← Κύπρος

LEMNAROU ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ & ΦΑΝΟΣ ΧΗΡΑΣ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 506/20, 24/2/2021

LEMNAROU ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ & ΦΑΝΟΣ ΧΗΡΑΣ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 506/20, 24/2/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2021:A16 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 506/20 ΜΕΤΑΞΥ: ..... LEMNAROU Ενάγοντας -και-

  1. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ & ΦΑΝΟΣ ΧΗΡΑΣ ΛΤΔ
  2. PRIME INSURANCE CO. LTD Εναγομένων ------------------------------------------------ Ημερομηνία: 24.2.2021 Εμφανίσεις: (δεν υπήρξε φυσική παρουσία των ευπαίδευτων συνηγόρων - η απόφαση τους στάλθηκε με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο) Για Εναγόμενη 2-Αιτήτρια: Χαβιαράς & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε. Για Ενάγοντα-Καθ' ου η αίτηση: κα Μαρία Μικελλίδου. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Εναγόμενη 2 με την επίδικη αίτηση της, ημερομηνίας 22.6.2020, ζητά τον παραμερισμό της επίδοσης της αγωγής προς αυτήν λόγω μη ύπαρξης βάσης αγωγής και ή αγώγιμου δικαιώματος εναντίον της και διαζευκτικά και ή επιπρόσθετα ζητά διαγραφή και ή απόρριψη του κλητηρίου και ή της έκθεσης απαίτησης καθότι δεν υφίσταται καλή και ή λογική αιτία αγωγής και ή ως επιπόλαιας και ή ενοχλητικής και ή ως καταχρηστικής της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Η αίτηση βασίζεται στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.5, Δ.5Α, 6, Δ.16 Θ.9, Δ.19 Θ.26, Δ.27 Θ.3 και Δ.48 Θ.1, 2, 4-9, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 άρθρα 3, 10, 21 και 32, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στην πρακτική του Δικαστηρίου. Η αίτηση δε υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Ειρήνης Ραφαήλ, δικηγόρου. Η πλευρά του Ενάγοντα αντέδρασε καταχωρώντας ένσταση στην αίτηση, εις την οποία καταγράφονται 14 λόγοι ένστασης. Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.9 Θ.1-11, Δ.19, Δ.26, Δ.27, Δ.39 Θ.2-10, Δ.48 Θ.1-10 και Δ.64, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6 άρθρα 5, 7-9, στον Περί Εργατικών Ατυχημάτων Νόμο Κεφ.176, στο Νόμο περί Ασφάλειας στην Εργασία, στον Περί Υποχρεωτικής Ασφάλισης της Ευθύνης των Εργοδοτών Νόμο του 1989 (174/1989), στα άρθρα 23 και 30 του Συντάγματος, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 άρθρα 29, 31 και 32, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, στη Νομολογία που διέπει τις αιτήσεις παραμερισμού αγωγής και στις αρχές τις επιείκειας. Η ένσταση υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση του Ενάγοντα. Η ακρόαση της αίτησης προχώρησε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που έχουν καταχωρηθεί και χωρίς να ζητηθεί από οποιαδήποτε πλευρά η αντεξέταση οιουδήποτε εκ των ενόρκως δηλούντων. Είχα την ευκαιρία να μελετήσω την αίτηση και την ένσταση, ως επίσης τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν αυτές και βεβαίως τις γραπτές αγορεύσεις που έχουν αποστείλει στο Δικαστήριο χθες με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών. H Δ.27 Θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, εκ των διατάξεων στις οποίες στηρίζεται η αίτηση, προνοεί τα ακόλουθα: " The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just. " Στην υπόθεση In Re Pelmako Development Ltd

