← Κύπρος

HELVA TRADING LIMITED ν. ALI, άλλως SURURI από τη Λάρνακα υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστριας της περιουσίας της αποβιώσασας ALI, Αρ.Αγωγής 1328/20

HELVA TRADING LIMITED ν. ALI, άλλως SURURI από τη Λάρνακα υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστριας της περιουσίας της αποβιώσασας ALI, Αρ.Αγωγής 1328/2014, 31/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2021:A21 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Τ. Παρασκευαϊδου Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Αρ.Αγωγής 1328/2014 Μεταξύ: HELVA TRADING LIMITED Eναγόντων και XXXXX XXXXX ALI, άλλως XXXXX SURURI από τη Λάρνακα υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστριας της περιουσίας της αποβιώσασας XXXXX ALI δυνάμει διατάγματος του Ε.Δ. Λάρνακας ημερ. 23.11.2006 στην αίτηση διαχείρισης 57/01 Εναγομένων Αίτηση ημερ. 23.08.2019 για ακύρωση των διαταγμάτων που εξεδόθησαν την 21.5.2018 και την 27.5.2019 Ημερ.: 31.03.2021 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα - Αιτήτρια: κ.Γ.Πέτρου για Δρ Α. Π. Ποιητής & Σία ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους - Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Ε.Οικονόμου για Αντώνης Α. Παπαλλής & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Καμία εμφάνιση κατά την απαγγελία της απόφασης. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση Αίτηση η XXXXX Fisun, άλλως XXXXX Sururi, υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστρια της περιουσίας της αποβιωσάσης XXXXX Ali, εξαιτείται διάταγμα του Δικαστηρίου διατάσσον την ακύρωση των διαταγμάτων που εξεδόθησαν την 21.5.2018 και την 27.5.

  1. Προτού αναφερθώ στην ουσία της Αίτησης κρίνω σκόπιμο να παραθέσω συνοπτικά το ιστορικό της υπόθεσης έτσι ώστε να γίνουν πιο κατανοητές οι εκατέρωθεν θέσεις. Την 30.5.2017 εκδόθηκε εκ συμφώνου Απόφαση, στα πλαίσια της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής, υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγομένης. Το κείμενο της Απόφασης περιέχεται στο πρακτικό, Τεκμήριο Α. Σύμφωνα με το πιο πάνω πρακτικό η Εναγόμενη συγκατατέθηκε όπως εκδοθεί απόφαση και διάταγμα για ειδική εκτέλεση των συμφωνιών που αφορούν πέντε κτήματα που βρίσκονται στη Λάρνακα. Συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών ότι η μεταβίβαση θα γινόταν το αργότερο μέχρι την 30.10.
  2. Ταυτόχρονα με τη μεταβίβαση των κτημάτων οι Ενάγοντες θα κατέβαλλαν στην Εναγόμενη το ποσό των €8.000.000 και δικηγορικά έξοδα ύψους €200.000 πλέον Φ.Π.Α., για κάθε κτήμα που θα μεταβιβαζόταν. Η Εναγόμενη θα εφοδίαζε τους Ενάγοντες με πληρεξούσιο έγγραφο το οποίο θα τους εξουσιοδοτούσε να προβούν σε οποιαδήποτε ενέργεια «. προς υλοποίηση όλης της προδικασίας για μεταβίβαση των πιο πάνω κτημάτων». Οποιοιδήποτε φόροι και επιβαρύνσεις των κτημάτων, περιλαμβανομένων των μεταβιβαστικών τελών, κεφαλαιουχικών κερδών, δικηγορικών εξόδων και οποιωνδήποτε άλλων εξόδων και φόρων θα καταβάλλονταν από τους Ενάγοντες για λογαριασμό της διαχείρισης και «θα βάρυναν τους Ενάγοντες». Σε περίπτωση κατά την οποία οι μεταβιβάσεις δεν ελάμβαναν χώρα εντός της συμφωνηθείσας προθεσμίας, την 30.10.2017, η Εναγόμενη θα παραχωρούσε ανέκκλητο πληρεξούσιο στους Ενάγοντες ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο αυτοί υπεδείκνυαν, με το οποίο θα τους εξουσιοδοτούσε να πράξουν οτιδήποτε σχετικά με τα πιο πάνω πωληθέντα τεμάχια. Η παραχώρηση του πληρεξουσίου θα έπρεπε να γίνει μέχρι την 30.10.2017 και ταυτόχρονα με την παροχή του πληρεξουσίου θα έπρεπε να καταβληθεί στη Εναγόμενη το τίμημα που είχε συμφωνηθεί ή όποιο υπόλοιπο παρέμεινε απλήρωτο. Την 30.4.2018 οι Ενάγοντες καταχώρισαν μονομερή Αίτηση με την οποία ζήτησαν άδεια του Δικαστηρίου για εκτέλεση της Απόφασης ημερομηνίας 30.5.2017, για περαιτέρω περίοδο ενός έτους από τη 30.5.
