Θεοδούλου ν. Σκαντζούρη κ.α., Αγωγή Αρ: 1290/15, 15/2/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2021:A5 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΝΑΘΑΝΑΗΛ Ε.Δ. Αγωγή Αρ: 1290/15 Μεταξύ: XXXXX Θεοδούλου Ενάγοντας - και -
- XXXXX Σκαντζούρη
- XXXXX Μωυσέως Εναγόμενοι Ημερομηνία: 15.2.21 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντα: κ. Α. Μυλωνάς και κα. Χριστοδούλου για Α. Ζ. Μυλωνάς & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο 1: κ. Γ. Ελ. Εμπεδοκλής Για Εναγόμενο 2: κ. A. Πασιουρτίδης και κα. Δ. Ιβάνοβα για Α. Σ. Πασιουρτίδης Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε την 2.7.15 και αφορά αξίωση του Ενάγοντα ύψους €12.591,53 ως ποσό καθυστερημένων ενοικίων από την 1.5.14 μέχρι 2.7.15 πλέον τόκο προς 7,5% ετησίως επί έκαστου μηνιαίου ενοικίου αρχής γενομένης την 1.5.14, πλέον έξοδα και ΦΠΑ εναντίον του εναγόμενου 1 ως ενοικιαστή και του εναγόμενου 2 ως εγγυητή του πρώτου. Η δικογραφημένη θέση του ενάγοντα προβάλλει τις κάτωθι θέσεις: Ο ενάγοντας καθ΄όλους τους ουσιώδεις προς την παρούσα αγωγή χρόνους είναι μαζί με τον αδελφό του Δρ. XXXXX Θεοδούλου κατά ½ έκαστος, ιδιοκτήτες και/ή δικαιούχοι των δύο υποστατικών που βρίσκονται στην Οδό XXXXX εκ των οποίων το πρώτο έχει αρ.121 ( Υποστατικό Α) και το δεύτερο αποτελεί διατηρητέα κατοικία ως αυτή έχει κηρυχθεί από το Υπουργείο Εσωτερικών (Υποστατικό Β). Κατά την 18.4.11 δυνάμει δύο ξεχωριστών συμφωνιών ο εναγόμενος 1 ενοικίασε από τον ενάγοντα και/ή τον αναφερόμενο αδελφό του και τα δύο εν λόγω υποστατικά για περίοδο 6 ετών, ήτοι από 1.2.11 μέχρι 31.1.
- Το συνολικό ποσό μηνιαίου ενοικίου για έκαστο υποστατικό και η καταβολή αυτού, λεπτομερώς αποτυπώνονται στις μεταξύ των μερών συμφωνίες. Ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος αυτών ήταν ότι ο εναγόμενος 1 θα πλήρωνε χωριστά το συνολικό μηνιαίο ενοίκιο κατά ½ στον ενάγοντα και κατά ½ στον αδελφό του. Δυνάμει συμφωνίας εγγύησης ιδίας ημερομηνίας, ο εναγόμενος 2 εγγυήθηκε τον εναγόμενο 1 για την τήρηση των όρων των αναφερομένων συμφωνιών. Είχε συμφωνηθεί περαιτέρω oτι ο εναγόμενος 1 θα πλήρωνε το ενοίκιο κάθε 10η μέρα εκάστου μηνός, με την πρώτη πληρωμή να ξεκινά την 1.2.11, ενώ παράλειψη πληρωμής του μηνιαίου ενοικίου ή οποιουδήποτε μέρος αυτού θα έφερνε τόκο προς 7,5% ετησίως από την μέρα που αυτό θα καθίστατο ληξιπρόθεσμο. Παρά τις οχλήσεις του ενάγοντα και την αποστολή επιστολής ημερομηνίας 21.1.14 μέσω των δικηγόρων του, ο εναγόμενος 1 παρέλειψε να καταβάλει το αναλογούν στον ενάγοντα μηνιαίο ενοίκιο για τις περιόδους: (α)1.5.14 μέχρι 31.1.15 (€4.060,72), (β) 1.2.15 μέχρι 30.6.15 (€3.043,12) και (γ) 1.2.15 μέχρι 30.6.15 (€2.350,80) ήτοι, συνολικό ποσό και για τα δύο υποστατικά, ως η αξίωση. Ο εναγόμενος 1 στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση του εγείρει τις ακόλουθες Προδικαστικές Ενστάσεις: (α) Ο ενάγοντας δεν νομιμοποιείται από μόνος του, χωρίς την προσθήκη του συνιδιοκτήτη του ακινήτου όπως καταχωρήσει και προωθήσει την παρούσα αγωγή και (β) Το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας, με κατάλληλο Δικαστήριο για εκδίκαση της παρούσας να είναι αυτό του Ελέγχου Ενοικιάσεως. Ως ουσιαστική υπεράσπιση προβάλλει την ακυρότητα των συμφωνιών ενοικίασης αφού αυτές δεν υπεγράφησαν τη παρουσία δύο μαρτύρων, ικανών προς το συμβάλλεσθαι. Περαιτέρω είναι η θέση του ότι κατά τα έτη 2013 και 2014 αντιστοίχως, σε συνεννόηση με τον ενάγοντα και/ή με τον αδελφό αυτού ως αντιπροσώπου και/ή νόμιμου αντιπροσώπου του ενάγοντα, το ενοίκιο μειώθηκε και για τα δύο ακίνητα αντιστοίχως, με το τελικό μηνιαίο ενοίκιο να διαμορφώνεται κατά το 2014 σε €900 μηνιαίως και για τα δύο ακίνητα. Επιπλέον το αξιούμενο ποσό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, ενώ παράλληλα, δια της συμπεριφοράς του, ο ενάγοντας κωλύεται ένεκα της ρητής και/ή εξυπακουόμενης συγκατάθεσης του ιδίου και/ή του αντιπροσώπου του, κ. XXXXX Θεοδούλου, να αξιώνει τα εν λόγω ποσά. Ο ίδιος δεν έλαβε καμία επιστολή από τους δικηγόρους του ενάγοντα. Με την Ανταπαίτηση του, ζητά απόφαση του Δικαστηρίου ότι οι δύο συμφωνίες είναι άνευ αντικειμένου και/ή άκυρες, αξιώνοντας ταυτόχρονα την υπέρ του επιδίκαση ποσού ύψους €47.650 και/ ή οποιοδήποτε άλλο ποσό ήθελε φανεί ότι κατέβαλε ο εναγόμενος δυνάμει των επίδικων συμφωνιών, πλέον νόμιμο τόκο, έξοδα και ΦΠΑ. Σε παρόμοιο μήκος κύματος κινείται και το δικόγραφο Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης του εναγόμενου 2, ο οποίος επίσης εγείρει ισχυρισμούς περί έλλειψης δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου, προδικαστικά. Περαιτέρω, είναι η θέση του ότι οι συμφωνίες ενοικίασης και εγγύησης είναι άκυρες και/ή παράνομες αφού δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του Άρθρου 77 του Κεφ.
