← Κύπρος

Βεντούρης ν. Βεντούρης, Αρ. Αγωγής: 1325/2020, 29/1/2021

Βεντούρης ν. Βεντούρης, Αρ. Αγωγής: 1325/2020, 29/1/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2021:A3 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1325/2020 Μεταξύ: XXXXX Βεντούρης Ενάγοντας και XXXXX Βεντούρης Εναγόμενος --------------------- Αίτηση ημερ. 17.12.2020 για συμπληρωματική ένορκη δήλωση Ημερομηνία: 29 Ιανουαρίου, 2021 Για τον εναγόμενο - αιτητή : κ. Ν. Καπελάκης Για τον ενάγοντα - καθ' ου η αίτηση : κ. Ν. Κουκούνης ΑΠΟΦΑΣΗ Όπως αναφέρεται και στην ενδιάμεση απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου που εκδόθηκε ενωρίτερα σήμερα στην αίτηση ημερ. 7.12.2020 για συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ενάγοντα, στις 5.8.2020 καταχωρίστηκε η υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή για Δήλωση ότι ο εναγόμενος δεν είναι κατάλληλο πρόσωπο να διοριστεί διαχειριστής της περιουσίας της αποβιώσασας μητέρας των διαδίκων και για απόρριψη της διαχείρισης που καταχώρισε ο εναγόμενος για τον διορισμό του ως διαχειριστή. Στις 25.9.2020 ο εναγόμενος καταχώρισε ενδιάμεση αίτηση με την οποία ζητεί τον διορισμό του ως διαχειριστή εν εκκρεμοδικία (pendente lite) συγκεκριμένης περιουσίας της αποβιώσασας ως καταγράφεται στην εν λόγω αίτηση (εφεξής «η κυρίως αίτηση»). Ο ενάγων καταχώρισε στις 23.11.2020 ένσταση στην κυρίως αίτηση, ενώ στις 7.12.2020 υπέβαλε αίτηση για να του δοθεί άδεια για καταχώριση δεύτερης ένορκης δήλωσης, συμπληρωματικής προς την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένστασή του. Το Δικαστήριο με αιτιολογημένη απόφαση ενωρίτερα σήμερα απέρριψε την εν λόγω αίτηση. Στις 17.12.2020 ο εναγόμενος υπέβαλε την υπό κρίση αίτηση, για να του επιτραπεί η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της κυρίως αίτησής του ημερ. 25.9.2020, ως το περιεχόμενο του Τεκμηρίου Α που επισυνάπτει. Η αίτηση βασίζεται στις Δ.39 θ. 1, 2, Δ.48 θ. 1, 2, 4

(2), 8,9, Δ.59 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στους κανόνες της επιείκειας, στην πρακτική και στις σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου. Πλαισιώνεται από ένορκη δήλωση του εναγομένου, ο οποίος εξειδικεύει τι ακριβώς επιθυμεί να προσθέσει, ήτοι ζημιές που ισχυρίζεται ότι προέκυψαν σε διαμερίσματα της αποβιώσασας μετά την καταχώριση της κυρίως αίτησης, ως αποτέλεσμα, σύμφωνα πάντοτε με τον εναγόμενο, της συνεχιζόμενης απουσίας διαχειριστή, καθώς και τους λόγους που υποστηρίζουν το αίτημά του. Ο ενάγων - καθ'ου η αίτηση καταχώρισε ένσταση στην υπό εξέταση αίτηση, όπου επικαλείται 16 λόγους, με τους οποίους προβάλλει μεταξύ άλλων ότι δεν έχει καταδειχθεί καλός λόγος που να δικαιολογεί την καταχώριση της σκοπούμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.48 θ. 4