  3. Η Αίτηση υποστηριζόταν από την Ενορκη Δήλωση του Γεώργιου Μιχαήλ, Διευθύνοντα Συμβούλου και Προέδρου των Εναγόντων. Στην Ενορκη Δήλωση ο ομνύοντας αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα πιο κάτω: «Παρά τις επανειλημμένες προσωπικές μου παραστάσεις προς το δικηγόρο της Εναγομένης, καθώς και προσωπικές πολύωρες συναντήσεις με την αναπληρώτρια διευθύντρια του Κτηματολογίου Λάρνακας, στη μια εξ΄ αυτών στην παρουσία του δικηγόρου της Εναγομένης, μέχρι σήμερα το Κτηματολόγιο Λάρνακας αρνείται να μας διαβεβαιώσει ότι τα πιο πάνω αναφερόμενα ακίνητα είναι έτοιμα για μεταβίβαση και προς τούτο επικαλούνται το γεγονός ότι αναμένουν οδηγίες από τον Υπουργό Εσωτερικών, υπό την ιδιότητα του ως Κηδεμόνα των Τουρκοκυπριακών Περιουσιών. Προς τούτο επισυνάπτω σχετική επιστολή του δικηγόρου της Εναγομένης ημερομηνίας 31.5.2017 προς το Διευθυντή Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας, το περιεχόμενο της οποίας μιλά από μόνο του (τεκμήριο 3), επιστολή του δικηγόρου των Εναγόντων προς το Διευθυντή του Επαρχιακού Κτηματολογικού γραφείου Λάρνακας ημερομηνίας 2.10.2017 (τεκμήριο 4) και νέα επιστολή του δικηγόρου της Εναγόμενης ημερομηνίας 11.8.2017 (τεκμήριο 5)». Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η Εναγομένη ουδέποτε ήταν έτοιμη να προβεί σε μεταβίβαση των επίδικων κτημάτων καθότι ουδέποτε προέβηκε στην έκδοση και πληρωμή των φορολογιών που ήταν απαραίτητες για την εν λόγω μεταβίβαση. Περαιτέρω, το Κτηματολόγιο Λάρνακας «. ουδέποτε διαβεβαίωσε μέχρι σήμερα ότι είναι δυνατή η εν λόγω μεταβίβαση». Την 21.5.2018 αδελφή δικαστής εξέδωσε το αιτούμενο διάταγμα. Ένα χρόνο περίπου αργότερα και συγκεκριμένα την 24.4.2019, οι Ενάγοντες καταχώρισαν Αίτηση με την οποία ζήτησαν την ίδια θεραπεία, ήτοι άδεια για εκτέλεση της απόφασης, ημερομηνίας 30.5.2017, για περαιτέρω περίοδο ενός έτους, που θα άρχιζε την 27.5.