- Περαιτέρω, σε άγνωστο προς τον ίδιο χρόνο, ο εναγόμενος 1 μαζί με τον ενάγοντα και/ή τον αδελφό του, τροποποίησαν τους όρους της συμφωνίας εν αγνοία του και/ή χωρίς την συγκατάθεση του, γεγονός που τον απαλλάσσει από την οποιαδήποτε υποχρέωση του. Ουδέποτε έλαβε οποιαδήποτε ειδοποίηση από τον ενάγοντα ως προς τα κατ΄ισχυρισμόν οφειλόμενα ενοίκια, ενώ η νέα συμφωνία μεταξύ των λοιπών διαδίκων ως προς την μείωση των ποσών, εμποδίζει τον ενάγοντα από το να προωθεί την αξίωση του. Ανταπαιτητικώς, ζητά Απόφαση του Δικαστηρίου ότι οι συμφωνίες ενοικίασης και εγγύησης είναι εξ' υπαρχής άκυρες και Διάταγμα με το οποίο να αναγνωρίζεται ότι η τροποποίηση και/ή αλλοίωση των όρων των μεταξύ των διαδίκων συμφωνιών ενοικίασης εμποδίζει τον ενάγοντα από το να αξιώνει οποιοδήποτε θεραπεία εναντίον του, καθώς και Απόφαση Δικαστηρίου που να τον απαλλάσσει από τις υποχρεώσεις του ως αυτές πηγάζουν από τις συμφωνίες εγγύησης του ημερ. 18.4.11, πλέον νόμιμο τόκο, έξοδα, ΦΠΑ και έξοδα επίδοσης. Το δικόγραφο της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση του εναγόμενου 2, - για τον εναγόμενο 1 δεν έχει ανευρεθεί η καταχώρηση τέτοιου δικογράφου στο φάκελο του Δικαστηρίου- προβάλλει μια άρνηση στους προβαλλόμενους ισχυρισμούς του τελευταίου, με ειδικότερη αναφορά στο γεγονός ότι ακόμη και αν ήθελε φανεί ότι έγιναν τροποποιήσεις στο ενοίκιο με την σύμφωνη γνώμη του αδελφού του ενάγοντα, αυτές δεν έγιναν με την συγκατάθεση του ιδίου, με τον εναγόμενο 2 να δεσμεύεται από τους όρους των μεταξύ των μερών συμφωνιών. Προσαχθείσα Μαρτυρία και Αξιολόγηση: Η πλευρά του Ενάγοντα προς απόδειξη της υπόθεσης του, κάλεσε τρείς μάρτυρες. Πρώτος ο ίδιος, (ΜΕ1), καταθέτοντας Γραπτή Δήλωση/ Έγγραφο Α'. Το εν λόγω έγγραφο αποτελεί επανάληψη των δικογραφημένων θέσεων του. Δηλώνει περαιτέρω ότι ήταν ρητός όρος των συμφωνιών ότι το ενοίκιο θα καταβαλλόταν ξεχωριστά και εξ' ημισείας σε κάθε αδελφό, ενώ ο ίδιος ουδέποτε δέχθηκε οποιαδήποτε μείωση του συμφωνημένου ενοικίου, ούτε και ποτέ εξουσιοδότησε τον αδελφό του όπως προβεί εκ μέρους του σε αποδοχή μείωσης αυτού, ή τροποποίησης των όρων των μεταξύ των μερών συμφωνιών. Περαιτέρω, δήλωσε στο Δικαστήριο ότι οι επίδικες συμφωνίες (Τεκμήρια 1 και 1Α), υπεγράφησαν από τον ίδιο, τον αδελφό του και τον εναγόμενο 1, στην παρουσία δύο
(2)μαρτύρων. Οι Συμφωνίες Εγγύησης είναι ενσωματωμένες επί των συμφωνιών ενοικίασης. Στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας εκκρεμεί αγωγή με αριθμό XXXXX/14, αναφορικά με την ανάκτηση των οφειλόμενών προς τον ίδιο, ενοικίων, για την περίοδο 1.10.14 μέχρι 1.4.15, καθώς και η αγωγή υπ' αριθμό 844/20, αναφορικά με περίοδο που έπεται της παρούσας. Αντεξεταζόμενος από το συνήγορο του εναγόμενου 1, (η αντεξέταση του οποίου υιοθετήθηκε και από τον εναγόμενο 2) ανέφερε, ότι οι μάρτυρές υπογραφών εργάζονται μέχρι και σήμερα στο γραφείο του αδελφού του. Συμφώνησε ότι οι επίδικες συμφωνίες αφορούν τα έτη 2011-2017, όμως ο εναγόμενος 1 δεν είναι θέσμιος ενοικιαστής, αφού οι συμφωνίες ενοικίασης ανανεώθηκαν μετά το 2017 και ισχύουν μέχρι και σήμερα. Τον εναγόμενο 1 τον γνωρίζει από το 2003, χρονολογία κατά την οποία ο πρώτος ενοικίασε για πρώτη φορά τα επίδικα υποστατικά, δυνάμει γραπτής συμφωνίας. Αρνήθηκε δε κατηγορηματικά τον ισχυρισμό ότι κατά τα έτη 2013 και 2014 αντίστοιχα, συμφώνησε και/ή συναίνεσε σε μείωση ενοικίου. Η Γεωργίου XXXXX, ΜΕ2, μάρτυρας υπογραφής επί των Τεκμηρίων 1 και 1Α αντιστοίχως, κατέθεσε προς υποστήριξη της υπόθεσης του ενάγοντα, δηλώνοντας ότι αυτός, είναι αδελφός του εργοδότη της, ήτοι του Δρ. XXXXX Θεοδούλου. Αναγνώρισε την υπογραφή της επί των προαναφερθέντων τεκμηρίων, τα οποία υπεγράφησαν στην παρουσία της. Υπέδειξε στο Δικαστήριο τόσο την δική της υπογραφή, αλλά και του κ. XXXXX Θεοδούλου, του ενάγοντα και του εναγόμενου
- Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι εργάζεται στον αδελφό του ενάγοντα από το 1996, με την διαδικασία των υπογραφών να λαμβάνει πάντοτε χώραν στο γραφείο τους. Σε ερώτηση του συνηγόρου του εναγόμενου 1 ότι οι σχέσεις μεταξύ των δύο συνιδιοκτητών δεν είναι καλές, η ΜΕ2 απάντησε, ότι ο ενάγοντας επισκέπτεται συχνά το γραφείο του αδελφού του, διαφωνώντας με την θέση του συνηγόρου ότι τα δύο αδέλφια έχουν να μιλήσουν τα τελευταία 30 χρόνια. Τον εναγόμενο 1 τον είδε πρώτη φορά όταν θα συμφωνούσαν για τα συμβόλαια, ενώ δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να ήταν μάρτυρας και στις μεταξύ των μερών συμφωνίες ενοικίασης του
- Σε ερώτηση γιατί λείπει η υπογραφή της από το αντίγραφο των συμφωνιών που έχει στην κατοχή του ο εναγόμενος 1, η ίδια απάντησε ότι δεν γνωρίζει, απορρίπτοντας την ίδια ώρα την εισήγηση ότι η υπογραφή της τέθηκε μεταγενέστερα και/ή σε κατοπινό στάδιο. Σε υποβολή ότι οι συμφωνίες υπεγράφησαν στα ενοικιαζόμενα ακίνητα, η ίδια απάντησε ότι ουδέποτε πήγε στο περίπτερο προς υπογραφή των συμβολαίων. Αντεξεταζόμενη από το δικηγόρο του εναγόμενου 2, ανέφερε, ότι τον εναγόμενο 1 τον συνάντησε περισσότερες από μία φορές, ενώ τον κ. Μωυσέως μόνο μια, οι δε οι επίδικες συμφωνίες υπεγράφησαν από όλα τα εμπλεκόμενα μέρη, ταυτοχρόνως, στον ίδιο χώρο. Σε υποβολή ότι η υπογραφή του εναγόμενου 2 υπήρχε ήδη επί των πιο πάνω Τεκμηρίων, η ίδια απάντησε ότι ο εργοδότης της ουδέποτε δεχόταν όπως υπογράψει οποιοσδήποτε πριν τον γνωρίσει, και αυτό το λέει με βεβαιότητα, αφού υπογράφει ως μάρτυρας υπογραφής τα τελευταία 20 χρόνια. Ως ΜΕ3 κατέθεσε η κα. XXXXX Στρούθου, επίσης υπάλληλος επί εικοσαετίας του κ. XXXXX Θεοδούλου. Αναγνώρισε την υπογραφή της επί των τεκμηρίων, αναφέροντας ότι όλα τα εμπλεκόμενα μέρη υπόγραψαν ενώπιον της στο ίδιο δωμάτιο, τα δε τεκμήρια ετοιμάστηκαν από τον εργοδότη της. Αντεξεταζόμενη από το δικηγόρο του εναγόμενου 1 ανέφερε ότι ουδέποτε επισκέφτηκε το περίπτερο και/ ή τα υπό ενοικίαση ακίνητα για να λάβει την υπογραφή του κ. Σκαντζούρη. Ερωτηθείσα από τον συνήγορο του εναγόμενου 2 αν μπορεί να περιγράψει τον εναγόμενο 2 , η ίδια απάντησε ότι αδυνατεί λόγω της παρέλευσης τόσων χρόνων. Αναγνώρισε τις υπογραφές και τη σειρά παράθεσης αυτών, αναφέροντας ότι πρώτος υπέγραψε ο XXXXX Θεοδούλου μετά ο ενάγοντας, ο ενοικιαστής και μετά οι μάρτυρες. Σε υποβολή ότι η υπογραφή του εγγυητή βρισκόταν ήδη επί των συμφωνιών, η ίδια απάντησε ότι αυτή δεν ήταν αποδεκτή πρακτική. Εκ μέρους της Υπεράσπισης του εναγόμενου 1 παρουσιάστηκε ο ίδιος δηλώνοντας ενοικιαστής των επίδικων ακινήτων