(2)και της νομολογίας, οι ισχυρισμοί μπορούσαν να ήταν σε γνώση του εναγομένου εξ αρχής και δεν είναι νέα γεγονότα, οι ισχυρισμοί είναι γενικοί και αόριστοι, επιδιώκουν να παραπλανήσουν στο Δικαστήριο, προστίθενται επιχειρήματα στην κυρίως αίτηση, αλλοιώνεται η αρχική εικόνα, θα επηρεαστούν δυσμενώς τα δικαιώματα του ενάγοντα εφόσον θα επιτραπεί στον εναγόμενο να εισηγηθεί άλλους λόγους επί των οποίων να στηρίξει την κυρίως αίτηση, δεν υπάρχει το επείγον και ειδική αιτία, δεν θα υπάρχει δυνατότητα αντεξέτασης του συντάκτη της έκθεσης που επιχειρείται να επισυναφθεί, η σκοπούμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση συμπεριλαμβάνει ανεπίτρεπτα νομική επιχειρηματολογία, επανάληψη ισχυρισμών και μη σχετικούς ισχυρισμούς και καταχωρείται με αλλότρια κίνητρα. Οι λόγοι ένστασης υποστηρίζονται από μακροσκελή ένορκη δήλωση του ενάγοντα, ο οποίος αναλύει τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι δεν υπάρχει καλός λόγος που να δικαιολογεί την παραχώρηση της αιτούμενης άδειας και σχολιάζει την κάθε μία παράγραφο της σκοπούμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του εναγομένου. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις γραπτές αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις, αναφέροντας σχετική νομολογία, εισηγήσεις και επιχειρήματα. Ουσιαστική νομική βάση της παρούσας αίτησης αποτελεί η Διαταγή 48 θ. 4
(2)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, η οποία διαλαμβάνει ότι το Δικαστήριο μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Όπως αναφέρεται στην Αίτηση Αρ. 29/2008 Φιλόκυπρος Ματθαίου κ.ά.
(2008)1Α Α.Α.Δ. 510, το κατά πόσο θα επιτραπεί σε έναν διάδικο να καταχωρίσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, το οποίο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει καλός λόγος για παραχώρηση άδειας για συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Η έννοια της φράσης «καλός λόγος» πρέπει να ερμηνεύεται σε συνάρτηση με το γενικότερο δικαίωμα του διαδίκου να θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου όλο το αναγκαίο και σχετικό υλικό πριν την ακρόαση μιας αίτησης, δεδομένου ότι η ακρόαση αίτησης δεν διεξάγεται με την προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας, αλλά στη βάση των γεγονότων της αίτησης ή των ενόρκων δηλώσεων, τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται ανάλογα με τις περιστάσεις που περιβάλλουν το συγκεκριμένο αίτημα, σε συνάρτηση με τα επίδικα θέματα και τη φύση της ενδιάμεσης διαδικασίας. Στόχος της καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης πρέπει να είναι η ολοκληρωμένη παρουσίαση των γεγονότων και των θέσεων των διαδίκων, έτσι ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να εκδικάσει την κυρίως αίτηση έχοντας ενώπιόν του πλήρη και σφαιρική εικόνα των επίδικων θεμάτων. Όπου επιδιώκεται η παράθεση γεγονότων άσχετων με τα επίδικα θέματα της κυρίως αίτησης, ή επανάληψη των ίδιων γεγονότων της αρχικής ένορκης δήλωσης ή η παράθεση επιχειρηματολογίας, δεν δικαιολογείται η παραχώρηση άδειας για συμπληρωματική ένορκη δήλωση (βλ. Παπακόκκινου κ.ά. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (Αρ. 1)
