← Κύπρος

ΑΝΤΩΝΙΟΥ ν. ΔΗΜΟΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ κ.α., Αγωγή αρ.: 579/2018, 5/2/2021

ΑΝΤΩΝΙΟΥ ν. ΔΗΜΟΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ κ.α., Αγωγή αρ.: 579/2018, 5/2/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2021:A14 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 579/2018 Mεταξύ:- .... ΑΝΤΩΝΙΟΥ Ενάγουσας και

  1. ΔΗΜΟΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
  2. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΑΥΡΟΣ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ (ΗΕ18318) Εναγομένων ------------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 05/02/2021 Εμφανίσεις: (δεν υπήρξε φυσική παρουσία των ευπαίδευτων συνηγόρων - η απόφαση τους έχει αποσταλεί με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο) Για τον Εναγόμενο 1: Δρ. Ανδρέας Π. Ποιητής & Σία ΔΕΠΕ Για την Ενάγουσα: Θέμης Θωμά & Συνεργάτες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Κατόπιν αίτησης του Εναγόμενου 1 ημερομηνίας 23.1.20, η οποία βασιζόταν βεβαίως στο άρθρο 27 Θ.1-3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στην οποία η πλευρά της Ενάγουσας αντέδρασε καταχωρώντας ένσταση, το Δικαστήριο στις 17.11.20 εξέδωσε ενδιάμεση απόφαση εγκρίνοντας την αίτηση, στην έκταση που αυτή αφορούσε την εκδίκαση της προδικαστικής ένστασης της παραγράφου 2 της υπεράσπισης, ήτοι για έλλειψη δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου να εκδικάσει την υπόθεση «δεδομένου ότι αποκλειστική αρμοδιότητα για την υπόθεση αυτή έχει το Διοικητικό Δικαστήριο», πριν την εκδίκαση της αγωγής. Μετά την εν λόγω απόφαση του Δικαστηρίου, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών παρουσίασαν γραπτές αγορεύσεις προς υποστήριξη των θέσεων τους και τις οποίες είχα την ευκαιρία να μελετήσω ενδελεχώς. Λαμβάνω υπόψη μου όσα οι συνήγοροι αναφέρουν στις αγορεύσεις τους, αλλά θεωρώ πως δεν χρειάζεται εδώ να παραθέσω ότι ανέφεραν. Ως αναφέρθηκε στην ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερ.17.11.20: «..... με βάση την έκθεση απαίτησης οι εναγόμενοι 2 ξεκίνησαν εργασίες ανέγερσης πολυκατοικίας σε γειτονικό ακίνητο του ακινήτου της ενάγουσας κατά παράβαση των όσων αναφέρονται στους σχετικούς νόμους και κανονισμούς (γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στις κατ' ισχυρισμό παραβάσεις). Ο εναγόμενος 1 δε, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν και είναι το αρμόδιο πρόσωπο για την έκδοση πολεοδομικών αδειών και αδειών οικοδομής στη Λάρνακα, παράνομα και ή παράτυπα και ή ενεργώντας παράνομα εξέδωσε άδειες και κατά παράβαση των εξουσιών του επέτρεψε και ή ανέχθηκε και ή δεν έλαβε όλα τα αναγκαία μέτρα για να τερματισθεί η εν λόγω ανέγερση από τους εναγόμενους
  3. Αναφέρεται επίσης ότι κατόπιν επιστολών της ενάγουσας, ο εναγόμενος 1 ανέφερε ότι προειδοποίησε τους εναγόμενους 2 προκειμένου να άρουν τις παρανομίες όμως εν συνεχεία δεν υπήρξε καμία εξέλιξη. Η ενάγουσα δε αξιώνει εναντίον των εναγόμενων: Α. Διάταγμα που να διατάσσει την άρση των παρανομιών στην ανεγειρόμενη οικοδομή και την επιστροφή του ακινήτου στην προγενέστερη κατάσταση του, και Β. Γενικές Αποζημιώσεις. Ας σημειωθεί ότι στη θέση του εναγόμενου 1 στην υπεράσπιση του (βλ. παρ.6 & 7), ότι εστάλη επιστολή στον Δ. Χριστοφίδη το 2015 με κοινοποίηση στους εναγόμενους 2 και του επεστήθη η προσοχή ότι προέβαινε σε εργασίες κατά παράβαση των αδειών αρ.180/06 και 37/09 και καλείτο να επαναφέρει τη βεράντα στην προτέρα κατάσταση, ως επίσης εστάλη παρόμοια επιστολή στον ρηθέντα