από το 2003, με τον ενάγοντα να είναι ιδιοκτήτης του ½ μεριδίου αυτών. Οι συμφωνίες ενοικίασης αποτελούν ουσιαστικά την μετατροπή του ενοικίου από Λίρες Κύπρου σε Ευρώ, με τα ενοικιαστήρια έγγραφα να του παραδίδονται από τον ενάγοντα στο περίπτερο του για τυπική τους υπογραφή, αφού ο τελευταίος είχε πρόβλημα με το λογιστήριο του λόγω της αλλαγής του Νομίσματος της Δημοκρατίας. Τηλεφώνησε στον εναγόμενο 2, δηλώνοντας του ότι ο ιδιοκτήτης επιθυμεί να μετατρέψει τα ποσά των ενοικίων από Λίρες Κύπρου σε Ευρώ, με τον εγγυητή να κάνει ολιγόλεπτη στάση στο περίπτερο του, υπογράφοντας αυτές. Ουδέποτε υπέγραψε ο ίδιος ενώπιον δύο μαρτύρων. Οι σχέσεις του με τον κ. XXXXX Θεοδούλου είναι άριστες, ενώ καταβάλλει ανελλιπώς τα τελευταία 17 χρόνια τα ενοίκια του. Από το 2014, ήτοι μετά την προφορική συμφωνία για μείωση του ενοικίου μέχρι και σήμερα, καταβάλλει στον αδελφό του ενάγοντα ποσό ύψους €450 και για τα δύο ακίνητα, ως το ½ του συνολικού ενοικίου, όπως συμφώνησαν προφορικά. Ο ενάγοντας παρά τις προσπάθειες του για καταβολή του αναλογούντος στον ενάγοντα ποσού επί των μηνιαίων ενοικίων αρνείται την είσπραξη των. Εξήγησε ότι τα ενοίκια, δυνάμει των προσαυξήσεων, ως αυτές καταγράφονται στις μεταξύ τους συμφωνίες σχεδόν διπλασιάστηκαν, με τον εναγόμενο να επιθυμεί την μείωση των. Άλλα καταστήματα στον ίδιο δρόμο με το κατάστημα του, ενοικιάζονται μετά την κρίση του 2013 για €300-€400 Ευρώ, με τον ενάγοντα να ζητά την καταβολή €1.116 μηνιαίως προς τον ίδιο, πλην του μεριδίου του αδελφού του, για τα ακίνητα. Η κένωση απέναντι από τα επίδικα, καταστήματος με χαμηλότερο ενοίκιο, ήταν ο λόγος που τα αδέλφια αποδέχθηκαν την προτεινόμενη μείωση καθότι ο ίδιος είχε εκφράσει την πρόθεση του όπως μεταφερθεί απέναντι, γεγονός που προκάλεσε την αντίδραση των ιδιοκτητών, οι οποίοι δήλωσαν ότι θα μείωναν το ενοίκιο στο αντίστοιχο ποσό ενοικίασης του απέναντι καταστήματος, συμφωνώντας με αυτό τον τρόπο στην καταβολή του συνολικού ποσού των €450 μηνιαίως προς έκαστο αδελφό. Ο ενάγοντας όμως, μετά την ενοικίαση του απέναντι καταστήματος, και αφού ο εναγόμενος προχώρησε σε ανακαίνιση και επιδιόρθωση των ενοικιαζόμενων, άλλαξε γνώμη, απαιτώντας με την παρούσα ολόκληρη την αντιστοιχούμενη εξ' ημισείας προς όφελος του καταβολή ενοικίων. Σε υποβολή ότι ο ενάγοντας ουδέποτε αποδέχθηκε την οποιαδήποτε μείωση, ο εναγόμενος απάντησε ότι ήταν ο ίδιος ο ενάγοντας που αντέδρασε στη μετακόμιση του, προτείνοντας του την μείωση του ενοικίου. Ο ίδιος, ανέφερε, δεν είχε κανένα λόγο να μην μετακομίσει στο απέναντι κατάστημα. Δήλωσε στο Δικαστήριο ότι δεν αρνείται να καταβάλει προς τον ενάγοντα τα μειωμένα ποσά, κάνοντας πολλές προσπάθειες προς αυτή την κατεύθυνση, με τον ενάγοντα να είναι αρνητικός. Το 2017, οι επίδικες συμφωνίες ανανεώθηκαν κατά την λήξη τους, με τον ίδιο να διερωτάται ποιος ο λόγος ανανέωσης της συμβατικής τους σχέσης, αν ο ενάγοντας, ως ένας εκ των ιδιοκτητών, δεν τον ήθελε ως ενοικιαστή δυνάμει των κατ΄ισχυρισμόν οφειλών εκ μέρους του. Τέλος, αναγνώρισε την υπογραφή του επί των Τεκμηρίων 1 και 1Α. Στα πλαίσια της αντεξέτασης του κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2, επιστολή ημερομηνίας 18.6.20 από τους δικηγόρους του ενάγοντα προς τον δικηγόρο του. Ο εναγόμενος 2, ανέφερε ότι γνωρίζει πολύ καλά τον εναγόμενο 1, παραδεχόμενος ότι εγγυήθηκε την ενοικίαση του μέσω των κατατεθειμένων στο Δικαστήριο τεκμηρίων. Υπέγραψε ως εγγυητής του το 2003, το 2011 και θα εγγυείτο αυτόν εκ νέου αφού πρόκειται, ως ανέφερε για ένα σοβαρό επαγγελματία και καλοπληρωτή. Ο εναγόμενος 2 δραστηριοποιείται στην προμήθεια αλκοολούχων ποτών και γνώρισε τον εναγόμενο 1 όταν ξεκίνησε να προμηθεύει το περίπτερο του με προϊόντα. Το 2011 υπέγραψε επί των ενοικιαστηρίων εγγράφων ως εγγυητής, αφού ως του είχε πει ο εναγόμενος 1, ο ενάγοντας ήθελε να μετατρέψει τα ποσά των ενοικίων από Λίρες Κύπρου σε Ευρώ. Θυμάται χαρακτηριστικά ότι σταμάτησε για 5 λεπτά στο πεζοδρόμιο έξω από το περίπτερο του εναγόμενου 1, υπέγραψε και έφυγε. Δεν θυμάται, αν υπήρχαν άλλες υπογραφές επί των συμβολαίων. Ο εναγόμενος 1 δήλωσε, τον είχε ρωτήσει στα πλαίσια της επαγγελματικής τους σχέσης την άποψη του αναφορικά με το απέναντι ενοικιαζόμενο ακίνητο, δηλώνοντας την πρόθεση του όπως μετακομίσει, με τον ίδιο να του απαντά ότι αν μετακόμιζε απέναντι, το περίπτερο θα δούλευε καλύτερα αφού είχε τον απαραίτητο χώρο για δημιουργία κάβας κρασιών, ενώ παράλληλα πλεονεκτούσε λόγω διάθεσης χώρου στάθμευσης για τους πελάτες. Για να μη μετακομίσει, δήλωσε, θα πρέπει τα μέρη να βρήκαν μια λύση μεταξύ τους ως προς το ενοίκιο. Ερωτώμενος αν μπορεί να τοποθετήσει την εν λόγω στιχομυθία χρονικά, απάντησε ότι πρέπει να ήταν κατά τις αρχές του
- Χαρακτηριστική δε και η απάντηση του ως προς την οφειλή του ιδίου ως εγγυητής του εναγόμενου 1 αναφέροντας: «Δεν έχω κανένα πρόβλημα ως εγγυητής του. ..Το 2011 και να μου έλεγε έλα να υπογράψεις στο γραφείο θα πήγαινα. Είχε να κάνει με το ενοίκιο ενός αξιόχρεου και τίμιου ανθρώπου. Δεν αποποιούμαι της ευθύνης μου ως εγγυητής. Αν λέτε ότι το 2011 είναι νέα συμφωνία, το υπέγραψα... ...αν το Δικαστήριο αποφασίσει ότι ο εναγόμενος 1 έχει ευθύνη βεβαίως και θα αναλάβω πλήρως την ευθύνη μου». Το Δικαστήριο έχει παραθέσει συνοπτικά την ενώπιον του προσκομισθείσα μαρτυρία. Είχα την ευκαιρία μέσω της ζωντανής ατμόσφαιρας της ακροαματικής διαδικασίας να παρακολουθήσω με περισσή προσοχή τους μάρτυρες που προσήλθαν στο Δικαστήριο προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας από το Δικαστήριο είναι επιβεβλημένη για την εξαγωγή συμπερασμάτων (βλ P. & Chr. Seafood Express Ltd κ.α ν Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου
(2014)1 Β Α.Α.Δ. 1945, Σταύρου ν Χαραλάμπους
(2011)1 Α.Α.Δ. 193). Έχω περαιτέρω ως γνώμονα μου την ευρεία νομολογία επί του ζητήματος που άπτεται της αξιολόγησης της μαρτυρίας ενός μάρτυρα, συμπεριλαμβανομένης και της εν γένει συμπεριφοράς του στο ειδώλιο του μάρτυρα. Δεν παραγνωρίζονται φυσικά, ως προτάσσει η Νομολογία, τα λεγόμενα ενός μάρτυρα, η εκφορά του λόγου του, οι αντιδράσεις του, η αμεσότητα στις απαντήσεις του, η σαφήνεια ή μη των απαντήσεων του, η αληθοφάνεια αυτών δυνάμει των παρατιθέμενων ενώπιον του Δικαστηρίου δικογράφων, και η ειλικρίνεια του, μεταξύ άλλων (βλ. Ζαβρού ν Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, C & A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273, Λάρκου ν Παναγή