(1991)1 A.A.Δ. 246, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής εν σχέση με αίτηση για διαγραφή αίτησης διάλυσης εταιρείας, στη βάση της Δ.27 Θ.3 : " Η διαγραφή δικογράφου, και ιδιαίτερα δικογράφου με το οποίο ο διάδικος επικαλείται την άσκηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσο το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Διαφορετικά, η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παραβίαση του δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιον δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να προσφύγει βάσει του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.1 του Συντάγματος.» Στην υπόθεση Λοίζος Λουκά & Υιοι Λτδ ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 ΑΑΔ 1316 αναφέρθηκαν δε τα εξής: "Προκύπτει από την εξέταση της νομολογίας ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν στέργει σε ικανοποίηση αιτήματος για απόρριψη αγωγής, για το λόγο που προβλήθηκε, παρά μόνο στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι:
(1)πράγματι το δικόγραφο του ενάγοντα δεν περιέχει, έξω από κάθε αμφιβολία, αιτία αγωγής, και
(2)η αγωγή δεν μπορεί να διασωθεί ύστερα από τροποποιήσεις που μπορεί νόμιμα το δικαστήριο να επιτρέψει. Διαφορετικά θα έμενε κενό γράμμα το συνταγματικά προστατευόμενο δικαίωμα εκάστου να προσφύγει στο δικαστήριο για διάγνωση των δικαιωμάτων του σε συγκεκριμένη διαφορά. Από την επισκόπηση της νομολογίας διαφαίνεται μια σταθερή τάση φειδωλής χρήσης της εξουσίας για απόρριψη αγωγής που, όπως η παρούσα, βρίσκεται ακόμη στα σπάργανα. " Η επιλογή των προνοιών της πιο πάνω διάταξης είναι κατάλληλη μόνο σε περιπτώσεις που είναι απλές, προφανείς και ξεκάθαρες. Όπου η διάγνωση του ζητήματος απαιτεί πολλή εξέταση, επιχειρηματολογία και περίσκεψη ή λήψη μαρτυρίας, δεν εφαρμόζονται. (Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κ.α. ν. Alpha Bank Ltd
(2003)1 ΑΑΔ 990, Δημοκρατία ν. Γεωργίου
(2003)1 ΑΑΔ 704). Με βάση τα πιο πάνω ευθέως αναφέρω ότι ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκεται ακριβώς μια τέτοια περίπτωση, απλή και ξεκάθαρη. Για τούτο ακριβώς το λόγο δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης η εναγόμενη 2 ενάγεται επειδή είχε ασφαλίσει δυνάμει ασφαλιστικού συμβολαίου την εναγόμενη 1 και ως αναφέρεται στην παράγραφο 4 της έκθεσης απαίτησης δυνάμει του σχετικού νόμου η εναγόμενη 2 είναι συνυπεύθυνη μετά της εναγομένης 1 για αποζημιώσεις προς τον ενάγοντα δια την ευθύνη του ατυχήματος και ενάγεται υπό αυτήν την ιδιότητα. Είναι σαφές δε με βάση την έκθεση απαίτησης πως η θέση της Ραφαήλ στην παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης της, ότι δηλαδή ενώ δεν φαίνεται πουθενά η εναγόμενη 2 να είχε οποιαδήποτε εμπλοκή στο επίδικο συμβάν, ο ενάγοντας προχωρεί να αποδώσει πράξεις αμέλειας στην εναγόμενη 2, όπως εμφαίνονται στην παράγραφο 17 της έκθεσης απαίτησης, είναι βάσιμη. Ο ενάγοντας στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση στην ουσία, με τα λεγόμενα του, επιβεβαιώνει τα πιο πάνω και βεβαίως ότι ο μόνος λόγος που ενάγεται η εναγόμενη 2 έγκειται στην ύπαρξη συμφωνίας για ασφαλιστική κάλυψη της εναγόμενης
