απουσία οποιασδήποτε αναφοράς στο Νόμο που έστω κατ΄ ελάχιστον να παραπέμπει σε οποιαδήποτε στοιχειώδη έννοια αναλογικότητας ή αντισταθμίσματος για την αποκοπή της έκτακτης εισφοράς. Ο Νόμος απλώς αφαιρεί από το κατοχυρωμένο δικαίωμα της περιουσίας των αιτητών, μέρος της μισθοδοσίας χωρίς καμιά αντιπαροχή υπό τύπο αντισταθμίσματος, έστω μελλοντικής. Αναφέρεται συναφώς στην απόφαση αρ. 3031/2008 του Συμβουλίου της Επικρατείας - πιο πάνω - ότι: «Χωρίς την καταβολή εύλογης αναλόγως της αξίας του αγαθού αποστέρησης ιδιοκτησίας συνιστά συνήθως υπερβολική παραβίαση που δεν μπορεί να αιτιολογηθεί στο πλαίσιο του άρθρου 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου. (ΕΔΔΑ 11.1.2001, Πλατάκος κατά Ελλάδος Δ.82, 287, ΕΔΔΑ, 19.9.2012, Αζάς κατά Ελλάδος, Δ.35, 96).» Στην υπόθεση αρ. 2516/2003 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, Διοικητική Δίκη 2004, σελ. 210, λέχθηκε ότι το αντιστάθμισμα πρέπει να προνοείται έστω και αν δεν μπορεί να αποδοθεί πλήρως όλη η αφαιρεθείσα περιουσία υπό το φως της ευρύτερης δημόσιας ωφέλειας (Ιερές Μονές ν. Ελλάδας του ΕΔΑΔ ημερ. 9.12.1994, Αζας ν. Ελλάδας - ανωτέρω). Αυτή η θεώρηση πραγμάτων εμπίπτει στην αναμενόμενη δίκαιη ισορροπία του μέτρου που λαμβάνεται. Η εξισορρόπηση του επιδιωκόμενου σκοπού με το ατομικό δικαίωμα αποτελεί έκφανση κάθε δημοκρατικής κοινωνίας. «Οι διατυπώσεις της αποζημίωσης που προβλέπονται από την εθνική νομοθεσία ...» πρέπει να ληφθούν υπόψη, όπως λέχθηκε στην υπόθεση αρ. 48/2010 - ανωτέρω - ώστε να διαπιστωθεί «.. ότι χωρίς την καταβολή ποσού αναλόγου της αξίας του πράγματος η στέρηση της ιδιοκτησίας να συνιστά μια υπερβολική προσβολή που δεν θα μπορούσε να δικαιολογηθεί στη βάση της διάταξης του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου 1». Στην απόφαση Ν.Κ.Μ. ν. Hungary, Appl. No. 66529/11, ημερ. 14.5.2013, το ΕΔΑΔ επανέλαβε την αρχή της αναλογικότητας και της δίκαιης ισορροπίας ως εξής: «Even if it has taken place subject to the conditions provided for by law - implying the absence of arbitrariness - and in the public interest, an interference with the right to the peaceful enjoyment of possessions must always strike a "fair balance" between the demands of the general interest of the community and the requirements of the protection of the individual's fundamental rights. In particular, there must be a reasonable relationship of proportionality between the means employed and the aim sought to be realized by the impugned measure (see Scordino v. Italy (no. 1) [GC], no. 36813/97, par. 93 ECHR 2006-v).» Παρόμοια, στην υπόθεση Da Conceicao Mateus v. Portugal and Santos Januario v. Portugal, Appl. no. 62235/12 και 57725/12, ημερ. 8.10.2013, το ΕΔΑΔ επανέλαβε ότι το «rule of law» ως έννοια ουσιώδης σε μια δημοκρατική κοινωνία, ενυπάρχει σε όλα τα ΄Αρθρα της Σύμβασης και ότι παρά το περιθώριο εκτίμησης («margin of appreciation»), που αναγνωρίζεται στα κράτη μέλη ιδιαίτερα σε θέματα οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, αυτό το περιθώριο δεν είναι απεριόριστο. Το Δικαστήριο οφείλει να ικανοποιηθεί ότι τηρήθηκε μια δίκαιη ισορροπία («fair balance») μεταξύ της κρατικής ανάγκης και των βασικών ατομικών δικαιωμάτων.» Στρεφόμενη στα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης παρατηρώ ότι στο συγκεκριμένο Νόμο δεν υπάρχει οποιαδήποτε πρόνοια για αντιστάθμισμα πλην της δυνατότητας μεταφοράς της υποθήκης σε κάποιο άλλο ακίνητο, κάτι τέτοιο όμως δεν είναι εφικτό στη συγκεκριμένη περίπτωση. Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιο του δικαστηρίου προκύπτει ότι η Καθ΄ης η Αίτηση 2 δεν κατέχει άλλη περιουσία η οποία είναι ελεύθερη από εμπράγματα βάρη και/ή της οποίας η αξία μετά την αφαίρεση των εμπράγματων βαρών να καλύπτει την αξία των επίδικων υποθηκών. Προκύπτει ότι η εξάλειψη της επίδικης υποθήκης έχει ως άμεσο επακόλουθο τη μείωση της εξασφάλισης που έχει η Αιτήτρια σε σχέση με τα δάνεια που παραχώρησε στην Καθ' ής η Αίτηση 2. Η θέση του Καθ' ου η αίτηση 3 ότι οι υπόλοιπες υποθήκες υπερκαλύπτουν τις ενυπόθηκες οφειλές δεν βρίσκει έρεισμα στα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιο του Δικαστηρίου, αντικρούεται δε από τα στοιχεία που παρουσίασε η Αιτήτρια με τη συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση της. Παρέθεσα τα στοιχεία αυτά αναλυτικά πιο πάνω και δεν κρίνω σκόπιμο να τα επαναλάβω. Περιορίζομαι να επισημάνω ότι η εξασφάλιση που κατέχει η Αιτήτρια έχει περιορισθεί σε σημαντικό βαθμό μετά την έκδοση ξεχωριστών τίτλων, γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε από την άλλη πλευρά. Διαπιστώνω ότι η εφαρμογή των προνοιών τωα άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμος 9/1965, ως αυτός ίσχυε κατά τον χρόνο έκδοσης της εφεσιβαλλόμενης απόφασης, επεμβαίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση με το δικαίωμα ιδιοκτησίας της Αιτήτριας, ήτοι την επίδικη υποθήκη επί του συγκεκριμένου ακινήτου και για την απώλεια αυτή δεν έχει δοθεί κάποια αποζημίωση και ή κάποιο αντιστάθμισμα. Άρθρο 26 του Συντάγματος Η Αιτήτρια εισηγείται περαιτέρω ότι έχει παραβιασθεί και το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι. Το πιο πάνω δικαίωμα προστατεύεται από το Άρθρο 26 του Συντάγματος και αντιστοιχεί με τα άρθρα 17 και 18 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης. Το δικαίωμα περιλαμβάνει την επιλογή του αντισυμβαλλομένου στη προσχώρηση ή μη σε σύμβαση, τη διαμόρφωση του περιεχομένου της σύμβασης καθώς και την καταγγελία αυτής. Οι μόνοι όροι, περιορισμοί ή δεσμεύσεις που μπορούν να επιβληθούν είναι αυτοί που τίθενται από τις γενικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων. Διαφωτιστική είναι η απόφαση στην υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων, Αναφορά 4/14, ημ. 31.10.14, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Στην προκείμενη περίπτωση θεωρούμε ότι, γενικά, το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως» περικλείει και το δικαίωμα διαμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης, κατά την ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων (Δέστε την Απόφαση του Ελληνικού ΣτΕ 2944/1980 (Τμήμα Δ) και Δαγτόγλου: Συνταγματικό Δίκαιο - Ατομικά Δικαιώματα, 4η Αναθεωρημένη Έκδοση, 2012, Οικονομική Ελευθερία, παράγραφοι 1302-1303). Η μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη, δεν συμβιβάζεται καταρχήν με την ελευθερία των συμβάσεων. Εξαιρέσεις δυνατόν να είναι δικαιολογημένες, στο βαθμό που επιτρέπει το Σύνταγμα. Όμως οι περιορισμοί του δικαιώματος, όπως προσδιορίζονται από τα όρια που θέτει το ίδιο το Σύνταγμα, δεν πρέπει να θίγουν την ουσία ή τον πυρήνα του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση». Σχετική επί του θέματος είναι και η απόφαση στην υπόθεση Lextalionitis Investments Ltd v. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1 Α.Α.Δ.1833, παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: "Υπενθυμίζουμε ότι το προστατευόμενο δικαίωμα από το Άρθρο 26.1 του Συντάγματος θα πρέπει να ιδωθεί στο πλαίσιο των όρων και περιορισμών που τίθενται γενικά από το δίκαιο των συμβάσεων. Η εκχώρηση/μεταβίβαση δικαιωμάτων αναγνωρίζεται από το δίκαιό μας, έτσι ώστε αυτή αποτελεί όρο ή περιορισμό στο δικαίωμα του συμβάλλεσθαι, κατά τρόπο που δεν το αντιστρατεύεται. Εφόσον, λοιπόν, οι εφεσείοντες ελεύθερα είχαν συνάψει τις συμφωνίες δανείου με την Barclays και εφόσον τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις τους από αυτές δε διαφοροποιήθηκαν λόγω της εκχώρησης στους εφεσίβλητους των τραπεζικών εργασιών της Barclays, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για παραβίαση του Άρθρου 26.1 του Συντάγματος." Είναι η θέση της Αιτήτριας ότι η διαδικασία που προνοούν τα άρθρα 44ΙΗ - 44ΚΖ του Νόμου 9/1965 όχι μόνο της προκαλεί ανεπανόρθωτη ζημιά, αφήνοντας την εκτεθειμένη, αλλά ταυτόχρονα βοηθά τον Καθ' ου η Αίτηση 2 να αποφύγει τις συμβατικές του υποχρεώσεις, χωρίς οποιοδήποτε κόστος. Παρεμβαίνει με τους όρους των συμφωνιών υποθήκης, Τεκμήρια 3 και 5 της Αίτησης. Συγκεκριμένα παρεμβαίνει με τον όρο 4, που δίδει το δικαίωμα στην Αιτήτρια να πωλήσει ολόκληρο το ακίνητο, με τους όρους 7 μέχρι 9 που εμποδίζουν τον Καθ΄ ου η αίτηση 2 να πωλήσει, μεταβιβάσει, αποξενώσει ή επιβαρύνει τα ενυπόθηκα ακίνητα, χωρίς την γραπτή συγκατάθεση της Αιτήτριας και τον όρο 14 που δίδει δικαίωμα στην Αιτήτρια να πωλήσει ή ενοικιάσει ή διαθέσει το ενυπόθηκο ακίνητο. Ανέκαθεν ο ενυπόθηκος δανειστής είχε δικαίωμα και αυτό αποτελούσε την ουσία σύναψης και ύπαρξης μιας συμφωνίας υποθήκης, να εμμένει στην εξόφληση του ενυπόθηκου χρέους που τού οφείλεται, προτού αποδεσμεύσει το ενυπόθηκο ακίνητο. Με τη θέσπιση του Ν.139(Ι)/2015 το δικαίωμα αυτό εξαλείφθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, χωρίς οποιαδήποτε ασφαλιστική δικλείδα προς όφελος του ενυπόθηκου δανειστή, κατά παράβαση του άρθρου 26 του Συντάγματος. Είχα την ευκαιρία να διεξέλθω του κειμένου των επιδίκων συμφωνιών υποθήκης και διαπιστώνω ότι όσα αναφέρει η Αιτήτρια σε σχέση με τους όρους των πιο πάνω εγγράφων ευσταθούν. Σε απάντηση των πιο πάνω θέσεων ο Καθ΄ου η Αίτηση 3 εισηγείται ότι ο συγκεκριμένος νόμος δεν παραβιάζει το άρθρο 26 καθότι οι πρόνοιες του προστατεύουν 'το δημόσιο συμφέρον και/ή τα οικονομικά και/ή κοινωνικά συμφέροντα μεγάλου αριθμού πολιτών της Δημοκρατίας δηλαδή των καλόπιστων αγοραστών ακινήτων κατά τρόπο εύλογο και αναλογικό'. Το δημόσιο συμφέρον και τα οικονομικά και κοινωνικά συμφέροντα των πολιτών της Δημοκρατίας δεν δικαιολογούν οποιαδήποτε επέμβαση στο δικαίωμα του συμβάλλεσθαι. Οι μόνοι περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν είναι αυτοί που ρητά προβλέπονται στο συγκεκριμένο άρθρο, ήτοι στη βάση των γενικών αρχών των συμβάσεων και δεν περιλαμβάνουν τα όσα επικαλείται ο Καθ΄ ου η Αίτηση
  1. Παραθέτω αυτούσιο το Άρθρο 26 του Συντάγματος, αμέσως πιο κάτω, για σκοπούς εύκολης αναφοράς: «
  2. Έκαστος έχει το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως. Τούτο υπέκειται εις όρους, περιορισμούς ή δεσμεύσεις τιθεμένους επί τη βάσει των γενικών αρχών του δικαίου των συμβάσεων. Νόμος θέλει προβλέψει διά την πρόληψιν εκμεταλλεύσεως υπό προσώπων, άτινα διαθέτουσιν ιδιάζουσαν οικονομικήν ισχύν.