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. 80, Χριστοφή ν Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401). Εξίσου σημαντικό είναι να τονισθεί ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται πάντοτε με γνώμονα τις δικογραφημένες θέσεις των μερών, οι οποίες αποτελούν και τη μόνη πυξίδα που πρέπει να καθοδηγεί το Δικαστήριο. Υπενθυμίζεται ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου είτε μερικώς (βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου
(1988)1 Α.Α.Δ 263, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 Α.Α.Δ 207, Σοφοκλέους ν Κυριάκου
(2010)1 Α.Α.Δ. 6650). Αξιολογώντας την ενώπιον μου προσαχθείσα μαρτυρία, καθώς και τις εκατέρωθεν δικογραφημένες θέσεις των μερών, προχωρώ στην εξέταση των θέσεων και επιχειρημάτων αυτών με την σειρά με την οποία, κατά την κρίση μου, επιβάλλεται ως προς την παρουσίαση της καλύτερης δυνατής δομής της απόφασης, (βλ.Adamos Charitonos and Others v The Republic
(1971)2 CLR 40), έχοντας πάντα κατά νου ότι: «Δεν υπάρχουν στερεότυπα στην δικαστική συγγραφή αποφάσεων. Η δικαστική ανεξαρτησία και το αυτόνομο της δικαστικής κρίσης αφήνουν ευρύ περίοδο επιλογής του τρόπου συγγραφής μίας απόφασης (βλ. Χρίστος Χριστοδουλίδης ν Αστυνομίας Π.Ε 141/13 ημερ. 16.2.15). Κατ'αρχάς η Υπερασπιστική γραμμή των εναγομένων ότι οι συμβάσεις ενοικίασης και εγγύησης είναι άκυρες λόγω μη τήρησης των προϋποθέσεων του Άρθρου 77 του Κεφ.149, δεν είναι ορθή διότι ο ενάγων έχει, μέσω της έγγραφης κυρίως, μαρτυρίας που έχει προσκομίσει, ως αυτή θα αναλυθεί κατωτέρω, αποσείσει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του περί ύπαρξης έγκυρων και δεόντως καταρτισμένων συμφωνιών ενοικίασης, αλλά και επειδή η ενώπιον του Δικαστηρίου ζώσα μαρτυρία ανέδειξε ένα πραγματικό γεγονός, ήτοι ότι η επίδικη ενοικίαση συνεχίζει μέχρι και σήμερα, αφού αυτή ανανεώθηκε και μετά την λήξη της κατά το 2017. Συνεπώς, η υπεράσπιση ότι τα ενοικιαστήρια έγγραφα είναι άκυρα λόγω μη πλήρωσης των προϋποθέσεων του Άρθρου 77 του Κεφ. 49, είναι άνευ ουσίας, αφού ακόμη και αν αυτή ευσταθούσε, τα πιο πάνω γεγονότα και η καταβολή εκ μέρους του εναγόμενου 1 του ενοικίου τόσο κατά την επίδικη περίοδο, αλλά και εντεύθεν, στους ιδιοκτήτες ή σε ένα τουλάχιστον εκ των ιδιοκτητών, (μετά την άρνηση του ενάγοντα το 2014 να λαμβάνει το μερίδιο του μέχρι το 2015), δεικνύουν την ξεκάθαρη ύπαρξη μίσθωσης από μήνα σε μήνα, ακόμη και επί άκυρου ενοικιαστηρίου συμβολαίου, σύμφωνα με την Νομολογία ( βλ. Tryfon Co v Black & Decker
(1983)1 C.L.R. 971, Nicos Christou Developments Ltd v Τοφίνη (ante) Μιχαήλ κ.α ν Γιαννή
(1998)1 Α.Α.Δ. 2052, Woodfall's Law of Landlord & Tenant, 27η έκδοση, Τόμος 1, παράγραφοι 663, Σύγγραμμα του David Lloyd Evan's: «The Law of Landlord and Tenant» 1974, σελ. 29). Έπεται ότι δεν ευσταθεί η θέση περί ακυρότητας της ενοικίασης. Άλλωστε και προς επιβεβαίωση των ανωτέρω, παρά την δικογραφημένη θέση ότι κατά τον χρόνο σύναψης των Τεκμηρίων οι μάρτυρες υπογραφών ήσαν απούσες, τόσο ο εναγόμενος 1, αλλά και ο εναγόμενος 2, αναγνώρισαν και αποδέχθηκαν μέσω της μαρτυρίας τους, όχι μόνο ότι επί των ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένων Τεκμηρίων υπάρχει η υπογραφή τους, αλλά και τις εκατέρωθεν υποχρεώσεις τους, ως αυτές πηγάζουν από τις συμφωνίες - (βλέπε χαρακτηριστικά την μαρτυρία των εναγομένων επί τούτου). Ειδικότερα δε όσον αφορά τον εναγόμενο 1, η πρόθεση του όπως συνεχίσει την συμβατική σχέση που έχει με τους ιδιοκτήτες έγινε παραδεκτή μέσω και της επιβεβαιωτικής επί τούτου μαρτυρίας του ενάγοντα, με τον εναγόμενο 1 να καταβάλλει μέχρι και σήμερα σε ένα εκ των ιδιοκτητών τουλάχιστον το συμφωνηθέν ενοίκιο, έστω μειωμένο. Η δε συγκατάθεση και αποδοχή του ενάγοντα όπως ο εναγόμενος παραμένει στα ακίνητα ενοικιάζοντας αυτά, επιβεβαιώνει και την δική του πρόθεση και συναίνεση όπως η ενοικίαση συνεχιστεί. Η αμοιβαία αυτή βούληση των μερών, αλλά και οι περιβάλλουσες προς τούτο συνθήκες αποδεικνύουν αυτή τους την πρόθεση, αποτελεί δε και παραδεκτό, μέσω της προσαχθείσας μαρτυρίας, γεγονός. (βλ. Δαμτσάς κ.α ν D. Ouzounian M. Sultanian and Company (Cars) Ltd Π.Ε.133/11 ημερ. 24.3.16, Κυθρεώτης ν Millington - Ward
(2001)1 A.A.Δ. 1480, Maconochie v Brand [1946] 2 All E.R.778). Περαιτέρω, σημαντικό είναι να τονιστεί ότι ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκονται κατατεθειμένα δεόντως συμπληρωμένες και υπογεγραμμένες συμφωνίες ενοικίασης από όλους τους εμπλεκομένους, συμπεριλαμβανομένων και των μαρτύρων υπογραφής. Η θέση του εναγομένου 1 κατά την μαρτυρία του ότι τα δικά του αντίγραφα συμφωνιών δεν φέρουν τις υπογραφές των ΜΕ2 και ΜΕ3, δεν προωθήθηκε μέχρι τέλους, αφού αυτά δεν παρουσιάστηκαν ποτέ στο Δικαστήριο παρά τις εκκλήσεις του ιδίου προς τον δικηγόρο του όπως τις παρουσιάσει. Συνεπώς, αν και ορθά η πλευρά του ενάγοντα παρουσίασε τις ΜΕ2 και ΜΕ3 προς υποστήριξη των δικογραφημένων θέσεων του, έχει διαφανεί μέσω της πραγματικής παρουσιασθείσας μαρτυρίας ότι αυτή, ήταν εκ του περισσού. Για σκοπούς πληρότητας όμως, αναφέρω ότι η μαρτυρία των ΜΕ2 και ΜΕ3 γίνεται αντίστοιχα αποδεκτή από το Δικαστήριο με τις μάρτυρες να αφήνουν θετικές εντυπώσεις στο Δικαστήριο ως την αλήθεια των ισχυρισμών τους αναφορικά με τις συνθήκες υπογραφής των Τεκμηρίων, απαντώντας με σταθερότητα και συνοχή, αφού οι ίδιες ήταν τα πρόσωπα που έθεσαν την υπογραφή τους επί των συμφωνιών. Δεν μπορεί δε να μην γίνει μνεία στο γεγονός ότι η μαρτυρία τους και οι προβαλλόμενες θέσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου ως προς τις συνθήκες υπογραφής και του τρόπου λήψης αυτών ήταν παρόμοιες, επιβεβαιώνοντας την τακτική που σχολαστικώς συνήθιζαν να ακολουθούν οι ιδιοκτήτες στην σύναψη τέτοιων συμφωνιών με ενοικιαστές. Έχοντας αναφέρει τα ανωτέρω, στρέφομαι στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του ενάγοντα επί των λοιπών εγερθέντων ζητημάτων. Αναφέρω ότι ο ενάγοντας ως προς αυτά δεν άφησε ιδιαίτερα καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Είχα την ευκαιρία να τον παρακολουθώ να καταθέτει από το εδώλιο του μάρτυρα, αντεξεταζόμενος επί ουσιωδών ως προς τα επίδικα, ζητήματα, και τον αξιολογώ βασιζόμενη στις καθιερωμένες νομολογιακά αρχές, σε σχέση με την παρουσία του στο εδώλιο αλλά πάντοτε και σε συνάρτηση με την γραπτή του μαρτυρία. Από το σύνολο της μαρτυρίας του Ενάγοντα, καταλήγω ότι αυτός δεν ανέφερε την αλήθεια ή δεν είχε την διάθεση να αποκαλύψει στο Δικαστήριο