Χριστοφίδη το 2017, η ενάγουσα απάντησε (βλ. παρ.6 της απάντησης στην υπεράσπιση) ότι πέραν των επιστολών για την παράβαση των αδειών 180/06 και 37/09 ο εναγόμενος 1 θα έπρεπε να προβεί σε μέτρα και ή δικαστικά μέτρα για κατεδάφιση των παράνομων κτισμάτων και ή εργασιών. Με αυτά υπόψη, διαπιστώνονται στην παρούσα τα εξής: - Στην ουσία η ενάγουσα με την έκθεση απαίτησης της παραπονείται για παράνομη έκδοση από μέρους του εναγόμενου 1 οικοδομικών αδειών, θέμα που αναμφίβολα εμπίπτει στην διοικητική εξουσία του εναγόμενου
  4. - Η πολεοδομική άδεια και η άδεια οικοδομής, που έχει εξουσία να εκδίδει με βάση τη νομοθεσία ο εναγόμενος 1, συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις. - Πέραν από αποζημιώσεις ζητείται και διάταγμα άρσης των παρανομιών και άρα επιζητείται εξέταση του νόμιμου της έκδοσης των αδειών. - Η αναθεώρηση εκτελεστών διοικητικών πράξεων στον τομέα του δημοσίου δικαίου ανάγεται αποκλειστικά στην αναθεωρητική δικαιοδοσία του Διοικητικού Δικαστηρίου. - Στο βαθμό που η αγωγή βασίζεται σε παράβαση καθήκοντος επιμέλειας, αυτό δεν εξουδετερώνει την προέλευση του δικαιώματος ούτε αλλοιώνει το γεγονός ότι η πράξη ή παράλειψη η οποία στοιχειοθετεί το δικαίωμα αποτελεί αναπόσπαστη πτυχή της διοικητικής λειτουργίας συνυφασμένη με την έκδοση εκτελεστής απόφασης στο πεδίο του δημοσίου δικαίου. - Όπως το κείμενο του άρθρου 146.6 του Συντάγματος υποδηλώνει και η νομολογία βεβαιώνει, προϋπόθεση για τη διεκδίκηση αποζημιώσεων ενώπιον πολιτικού δικαστηρίου βάσει του άρθρου 146.6 αποτελεί η ακύρωση της διοικητικής πράξης που προκάλεσε τη ζημία. Το πολιτικό δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην αναθεώρηση της διοικητικής πράξης. Η έκνομη λειτουργία της Διοίκησης τεκμηριώνεται από την ακυρωτική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στο οποίο εναποτίθεται αποκλειστική δικαιοδοσία δικαστικής αναθεώρησης των διοικητικών πράξεων, αποφάσεων και παραλείψεων. Η πρώτη προϋπόθεση για την επίκληση του Άρθρου 146.6 είναι η ακύρωση της διοικητικής πράξης. Με την ακύρωση θεμελιώνεται το παράνομο της πράξης. Γεννάται δικαίωμα για αποζημίωση εφόσον η απαίτηση δεν ικανοποιηθεί από το δημόσιο όργανο, αρχή ή πρόσωπο που φέρει την ευθύνη για την ακυρωθείσα πράξη. (βλ. μεταξύ άλλων την Πολ. Εφ.9388 Takis P. Markides Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας

(1997)1 ΑΑΔ 1424, ημερ. 05/11/97). ............................ » Έχω την άποψη ότι δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά αφού η ουσία του πράγματος εμπεριέχεται θεωρώ στα όσα το Δικαστήριο ανέφερε πιο πάνω. Εν πάση περιπτώσει θα πρόσθετα εδώ, όπως ορθά αναφέρουν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του εναγόμενου 1 στην γραπτή τους αγόρευση, πως είναι εμφανές ότι τα παράπονα της ενάγουσας περιστρέφονται γύρω από την άσκηση της διοικητικής εξουσίας του εναγόμενου 1 ή και κατά πόσο αυτή η εξουσία ασκήθηκε νόμιμα και ορθά. Δεν έχει σημασία βέβαια το γεγονός ότι δεν ζητείται ακύρωση των αδειών που έχουν εκδοθεί. Με τους ισχυρισμούς που προβάλλει και την αξίωση για έκδοση διατάγματος άρσης των παρανομιών, η ενάγουσα είναι σαφές πως στην ουσία ζητά να κριθεί η νομιμότητα των αδειών (βλ. Εκκλησία του Αγίου Θεοδώρου Πάφου v. Μακρίδου
(2001)1 ΑΑΔ 1389). Παρενθετικά, κρίνω ορθό να επαναλάβω εδώ την βασική αρχή του Διοικητικού Δικαίου ότι μια διοικητική πράξη τεκμαίρεται νόμιμη μέχρις αποδείξεως του αντιθέτου (βλ. Γρουτίδης v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1989)3ΑΑΔ 2882, Γεωργιάδου ν. Δημοκρατίας