  1. Πιο συγκεκριμένα στην παράγραφο 6 αναφέρει ότι έχει δικαιώματα από το ατύχημα και σε αυτά τα δικαιώματα η εναγομένη 2 ευθύνεται λόγω του συμβολαίου ασφάλισης, ενώ σε άλλο σημείο της ίδιας παραγράφου αναφέρει πως η εναγόμενη 2 ενάγεται υπό την ιδιότητα της ως συνυπεύθυνη για καταβολή αποζημίωσης λόγω της ασφαλιστικής κάλυψης και του ασφαλιστηρίου συμβολαίου που ήταν σε ισχύ το επίδικο διάστημα. Ακόμη αναφέρει ότι η εναγομένη 2 και η εναγόμενη 1 λόγω της ασφαλιστικής κάλυψης συνδέονται με υποχρεώσεις και δικαιώματα μεταξύ τους και στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι ο νόμος του δίνει το δικαίωμα λόγω της υφιστάμενης αμέλειας να υπεισέλθει στην θέση του ασφαλισμένου, παρά το ότι δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος της συμφωνίας, και να έχει άμεση αξίωση και να μπορεί απευθείας να απαιτήσει την τήρηση της σύμβασης από την εναγόμενη
  2. Στην παράγραφο 7 επίσης στην ουσία ισχυρίζεται ότι η σύμβαση ασφαλιστικής κάλυψης δημιουργεί άμεσα αγώγιμο δικαίωμα και το Κυπριακό δίκαιο δίνει το δικαίωμα εφόσον ο φέρων την ευθύνη βρίσκεται κάτω από την ομπρέλα της ασφαλιστικής κάλυψης, αυτός που αξιώνει αποζημιώσεις να δύναται να εναγάγει την ασφαλιστική εταιρεία. Έχοντας αυτά όμως υπόψη αναφέρω τα εξής:
  3. Θεωρώ ότι η σχέση μεταξύ της εναγόμενης 2 με την εναγόμενη 1 δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να δημιουργήσει οποιοδήποτε καθήκον επιμέλειας και ή θέσμιο καθήκον της εναγόμενης 2 έναντι του ενάγοντα εν σχέση με το επίδικο εργατικό ατύχημα και συνεπώς ορθά σημειώνεται από τους ευπαίδευτους συνηγόρους της εναγόμενης 2 στην αγόρευση τους ότι η εναγόμενη 2 έχει συμπεριληφθεί λανθασμένα στις λεπτομέρειες αμέλειας και ή παράβασης θέσμιου καθήκοντος της παραγράφου 17 της έκθεσης απαίτησης.
  4. Mε βρίσκει επίσης σύμφωνο η θέση ότι μόνον τα μέρη μιας σύμβασης έχουν δικαιώματα και υποχρεώσεις δυνάμει αυτής και τρίτα μέρη δεν έχουν δικαίωμα να εγείρουν αξιώσεις σε σχέση με αυτή τη σύμβαση. Συμπληρώνω μόνον ότι μπορεί να υπάρξει επίκληση της συμφωνίας από τρίτο μόνον σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, αλλά εδώ δεν έχει προβληθεί, και ούτε διαπιστώνω να ισχύει, κάποια εκ των εξαιρέσεων στον κανόνα (βλ. Tweddle v. Atkinson
(1861)1 B&S 393, το σύγγραμμα του Π.Πολυβίου «Το Δίκαιο των Συμβάσεων», Α' Τόμος, σελ.257-273).
  1. Τέλος, ν' αναφερθεί πως δεν υπάρχει κάποια νομοθεσία που να δίνει το δικαίωμα στον ενάγοντα στην προκειμένη περίπτωση να εγείρει απευθείας αγωγή εναντίον του ασφαλιστή δηλ. της εναγόμενης
  2. Ούτε επικαλείται εδώ κάποια συγκεκριμένη διάταξη νόμου η πλευρά του ενάγοντα, αντίστοιχη για παράδειγμα του άρθρου 16(α) του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλισης Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμου του 2000, 96(Ι)/00, όπου ακριβώς προνοείται απευθείας αγώγιμο δικαίωμα κατά του ασφαλιστή. Διαπιστώνεται συνεπώς με βάση τα πιο πάνω η ανυπαρξία αγώγιμου δικαιώματος εναντίον της εναγόμενης
  3. Όπως επίσης διαπιστώνεται ότι η αγωγή, εν σχέση πάντα με την εναγόμενη 2, υπό τις περιστάσεις δεν μπορεί να περισωθεί με οποιαδήποτε τροποποίηση. Με αυτά υπόψη έχουν ουσιαστικά απαντηθεί όλοι οι λόγοι ένστασης, πλην του λόγου ένστασης αρ.
  4. Εν σχέση με τον λόγο ένστασης 4 θα έλεγα εδώ μόνον ότι πραγματικά δεν είναι αντιληπτό περί ποιας καθυστέρησης ομιλεί η πλευρά του ενάγοντα, από τη στιγμή που την ίδια μέρα που καταχωρίστηκε η εμφάνιση της εναγόμενης 2 υπό διαμαρτυρία, έγινε και η καταχώρηση της επίδικης αίτησης. Συναφώς όλοι οι λόγοι ένστασης απορρίπτονται. Εν κατακλείδι, η επίδικη αίτηση εγκρίνεται. Η αγωγή εναντίον της εναγόμενης 2 απορρίπτεται. Τα έξοδα της αγωγής, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων της επίδικης αίτησης, επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης 2 και εναντίον του Ενάγοντα, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.