(2012)1Α Α.Α.Δ 643). Όταν όμως επιχειρείται η αντίκρουση θέσεων ή ισχυρισμών που τίθενται σε ένορκη δήλωση που καταχωρίστηκε από την αντίδικη πλευρά και δεν παρατηρείται υπέρμετρη ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση, δεν προκαλείται βλάβη/δυσμενής επηρεασμός των δικαιωμάτων της άλλης πλευράς και ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα ή καταχρηστικά, τότε είναι ορθό και δίκαιο όπως το αίτημα εγκριθεί, εφόσον είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να έχει το Δικαστήριο ενώπιόν του όλα τα σχετικά με τα επίδικα θέματα γεγονότα. Η αναγκαιότητα απάντησης ή αντίκρουσης ισχυρισμών που περιλήφθηκαν στην ένσταση της άλλης πλευράς, δύναται στις κατάλληλες περιπτώσεις να θεωρηθεί ως καλός λόγος για να επιτραπεί η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Στην υπόθεση A. Messios & Sons Ltd κ.α. v. Λεωνίδα
(2010)1Α Α.Α.Δ. 195 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «Μελετήσαμε με προσοχή τα ενώπιόν μας στοιχεία υπό το φως των εισηγήσεων των δύο πλευρών. Θεωρούμε ότι η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στο δικαστήριο από τις σχετικές δικονομικές πρόνοιες, είναι ορθό και δίκαιο να ασκηθεί, στην προκείμενη περίπτωση υπέρ των εφεσειόντων-αιτητών. Κατά την εκτίμησή μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες-αιτητές, με τις δύο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος-καθ' ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες-αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιόν του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων». Έχοντας κατά νουν όλα τα πιο πάνω, και έχοντας μελετήσει το ενώπιόν μου υλικό, προκύπτει ότι αυτό που επιδιώκει ο εναγόμενος με την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι να προσθέσει στην κυρίως αίτηση λεπτομέρειες συγκεκριμένων υλικών ζημιών σε διάφορα υποστατικά της αποβιώσασας, οι οποίες όπως ισχυρίζεται προέκυψαν μετά την καταχώριση της κυρίως αίτησης και αφότου προέβη σε σχετική επιθεώρηση με πολιτικό μηχανικό, ο οποίος τυγχάνει, όπως αναφέρει, να είναι συγγενικό του πρόσωπο, καθώς και την πληρωμή σχετικών τελών και εξόδων. Κατά την κρίση μου, στην ουσία αυτό που επιχειρείται με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση δεν είναι η ολοκληρωμένη παρουσίαση των γεγονότων και των θέσεων του εναγομένου ή η αντίκρουση θέσεων ή ισχυρισμών που τίθενται από την άλλη πλευρά στην ένστασή της, αλλά ανεπίτρεπτη επανάληψη ισχυρισμών με παράλληλη παράθεση μαρτυρίας, λεπτομερειών και επιχειρηματολογίας επί των εν λόγω ισχυρισμών. Στις παραγράφους 31 και 34 της αρχικής ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την κυρίως αίτηση, ο εναγόμενος προβάλλει τη θέση ότι υπάρχει άμεση ανάγκη για διορισμό διαχειριστή για να προστατευθεί η περιουσία της αποβιώσασας, και ότι η απουσία διαχειριστή θέτει σε κίνδυνο την εν λόγω περιουσία και θα επιφέρει ανεπανόρθωτη ζημιά. Επικαλείται δε προβλήματα και διαμαρτυρίες ενοικιαστών για θέματα επιδιορθώσεων και συντήρησης στα διαμερίσματα και καταστήματά τους. Στην παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, ο εναγόμενος επαναλαμβάνει ότι στις παραγράφους 31 και 34 της κυρίως αίτησης αναφέρει ότι στην απουσία διαχειριστή τίθεται σε κίνδυνο η περιουσία της αποβιώσασας και ότι θα επέλθει ανεπανόρθωτη ζημιά. Εν τούτοις, δεν αιτιολογεί επαρκώς για ποιο λόγο ανέμενε μέχρι τον Νοέμβριο του 2020 να επιθεωρήσει τα ακίνητα της αποβιώσασας και κατ' επέκταση