  3. Νόμος δύναται να ρυθμίση τας συλλογικάς συμβάσεις εργασίας, υποχρεωτικώς εφαρμοζομένας υπό των εργοδοτών και των εργαζομένων, προστατευομένων επαρκώς των δικαιωμάτων οιουδήποτε ατόμου αδιακρίτως της αντιπροσωπεύσεως τούτου κατά την σύναψιν τοιαύτης συμβάσεως.» Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιο του Δικαστηρίου προκύπτει ότι οι επίδικες συμφωνίες υποθήκης προηγούνται της συμφωνίας αγοράς του επιδίκου διαμερίσματος και το πωλητήριο έγγραφο του Καθ΄ου η Αίτηση 3, που αφορά την αγορά του επιδίκου διαμερίσματος κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο μετά την εγγραφή των υποθηκών. Η Αιτήτρια δεν συγκατατέθηκε στην πώληση του επιδίκου διαμερίσματος στον Καθ΄ου η Αίτηση
  4. Οι συμφωνίες υποθήκης έγιναν για σκοπούς εξασφάλισης δύο δανείων, τα δάνεια αυτά δεν έχουν εξοφληθεί μέχρι σήμερα και η Αιτήτρια ουδέν ποσό έλαβε από την πώληση του επιδίκου διαμερίσματος. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο των επιδίκων συμφωνιών, κρίνω ότι οι πρόνοιες των άρθρων 44ΙΗ έως και 44ΚΖ των Νόμων, συνιστούν παρέμβαση στο δικαίωμα του ελευθέρως συμβάλλεσθαι της Αιτήτριας, το οποίο κατοχυρώνεται συνταγματικά από το άρθρο
  5. Ορθή είναι η παρατήρηση που προβλήθηκε εκ μέρους της Αιτήτριας ότι ο ίδιος ο Νομοθέτης που θέσπισε τον υπό κρίση Νόμο, εκ των υστέρων αναγνώρισε ότι ο Νόμος αυτός είναι αντισυνταγματικός. Στο προοίμιο του Ν. 118(Ι)/2019 ο οποίος τροποποίησε το μέρος VIB του Νόμου, ο Νομοθέτης ρητά παραδέχεται ότι ο νόμος ως ίσχυε κατά την έκδοση της απόφασης, μεταξύ άλλων, αντίβαινε το Σύνταγμα και/ή τα άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος. Άρθρο 28 Το επόμενο θέμα που θα εξετάσω είναι κατά πόσο το Μέρος VIA του Νόμου 9/1965 παραβιάζει τις πρόνοιες του άρθρου 28 του Συντάγματος που προβλέπει ότι 'Πάντες είναι ίσοι ενώπιο του νόμου της διοικήσεως και της δικαιοσύνης και δικαιούνται να τύχωσιν ίσης προστασίας και μεταχειρίσεως'. Αντίστοιχο στο άρθρο αυτό είναι το άρθρο 14 της Ευρωπαικής Σύμβασης, το οποίο όμως δεν έχει ανεξάρτητη ύπαρξη αλλά συμπληρώνει τις άλλες διατάξεις. Το άρθρο 28 έχει ως λόγο την ουσιαστική σε αντίθεση με τη φαινομενική ισότητα. Η δυναμική της αρχής αυτής επιβάλλει την ανίχνευση της φύσης των υποκειμένων και αντικειμένων του δικαίου, ώστε να αποδίδονται τα ίσα στα όμοια και τον αποκλεισμό της ταύτισης των ανομοίων. Η Αιτήτρια εισηγείται ότι το δικαίωμα αυτό παραβιάζεται καθότι ο επίδικος νόμος προστατεύει τα συμφέροντα των «εγκλωβισμένων αγοραστών» και αφήνει εκτεθειμένους τους ενυπόθηκους δανειστές, χωρίς να τούς προσφέρεται εναλλακτική θεραπεία και αφήνει «ελεύθερους» τους ενυπόθηκους οφειλέτες από τις υποχρεώσεις τους προς τους ενυπόθηκους δανειστές τους. Η εξάλειψη της επίδικης υποθήκης ενέργεια που αποσκοπούσε στη διαφύλαξη των δικαιωμάτων του αγοραστή ήτοι του Καθ΄ου η Αίτηση 3, δεν αποτελεί δίκαιη εξισορρόπηση των δικαιωμάτων των εμπλεκομένων μερών, αλλά αντίθετα συνιστά δυσμενή διάκριση σε βάρος της Αιτήτριας τα εμπράγματα δικαιώματα της οποίας προηγούνταν των δικαιωμάτων του Καθ' ου η Αίτηση
  6. Καταλήγω ότι η εφαρμογή των συγκεκριμένων προνοιών του νόμου στη συγκεκριμένη περίπτωση παραβιάζει τα συνταγματικά δικαιώματα της Αιτήτριας που προστατεύονται από τα άρθρα 23, 26 και 28 του Συντάγματος. Η Αίτηση πετυχαίνει. Εκδίδεται διάταγμα ακύρωσης της απόφασης του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Λάρνακας ημερομηνίας 20.02.
  7. Τα έξοδα της διαδικασίας ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ΄ων η Αίτηση 1 και 3 αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα. (Υπ.)................. Τ.Καρακάννα Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.