  4. Και αυτή η Αίτηση υποστηριζόταν από την Ενορκη Δήλωση του XXXXX Μιχαήλ. Το περιεχόμενο της Ενορκης Δήλωσης είναι σχεδόν ταυτόσημο με αυτό της Ενορκης Δήλωσης που υποστήριζε την πρώτη Αίτηση και ως εκ τούτου δεν κρίνω σκόπιμο να το επαναλάβω. Την 27.5.2019 εκδόθηκε το σχετικό διάταγμα από αδελφή δικαστή. Αμφότερες οι Αιτήσεις βασίζονταν στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.40 Θ.8, Δ.48 Θ.8, Δ.4 θ.1, Δ.48 Θ.8

(1)(C)
(2)και Δ.57 Θ2, στον περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο του 2011 (Ν.81(Ι)/2011). Την 23.8.2019 καταχωρήθηκε η υπό κρίση Αίτηση με την οποία η Εναγόμενη ζητά την ακύρωση των πιο πάνω διαταγμάτων, ημερομηνίας 21.5.2018 και 27.5.2019. Η Αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.40 Θ.8, Δ.48 Θ.1-4, 8 και 9, Δ.48 θ.8(κκ), Δ.4 θ.1, Δ.48 Θ.8
(1)(C)
(2)και Δ.57 Θ.2, στον περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο του 2011 (Ν.81(Ι)/2011) άρθρα 8(Ι) και 9 και στις συμφυείς και αναφαίρετες εξουσίες και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η Αίτηση υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση της XXXXX Κονναρή, δικηγορικού υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο Δρ Ανδρέας Π. Ποιητής & Σία ΔΕΠΕ, που είναι οι δικηγόροι της διαχειρίστριας, Εναγομένης στην παρούσα Αγωγή. Η ομνύουσα αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι οι υπό κρίση Αιτήσεις λανθασμένα καταχωρήθηκαν με μονομερή Αίτηση καθότι αυτό δεν προνοείται στους Κανονισμούς. Επιπρόσθετα, τα εκδοθέντα διατάγματα δεν είχαν επιδοθεί είτε στη Εναγόμενη είτε στους δικηγόρους της. Οι πιο πάνω ενημερώθηκαν για την ύπαρξη των διαταγμάτων αυτών σε έρευνα που διενήργησαν οι ίδιοι στο φάκελο του Δικαστηρίου, τη 19.7.
  1. Η ομνύουσα αναφέρει επίσης ότι ο XXXXX Μιχαήλ και στις δύο Ενόρκους Δηλώσεις του, που υποστηρίζουν τις υπό κρίση Αιτήσεις παρέλειψε να αποκαλύψει βασικά στοιχεία που αφορούν το περιεχόμενο της απόφασης που εκδόθηκε εκ συμφώνου, την 30.5.
  2. Συγκεκριμένα, παρέλειψε να αναφέρει ότι η μεταβίβαση των κτημάτων θα έπρεπε να γίνει το αργότερο μέχρι την 30.10.2017 και ότι ταυτόχρονα με τη μεταβίβαση οι Ενάγοντες είχαν υποχρέωση να καταβάλουν στην Εναγόμενη το ποσό των €8.000.000 πλέον τα δικηγορικά έξοδα. Η Δήλωση του XXXXX Μιχαήλ, ότι η Εναγόμενη δεν ήταν έτοιμη να μεταβιβάσει τα επίδικα κτήματα καθότι δεν προέβη στην «έκδοση και πληρωμή των φορολογιών» δεν συνάδει με το περιεχόμενο της εκδοθείσας απόφασης. Η απόφαση προέβλεπε ότι όλοι οι φόροι και οι επιβαρύνσεις των κτημάτων θα καταβάλλονταν από τους Ενάγοντες ήτοι τους ιδίους και όχι από την Εναγόμενη. Ο XXXXX Μιχαήλ παρέλειψε επίσης να αποκαλύψει ότι «οι φορολογίες είχαν ήδη γνωστοποιηθεί στον ίδιο». Σχετικό είναι το Τεκμήριο
  3. Πρόκειται για επιστολή από το Τμήμα Φορολογίας του Υπουργείου Οικονομικών, ημερομηνίας 24.5.