την πλήρη εικόνα των όσων πραγματικά έλαβαν χώρα κατά την επίδικη περίοδο, ειδικότερα σε σχέση με την κατ΄ισχυρισμόν μείωση ενοικίου το 2014, ήτοι την περίοδο που αφορούν οι αξιώσεις του. Παρά την λιτή αντεξέταση του επί του εν λόγω σημείου, η διάθεση του μάρτυρα όπως μην επεκταθεί σε αναφορά γεγονότων, ή όπως μην παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου την γνώση του ως προς τα τεκταινόμενα κατά τον επίδικο πάντα χρόνο, ή τουλάχιστον, όπως προβεί σε ένα περαιτέρω σχολιασμό ή απάντηση επί της θέσης της Υπεράσπισης για την συγκατάθεση του ιδίου και του αδελφού του για μείωση του ενοικίου, ήταν εμφανής. Ο ενάγοντας απαντούσε κοφτά, σχεδόν μονολεκτικά, δηλώνοντας μόνο ότι ο ίδιος ουδέποτε αποδέχτηκε οτιδήποτε, αφήνοντας όμως αμφιβολίες και σκιές ως προς τα γεγονότα, μη αποκλείοντας ότι ενδεχομένως και να έλαβαν χώρα συζητήσεις αναφορικά με την μείωση του ενοικίου. Η διάθεση του ενάγοντα για απόκρυψη ουσιωδών επί της αξίωσης του ζητημάτων, συγκεκαλυμένη πίσω από την παράθεση μίας γενικής άρνησης επί των προβαλλόμενων ισχυρισμών της Υπεράσπισης, δεν άφησε το Δικαστήριο με καλές εντυπώσεις και κρίνεται ως αναξιόπιστη. Ο εναγόμενος 1, αντίθετα, έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του και η όλη του στάση ενόσω κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου αναφορικά με τα γεγονότα που οδήγησαν στην μείωση ενοικίου παρουσιάζεται λογικοφανής. Λαμβάνω υπόψη το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, μη παραγνωρίζοντας και την παραδοχή του περί υπογραφής του επί των συμφωνιών ενοικίασης, ενώ η μαρτυρία του αναφορικά με την απουσία των δύο μαρτύρων υπογραφής κατά την υπογραφή των συμφωνιών έχει, για τους λόγους που έχουν ήδη καταγραφεί, απορριφθεί, χωρίς αυτό να επηρεάζει τη λογική των θέσεων του επι των υπολοίπων ζητημάτων. Με βάση τα πιο πάνω που τελικά προκύπτουν ως μη αμφισβητούμενα γεγονότα, ήτοι η υπογραφή των επίδικων συμφωνιών, το γεγονός ότι η ενοικίαση ολοκληρώθηκε για τα έτη 2011-2017 με την καταβολή μηνιαίων ενοικίων προ του 2014 στους συνιδιοκτήτες και από το 2014 και μετά σε ένα εξ' αυτών, ότι αυτή συνεχίζεται μέχρι και σήμερα, το γεγονός ότι ο ενάγοντας δεν αποζητά ανάκτηση κατοχής του ακινήτου λόγω μη καταβολής του μηνιαίου αντιτίμου, αλλά αντιθέτως, συναίνεσε, ως παραδέχθηκε, στην ανανέωση και συνέχιση της ενοικίασης από το 2017 και μέχρι και σήμερα, καταλήγω, ότι ο εναγόμενος παρουσίασε μια ισχυρή εκδοχή ως προς την αληθοφάνεια της αναφορικά με τα γεγονότα που οδήγησαν στην μείωση του ενοικίου. Περαιτέρω, ειλικρινέστατη βρήκα την θέση του εναγόμενου όταν δήλωνε καταθέτοντας, ότι πλειστάκις επιχείρησε να δώσει στον ενάγοντα το μερίδιο του ενοικίου που του αναλογούσε, προτείνοντας του την καταβολή συγκεκριμένων ποσών σε μια προσπάθεια γεφύρωσης των διαφορών τους, με τον ενάγοντα να μην αποδέχεται καμία τέτοια προσφορά. Ανταποκρινόμενη στην αλήθεια βρίσκω και την απάντηση του ότι ήταν ο ενάγοντας που αντέδρασε εντονότερα στην μετακόμιση του, συναινώντας και/ή προτείνοντας του και ο ίδιος, πέραν του αδελφού του, την μείωση του ενοικίου. Περαιτέρω, αποδέχομαι την θέση του εναγόμενου, ότι ο ενάγοντας σε αντίθεση με τον αδελφό του, άλλαξε γνώμη μετά την ενοικίαση του απέναντι καταστήματος, καταχωρώντας την παρούσα αγωγή. Με περισσή δε ειλικρίνεια δήλωσε ότι δεν αρνήθηκε ποτέ να καταβάλει το μειωμένο συμφωνηθέν ποσό προς τον ενάγοντα, ενώ μέχρι και σήμερα καταβάλλει το ½ του συνολικού μειωμένο ενοίκιο στον Χρίστο Θεοδούλου, αδελφό του ενάγοντα και συνιδιοκτήτη, χωρίς προφανώς να έχει προκύψει οποιοδήποτε πρόβλημα εκ μέρους του τελευταίου. Αποδέχομαι περαιτέρω την μαρτυρία του εναγόμενου 2, ως προς τα γεγονότα που οδήγησαν στην μείωση του ενοικίου, αφού το Δικαστήριο, υπενθυμίζεται, έχει αποφασίσει ως προς την ακυρότητα των συμφωνιών. Παρά την φιλική και επαγγελματική σχέση που διατηρεί με τον εναγόμενο 1, ο ίδιος είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια, παραδεχόμενος ότι είναι εγγυητής του πρώτου, δηλώνοντας μάλιστα ότι ο εναγόμενος 1 είναι ένας σοβαρός επαγγελματίας, καλοπληρωτής και αν του ζητούσε να ξαναυπογράψει και σήμερα ως εγγυητής του, θα δεχόταν. Τα γεγονότα ως αυτά περιέγραψε αναφορικά με την πρόθεση του ενάγοντα να μετακομίσει συμπίπτουν, και επιβεβαιώνουν την μαρτυρία του εναγόμενου 1 τόσο χρονικά, αλλά και προς τους λόγους που οδήγησαν τον ίδιο αλλά και τα δύο αδέλφια (ένας εκ των οποίων είναι ο ενάγοντας), όπως αποδεχθούν την μείωση του ενοικίου. Νομική Πτυχή/ Ευρήματα: Είναι καλά γνωστό ότι στις πολιτικές υποθέσεις το βάρος απόδειξης της υπόθεσης του το φέρει ο ενάγοντας στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Το κριτήριο δεν είναι εάν η θέση του διαδίκου που φέρει το βάρος απόδειξης είναι πιο πιθανή από εκείνη του αντιδίκου του, αλλά κατά πόσον ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του ικανοποίησε το Δικαστήριο ότι η δική του θέση ή εκδοχή είναι πιο πιθανή παρά όχι. (δέστε Μαρσέλ και Άλλων ν Λαϊκής Τράπεζας Κύπρου Λτδ 2001 1 Α.Α.Δ. 1858, Σοφοκλέους ν Κυριάκου
(2010)1 Α.Α.Δ. 6650, Κουκουλή κ.α ν Παπαδημήτρη Π.Ε. 378/10 ημερ. 29.1.16). Οφείλω εδώ να επισημάνω ότι στο βαθμό που επιχειρείται από εκατέρωθεν τους συνηγόρους όπως εισαγάγουν μαρτυρία μέσω των γραπτών τους αγορεύσεων επί θέσεων που δεν βρίσκουν έρεισμα στην αντιστοίχως καταχωρηθείσα δικογραφία, αυτό δεν θα γίνει αποδεκτό και τα σχετικά αποσπάσματα ή ακόμη και η επιχειρηματολογία επί του προκειμένου δεν θα ληφθεί υπόψη και δεν θα εξεταστεί από το Δικαστήριο. (βλ.Total Pack (Cyprus) Ltd v Siva Plus Detergents Ltd Π.Ε. 318/12 ημερ. 13.1.21). Η προβαλλόμενη συνεπώς θέση του εναγόμενου 1 ότι η ενοικίαση ήταν μια συνεχής ενοικίαση από το 2003, με τα επίδικα έγγραφα και τεκμήρια να αποτελούν ουσιαστικά την συνέχιση της ενοικίασης, δεν βρίσκει έρεισμα στην δικογραφία και ουδόλως θα ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Αν με σοβαρότητα επιθυμούσε ο εναγόμενος 1 να προωθήσει αυτή την θέση, όφειλε να την αποτυπώσει αυτήν στην δικογραφία του. Δικαιοδοσία: Στο παρόν στάδιο οφείλω καθηκόντως και προτού ενδιατρίψω στην περαιτέρω ουσία της διαφοράς όπως εξετάσω την κοινή επί του σημείου θέση της υπεράσπισης, αναφορικά με την δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου, ζήτημα το οποίο το Δικαστήριο οφείλει να εξετάζει και αυτεπάγγελτα (βλ.Central Co-Operative Bank v C.Y.E.M.S