να μαζέψει το μαρτυρικό υλικό για ζημιές και έξοδα που επιθυμεί να προσθέσει με τη σκοπούμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωσή του προς υποστήριξη των θέσεων της κυρίως αίτησής του, και δεν το έπραξε προ της καταχώρισης της κυρίως αίτησης. Δεν παραγνωρίζω ότι στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, ο εναγόμενος δηλώνει ότι προέβη στην προαναφερόμενη επιθεώρηση των ακινήτων τον Νοέμβριο του 2020, μετά από παράπονα ενοίκων των διαμερισμάτων και την εγκατάλειψη δύο εξ αυτών, με παράλληλο ισχυρισμό ότι οι ζημιές προέκυψαν μετά την καταχώριση της κυρίως αίτησης στις 25.9.2020. Παρά ταύτα, υπενθυμίζεται πως ο εναγόμενος στην κυρίως αίτηση ισχυρίζεται ρητώς ότι διαμαρτύρονταν πολλοί ενοικιαστές για το γεγονός ότι δεν γίνονταν οι αναγκαίες επιδιορθώσεις και συντήρηση στα υποστατικά τους και ότι η απουσία διαχειριστή της περιουσίας θα επιφέρει ανεπανόρθωτη ζημιά. Ουδεμία ικανοποιητική επεξήγηση δίδεται για ποιο λόγο δεν προέβη σε επιθεώρηση των ακινήτων ενωρίτερα, και δη προ της καταχώρισης της κυρίως αίτησης, εφόσον ισχυρίζεται ότι λάμβανε παράπονα από ενοικιαστές, και να συμπεριλάβει τις θέσεις του στην αρχική ένορκη δήλωση. Ενδεικτικά, σημειώνω ότι στην παράγραφο 1 (γ) της σκοπούμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης καταγράφονται ζημιές και επεμβάσεις σε συγκεκριμένο διαμέρισμα το οποίο είναι εγκαταλειμμένο, χωρίς καμία αναφορά ως προς τον χρόνο κατά τον οποίο αυτό εγκαταλείφθηκε. Παρομοίως, στην παράγραφο 1(ε) της σκοπούμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αναφέρεται ότι το κατάστημα το οποίο ισχυρίζεται ότι βρήκαν πνιγμένο από βόθρους με έντονη δυσοσμία σε όλη την περιοχή, είναι εγκαταλειμμένο εδώ και μήνες. Δεν υπάρχει η τοποθέτηση ότι δεν ήταν σε θέση να προβεί σε επιθεώρηση πριν την καταχώριση της κυρίως αίτησης, εφόσον, όπως ο ίδιος δήλωσε εξαρχής, λάμβανε παράπονα και διαμαρτυρίες από ενοίκους για τη μη διενέργεια επιδιορθώσεων και συντήρησης. Ούτε και υπάρχει κάποια ένδειξη ότι οι ζημιές που επικαλείται, σε διάφορα υποστατικά (και όχι μόνο σε αυτά που ισχυρίζεται ότι εγκαταλείφθηκαν πρόσφατα), με συνημμένο φωτογραφικό υλικό, προέκυψαν μόνο μετά την καταχώριση της κυρίως αίτησης. Αναφορικά δε με την επισύναψη ως τεκμήριο στη σκοπούμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, Έκθεσης πολιτικού μηχανικού για διάφορες ζημιές σε διάφορα υποστατικά της αποβιώσασας, σημειώνω ότι τυχόν έγκριση της υπό κρίση αίτησης θα επηρεάσει δυσμενώς τα δικαιώματα της άλλης πλευράς, η οποία δεν θα είναι σε θέση να αντεξετάσει τον συντάκτη, εφόσον δεν έχει προβεί σε ένορκη δήλωση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι δεν έχει καταδειχθεί καλός λόγος για παραχώρηση άδειας για συμπληρωματική ένορκη δήλωση από την πλευρά του εναγομένου. Η αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ του ενάγοντα - καθ' ου η αίτηση και εναντίον του εναγομένου - αιτητή, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, στο τέλος της διαδικασίας της κυρίως αίτησης και ανεξάρτητα από το αποτέλεσμά της. (Υπ.) ............... Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.