  4. Ο XXXXX Μιχαήλ παρέλειψε επίσης να αποκαλύψει ότι η Εναγόμενη παραχώρησε στους Ενάγοντες Πληρεξούσιο Έγγραφο, με το οποίο τους εξουσιοδοτούσε να προβούν σε οποιαδήποτε ενέργεια η οποία ήταν αναγκαία για τη μεταβίβαση των επίδικων κτημάτων στο όνομα τους. Το Πληρεξούσιο Εγγραφο φέρει ημερομηνία 3.6.2017 και επισυνάπτεται στην Ένορκη Δήλωση ως Τεκμήριο
  5. Καμιά αναφορά γίνεται στην Ένορκη Δήλωση του XXXXX Μιχαήλ και στο γεγονός ότι ήταν ουσιώδης όρος της Συμφωνίας ότι αν δεν υπήρχε συμμόρφωση από τους Ενάγοντες, «τα μέρη δεν θα είχαν πλέον οποιαδήποτε υποχρέωση έναντι του άλλου για οποιοδήποτε λόγο και όλες οι μεταξύ τους συμφωνίες θα ήσαν άκυρες». Τέλος, οι Ενάγοντες απέκρυψαν από το Δικαστήριο ότι είχαν καταχωρίσει την Αίτηση αρ. 131/2018 στο Ανώτατο Δικαστήριο για άδεια για καταχώριση Αιτήσεως με Κλήση για έκδοση Προνομιακού Εντάλματος Mandamus, το οποίο να διατάσσει το Διευθυντή του Κτηματολογίου και Χωρομετρίας όπως αποδεχθεί τη Δήλωση Πώλησης - Μεταβίβασης, ημερομηνίας 11.8.2017, μεταξύ της Εναγομένης και των Εναγόντων, η οποία απερρίφθη την 12.11.
  6. Οι Ενάγοντες, Καθ΄ ων η Αίτηση στην παρούσα διαδικασία, καταχώρισαν Ένσταση στην Αίτηση, η οποία υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του XXXXX Μιχαήλ. Στην Ένσταση προβάλλονται δεκατρείς
(13)λόγοι για απόρριψη της Αίτησης. Πολλοί από τους λόγους είναι οι ίδιοι και ή παρόμοιοι και ως εκ τούτου δεν κρίνω σκόπιμο να τους παραθέσω αυτούσιους αλλά θα τους συνοψίσω:
  1. Η Αίτηση είναι νόμω και / ή ουσία αβάσιμη.
  2. Η ομνύουσα Κατερίνα Κονναρή παρέλειψε να αναφέρει πότε και με ποιο τρόπο εξουσιοδοτήθηκε να προβεί στην Ενορκη Δήλωση ούτε επισυνάπτει την έγγραφη συγκατάθεση του προσώπου που την εξουσιοδότησε.
  3. Η Ενορκη Δήλωση έπρεπε να είχε γίνει από τη Διαχειρίστρια στην Τουρκική γλώσσα και να συνοδεύεται από μεταφρασμένο αντίγραφο στην Ελληνική γλώσσα.
  4. Η Ενορκη Δήλωση της κας Σιμιλλίδου, μεταφράστριας, είναι παράτυπη και δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε αποδεικτική αξία.
  5. Στην Αίτηση δεν επισυνάπτονται τα διατάγματα των οποίων η Αιτήτρια ζητά την ακύρωση.
  6. Η Αιτήτρια δεν επηρεάζεται από τα εκδοθέντα διατάγματα και κατ΄ επέκταση δεν νομιμοποιείται να εγείρει την Αίτηση.