(1980)3 Α.Α.Δ. 525). Στην Takis P. Markides Ltd ανωτέρω, αναφέρθηκαν και τα εξής: «Ό,τι άλλο πρέπει να τονιστεί είναι ότι επενεργεί υπέρ εκτελεστής διοικητικής πράξης ή απόφασης το τεκμήριο της νομιμότητας. Στην απουσία αμφισβήτησης πράξης ή απόφασης βάσει του Άρθρου 146.1, και ακύρωσης στο πλαίσιο εκείνης της διαδικασίας, εκτελεστή διοικητική πράξη τεκμαίρεται ως νόμιμη με όλες τις συνέπειες που ενέχει αυτή η διαπίστωση στα δικαιώματα των επηρεαζομένων.» Το μόνο Δικαστήριο δε που έχει αρμοδιότητα και θα μπορούσε να αποφανθεί ότι δεν είναι νόμιμη μια διοικητική πράξη, και στην προκειμένη περίπτωση οι επίδικες άδειες, ή και ν' ανατρέψει το τεκμήριο πιο πάνω, είναι το Διοικητικό Δικαστήριο. Τέτοια απόφαση του αρμόδιου Δικαστηρίου στην προκειμένη περίπτωση προφανώς δεν υπάρχει. Περαιτέρω, ν' αναφέρω πως σύμφωνο με βρίσκει και η θέση του εναγόμενου 1 πως και η αξίωση αποζημιώσεων από πλευράς της ενάγουσας «δε μπορεί παρά να διεξέλθει δια της διάγνωσης των ισχυριζόμενων παρανομιών». Ας σημειωθεί ότι η πλευρά της ενάγουσας αναφέρει στη γραπτή της αγόρευση ότι «η Ενάγουσα - καθ' ης η Αίτηση απαιτεί γενικές αποζημιώσεις με την παρούσα αγωγή λόγω παρανομιών που διέπραξαν οι Εναγόμενοι εις βάρος της Ενάγουσας.» (βλ. στη σελ.4, υπό τον τίτλο ΚΑΤΑΛΗΞΗ, 2η παράγραφος). Ακριβώς όμως με τούτο επιβεβαιώνεται ότι το θέμα της απόδοσης ή μη αποζημιώσεων απαιτεί την εξέταση των ισχυριζόμενων παρανομιών ή και το κατά πόσο ο εναγόμενος 1 κακώς και παράνομα εξέδωσε τις επίδικες άδειες. Εν πάση περιπτώσει επαναλαμβάνεται και εδώ πως δικαίωμα για αποζημιώσεις γεννάται με την ακύρωση μιας διοικητικής πράξης και νοουμένου βέβαια ότι η απαίτηση δεν ικανοποιηθεί από το δημόσιο όργανο, αρχή ή πρόσωπο που φέρει την ευθύνη για την ακυρωθείσα πράξη (βλ. Takis P. Markides Ltd ανωτέρω) και εδώ δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Τέλος, να σημειωθεί ότι το κατά πόσο ο εναγόμενος 1 «επέτρεψε και ή ανέχθηκε και ή δεν έλαβε όλα τα αναγκαία μέτρα για να τερματιστεί η ανέγερση», είναι θέμα θεωρώ άρρηκτα συνυφασμένο με το γεγονός ότι ο εναγόμενος 1 εξέδωσε τις επίδικες άδειες ή και πως άσκησε τη διοικητική του εξουσία. Συνεπώς, με βάση όσα αναφέρονται ανωτέρω, βρίσκω ότι το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εξετάσει τα θέματα και ή τις αξιώσεις που εγείρονται εναντίον του εναγόμενου 1 και κατ' επέκταση ότι η προδικαστική ένσταση του εναγόμενου 1, στην παράγραφο 2 της υπεράσπισης του, πρέπει να γίνει αποδεκτή. Πριν αφήσω όμως την απόφαση μου, θεωρώ πως για σκοπούς πληρότητας θα πρέπει να σχολιάσω πολύ επιγραμματικά και τη θέση της ενάγουσας περί καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης (αντιλαμβάνομαι εδώ εννοούν στην έγερση του θέματος), καταφρόνησης και ασέβειας προς τα δικαιώματα της ενάγουσας και πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς. Στα πλαίσια εξέτασης της αίτησης ημερ.23.1.20 έχω εξετάσει σημειώνεται σχετικό λόγο ένστασης, τον οποίο έχω απορρίψει. Επαναλαμβάνω και εδώ πως σίγουρα δεν παρατηρείται μοιραία καθυστέρηση στην έγερση του θέματος, ενώ ως προς τα υπόλοιπα που αναφέρονται πιο πάνω θα πω απλά, με κάθε σεβασμό, ότι ως γενικά και αόριστα απορρίπτονται. Αποτελεί συναφώς κατάληξη μου ότι πράγματι το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία εκδίκασης της υπόθεσης εναντίον του Εναγόμενου 1 και γι΄ αυτό η αγωγή εναντίον του απορρίπτεται. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ του Εναγόμενου 1 και εναντίον της Ενάγουσας ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.