(1984)1 C.L.R. 435). Αφετηρία για την εξέταση της πιο πάνω θέσης αποτελεί το ερμηνευτικό άρθρο 2 του Ν. 23/
- «Ακίνητο» σημαίνει: «Κτίριο υπό ή προς ενοικίαση για κατοικία ή κατάστημα που βρίσκεται μέσα στα όρια ελεγχόμενης περιοχής και συμπληρώθηκε μέχρι την 31.12.1999». «Θέσμιος Ενοικιαστής σημαίνει ενοικιαστή ακινήτου ο οποίος κατά την λήξη ή τον τερματισμό της πρώτης ενοικίασης, εξακολουθεί να κατέχει το ακίνητο και περιλαμβάνει πάντα θέσμιόν ενοικιαστή προ της ημερομηνίας έναρξης της ισχύος του παρόντος νόμου». «Πρώτη ενοικίαση σημαίνει την πρώτη ενοικίαση ακινήτου από τον εκάστοτε ενοικιαστή και η διάρκεια της οποίας καθορίζεται από το ενοικιαστήριο έγγραφο ή την προφορική συμφωνία ή ελλείψει αυτών από τον τρόπο πληρωμής». Αποτελεί εύρημα το Δικαστηρίου δυνάμει του ενώπιον του μαρτυρικού υλικού, ότι η παρούσα υπόθεση εμπίπτει εντός της δικαιοδοσίας του, και όχι του Δικαστήριου Ελέγχου Ενοικιάσεως, Το τελευταίο αποκτά δικαιοδοσία όταν: (α) Το ακίνητο βρίσκεται εντός των ορίων ελεγχόμενης, σύμφωνα με τον Νόμο περιοχής και (β) Συμπληρώθηκε μέχρι την ημερομηνία έναρξης τοις ισχύος του τροποποιητικού Περί Ενοικιοστασίου Νόμου 20 (Ι)/01, δηλαδή μέχρι την 31.12.99 και να ήταν υπό ενοικίαση πριν την εν λόγω ημερομηνία, (γ) Υφίσταται ενοικίαση, εγγραφή ή άλλη ή κατοχή ακινήτου δυνάμει της οποίας δημιουργείται σχέση ιδιοκτήτη και ενοικιαστή, εξαιρουμένων των περιπτώσεων, οι οποίες ρητά καθορίζονται ως μη περιλαμβανόμενες στον ορισμό της λέξης ενοικίασης, στο άρθρο 2 του Νόμου. (δ) Ο ενοικιαστής είναι θέσμιος και, συνεπώς η ενοικίαση είναι θέσμια. Τα επίδικα ακίνητα ως έχει παρουσιαστεί από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, και δεν αποτελεί αμφισβητούμενο γεγονός, βρίσκονται στην Οδό Κοσμά Λυσσιώτη στην Λάρνακα, συνεπώς εντός των ορίων σύμφωνα με τον Νόμο, ελεγχόμενης περιοχής. Παρά τα πιο πάνω όμως, καμία μαρτυρία από πλευράς εναγομένων δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αναφορικά με την ημερομηνία συμπλήρωσης της κατασκευής των ακινήτων, ήτοι αν αυτά ολοκληρώθηκαν πριν ή μετά την 31.1.
- Περαιτέρω, σημαντικό είναι να τονισθεί ότι αναντίλεκτη παρέμεινε και η μαρτυρία του ενάγοντα ότι τα επίδικα ακίνητα χρησιμοποιούνταν από τον ίδιο ως ιατρείο μέχρι το 2003 και δεν τίθονταν προς ενοικίαση προ του 2003 (βλ. Φυσεντζίδη ν Κ & C Snooker & Pool Entertainment (Π.Ε30/19 ημερ. 1/6/20). Επίρρωση των πιο πάνω αποτελεί το λεκτικό των ιδίων των συμφωνιών (Τεκμήρια 1 και 1Α) όπου κατ΄ αντιστοιχία καταγράφονται τα ακόλουθα στις παραγράφους Α αυτών: «Το υποστατικό βρίσκεται στην Οδό XXXXX και μέχρι της ενοικιάσεως του υπό του κ. XXXXX Σκαντζούρη τo 2003 αποτελούσε μέρος του ιατρείου του εκ των ιδιοκτητών XXXXX Αχιλλέα Θεοδούλου». Αναφορικά δε με την ύπαρξη θέσμιας ενοικίασης, σημειώνονται τα ακόλουθα. Μπορεί να μην υπάρχει ξεκάθαρη δικογράφηση εκ μέρους του εναγομένου 1 περί συνεχόμενης ενοικίασης από το έτος 2003, όμως, η ανωτέρω καταγραφείσα παράγραφος Α, επί των Τεκμηρίων που ο ίδιος ο ενάγοντας προσκόμισε στο Δικαστήριο, αποκαλύπτει του λόγου του αληθές, αφού αποκαλύπτεται ότι η ενοικίαση των ξεκίνησε το
- Ατυχή συνεπώς, χαρακτηρίζει το Δικαστήριο την επιλογή των συνηγόρων υπεράσπισης που προωθούν μάλιστα και Προδικαστική ένσταση επί του προκειμένου, όπως επιλέξουν να μην φέρουν ενώπιον του Δικαστηρίου την γραπτή συμφωνία του 2003 μεταξύ των διαδίκων, αφήνοντας ουσιαστικά το επιχείρημα τους περί έλλειψης δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου απογυμνωμένο από οποιαδήποτε τυχόν υποστηρικτικά στοιχεία. Με δεδομένο συνεπώς ότι το Δικαστήριο δεν έχει απτά έγγραφα και/ή μαρτυρία ενώπιον του για να μπορεί να κάνει άλλα ευρήματα επί του προκειμένου, στρέφομαι στην εξέταση των δικογραφημένων θέσεων της Υπεράσπισης επί τούτου. Καμία αναφορά δεν γίνεται εκεί για θέσμια ενοικίαση, ούτε προβάλλεται η θέση ότι η παρούσα ενοικίαση αφορά μια συνεχή ενοικίαση η οποία ξεκίνησε το 2003 και ανανεώθηκε κατ΄επιλογή των μερών το 2011 με την λήξη της. Αντιθέτως, αυτό που ενώπιον του έχει το παρόν δικαστήριο είναι τις συμβάσεις ενοικίασης, αρχής γενομένων το 2011 και με ημερομηνία λήξης το
- Παραδεκτό δε αποτελεί το γεγονός ότι κατά την λήξη τους το 2017, ανανεώθηκαν. Συνεπώς το Δικαστήριο βρίσκει ότι ουδόλως αυτές τερματίστηκαν κατά τον χρόνο καταχώρησης της παρούσας αγωγής, (βλ. Nicos Christou Developments Ltd v Τοφίνη
(1998)1 Α.Α.Δ 1990, Aeneas Hotels Ltd v. Αντώνη Νίκου Παπανικολάου κ.α
(2008)1 Α.Α.Δ. 1016, Χαρίκλεια Κύπρου Μιχαήλ ν. Βαβέλ Μπουτίκ Λτδ κ.α
(2007)1 Α.Α.Δ. 241). Η παραπομπή των συνηγόρων των εναγόμενών στην Απόφαση Ενοικιοστασίου με αριθμό Κ21/13 είναι ως πρωτόδικη απόφαση, μη δεσμευτική. Νοείται ότι αυτή έχει δεόντως εξεταστεί από το Δικαστήριο, όμως τα γεγονότα που την συνέθεταν ευκόλως διαχωρίζονται από τα γεγονότα της παρούσας, αφού, ως καθίσταται αντιληπτό, το ζήτημα θέσμιάς ενοικίασης εξεταζόταν σε συνάρτηση με την εκεί αιτούμενη θεραπεία περί καθορισμού δίκαιου και εύλογου ενοικίου, σε αντιδιαστολή με την παρούσα αγωγή η οποία εδράζεται επί των συμβατικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των διαδίκων. Από όλα τα πιο πάνω είναι σαφές ότι δεν συντρέχουν σωρευτικά οι προϋποθέσεις που θα οδηγούσαν την παρούσα υπόθεση σε εκδίκαση από το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεως. Αναφορικά με την Δεύτερη Προδικαστική ένσταση του εναγόμενου 1, ήτοι ότι ο ενάγοντας δεν νομιμοποιείται στην προώθηση της παρούσας αγωγής χωρίς την προσθήκη και του άλλου συνιδιοκτήτη των ακινήτων, αναφέρω ότι καμία επιχειρηματολογία επί του προκειμένου δεν έγινε στο γραπτό κείμενο αγόρευσης του εναγόμενου, με το Δικαστήριο να μη χρειάζεται να την εξετάσει αυτήν προδικαστικά. Το εν λόγω σημείο όμως αποτελεί ζήτημα που άπτεται του βάσιμου της αγωγής, και θα αναλυθεί καθηκόντως από το Δικαστήριο κατωτέρω. Με το Δικαστήριο να έχει καταλήξει ως προς το ζήτημα της εγκυρότητας των συμφωνιών, προχωρώ στην εξέταση του επιχειρήματος των συνηγόρων των εναγόμενών ότι η παρούσα αγωγή οφείλει να απορριφθεί ελλείψει προσκόμισης της καλύτερης δυνατής μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, αφού οι συμφωνίες Τεκμήρια 1 και 1Α, αποτελούν αντίγραφα και όχι πρωτότυπα έγγραφα. Το επιχείρημα δεν μπορεί να πετύχει. Τονίζω, ότι δεν υπήρξε καμία ένσταση στην κατάθεση των εν λόγω αντιγράφων κατά την ακροαματική διαδικασία. Περαιτέρω, όλα τα εμπλεκόμενα μέρη, ήτοι, όλοι οι μάρτυρες που παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο και που έδωσαν μαρτυρία σχετικώς, είχαν προσωπική γνώση για το περιεχόμενο των εν λόγω συμφωνιών καταθέτοντας ως προς το περιεχόμενο αυτών δυνάμει της ιδιότητας τους ως προς την συνομολόγηση, υπογραφή και εγκυρότητα αυτών. Συνεπώς δεν τίθεται θέμα μη προσκόμισης της καλύτερης δυνατής μαρτυρίας στην προκειμένη, ειδικότερα από την στιγμή που καμία ένσταση δεν τέθηκε από πλευράς εναγόμενών κατά την παρουσίαση αυτών (βλ.Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου ν D & A Charalambous (Frozen Foods) Limited κ.α