  7. Τα γεγονότα που αναφέρονται στην Ενορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση είναι παραπλανητικά. Το πρώτο θέμα που θα με απασχολήσει είναι κατά πόσο η ΧΧΧΧΧ Κονναρή νομιμοποιείτο να προβεί στην Ένορκη Δήλωση ή κατά πόσο η Ένορκη Δήλωση θα έπρεπε να είχε γίνει από την Εναγόμενη, Αιτήτρια στην παρούσα διαδικασία. Όταν ο διάδικος έχει προσωπική γνώση των γεγονότων είναι προτιμητέο η Ένορκη Δήλωση να γίνεται από αυτόν. Δεν πρόκειται όμως για άκαμπτο κανόνα. Η Ένορκη Δήλωση μπορεί να γίνει από οποιοδήποτε πρόσωπο που είναι σε θέση να γνωρίζει τα γεγονότα[1], συμπεριλαμβανομένου και ενός δικηγόρου ή δικηγορικού υπαλλήλου[2]. Αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ο ομνύων είναι δικηγόρος ή δικηγορικός υπάλληλος και όχι ο διάδικος, απαιτείται κάποια εξήγηση εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος[3]. Στρεφόμενη στο περιεχόμενο της υπό κρίση Ένορκης Δήλωσης, παρατηρώ ότι αυτή στηρίζεται στην ουσία στην δικαστική απόφαση που εκδόθηκε εκ συμφώνου τη 30.10.2017, στα πλαίσια της παρούσας αγωγής και στις μονομερείς αιτήσεις που καταχωρήθηκαν στη συνέχεια για επέκταση του χρόνου εκτέλεσης της απόφασης. Όλα τα πιο πάνω αφορούν στοιχεία τα οποία ήδη βρίσκονται στο φάκελο του Δικαστηρίου και είναι προφανές γιατί η Ένορκη δήλωση έγινε από την XXXXX Κονναρή, δικηγορική υπάλληλο που εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Εναγόμενη και όχι από την ίδια την Εναγόμενη. Οι Καθ' ων η Αίτηση εγείρουν θέμα παρατυπίας της ένορκης δήλωσης που αφορά τη μετάφραση που έγινε σε σχέση με το κείμενο του πληρεξουσίου εγγράφου, δεν διευκρινίζουν όμως πού στηρίζουν την πιο πάνω θέση. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση η μεταφράστρια βεβαιώνει ότι είναι καλή γνώστης της Τουρκικής και Ελληνικής γλώσσας και μετέφρασε το Ελληνικό κείμενο που φαίνεται στο τεκμήριο Α, όπως φαίνεται στο τεκμήριο Β. Το έγγραφο φέρει το όνομα και την υπογραφή της μεταφράστριας και πιστοποίηση από πιστοποιών υπάλληλο. Η εισήγηση περί παρατυπίας παρέμεινε ατεκμηρίωτη και συνεπώς απορρίπτεται . Το επόμενο θέμα προς εξέταση είναι η θέση των Εναγόντων - Καθ΄ων η Αίτηση, ότι η υπό κρίση Αίτηση είναι παράτυπη και ως τέτοια θα πρέπει να ακυρωθεί καθότι δεν επισυνάπτονται σε αυτή τα διατάγματα των οποίων ζητείται η ακύρωση. Τα διατάγματα, ως αναφέρω και πιο πάνω βρίσκονται στο φάκελο του δικαστηρίου. Σε περίπτωση που τα στοιχεία επί των οποίων εδράζεται κάποια αίτηση είναι ήδη ενώπιο του Δικαστηρίου, δεν χρειάζεται καν η καταχώριση Ένορκης Δήλωσης προς υποστήριξη της Αίτησης. Σχετικές είναι οι πρόνοιες της Διάταξης 48, Θεσμός 1, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, τον οποίο παραθέτω αυτούσιο αμέσως πιο κάτω: «Every application to the Registrar shall be in writing stating the nature of the request made and referring to the specific section of the Law or to the specific Rule of Court upon which it is founded. If the application relies on any facts which do not appear in the Court books or records it shall be supported by affidavit.» Καταλήγω ότι δεν ήταν αναγκαία η επισύναψη των επιδίκων διαταγμάτων στην υπό κρίση Αίτηση. Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται επίσης ότι η Αιτήτρια δεν επηρεάζεται από τα εκδοθέντα διατάγματα και κατ΄ επέκταση δεν νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα Αίτηση. Έχοντας υπόψη το περιεχόμενο της απόφασης που εκδόθηκε εκ συμφώνου τη 30.05.2017 και ιδιαίτερα το γεγονός ότι προβλεπόταν ρητώς στην απόφαση ότι η μεταβίβαση των επίδικων κτημάτων θα έπρεπε να γίνει εντός συγκεκριμένης προθεσμίας, κρίνω ότι πρόκειται για εντελώς ανυπόστατη θέση. Επισημαίνω ότι η Αιτήτρια είναι η Εναγόμενη στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή και η απόφαση, που είναι αντικείμενο των δύο διαταγμάτων των οποίων ζητείται η ακύρωση, στρεφόταν εναντίον της. Η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ΄ων η Αίτηση κατά την αγόρευση της ενώπιο του Δικαστηρίου αμφισβήτησε μεταξύ άλλων τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση. Εισηγήθηκε ότι το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει απόφαση άλλου ομόβαθμου του δικαστηρίου. Είναι γεγονός ότι τα επίδικα διατάγματα των οποίων ζητείται η ακύρωση εκδόθηκαν από ομόβαθμο Δικαστήριο, πρόκειται όμως για διατάγματα που εκδόθηκαν μονομερώς, χωρίς να δοθεί η ευκαιρία στην άλλη πλευρά να ακουσθεί. Σε τέτοια περίπτωση, ο διάδικος, τα δικαιώματα του οποίου επηρεάζονται από το μονομερές διάταγμα, δύναται να προσφύγει στο Δικαστήριο και να ζητήσει την ακύρωση του. Σχετικές είναι οι πρόνοιες της Διάταξης 48 θεσμός 8
(4), τις οποίες παραθέτω αμέσως πιο κάτω: «Any person (other than the applicant) affected by an order made ex parte may apply by summons to have it aside or varied and the Court or Judge may set or vary such order on such terms as may seem just'. (Σε μετάφραση: "Οιονδήποτε πρόσωπο (άλλο από τον αιτητή), το οποίο επηρεάζεται από διάταγμα εκδοθέν μονομερώς δύναται να αποταθεί δια κλήσεως για παραμερισμό ή διαφοροποίησή του και το Δικαστήριο ή Δικαστής δύναται να παραμερίσει ή να διαφοροποιήσει τέτοιο διάταγμα κάτω από όρους τους οποίους θα θεωρήσει δίκαιους.") Στην υπόθεση Έλληνας ν Χριστοδούλου[4], όπου ηγέρθηκε παρόμοιο θέμα, τονίσθηκε μεταξύ άλλων ότι η κάθε αίτηση είναι αυτοτελής, πρόκειται για δύο ξεχωριστά εγχειρήματα και ο διάδικος που επηρεάζεται από το διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς δύναται να προσφύγει στο δικαστήριο για να το προσβάλει. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα. «Ο συνήγορος του εφεσίβλητου 1 - ενάγοντα στην αγωγή - αντέτεινε ότι η Δ.48 θ.8
(4), διαλαμβάνει μόνο την περίπτωση όπου με αίτηση διά κλήσεως το ζήτημα άγεται ενώπιον του ίδιου Δικαστή που εξέδωσε μονομερώς το διάταγμα και όχι οποιουδήποτε άλλου Δικαστή. Πρόσθεσε στη συνέχεια πως όπου ο Δικαστής που εξέδωσε το διάταγμα μονομερώς δεν ήταν πια, για οποιοδήποτε λόγο διαθέσιμος, τότε η εν λόγω πρόνοια καθίστατο ανενεργός και θεραπεία δεν θα μπορούσε να αναζητηθεί παρά μόνο με αίτηση στο Ανώτατο Δικαστήριο για την έκδοση εντάλματος certiorari. Με αυτή την άποψη δεν συμφωνούμε. Η εξέταση ζητήματος κατόπιν αίτησης δια κλήσεως, παρά την ταυτοσημία στη φύση του ζητήματος με ό,τι απασχόλησε προηγουμένως μονομερώς, έχει τη δική της αυτοτέλεια και μάλιστα με ορίζοντες ευρύτερους. Η αίτηση δια κλήσεως δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της προηγούμενης διαδικασίας η οποία είχε και εκείνη εντός των ορίων της τη δική της αυτοτέλεια. Ως εκ τούτου η νέα διαδικασία δεν συναρτάται με το πρόσωπο του Δικαστή ο οποίος είχε προηγουμένως επιληφθεί του ζητήματος. Πρόκειται δικονομικά για δύο ξεχωριστά εγχειρήματα, όπως άλλωστε συμβαίνει και στην περίπτωση, την παγιωμένη από την πρακτική, των μονομερώς εκδοθέντων και ακολούθως επιστρεπτέων συντηρητικών διαταγμάτων. Δεδομένης λοιπόν της ρητής ρύθμισης που γίνεται με τη Δ.48 θ.8
