← Κύπρος

Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Στέγης ν. Παναγή κ.α., Αρ. Αγωγής: 4581/2003, 19/2/2021

Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Στέγης ν. Παναγή κ.α., Αρ. Αγωγής: 4581/2003, 19/2/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2021:A8 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4581/2003 Μεταξύ: Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Στέγης Εναγόντων και

  1. XXXXX Παύλου Παναγή
  2. XXXXX Γαβριήλ
  3. XXXXX Τζιούρρου
  4. XXXXX Παύλου Παναγή Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 18.12.2020 για συμπληρωματική ένορκη δήλωση Ημερομηνία: 19.2.2021 Εμφανίσεις: (δεν υπήρξε φυσική παρουσία των ευπαίδευτων συνηγόρων - η απόφαση τους στάλθηκε με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο) Για τον Εναγόμενο 3-Αιτητή: κ. Α. Πλουτάρχου. Για τους Ενάγοντες -Καθ' ων η Αίτηση: Σκορδής, Παπαπέτρου & Σία ΔΕΠΕ. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (δόθηκε αυθημερόν, μετά από μελέτη των γραπτών αγορεύσεων) Ο Εναγόμενος 3 καταχώρησε στις 13/12/19 αίτηση για παραμερισμό της εκδοθείσας εναντίον του απόφασης ημερ.31/03/05 (στο εξής η κυρίως αίτηση). Η εν λόγω απόφαση εκδόθηκε ερήμην του και η θέση του είναι πως ουδέποτε έλαβε γνώση της ύπαρξης της αγωγής. Οι ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση στην εν λόγω αίτηση και ισχυρίζονται, μεταξύ άλλων, ότι η αγωγή επιδόθηκε για λογαριασμό του εναγόμενου 3 στον εναγόμενο 2, στις 05/06/04, ο οποίος ως αναφέρεται στην απόδειξη του ιδιώτη επιδότη ήταν γαμπρός του εναγόμενου 3 και συγκατοικούσαν. Μετά την καταχώρηση της ένστασης από μέρους των Εναγόντων ως αναφέρεται ανωτέρω ακολούθησε η καταχώρηση της επίδικης αίτησης ημερομηνίας 18.12.2020, με την οποία ο Εναγόμενος 3 ζητά να του επιτραπεί να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση προκειμένου να απαντήσει ουσιαστικά στον ισχυρισμό των εναγόντων ότι στις 05/06/04 συγκατοικούσε με τον εναγόμενο 2, ισχυρισμό που χαρακτηρίζει ψευδή και ανυπόστατο αφού όπως αναφέρει ουδέποτε συγκατοίκησε με αυτόν. Η επίδικη αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.39 Θ.1 και 2, Δ.48 Θ.1, 2, 4(1,2) και Δ.64, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας άρθρο 30 και στη διακριτική ευχέρεια και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση δε συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 3, ο οποίος ισχυρίζεται ως ανωτέρω έχει αναφερθεί και δίνει σχετικές λεπτομέρειες. Ας σημειωθεί ότι ως αναφέρει πρώτη φορά έλαβε γνώση του ισχυρισμού περί συγκατοίκησης κατά την 08/12/20 που επεδόθη στον δικηγόρο του η ένσταση στην κυρίως αίτηση του και ενημερώθηκε σχετικά. Επισυνάπτει δε την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση ως παράρτημα Α. Οι Ενάγοντες αντέδρασαν και στη συγκεκριμένη αίτηση καταχωρώντας ένσταση στις 12.2.2021, εις την οποία παρατίθενται τρείς

(3)λόγοι ένστασης. Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.38, Δ.39, Δ.48 Θ.1-13, Δ.57 και Δ.64, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας άρθρο 30
(2)
(3), στο φάκελο του Δικαστηρίου, στη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στις συμφυείς εξουσίες, στη διακριτική ευχέρεια και πρακτική του Δικαστηρίου. Η ένσταση δε συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της XXXXX Κουμή, λειτουργού των εναγόντων, η οποία ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης. Πιο συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι η κυρίως αίτηση έχει καταστεί άνευ αντικειμένου καθότι το διάταγμα για άδεια εκτέλεσης της απόφασης έχει λήξει και δεν έχει ανανεωθεί, και κατά συνέπεια δεν μπορεί να εκτελεστεί η απόφαση εναντίον του εναγόμενου 3. Περαιτέρω αναφέρει πως πέραν των πιο πάνω, οι ενάγοντες δεν προτίθενται να ζητήσουν εκ νέου διάταγμα για άδεια εκτέλεσης εναντίον του εναγόμενου 3 και επομένως ουδείς λόγος υπάρχει για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και περαιτέρω προώθηση της διαδικασίας. Η ακρόαση της αίτησης προχώρησε με γραπτές αγορεύσεις στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που έχω αναφέρει πιο πάνω, χωρίς να ζητηθεί η αντεξέταση οιουδήποτε εκ των ενόρκως δηλούντων. Είχα δε την ευκαιρία εν τω μεταξύ να μελετήσω τις γραπτές αγορεύσεις που απέστειλαν σήμερα στο Δικαστήριο οι ευπαίδευτοι συνήγοροι, χωρίς στο παρόν σημείο να θεωρώ σκόπιμη την παράθεση όσων οι συνήγοροι αναφέρουν στις αγορεύσεις τους. Σύμφωνα με τη Δ.48, Θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας: «Το Δικαστήριο, ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39». Η παραχώρηση άδειας για καταχώριση συμπληρωματικής δήλωσης είναι θέμα διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. Ματθαίου
(2008)1Α ΑΑΔ 510, 514). Ο διάδικος που αιτείται άδεια πρέπει να καταδείξει «καλό λόγο». Η ύπαρξη καλού λόγου εξετάζεται από το Δικαστήριο ανάλογα με τη φύση της ενδιάμεσης αίτησης. Στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Λτδ (Αρ. 4)
(1997)1Β ΑΑΔ 979, 982, με αναφορά στην Αγγλική διάταξη O.59, r.6 των Αγγλικών Θεσμών, λέχθηκε ότι το Δικαστήριο δύναται να επιτρέψει την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εάν σ' αυτή θα γίνεται αναφορά σε νέα γεγονότα που προκύπτουν από ένορκες δηλώσεις που καταχωρίστηκαν από τους αντιδίκους. Στην υπόθεση Βερεγγάρια Παπακόκκινου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση 242/2011, 10/4/2012 (αίτηση για προσθήκη λόγων έφεσης), κρίθηκε πως η επανάληψη ισχυρισμών και επιχειρηματολογίας δεν δικαιολογεί την έκδοση διατάγματος για συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Στην A. Messios & Sons Ltd v. Λεωνίδα
(2010)1Α ΑΑΔ 195 (αίτηση επαναφοράς έφεσης), δόθηκε άδεια στους εφεσείοντες - αιτητές για καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων γιατί τα στοιχεία που επιθυμούσαν να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου, ήταν στοιχεία που σχετίζονταν με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος-καθ' ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Κρίθηκε ότι δεν επρόκειτο για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που ήταν επιθυμητό να τους επιτραπεί να προβάλουν, ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων. Επίσης, καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από τα λεχθέντα επί του θέματος αυτού, από τον Πρόεδρο του Ε.Δ.Λ/σίας (όπως ήταν τότε) κ.Στ. Ναθαναήλ, στην Πολιτική Αγωγή αρ. 8869/05 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, MATHEW SHAN ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ V. DEPFA INVESTMENT BANK LTD, ημερ. 28/2/2007: «Στόχος της αναμόρφωσης του θ.4 της Δ.48 με την Κ.Δ.Π. 5/99 ημερομηνίας 23/12/99, ήταν να αποφευχθούν τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν από την ερμηνεία που δόθηκε στον προηγούμενο θεσμό από νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου . Προσεκτική ανάγνωση και εξέταση του νέου θεσμού δείχνει, με αναφορά και στα όσα καταγράφονται στην παρ. 1 του θ.4 ότι στόχος της καταχώρησης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων είναι η ολοκληρωμένη παρουσίαση της αίτησης ή της ένστασης αντίστοιχα ώστε αυτή να οδηγηθεί σε ακρόαση επί του πλήρους φάσματος της διαφοράς. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να αποτελέσει καλό λόγο για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αν ο αιτητής εύλογα αισθάνεται μετά από την καταχώριση της ένστασης, ότι πρέπει να προσθέσει στα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση του, ώστε να έχει δυνατότητα επιτυχίας. Άλλη περίπτωση είναι όπου το Δικαστήριο επί μονομερούς αιτήσεως, συνήθως για απαγορευτικό διάταγμα, εγείρει ερωτηματικά ως προς ορισμένα προαπαιτούμενα της έκδοσης απαγορευτικού διατάγματος, οπότε και ο αιτητής δυνατόν να ζητήσει από το Δικαστήριο πριν την τελειωτική εξέταση και απόφαση επί της αιτήσεως του, την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ώστε να προσθέσει διάφορους ισχυρισμούς και γεγονότα που έχουν σχέση είτε με το επείγον του χρόνου είτε τη γνώση από πλευράς του αιτητή των γεγονότων που οδήγησαν στην διαφορά κ.τ.λ». Τέλος, παραπέμπω στην απόφαση ημερ.13/07/12 του Ε.Δ.Αμμοχώστου, στα πλαίσια της αγωγής 1375/11, Marfin Popular Bank v. Nathan Lucas Walton κ.α., όπου αναφέρθηκαν τα εξής από την Λ.Δημητριάδου - Ανδρέου, ΑΕΔ (όπως ήταν τότε) : « Στην πράξη, οι πρόνοιες του πιο πάνω Θεσμού εφαρμόζονται όταν, μετά την καταχώρηση της Ένστασης ο αιτητής αισθάνεται την ανάγκη να απαντήσει, αντικρούσει ή αμφισβητήσει κάποια συγκεκριμένα επί μέρους θέματα που εγείρονται μέσω της Ένστασης, οπότε και ζητεί, είτε προφορικά, είτε με γραπτή αίτηση, όπως του επιτραπεί να καταχωρήσει απαντητική-συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Στόχος της καταχώρισης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων είναι η ολοκληρωμένη παρουσίαση είτε της Αίτησης, είτε της Ένστασης ώστε αυτή να οδηγηθεί σε ακρόαση στη βάση της ολοκληρωμένης εικόνας της διαφοράς. Και, βεβαίως, σκοπός της Δ.48,θ.4 είναι η παρουσίαση ενώπιον του Δικαστηρίου όλων εκείνων των γεγονότων που είναι αναγκαία για να υποστηριχθεί η εκατέρωθεν θέση των διαδίκων. Η εξουσία, επομένως, η οποία προβλέπεται από τη Δ.48,θ.4
(2)είναι διακριτικής φύσεως και ασκείται στη βάση των γεγονότων που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου και τα οποία θα πρέπει να αποκαλύπτουν την αναγκαιότητα για την παροχή της αιτούμενης άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε συνδυασμό με τη διαπίστωση, στο πλαίσιο αυτό, του τι είναι δίκαιο υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης. Ο «καλός λόγος» είναι συνυφασμένος με τη σημασία που έχει η προτεινόμενη επιπρόσθετη και/ή συμπληρωματική μαρτυρία για την εκδίκαση μιας Αίτησης με την ευχέρεια παρουσίασης της μαρτυρίας αυτής διά των αρχικών ενόρκων δηλώσεων καθώς και με την ανάγκη αντίκρουσης μαρτυρίας του αντιδίκου. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για παραχώρηση άδειας για συμπληρωματική ένορκη δήλωση ασκείται με βάση γεγονότα τα οποία τίθενται ενώπιόν του. Σημαντικός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη για τους σκοπούς διαμόρφωσης της κρίσης του Δικαστηρίου είναι η φύση και οι ανάγκες της διαδικασίας την οποία η συμπληρωματική ένορκη δήλωση επιδιώκει να εξυπηρετήσει. » Έχοντας μελετήσει την αίτηση και την ένσταση, σε συνάρτηση βεβαίως με την κυρίως αίτηση και την ένσταση σε εκείνη την αίτηση αλλά και τις αρχές πιο πάνω, έχω καταλήξει να εγκρίνω την αίτηση. Έχοντας υπόψη τους ισχυρισμούς του εναγόμενου 3 στην κυρίως αίτηση και τον λόγο που ζητά παραμερισμό (ex debito juistitie) και όσα αναφέρουν οι ενάγοντες στην ένσταση τους προς απάντηση, θεωρώ πως είναι ορθό και δίκαιο να δοθεί η ευκαιρία στον εναγόμενο 3 ν' απαντήσει και να προβάλει τους δικούς τους ισχυρισμούς. Ας σημειωθεί πως η θέση του ότι πρώτη φορά πληροφορήθηκε για τον ισχυρισμό περί συγκατοίκησης με τον εναγόμενο 2 όταν επιδόθηκε στο δικηγόρο του η ένσταση των εναγόντων στην κυρίως αίτηση παρέμεινε αναντίλεκτος. Παρεμβάλλω εδώ, ίσως εκ του περισσού, ότι αποτελεί παραδεκτό γεγονός μεταξύ των δύο πλευρών ότι ο αρχικός δικαστικός φάκελος της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής έχει καταστραφεί, οπότε σημειώνω εδώ πως δεν θα μπορούσε ο εναγόμενος 3 να πληροφορηθεί από την έρευνα του φακέλου που έκανε στις 02/12/19, εντός του οποίου βρισκόταν η ένορκη δήλωση επίδοσης της αγωγής προς τον εναγόμενο 3 ως είναι επίσης παραδεκτό, για τα πιο πάνω. Όσον αφορά τους λόγους ένστασης, με κάθε σεβασμό προς την πλευρά των εναγόντων, αλλά κρίνονται άπαντες άνευ ουσίας ή και αβάσιμοι. Γι' αυτό και απορρίπτονται. Συνεπώς, έχω την άποψη πως προκύπτει καλός λόγος για να επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Εκδίδω διάταγμα ως η αιτούμενη θεραπεία 1 της αίτησης. Νοείται ότι η συμπληρωματική ένορκη δήλωση που θα καταχωρηθεί θα έχει τη μορφή του Παραρτήματος Α που είναι επισυνημμένο στην αίτηση. Η συμπληρωματική ένορκη δήλωση να καταχωρηθεί εντός επτά
(7)ημερών. Τα έξοδα της αίτησης θα είναι στην πορεία της κυρίως αίτησης, αλλά σε καμία περίπτωση εναντίον του εναγόμενου 3. (Υπ.) ............. Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.