(2012)1(Α) Α.Α.Δ.448). Λανθασμένα οι συνήγοροι των εναγομένων θέτουν υπό αμφιβολία μέσω των γραπτών τους αγορεύσεων, το κύρος των επίδικων συμφωνιών, από την στιγμή που αποδέχθηκαν όχι μόνο την κατάθεση και παρουσίαση τους ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά αντεξέτασαν και επί της αλήθειας του περιεχομένου αυτών, ήτοι αποδεχόμενοι ότι αυτές αποτύπωναν τους όρους των μεταξύ των μερών συμφωνηθέντων (βλ. Genemp Trading Ltd v Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2012)1 Α.Α.Δ 2184). Στο Σύγγραμμα των Ηλιάδη & Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης» 2016 σελ. 494, διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Οι πρόνοιες του Άρθρου 34 του Κεφ.9 (απόδειξη δηλώσεων που περιέχονται σε έγγραφα) αν και δεν αναφέρονται ρητώς στο ζήτημα της καλύτερης δυνατόν μαρτυρίας, καθορίζουν ότι δήλωση που περιέχεται σε έγγραφο και ταξινομείται ως αποδεκτή μαρτυρία, δύναται να αποδειχθεί ως προς το περιεχόμενο της με την προσαγωγή του πρωτοτύπου ή ανεξαρτήτως του αν το έγγραφο εξακολουθεί να υφίσταται ή όχι, με προσαγωγή αντιγράφου του πρωτότυπου, ιδιαίτερα όταν το τελευταίο έχει καταστραφεί (Gold Seal Shipping Company Ltd v Standard Fruit Company (Bermuda) Limited κ.α
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1552). Στρέφομαι τώρα στην εξέταση της υπερασπιστικής γραμμής ότι ο εναγόμενος 1 είχε συμφωνήσει προφορικώς κατά το 2014 με τους ιδιοκτήτες των ακινήτων για μείωση του ενοικίου. Παρά το ότι δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη η μη συμπερίληψη των πιο πάνω στο στάδιο της κοινής τελικής αγόρευσης των εναγόμενών, το Δικαστήριο καθήκοντως οφείλει όπως εξετάσει τις πιο πάνω θέσεις και ισχυρισμούς αφού αυτοί αποτελούσαν ένα από τους κύριους άξονες στην δικογραφία των εναγόμενων, οι δε μάρτυρες αντεξετάστηκαν εκατέρωθεν επί του σημείου. Το Δικαστήριο έχει ήδη καταλήξει ανωτέρω ότι οι εναγόμενοι έχουν πείσει μέσω της μαρτυρίας τους παρουσιάζοντας μια λογική και αληθοφανή εικόνα ως προς τα γεγονότα που διαμείφθηκαν μεταξύ των διαδίκων κατά το
- Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι κατά τον Μάρτιο του 2014, και δη κατά τον επίδικο χρόνο, τα μέρη εισήλθαν σε προφορική συμφωνία για μείωση των καταβαλλόμενων υπό του εναγόμενου 1 ενοικίων, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από την αξίωση του ενάγοντα, αξιώνοντας ενοίκια αρχής γενομένης τον Μάιο του
- Αποδέχομαι πλήρως και χωρίς ενδοιασμό την θέση της υπεράσπισης ότι τα δύο αδέλφια συναίνεσαν προς αυτήν την μείωση για να μην χάσουν τον ενοικιαστή, ήτοι τον εναγόμενο 1, όπως επίσης αποδέχομαι ότι και ο ενάγοντας συγκεκριμένα είχε συναινέσει σε αυτό το αίτημα, γνώμη την οποία άλλαξε όταν τα απέναντι από τον εναγόμενο 1 κατάστημα ενοικιάστηκε σε τρίτο πρόσωπο. Αποδέχομαι χωρίς ενδοιασμό περαιτέρω την θέση του εναγόμενου 1, ως αυτή παρέμεινε αναντίλεκτη ότι ο ίδιος μέχρι και σήμερα καταβάλλει στον συνιδιοκτήτη του ακινήτου, και δη στον αδελφό του ενάγοντα το μειωμένο συμφωνηθέν ενοίκιο, ήτοι αυτό των €450 και για τα δύο υποστατικά. Σημειώνεται στο σημείο αυτό, ότι ο ενάγοντας δεν παρουσίασε, κατ΄ επιλογή του, οποιαδήποτε μαρτυρία που να απαντά ή να αντικρούει στις δικογραφημένες θέσεις της υπεράσπισης περί συμφωνίας εναγομένου 1 με αμφότερους τους συνιδιοκτήτες των ακινήτων για μείωση των ενοικίων. Πέραν της δικής του άρνησης στον ισχυρισμό, τίποτα άλλο δεν προσκομίστηκε στο Δικαστήριο προς υποστήριξη της θέσης περί μη συμφωνίας. Άφησε συνεπώς το ζήτημα να αποφασιστεί από το Δικαστήριο δυνάμει των δύο ενώπιον του αντίθετων προς τούτο, αντικρουόμενων θέσεων. Ο ενάγοντας, κινώντας τον μηχανισμό του Δικαστηρίου μόνος του, για ανάκτηση των κατ΄ισχυρισμόν οφειλόμενών ενοικίων προς τον ίδιο, όφειλε τουλάχιστον, προς απόδειξη και υποστήριξη των ισχυρισμών του όπως παρουσιάσει τέτοια πειστική μαρτυρία ότι κανένας εκ των συνιδιοκτητών δεν συναίνεσε στην καταβολή μειωμένου ενοικίου ή έστω ότι ακόμη και αν συναίνεσέ ο συνιδιοκτήτης, αυτός ουδέποτε αποδέχθηκε τέτοια μείωση. Ούτε οποιαδήποτε μαρτυρία προσκομίστηκε ότι ο άλλος συνιδιοκτήτης δεν συνεχίζει να λαμβάνει μειωμένο ενοίκιο, ως οι αποδεκτοί ισχυρισμοί του εναγόμενου 1 περί τούτου. Για λόγους που αφορούν τον ενάγοντα, ο ίδιος δεν επέλεξε να εμπλέξει στην παρούσα διαδικασία τον αδελφό του, τα δικαιώματα του οποίου προφανώς και επηρεάζονται από την όποια απόφαση Δικαστηρίου αφού, έκαστος συνιδιοκτήτης έχει ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις με τον άλλον. Ας μην λησμονείται το περιεχόμενο της πρώτης παράγραφού της Έκθεσης Απαίτησης με την οποία ο ίδιος αποκαλύπτει την εξ' ημισείας ιδιοκτησία του επί των ακινήτων. Η συνιδιοκτησία είναι αρχή καλά εμπεδωμένη στο νομικό κόσμο. Οι υποχρεώσεις και δικαιώματα εκάστου συνιδιοκτήτη πορεύονται και/ή οφείλουν να πορεύονται σε αρμονία. Στο Σύγγραμμα «Introduction to the Law of Property» των F. H. Lawson, 1958, σελ. 64 - 65, εντοπίζουμε τα ακόλουθα: «English law has always known two kinds of co-ownership, on accordance with which several persons enjoy what are called con-current interests. Τhey are called respectively joint ownership and ownership in common. ........so far we have considered cases where a person's ownership of property is limited by the competing existence, first, of a landlord or tenant, and secondly, by that of a co- owner. In both cases their interests coexist simultaneously with this». (τονισμός δικός μου). Στο Συγγράμμα «The Law of Real Property» των Megarry & Wade, 3η έκδ. σελ.405, εντοπίζουμε τα ακόλουθα σημαντικά: «Τhe four unities must be present. The four unities of a joint tenancy are the unities of possession, interest, title and time. (a) Unity of possession. Unity of possession is common in all forms of co-ownership. Each co-owner is as much entitled to possession of any part of the land as the others. He cannot point to any part of