(4), ο ενδιαφερόμενος διάδικος έχει δικαίωμα να προστρέξει σε αυτήν προκειμένου να προσβάλει διάταγμα το οποίο εκδόθηκε μονομερώς.» Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω καταλήγω ότι το παρόν δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εξετάσει κατά πόσο τα υπό κρίση διατάγματα έχουν ορθώς εκδοθεί. Είναι η θέση της Εναγόμενης - Αιτήτριας ότι οι Ενάγοντες, Καθ΄ων η Αίτηση στην παρούσα διαδικασία, απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα από το Δικαστήριο στις αιτήσεις που κατεχώρησαν μονομερώς, στα πλαίσια των οποίων εκδόθηκαν τα επίδικα διατάγματα. Όταν ο Αιτητής προσφεύγει στο Δικαστήριο και ζητά την έκδοση διατάγματος στην απουσία του άλλου διαδίκου, κατά παρέκκλιση της αρχής audi alteram partem, έχει αυξημένη υποχρέωση προς το Δικαστήριο να προβεί σε πλήρη και ακριβή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου. Αναφέρομαι σε 'αυξημένη' υποχρέωση καθότι η υποχρέωση των διαδίκων και των δικηγόρων ως λειτουργών της δικαιοσύνης να προβαίνουν πάντοτε σε ειλικρινή αποκάλυψη όλων των γεγονότων στο Δικαστήριο και να ενεργούν με καλή πίστη, είναι δεδομένη. Η έκταση της αποκάλυψης εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, τη φύση της υπόθεσης και το επιζητούμενο διάταγμα[5]. Η υποχρέωση αυτή δεν εξαντλείται απλώς σε επισύναψη κάποιων εγγράφων χωρίς παράλληλα να επισύρεται η προσοχή του δικαστηρίου στο περιεχόμενο αυτών. Η μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων θεωρείται ως εξαπάτηση του δικαστηρίου, το οποίο αρνείται να ακούσει πλέον το διάδικο που το εξαπατά[6]. Από τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιο του Δικαστηρίου στην παρούσα υπόθεση, προκύπτει ότι στην απόφαση που εκδόθηκε εκ συμφώνου γίνεται ρητή πρόνοια ως προς το χρόνο μεταβίβασης των πέντε κτημάτων, η μεταβίβαση θα έπρεπε να γίνει εντός πέντε μηνών από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης, ήτοι μέχρι τη 30.10.2017. Το στοιχείο αυτό, που είναι κατά την άποψη μου υψίστης σημασίας, αποσιωπήθηκε από τους Ενάγοντες. Οι Ενάγοντες παρέλειψαν επίσης να αναφέρουν ότι η Εναγόμενη είχε υποχρέωση να εφοδιάσει τους Ενάγοντες με πληρεξούσιο έγγραφο το οποίο θα τους εξουσιοδοτούσε να προβούν σε οποιαδήποτε ενέργεια «. προς υλοποίηση όλης της προδικασίας για μεταβίβαση των πιο πάνω κτημάτων» και ότι σε περίπτωση κατά την οποία οι μεταβιβάσεις δεν ελάμβαναν χώρα εντός της συμφωνηθείσας προθεσμίας, την 30.10.2017, η Εναγόμενη θα παραχωρούσε ανέκκλητο πληρεξούσιο στους Ενάγοντες ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο αυτοί υπεδείκνυαν, με το οποίο θα τους εξουσιοδοτούσε να πράξουν οτιδήποτε σχετικά με τα πιο πάνω πωληθέντα τεμάχια. Η παραχώρηση του πληρεξουσίου θα έπρεπε να γίνει μέχρι την 30.10.2017 και ταυτόχρονα με την παροχή του πληρεξουσίου θα έπρεπε να καταβληθεί στην Εναγόμενη το τίμημα που είχε συμφωνηθεί ή όποιο υπόλοιπο παρέμεινε απλήρωτο. Σε σχέση με το θέμα αυτό παρέλειψαν επίσης να αναφέρουν το ουσιώδες γεγονός, ότι η Εναγόμενη τούς είχε παραχωρήσει το σχετικό Πληρεξούσιο Έγγραφο, με το οποίο τούς εξουσιοδοτούσε να προβούν σε οποιαδήποτε ενέργεια η οποία ήταν αναγκαία για τη μεταβίβαση των επίδικων κτημάτων στο όνομα τους. Απέκρυψαν επίσης το γεγονός ότι με βάση την εκδοθείσα απόφαση οποιοιδήποτε φόροι και επιβαρύνσεις των κτημάτων, περιλαμβανομένων των μεταβιβαστικών τελών, κεφαλαιουχικών κερδών, δικηγορικών εξόδων και οποιωνδήποτε άλλων εξόδων και φόρων θα καταβάλλονταν από τους ιδίους για λογαριασμό της διαχείρισης και «θα βάρυναν τους Ενάγοντες». Παρουσίασαν δε ψευδώς ότι την ευθύνη για την καταβολή των πιο πάνω φόρων την είχε η Εναγόμενη και όχι οι ίδιοι. Οι Αιτήσεις στα πλαίσια των οποίων εκδόθηκαν τα επίδικα διατάγματα εδράζονταν στο άρθρο 9 του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμος του 2011, Ν 81(Ι)/2011, το οποίο προβλέπει τα πιο κάτω: «9.
(1)Αν οποιοδήποτε πρόσωπο, εξασφάλισε διάταγμα Δικαστηρίου που διατάσσει ειδική εκτέλεση σύμβασης, αμελήσει ή παραλείψει να απευθυνθεί για τη εγγραφή της ακίνητης ιδιοκτησίας στο όνομά του και να προβεί σε όλες τις αναγκαίες πράξεις και ενέργειες για να καταστεί δυνατή η διενέργεια της εγγραφής, εντός ενός έτους από την ημερομηνία του διατάγματος, το δικαίωμα του εν λόγω προσώπου να αξιώσει ειδική εκτέλεση της σύμβασης τερματίζεται και καμιά εγγραφή της ιδιοκτησίας δεν διενεργείται στο όνομά του στο Κτηματικό Μητρώο του αρμόδιου Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου, δυνάμει της εξουσιοδότησης του διατάγματος, εκτός αν η περίοδος ισχύος του διατάγματος ανανεωθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(2).
(2)Το διάταγμα του Δικαστηρίου για ειδική εκτέλεση σύμβασης δύναται να ανανεώνεται για περαιτέρω περιόδους οι οποίες δε θα υπερβαίνουν το ένα έτος η κάθε μια, αν το Δικαστήριο κρίνει τούτο δίκαιο και εύλογο υπό τις περιστάσεις: Νοείται ότι, η αίτηση για ανανέωση του διατάγματος κατατίθεται στο Δικαστήριο πριν από τη λήξη της περιόδου της ισχύος του και το Δικαστήριο δύναται να το ανανεώσει ανεξάρτητα αν έχει ήδη παρέλθει η πιο πάνω περίοδος.» Σύμφωνα με τις πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου, το θέμα της ανανέωσης ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, το οποίο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι με βάση τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης θα ήταν εύλογο και δίκαιο να επιτραπεί η ανανέωση. Τα γεγονότα που απόκρυψαν οι Ενάγοντες από το Δικαστήριο και αυτά που παραθέσανε με τρόπο παραπλανητικό και ψευδή αποτελούσαν ουσιώδη στοιχεία τα οποία θα έπρεπε να γνωρίζει το Δικαστήριο κατά την εξέταση των επιδίκων αιτήσεων. Ενόψει των πιο πάνω κρίνω ότι η Αίτηση της Εναγόμενης για ακύρωση των δύο διαταγμάτων θα πρέπει να πετύχει. Τα διατάγματα που εξεδόθησαν την 21.5.2018 και την 27.5.2019 ακυρώνονται. Τα έξοδα της Αίτησης, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ΄ων η αίτηση. (Yπ.).................... Τ.Παρασκευαϊδου-Καρακάννα Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Geo. M.Hadjikyriacos Co Ltd and others v United Biscuits (UK) Ltd
(1979)1 CLR 689 [2] Rybolovlev v Rybolovlev
(2010)1A AAΔ 1453 [3] Rybolovlev v Rybolovlev (ανωτέρω) [4]
(1995)1 ΑΑΔ 438 [5] Brink's Mat Ltd v Elcombe and others
(1988)3 ALL ER [6] Γρηγορίου και Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.