the land as his own to the exclusion of the others; if he could, there would be separate ownership and not co-ownership... No one co-owner had a better right than another, so that an action for trespass or for money had and received or an account would not normally lie; only actual eviction of one by the other or the destruction of part of the subject matter would ground an action at common law». (b) Unity of interest. The interest of each joint tenant is the same in extent, nature and duration for in theory of law they hold but one estate. This has important consequences. (i) Although in the theory of law each joint tenant has the whole of the property, the rents and profits of the land are to be divided equally between them». (τονισμός δικός μου). Στην Αγγλία μάλιστα μέσω του Law of Property Act 1925 δόθηκε η δυνατότητα όπως ένας συνιδιοκτήτης εγείρει αγωγή εναντίον άλλων για προστασία των δικαιωμάτων του αφού επιτράπηκε όπως καταχωρηθεί: «.an action of account against a co-owner who received more than his share, so that there was an effective remedy if the land or its profits had been converted into money»[1]. Σε κάθε περίπτωση, η όποια απόφαση του Δικαστηρίου επηρεάζει άμεσα τα δικαιώματα και του αδελφού του ενάγοντα ο οποίος με κανένα τρόπο, κατ΄επιλογήν πάντα του ενάγοντα, δεν ενεπλάκη στην διαδικασία (βλ. Marcoullis and Others v Tsakkistos and Another
(1970)1 C.L.R 1, Χ''Θεοδοσίου ν Ιωάννου, ως νόμιμου Διαχειρίστριας της περιουσίας του Αποβιώσαντους Π. Νικοάλου κ.α
(1996)1 Α.Α.Δ. 764, HJISAVVA and Others v Loizou
(1982)1 C.L.R. 218). Με βάση την κατάληξη μου ότι ο ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει τις αξιώσεις του στον απαιτούμενο βαθμό που προτάσσει η Νομολογία η αξίωση του θα πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται. Στρέφομαι τώρα να εξετάσω το βάσιμο της ανταπαίτησης των εναγομένων. Ο εναγόμενος 1 μέσω του δικογράφου του ζητά: (α) Απόφαση του Δικαστηρίου ότι οι δύο συμφωνίες είναι άνευ αντικειμένου και/ή άκυρες, και (β) την υπέρ του επιδίκαση ποσού ύψους €47.650 και/ ή οποιοδήποτε άλλο ποσό ήθελε φανεί ότι κατέβαλε δυνάμει των επίδικων συμφωνιών, πλέον νόμιμο τόκο, έξοδα και ΦΠΑ. Ο εναγόμενος 2 αντιστοίχως, ζητά:(α) Απόφαση του Δικαστηρίου ότι οι συμφωνίες ενοικίασης και εγγύησης είναι εξ' υπαρχής άκυρες, (β) Διάταγμα με το οποίο να αναγνωρίζεται ότι η τροποποίηση και/ή αλλοίωση των όρων των μεταξύ των διαδίκων συμφωνιών ενοικίασης εμποδίζει τον ενάγοντα από το να αξιώνει οποιοδήποτε θεραπεία εναντίον του και (γ) Απόφαση Δικαστηρίου που να τον απαλλάσσει από τις υποχρεώσεις του ως αυτές πηγάζουν από τις συμφωνίες εγγύησης του ημερ. 18.4.11, πλέον νόμιμο τόκο, έξοδα, ΦΠΑ και έξοδα επίδοσης. Σημειώνεται ευθύς εξαρχής ότι οι ανταπαιτήσεις των εναγομένων ουδόλως προωθήθηκαν κατά το στάδιο των τελικών τους αγορεύσεων. Το Δικαστήριο συνεπώς θεωρεί ότι αυτές έχουν εκ των πραγμάτων εγκαταλειφθεί. Το σκεπτικό δε του Δικαστηρίου κατωτέρω παρατίθεται εν συντομία, αποκλειστικά για σκοπούς πληρότητας της παρούσας απόφασης. Ως προς το διεκδικούμενο υπό τον εναγόμενο 1 ποσό αναφέρω ότι καμία μαρτυρία και καμία αναφορά δεν έγινε κατά την παρουσίαση της υπόθεσης στο Δικαστήριο αναφορικά με το τι αντιπροσωπεύει και τι αφορά το εν λόγω ποσό. Δεν υπήρξε καμία παράθεση μαρτυρίας ως προς αυτό, ενώ κανένας μάρτυρας δεν ερωτήθηκε περί τούτου. Με αυτό ως δεδομένο, το Δικαστήριο οδηγείται αναπόφευκτα στο συμπέρασμα ότι η ανταπαίτηση του επί του προκειμένου έχει εγκαταλειφθεί. Όσον δε αφορά την διεκδίκηση διακήρυξης των συμφωνιών ως άκυρες από το Δικαστήριο, έχω ήδη αναφέρει ανωτέρω ότι όχι μόνο οι επίδικες συμφωνίες δεν είναι άκυρες, αλλά το γεγονός ότι ο εναγόμενος βρίσκεται μέχρι και σήμερα, με την συγκατάθεση πάντα των συνιδιοκτητών των ακινήτων, στα εν λόγω υποστατικά, δεικνύει την ξεκάθαρη πρόθεση των μερών όπως συνεχίσουν τη μεταξύ τους συμβατική σχέση (βλ. Δάμτσας κ.α ν D. Ouzounian M. Sultanian and Company (Cars) Ltd Π.Ε.133/11 ημερ. 24.3.16, Κυθρεώτης ν Millington - Ward
(2001)1 A.A.Δ. 1480, Maconochie v Brand [1946] 2 All E.R.778). Και τα δύο μέρη, ξεκάθαρα επέλεξαν, παρά τη λήψη δικαστικών μέτρων, να συνεχίσουν να εκτελούν τη σύμβαση, 4 και πλέον χρόνια μετά την λήξη αυτής. Τα ίδια τα μέρη φρόντισαν όπως η μεταξύ τους συμφωνία, συνεχιστεί, και μάλιστα γραπτώς. Των πιο πάνω λεχθέντων, είναι ξεκάθαρο ότι η ανταπαίτηση σε αυτό το σημείο αποτυγχάνει βάση των πιο πάνω νομικών αρχών. Αναφορικά δε με την ανταπαίτηση του εναγόμενου 2 είναι αρκετό όπως λεχθούν τα ακόλουθα. Ο εναγόμενος 2 προτάσσει μέσω της δικογραφίας του την ακυρότητα των συμφωνιών ημερομηνίας 18.4.11 λόγω παραβίασης των προϋποθέσεων του Άρθρου 77 του Κεφ. 49 καθώς και της μεταγενέστερης συμφωνίας μεταξύ συνιδιοκτητών και εναγόμενου
- Παρά την δικογραφημένη του θέση, ο ίδιος κατά την δια ζώσης μαρτυρία του παραδέχθηκε την υπογραφή του επί των τεκμηρίων, αλλά κυριότερα τις υποχρεώσεις του που πηγάζουν από αυτές ως εγγυητής. Συνεπώς η ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία του, οδεύει αντίθετα από τις ενώπιον του Δικαστηρίου παραδοχές του, παραδοχές τις οποίες ανέφερε αυτοβούλως κατά την κυρίως του εξέταση. Με δεδομένο ότι το Δικαστήριο έχει ήδη καταλήξει επί της εγκυρότητας των συμφωνιών, οι οποίες συμπαρασύρουν σε εγκυρότητα και τις συμφωνίες εγγύησης, η ανταπαίτηση απορρίπτεται. Ας σημειωθεί εδώ ότι η απόδοση θεραπείας στον εναγόμενο 2 δυνάμει της προφορικής συμφωνίας των λοιπών διαδίκων θα είχε νόημα μόνο, αν η απαίτηση του ενάγοντα επιτύγχανε εναντίον του πρωτοφειλέτη, εναγόμενου
- Ας μην λησμονείται ότι η οποιαδήποτε μείωση ενοικίου επενεργεί εν πάση περιπτώσει προς όφελος του ιδίου και όχι εις βάρος του. Τα πιο πάνω όμως αναφέρονται παρενθετικά, με δεδομένη την κατάληξη του Δικαστηρίου ως προς την μη προώθηση της ανταπαίτησης του εναγόμενου κατά την ακροαματική διαδικασία. Κατάληξη: Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω, και με δεδομένο ότι ο ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την αξίωση του, καταλήγω ότι τόσο η απαίτηση, όσο και οι ανταπαιτήσεις των εναγόμενων, είναι δέον όπως απορριφθούν και απορρίπτονται. Δεδομένου του αποτελέσματος αυτού, κρίνω ορθό όπως κάθε πλευρά επωμιστεί τα δικά της έξοδα. (Υπ.) ________________________ Μ. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Megarry & Wade, 3η έκδ- σελ. 405-
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο