← Κύπρος

A. BRAVOS MEC SOLAR LTD ν. HYDROTHANE TECHNOLOGIES AND CONTRACTING BV, Αρ. Αγωγής: 525/20, 11/3/2021

A. BRAVOS MEC SOLAR LTD ν. HYDROTHANE TECHNOLOGIES AND CONTRACTING BV, Αρ. Αγωγής: 525/20, 11/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2021:A24 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 525/20 ΜΕΤΑΞΥ: A. BRAVOS MEC SOLAR LTD (HE 330547), από Λεμεσό Εναγόντων Και HYDROTHANE TECHNOLOGIES AND CONTRACTING BV (Αρ. εγγραφής 51476177), από Ολλανδία Εναγόμενων Αίτηση ημερομηνίας 11/09/2020 για ακύρωση του κλητήριου εντάλματος και ή της επίδοσης του κλητήριου και ή αναστολή της διαδικασίας Ημερομηνία: 11/3/2021 Εμφανίσεις: (δεν υπήρξε φυσική παρουσία των ευπαίδευτων συνηγόρων - η απόφαση τους στάλθηκε με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο) Για Εναγόμενους - Αιτητές: Ιωάννης Παπαζαχαρία ΔΕΠΕ. Για Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση: κ. Σωφρόνιος Σωφρονίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Οι ενάγοντες με την παρούσα αγωγή, την οποία καταχώρησαν στις 4/3/2020, αξιώνουν από τους Εναγόμενους το ποσό των €65,216.- ως οφειλόμενο υπόλοιπο για εκτελεσθείσες εργασίες. Σημειώνεται εδώ πως το κλητήριο ένταλμα καταχωρίστηκε αφού προηγουμένως εξασφαλίστηκε διάταγμα του Ε.Δ.Λάρνακας ημερ.28/02/20, που εκδόθηκε στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης 26/20, και με το δίδεται άδεια για σφράγιση και καταχώρηση (το διάταγμα επισυνάπτεται στο κλητήριο). Μετά την καταχώρηση του κλητηρίου οι ενάγοντες στις 13/03/20 καταχώρησαν μονομερή αίτηση, με την οποία ζητούσαν διάταγμα για την επίδοση του κλητηρίου της αγωγής εκτός δικαιοδοσίας και διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση του κλητηρίου. Στις 03/06/20 το Δικαστήριο (υπό διαφορετική σύνθεση) εξέδωσε διάταγμα για επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος στους εναγόμενους εκτός δικαιοδοσίας και για επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κανονισμού (ΕΚ) 1393/2007, μαζί με πιστό αντίγραφο του διατάγματος. Στις 11/09/20, οι Εναγόμενοι καταχώρισαν εμφάνιση υπό διαμαρτυρία, καθώς επίσης την επίδικη αίτηση. Η επίδικη αίτηση Οι εναγόμενοι με την αίτηση τους ζητούν διάταγμα με το οποίο να ακυρώνεται και ή παραμερίζεται το κλητήριο ένταλμα ή και η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος ή και διάταγμα για αναστολή της διαδικασίας. Η Αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Θεσμούς Δ.2, Θ.2,3, 7, Δ.5 Θ.2, 9,10, Δ.5Α, Δ.6 Θ.1,4, 5, 6,7Α, 7, Δ.16 Θ.9, 11, Δ.27 Θ.1,2,3, Δ.39, Δ.48 Θ.1,2,3,4,6, 7, 8, 9, 11, 13, Δ.64 Θ. 1,2,3,4, στο Μέρος XIII (ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΑ) του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο Άρθρο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών, στο Άρθρο 2, 29 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60, επί του Κανονισμού 1393/07 της 13.11.2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξώδικων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις («επίδοση ή κοινοποίηση πράξεων»),επί του Κανονισμού 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 12ης Δεκεμβρίου 2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, αναγνώριση και εκτέλεση σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, στη Δικαστική Πρακτική του 1997 & 1998 (Annual Practice), στη Διακριτική Ευχέρεια, τη Γενική Πρακτική και στις Συμφυείς Εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση (ΕΔ) της XXXXX Σαββίδου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Εναγόμενους, η οποία αναφέρει τα ακόλουθα: «

  1. Είμαι δικηγόρος στην δικηγορική εταιρεία XXXXX Παπαζαχαρία Δ.Ε.Π.Ε. στην οποία έχει ανατεθεί από την εναγόμενη, αιτήτρια στην παρούσα αίτηση, η αμφισβήτηση της αγωγής και του ζητήματος επίδοσης της στην εναγόμενη εταιρεία.
  2. Είμαι κατάλληλα εξουσιοδοτημένη από την εναγόμενη εταιρεία όπως προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση εκ μέρους της καθότι πρόκειται για αλλοδαπή εταιρεία χωρίς οποιοδήποτε αντιπρόσωπο ή εξουσιοδοτημένο πρόσωπο εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας που θα μπορούσε να καταθέσει εκ μέρους της εταιρείας.
  3. Τα όσα αναφέρω στα πλαίσια της παρούσας δήλωσης μου, εμπίπτουν είτε στην προσωπική σφαίρα γνώσης μου είτε πρόκειται για γεγονότα τα οποία μου έχει αναφέρει ο διευθυντής της εναγόμενης εταιρείας σε επικοινωνία που έλαβε χώρα μεταξύ μας μετά την επίδοση της αγωγής υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο στην Ολλανδία. Όπου γεγονότα που αναφέρω προέρχονται από τρίτο πρόσωπο θα αναφέρω ρητώς την πηγή γνώσης μου.
  4. Εξ' όσων έχω ενημερωθεί από τον Διευθυντή της εναγόμενης εταιρείας, κατά την 18/08/2020 επιδότης επισκέφθηκε το εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας στην διεύθυνση Larenweg 56, 5234 ΚC S-ΗΕRΤOGENBOSCH στην Ολλανδία και άφησε σε τρίτο πρόσωπο επ' ονόματι XXXXX XXXXX SEPULVEDA, η οποία βρισκόταν εκεί απλώς για διεκπεραίωση εργασιών τρίτης εταιρείας συνεργάτιδας της εναγόμενης και δεν είχε καμία σχέση με την εναγόμενη, φάκελο απευθυνόμενο στην εναγόμενη που περιείχε ένα σετ εγγράφων.
  5. Η εναγόμενη, μέσω του διευθυντή της έλαβε εν τέλει τον φάκελο με τα έγγραφα την 25/08/2020 αφού αυτά αφέθηκαν στο κατάστημα κατά την εκ νέου έναρξη εργασιών της εταιρείας αφού κατά το προηγούμενο διάστημα τα γραφεία ήταν κλειστά.
  6. Εξ' όσων έχω ενημερωθεί επίσης από τον διευθυντή της εναγόμενης, ο τελευταίος δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί τη σημασία να αναγνωρίσει την φύση των εγγράφων που του επιδόθηκαν ή την αναγκαιότητα λήψης περαιτέρω μέτρων και επικοινώνησε ακολούθως με το γραφείο μας ώστε να λάβει νομική συμβουλή ως προς τα έγγραφα που του επιδόθησαν. • Αντίγραφο του σετ εγγράφων που επιδόθηκαν στο γραφείο της εναγόμενης εταιρείας επισυνάπτεται ως τεκμήριο
  7. Έχουμε προχωρήσει σε επίσημη μετάφραση του αντιγράφου της επιστολής ημερομηνίας 18/08/2020 που αποτελεί ουσιαστικά τη συνοδευτική επιστολή των εγγράφων που επιδόθησαν στην εταιρεία από τον επιδότη που διενέργησε την επίδοση στην οποία και περιγράφονται τα έγγραφα που κοινοποιούνται στην εναγόμενη εταιρεία ήτοι το κλητήριο ένταλμα ημερομηνίας 04/03/20, μετάφραση του στην Ολλανδική γλώσσα καθώς και το παράρτημα II που προβλέπεται από τον κανονισμό 1393/07 δια του οποίου το άτομο στο οποίο επιδίδονται έγγραφα δια του κανονισμού έχει το δικαίωμα να αρνηθεί παραλαβή τους λόγω ανυπαρξίας μετάφρασης τους σε γλώσσα κατανοητή από αυτόν. • Επισυνάπτεται ως τεκμήριο 2 επίσημη μετάφραση της εν λόγω επιστολής ημερομηνίας 12/08/
  8. Από ανάγνωση και προσεκτική μελέτη των εγγράφων που επιδόθηκαν και ειδικά του ειδικά οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος καθώς και της επιστολής που συνόδευε τα έγγραφα διαφαίνονται εκ πρώτης όψεως τα ακόλουθα : Α. Ενώ η εναγόμενη εταιρεία είναι αλλοδαπή και έχει συσταθεί νόμιμα με βάσει τους κανονισμούς της Ολλανδίας, με εγγεγραμμένο γραφείο και έδρα στην Ολλανδική επικράτεια, δεν έχει ζητηθεί από την ενάγουσα ούτε εξασφαλιστεί εκ των προτέρων η αναγκαία άδεια για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος το οποίο προτίθετο να επιδοθεί εκτός της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων. Εξ' όσων γνωρίζω, με βάσει τους ισχύοντες στην Κυπριακή Δημοκρατία κανονισμούς όταν ο εναγόμενος βρίσκεται κατά το χρόνο έκδοσης του Κλητηρίου εκτός Κύπρου τεκμαίρεται πως τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία να επιληφθούν της εν λόγω διαφοράς. Κατ' εξαίρεση, και εφόσον ο ενάγοντας πείσει το Δικαστήριο μέσω της αναγκαίας μαρτυρίας πως κέκτηται δικαιοδοσίας να επιληφθεί και να εξετάσει την εν λόγω διαφορά τότε το Δικαστήριο δίδει άδεια για έκδοση και καταχώρηση του κλητηρίου εντάλματος. Στην παρούσα υπόθεση η διαδικασία αυτή η οποία έχει κριθεί πολλάκις ως ζωτικής δικονομικής σημασίας για την ανάληψη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου δεν φαίνεται να έχει ακολουθηθεί ή έστω δεν έχει κοινοποιηθεί στην εναγόμενη ως όφειλε. Β. Επίσης, ενώ η εναγόμενη εταιρεία είναι αλλοδαπή σε αντίθεση με τους κανονισμούς, της έχει επιδοθεί αυτούσιο το Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο που εκδόθηκε εναντίον της και μετάφραση αυτού και όχι η προβλεπόμενη Ειδοποίηση Περί του Κλητηρίου. Γ. Το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο επιδόθηκε προς την εναγόμενη στο εξωτερικό χωρίς την προγενέστερη εξασφάλιση άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και χωρίς την εξασφάλιση διατάγματος του Δικαστηρίου που να επιτρέπει τέτοια επίδοση στο εξωτερικό δυνάμει του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1393/07 ο οποίος και εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση. Δ. Δεν επιβεβαιώνεται η ορθότητα της μετάφρασης των εγγράφων που έχουν επιδοθεί στην εναγόμενη εταιρεία αφού δεν φαίνεται με ποιο τρόπο και από ποιο πρόσωπο έγινε η μετάφραση και κατά πόσο το άτομο αυτό είναι εξουσιοδοτημένο ή έχει τις απαιτούμενες γνώσεις η άδεια για διενέργεια μετάφρασης από την Ελληνική στην Ολλανδική γλώσσα.
  9. Οι πιο πάνω ουσιαστικές παραλήψεις και παρατυπίες κατά τον χειρισμό της αγωγής και του ζητήματος επίδοσης των εγγράφων της δικαστικής διαδικασίας στην εναγόμενη εταιρεία είναι τέτοιες που δεν θεραπεύονται αφού επηρεάζουν τον πυρήνα της δικαστικής διαδικασίας.
  10. Η ενάγουσα, όφειλε όπως προβεί σε όλα τα προβλεπόμενα μέτρα για να επιτευχθεί νόμιμα επίδοση όλων των αναγκαίων εγγράφων ώστε η εναγόμενη να λάβει πλήρη γνώση της διαδικασίας που εκκρεμεί εναντίον της, όλων των μέτρων που έχουν ήδη ληφθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία και προηγηθεί της επίδοσης καθώς και να είναι πλήρως ενήμερη για τον τρόπο και χρόνο εντός του οποίου οφείλει να εμφανιστεί αν επιθυμούσε αμφισβήτηση της απαίτησης της ενάγουσας.
  11. Η εναγόμενη εταιρεία λόγω του πιο πάνω ανορθόδοξου τρόπου έκδοσης και επίδοσης του κλητηρίου, έχει στερηθεί της δυνατότητας να λάβει γνώση νομότυπα της διαδικασίας που έχει εγερθεί εναντίον της, του περιεχομένου του κλητηρίου καθώς και του τρόπου αντιμετώπισης του και υπεράσπισης των συμφερόντων της δεδομένης ειδικότερα της ανυπαρξίας ορθής ενημέρωσης ως προς τη διαδικασία και τον χρόνο εντός του οποίου υποχρεούται να εμφανιστεί στη διαδικασία προς υπεράσπιση των συμφερόντων της.
  12. Πέραν των ανωτέρω αναφερόμενων ζητημάτων που αφορούν ζητήματα δικονομικών παραλείψεων και λαθών κατά την έκδοση και επίδοση του κλητηρίου, προκύπτουν και ζητήματα δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου για εξέταση της παρούσας διαφοράς.
  13. Ειδικότερα, από ανάγνωση της έκθεσης απαιτήσεως προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι η αξίωση της ενάγουσας εναντίον της εναγόμενης αφορά ισχυριζόμενο υπόλοιπο οφειλόμενο που προκύπτει από σύμβαση ημερομηνίας 01/03/2019 μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης οι πρόνοιες της οποίας ρυθμίζουν αποκλειστικά το τι περιλαμβάνει η συμφωνία των μερών. Λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο της εν λόγω συμφωνίας η οποία μου έχει κοινοποιηθεί από την εναγόμενη, αυτό περιέχει σαφή ρήτρα δικαιοδοσίας που καθορίζει ως αποκλειστικά υπεύθυνα για επίλυση οποιοσδήποτε διαφοράς μεταξύ των μερών τα δικαστήρια της Αθήνας. • Κατατίθεται ως τεκμήριο 3 αντίγραφο της εν λόγω συμφωνίας όπως μου έχει κοινοποιηθεί από την εναγόμενη.
  14. Λαμβάνοντας υπόψη πως η επίδικη συμφωνία 01/03/2019 δεν έχει υπογράφει στην Κύπρο και πως η εναγόμενη είναι εταιρεία η οποία έχει την έδρα της στην Ολλανδία, το μόνο στοιχείο που συνδέει ουσιαστικά την παρούσα διαφορά με την Κύπρο είναι ο τόπος διαμονής του ενάγοντα, στοιχείο όμως που δεν μπορεί να προσδώσει δικαιοδοσία στα Κυπριακά Δικαστήριο προς επίλυση της εν λόγω διαφοράς, πόσο μάλλον δε όταν υπάρχει ρητή πρόνοια μεταξύ των μερών για επιλογή του τόπου επίλυσης διαφορών που προκύπτουν από τη σύμβαση ήτοι τα ελληνικά δικαστήρια.
  15. Δυνάμει των προνοιών του Κανονισμού 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, αναγνώριση και εκτέλεση σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 10/01/2015, προβλέπεται η δυνατότητα καθορισμού αποκλειστικής συμφωνίας παρέκτασης διεθνούς δικαιοδοσίας. Σε τέτοια δε περίπτωση, κάθε άλλο Δικαστήριο τρίτου κράτους ακόμη κι αν αυτό επιληφθεί πρώτο τη διαφορά, οφείλει να κηρύσσει εαυτόν αναρμόδιο.
  16. Συνεπώς, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω είμαι της άποψης ότι η έκδοση του Ειδικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου εντάλματος πάσχει τόσο νομικά όσο και πραγματικά και θα πρέπει το Δικαστήριο να διατάξει τον παραμερισμό όχι μόνο της επίδοσης του κλητηρίου στην εναγόμενη αλλά και του ίδιου του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής.
  17. Ως εκ τούτου λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω γεγονότα είναι ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις το Δικαστήριο να αποδεχτεί την παρούσα αίτηση και να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα.
  18. Ορκίζομαι την παρούσα ένορκη δήλωση για υποστήριξη της επισυνημμένης αίτησης. » Η ένσταση Οι Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση αντέδρασαν στην πιο πάνω αίτηση καταχωρώντας Ένσταση, εις την οποία καταγράφονται 6 λόγοι ένστασης που είναι οι εξής:
  19. Η Αίτηση είναι νομικά απαράδεκτη και ως τέτοια θα πρέπει να απορριφθεί.
  20. Από την Αίτηση δεν αποκαλύπτονται νομικοί και πραγματικοί λόγοι που να δικαιολογούν:- (α) Την ακύρωση και/ή παραμερισμό της έκδοσης, σφράγισης και καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος και της επίδοσης του που έλαβε χώρα την 4η/3/2020, και/ή,- (β) Την απόρριψη τους καθώς και (γ) Την αναστολή της δικαστικής διαδικασίας μέχρι την έκδοση απόφασης επί της παρούσας αίτησης.
  21. Η σφράγιση, καταχώρηση και η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος κατά των Εναγόμενων έγινε καθόλα νομότυπα και νόμιμα.
  22. Τηρήθηκαν όλες οι προϋποθέσεις και νόμιμα ή νομότυπα ακολουθήθηκε η όλη διαδικασία. Ήτοι, προτού το Κλητήριο Ένταλμα καταχωρηθεί, ζητήθηκε και εκδόθηκε από προηγούμενα το σχετικό διάταγμα για σφράγιση και καταχώριση του Ειδικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος και στη συνέχεια με νέο (2°) διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας οι Ενάγοντες προχώρησαν βάσει αυτού νομότυπα και κανονικά στην επίδοση του στους Εναγόμενους.
  23. Η έκδοση των ζητούμενων θεραπειών θα αποτελούσε μέτρο υπονόμευσης της απονομής της Δικαιοσύνης και της ανάγκης για ταχεία διεκπεραίωση της δικαστικής υπόθεσης και θα παραβίαζε το συνταγματικό δικαίωμα των Καθ' ων η Αίτηση/Εναγόντων για εκδίκαση της υπόθεσης τους μέσα σε εύλογο χρόνο.
  24. Παρά το ότι οι αιτούμενες θεραπείες είναι τελείως αβάσιμες και αδικαιολόγητες εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία ασκείται Δικαστικά. Η ένσταση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Θεσμούς Δ.2, Θ.2,3, 7, Δ.5 Θ.2, 9, 10, Δ.5Α, Δ.6 Θ.1, 4, 5, 6, Δ.39, Δ.48 Θ.4 και 7, Δ.64 Θ.1 (1,2,3), επί του Κανονισμού 1393/07 της 13.11.2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξώδικων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις ("επίδοση ή κοινοποίηση πράξεων"), επί του Κανονισμού 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 12ης Δεκεμβρίου 2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, αναγνώριση και εκτέλεση σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, (Annual Practice) 1958 Τόμος 1, σελ.181-201, στη Διακριτική Ευχέρεια, τη Γενική Πρακτική και στις Συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η ένσταση υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση του XXXXX Σωφρονίου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Ενάγοντες. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει τα ακόλουθα: «
  25. Είμαι Δικηγόρος και εργάζομαι στο Δικηγορικό Γραφείο του κ.ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ και είμαι πλήρως εξουσιοδοτημένος από τους Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση όπως προβώ στην παρούσα Ένορκη Δήλωση. Γνωρίζω προσωπικά και καλά όλα τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης.
  26. Έχω διαβάσει την Ένορκη Δήλωση των Αιτητών και διαφωνώ ότι με βάση τους ισχυρισμούς που εμπεριέχονται σ' αυτήν τους οποίους και απορρίπτω κατηγορηματικά δικαιολογείται δήθεν η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  27. Εξ όσων κάλλιον γνωρίζω και ειλικρινά πιστεύω τα αιτούμενα διατάγματα δεν θα πρέπει να εκδοθούν για μεταξύ άλλων τους ακόλουθους λόγους: (α) Η Αίτηση είναι νομικά αδικαιολόγητη, νομικά αστήρικτη, αβάσιμη, παραπλανητική και απαράδεκτη και ως τέτοια θα πρέπει να απορριφθεί. (β) Από την Αίτηση δεν αποκαλύπτονται νομικοί και πραγματικοί λόγοι που να δικαιολογούν την ακύρωση και/ή παραμερισμό της έκδοσης του κλητηρίου εντάλματος που έλαβε χώρα την 4η/3/2020 και την ως οι Αιτητές ζητούν την απόρριψη και την ακύρωση της επίδοσης, καθώς και αναστολή της δικαστικής διαδικασίας μέχρι την έκδοση απόφασης επί της παρούσας αίτησης. (Υ) Η σφράγιση, καταχώρηση και επίδοση του κλητηρίου εντάλματος κατά των Εναγόμενων έγινε καθόλα νομότυπα και νόμιμα. (δ) Τηρήθηκαν όλες οι προϋποθέσεις και νόμιμα ή νομότυπα ακολουθήθηκαν όλες οι διαδικασίες, βάσει των οποίων εξεδόθη διάταγμα για σφράγιση και καταχώριση του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος και στη συνέχεια εκδόθηκε 2° διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. (ε) Η έκδοση των ζητούμενων θεραπειών θα αποτελούσε μέτρο υπονόμευσης της απονομής της Δικαιοσύνης και της ανάγκης για ταχεία διεκπεραίωση της δικαστικής υπόθεσης και θα παραβίαζε το συνταγματικό δικαίωμα των Καθ' ων η Αίτηση/Εναγόντων για εκδίκαση της υπόθεσης τους μέσα σε εύλογο χρόνο. (στ) Οι αιτούμενες θεραπείες καίτοι είναι αδικαιολόγητες, καταχρηστικές και αβάσιμες για να δοθούν εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία ασκείται Δικαστικά.
  28. Πλέον συγκεκριμένα: (α) Στις 26/2/2020 καταχωρήθηκε η Εξ-Πάρτε Γενική Αίτηση με αρ.26/2020 για σφράγιση και καταχώρηση του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος (Έκθεσης Απαίτησης) της αγωγής και επισυνάφθηκε αντίγραφο της. Εξεδόθη δε από το αρμόδιο Δικαστήριο το αναγκαίο διάταγμα ημερ.28/2/2020, το οποίο επισυνάπτω ως ΤΕΚΜ.Α', και το οποίο μιλά από μόνο του. (β) Στην συνέχεια καταχωρήθηκε αίτηση για επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος στους Εναγόμενους εκτός δικαιοδοσίας και περαιτέρω επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κανονισμού (ΕΚ) 1393/
  29. Επισυνάπτω ως ΤΕΚΜ.Β' το διάταγμα ημερ.3/6/
  30. (γ) Το κλητήριο ένταλμα/ειδοποίηση και τα άλλα αναγκαία έγγραφα επιδόθησαν καθ' όλα νόμιμα και ως το εκδοθέν διάταγμα. Τα επισυνάπτω ως ΤΕΚΜ.Γ'(1+2) ήτοι τις μεταφράσεις στα Ολλανδικά της αγωγής και του διατάγματος ημερ.3/6/20 μαζί με τις αναγκαίες πιστοποιήσεις της μεταφράστριας ημερ.24/7/20 και 3/8/20 και τα ίδια στα Ελληνικά. (δ) Επισυνάπτω επίσης ως ΤΕΚΜ.Δ' τη πιστοποίηση της νομότυπα γενόμενης επίδοσης των πιο πάνω εγγράφων ημερ. 18/8/20 στους Εναγόμενους.
  31. Περαιτέρω αρνούμενος τους ισχυρισμούς των παρ.4, 5, 6 και 7 της Ένορκης Δήλωσης των Αιτητών, αναφέρω ότι η Ενόρκως Δηλούσα δεν είναι σε θέση να γνωρίζει αν και πώς επεδόθη το κλητήριο ένταλμα, που εν πάση περιπτώσει η Εναγόμενη Εταιρεία έλαβε νομότυπα γνώση του με την επίδοση του που της έγινε κανονικά και στα πλαίσια της κείμενης Νομοθεσίας, των Κανονισμών, του διατάγματος και της Νομολογίας. Όπως μπορεί να διαφανεί από τα ΤΕΚΜ.Γ'(1+2) και Δ', στην βεβαίωση επίδοσης και/ή κοινοποίησης με βάση τον ΕΚ αρ. 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, η επίδοση έγινε καθ'όλα νομότυπα και σε αρμόδιο λειτουργό της Αιτήτριας/Εναγόμενης Εταιρείας και όχι όπως λανθασμένα αναφέρει η Ενόρκως Δηλούσα στην Αίτηση κα Χρυσαυγή Σαββίδου, σε τρίτο πρόσωπο άλλης τρίτης Εταιρείας, συνεργάτιδας δήθεν της Εναγόμενης. Αυτό επιβεβαιώνεται, ότι η υπάλληλος που είχε παραλάβει τον φάκελο με όλα τα σχετικά έγγραφα της αγωγής εργάζεται στην Αιτήτρια/Εναγόμενη Εταιρεία. Επίσης αυτή είχε την επιλογή άν δεν ήταν υπάλληλος των Εναγομένων να αρνηθεί την παραλαβή του φακέλου και δεν το έπραξε (Βλ.ΤΕΚΜ.Ε').
  32. Η διεύθυνση της Εναγόμενης/Αιτήτριας Εταιρείας είναι η Larenweg 56, 5234 KC's - Hertogenbosch, the Netherlands, εις την οποία έγινε νομότυπα η επίδοση και η οποία διεύθυνση είναι καταχωρημένη και για τα κεντρικά γραφεία της εταιρείας Hydrothane (Βλ.ΤΕΚΜ.ΣΤ'). Γι'αυτό η Ενόρκως Δηλούσα λανθασμένα αναφέρει και τοποθετεί τις θέσεις και τους ισχυρισμούς της ότι δήθεν η υπάλληλος που παρέλαβε την επίδοση ήταν άλλης τρίτης εταιρείας.
  33. Για να ευσταθεί και να φέρει νόμιμα αποτελέσματα ο ισχυρισμός της Ενόρκως Δηλούσας ότι η ως άνω XXXXX XXXXX Sepulveda δεν εκπροσωπούσε την Εναγόμενη όφειλε βάσει του Κανονισμού 48 Δ.1-4 των Κανόνων Πολιτικής Δικονομίας να προβεί η ίδια η XXXXX XXXXX Sepulveda σε μια ή περισσότερες Ένορκες Δηλώσεις για το γεγονός αυτό. Και εφ' όσον δεν το έπραξε ο ισχυρισμός της κας Σαββίδου παραμένει αιωρούμενος, αναπόδεικτος και μη φέρον νόμιμα αποτελέσματα. Επιπρόσθετα με τα πιο πάνω η Ενόρκως Δηλούσα λανθασμένα τοποθετείται σε θέσεις και ισχυρισμούς τρίτων ατόμων ότι τα γραφεία της Εταιρείας ήταν δήθεν κλειστά αφού η ίδια δεν γνώριζε προσωπικά, ενώ την ώρα που ο επιδότης παρέδωσε τα αναγκαία έγγραφα υπήρχαν στα γραφεία της υπάλληλοι που εργάζονταν κανονικά και σε κανονικό ωράριο εργασίας.
  34. Ο Διευθυντής των Εναγόμενων γνώριζε πολύ καλά τη σημασία και την φύση της όλης νομικής διαδικασίας αφού ειδοποιήθηκε γραπτώς από εμένα στις 27/9/2019 μέσω ηλεκτρονικής διεύθυνσης (email) για το οφειλόμενο ποσό των εργασιών που οι Καθ' ων η Αίτηση/Ενάγοντες εκτέλεσαν. Η σχετική επιστολή/ειδοποίηση επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜ.Ζ' μαζί με την απάντηση του.
  35. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς της παρ.7 της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση, δεν κατανοώ τι θέλει η Ενόρκως Δηλούσα να πει, ουδένα νόημα βγαίνει και δεν αντιλαμβάνομαι τι ισχυρίζεται με το κείμενο της παραγράφου αυτής. Εν πάση όμως περιπτώσει ότι και να προσπαθεί να ισχυριστεί η Ενόρκως Δηλούσα το απορρίπτουμε και ισχυρίζομαι ότι όλα έγιναν νομότυπα και κανονικά όπως το ότι τα αναγκαία έγγραφα είχαν μεταφραστεί στα Ολλανδικά (βλ.ΤΕΚΜ.Γ1+2). Και αυτό αποδεικνύεται από το ότι οι Εναγόμενοι/Αιτητές δεν τα επέστρεψαν και/ή δεν αρνήθηκαν την παραλαβή τους ως είχαν τέτοιο δικαίωμα λόγω δήθεν ανύπαρκτης μετάφρασης τους σε γλώσσα κατανοητή από αυτούς.
  36. Αρνούμαι και τους ισχυρισμούς της παρ.8(Α', Β', Γ' και Δ') και αντ' αυτών επαναλαμβάνω όλα όσα έχουν ήδη αναφερθεί ανωτέρω, ότι δηλ. από προηγούμενα ελάβαμε την άδεια του Δικαστηρίου για σφράγιση και καταχώρηση του κλητηρίου εντάλματος και ότι αυτό επιδόθηκε μετά από τη προηγουμένως ληφθείσα και πάλι άδεια του Δικαστηρίου για την υποκατάστατη επίδοση του. (Σχετικά είναι τα ΤΕΚΜ. Α' και Β' ανωτέρω), αφού μεταφράστηκαν στα Ολλανδικά, γλώσσα της χώρας που εδρεύει η Εναγόμενη και είναι κατανοητή σ'αυτούς (τους Εναγόμενους). (Βλ.ΤΕΚΜ.Γ'(1+2) και Δ'.
  37. Αρνούμαι τους ισχυρισμούς των παρ.9, 10 και 11 και αντ' αυτών επαναλαμβάνω ότι έχουμε προβεί και έχουν γίνει όλα τα νόμιμα διαβήματα βάσει των 2 προαναφερθέντων Δικαστικών διαταγμάτων. Καμία παράλειψη και/ή παρατυπία υπήρξε στην όλη διαδικασία και/ή επίδοσης των αναγκαίων εγγράφων για να προβεί η Αιτήτρια/Εναγόμενη στην καταχώρηση υπεράσπισης των συμφερόντων της, αλλά αντίθετα η ίδια προσπαθεί να καθυστερήσει την όλη υπόθεση με διάφορους τρόπους και διαβήματα.
  38. (α) Αναφορικά με τους ισχυρισμούς των παρ.12-15, αναφέρω ότι αυτοί καθόλου δεν ευσταθούν. Εν πάσει όμως περιπτώσει αυτό είναι κάτι (επίδικο θέμα) που θα αποφασιστούν από το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. (β) Περαιτέρω και για όσον αφορά τη κατά τόπο αρμοδιότητα του Ε.Δ.Λάρνακας,- σύμφωνα με τον Περί Δικαστηρίων Νόμο αρ. 14/60 αλλά και τη Νομολογία μας, όταν η σύμβαση δεν καθορίζει τόπο πληρωμής και το έργο περατώθηκε, όπως είναι η περίπτωση μας, κατά τόπο αρμόδιο να εκδικάσει τη διαφορά είναι το Δικαστήριο στην επαρχία εντός της οποίας διαμένει ή ασκεί το επάγγελμα του ο δανειστής (στην περίπτωση μας οι Ενάγοντες) και/ή ο τόπος που εκτελέστηκε το επίδικο έργο, δηλ. η Επαρχία Λάρνακας. Και τούτο γιατί σύμφωνα και πάλι με τη Νομολογία ο οφειλέτης είναι υποχρεωμένος όταν δεν καθορίζεται στην σύμβαση τόπος αποπληρωμής να αναζητήσει τον πιστωτή και να τον πληρώσει στον τόπο εργασίας του (στη Λάρνακα) ή της διαμονής του και το χρέος θεωρείται κομίσιμο όχι αναλείψιμο. Επομένως εφ' όσον ο τόπος που εκτελέστηκε το έργο και η εργασία των Εναγόντων και η έδρα τους είναι η Λάρνακα, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας είναι το κατά τόπο αρμόδιο να εκδικάσει την παρούσα αγωγή ανεξάρτητα αν οι Εναγόμενοι είναι στο εξωτερικό, σε άλλην επαρχία ή άλλως πως. Αλλά και το θέμα αυτό δεν είναι της παρούσας διαδικασίας. Αυτό το θέμα της κατά τόπον αρμοδιότητας οι Εναγόμενοι/Αιτητές θα πρέπει, αν επιμένουν, να το εγείρουν προδικαστικά με την υπεράσπιση τους και αφού η Εμφάνιση τους από Ύπό Διαμαρτυρία" γίνει και/ή μετατραπεί σε κανονική εμφάνιση, η δε παρούσα Αίτηση τους είτε αποσυρθεί ή απορριφθεί.
  39. Παρά το ότι η ισχυρή θέση και ο ισχυρισμός μας παραμένει ότι όλα έγιναν σωστά, νομότυπα και κανονικά τοποθετούμαστε και ισχυριζόμαστε ότι η γενόμενη επίδοση αυτούσιου του Κλητηρίου Εντάλματος της αγωγής ως καλύπτουσα όλα και ολοκληρωμένα τα γεγονότα και τις αξιώσεις των Εναγόντων/Καθ'ων η Αίτηση, υπερκαλύπτει την Ειδοποίηση του Κλητηρίου Εντάλματος και εφ'όσον το "μεγαλύτερο" καλύπτει το "μικρότερο" η μη επίδοση της ειδοποίησης δεν είναι fatal αλλά απλή παράλειψη (βλ.Διάτ.64 των Καν. Πολιτικής Δικονομίας) και το Δικαστήριο μπορεί να μην λάβει υπ'όψη του τις αξιώσεις των Αιτητών ή να διορθώσει όποια τυχόν παρατυπία έγινε με σχετική αναφορά ή οδηγίες ή διάταγμα του (βλ.και The Annual Practice - 1958 - Τόμος 1, σελίδες 181-201 και ιδιαίτερα τη σελ.201 η οποία επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜ.Η' και που η σχετική διάταξη είναι η ίδια με τη δική μας (Οr.16).
  40. Για όλους τους πιο πάνω λόγους και γεγονότα ζητώ όπως η αίτηση απορριφθεί με έξοδα υπέρ των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση πλέον τον Φ.Π.Α.» Η ακρόαση της αίτησης και η επιχειρηματολογία των δύο πλευρών Στα πλαίσια της ακρόασης της αίτησης οι δύο πλευρές παρουσίασαν γραπτές αγορεύσεις. Δεν κρίνεται σκόπιμο όμως να σημειωθεί εδώ ότι οι συνήγοροι αναφέρουν στις αγορεύσεις του και αρκεί ν' αναφερθεί θεωρώ ότι οι αγορεύσεις των δύο πλευρών έχουν τύχει ενδελεχούς μελέτης. Θα γίνει αναφορά σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων κατωτέρω εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο. Εξέταση ζητημάτων που εγείρονται Α. Δικαιοδοσία Στην Κούρου ν. Κόνου, ECLI:CY:AD:2014:A764, ECLI:CY:AD:2014:A764, Πολ.έφ.325/09, ημερ. 10.10.2014 σημειώνονται τα ακόλουθα: «Όπως αποφασίστηκε στη Thermofast Limited

(2005)1 Α.Α.Δ. 567, το ζήτημα της δικαιοδοσίας είναι ζήτημα δημόσιας τάξης, εγείρεται και αυτεπαγγέλτως, αποτελεί δε υποχρέωση του Δικαστηρίου να ακυρώσει διάταγμα που εκδόθηκε χωρίς δικαιοδοσία. Το ζήτημα δεν επαφίεται ούτε στη συναίνεση των διαδίκων, ούτε στη συμπεριφορά ή στην τυχόν καθυστέρηση που επιδεικνύεται. Όπως αποφασίστηκε στη Michaelidou ν. Gregoriou
(1968)1 C.L.R. 88, οι διάδικοι δεν μπορούν να συναινέσουν να προσδώσουν δικαιοδοσία σε Δικαστήριο εκεί όπου δεν υπάρχει». Συνεπώς δεν με βρίσκει σύμφωνο η θέση των ευπαίδευτων συνηγόρων των εναγόντων στην αγόρευση τους, ότι δηλαδή το θέμα της αναρμοδιότητας είναι θέμα που πρέπει να εξεταστεί στα πλαίσια της ουσίας της αγωγής και όχι επί του παρόντος. Δεν νοείται, με κάθε σεβασμό λέω, συνέχιση μιας διαδικασίας από ένα αναρμόδιο Δικαστήριο. Με βάση τη συμφωνία των δύο μερών ημερ.01/03/19, η οποία δεν αμφισβητείται ότι έγινε στην Αθήνα, για επίλυση οποιασδήποτε διαφοράς ως προς την εκτέλεση, ερμηνεία ή λύση της, ορίζονται αρμόδια τα Δικαστήρια της Αθήνας (βλ. όρο 9). Από τα γεγονότα της υπόθεσης δε προκύπτει ο διεθνής χαρακτήρας της διαφοράς. Μια Κυπριακή εταιρεία σύνηψε σύμβαση έργου με μία Ολλανδική εταιρεία για τοποθέτηση εξοπλισμού και εγκατάσταση ανοξείδωτων δικτύων σε συγκεκριμένο τυροκομείο στη Λάρνακα, ενώ η σύμβαση ως αναφέρθηκε και πιο πάνω έγινε στην Αθήνα. Θεωρώ δε ότι αφής στιγμής η εναγόμενη εταιρεία εδρεύει σε κράτος μέλος της Ένωσης ήτοι στην Ολλανδία, ενεργοποιούνται οι διατάξεις του Κανονισμού 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου του 2012, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (στο εξής ο Κανονισμός 1215). Ας σημειωθεί εδώ ότι ο εν λόγω Κανονισμός 1215 αποτελεί συνέχεια του Κανονισμού 44/2001 που αναφέρεται στο απόσπασμα κατωτέρω, τον οποίο κατήργησε, και συνεπώς οι αποφάσεις καθώς και τα συγγράμματα που ερμηνεύουν τον εν λόγω κανονισμό είναι απολύτως σχετικά και βοηθητικά. Στην απόφαση The Cyprus Phassouri Plantations Co Ltd v. Hapag-Lloyd, ECLI:CY:AD:2018:D299, ECLI:CY:AD:2018:D299, Αγωγή Ναυτοδικείου 38/2016, ημερομηνίας 21/06/2018, αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου): " Όπως παρατηρεί ο Ιωάννης Στ. Δεληκωστόπουλος στο ιδιαίτερα εύχρηστο και πολύ διαφωτιστικό σύγγραμμα, Ζητήματα από την εφαρμογή του Κανονισμού 44/2001 για τη Διεθνή Δικαιοδοσία και την Εκτέλεση Αποφάσεων, στο κεφάλαιο «ΙΙ Κατά τόπο πεδίο εφαρμογής», σ.39, §2.18: «.ο κανονισμός 44/2001 εφαρμόζεται εφόσον ο εναγόμενος (ή ένας εκ των εναγομένων[3]) έχει την κατοικία του (ή την έδρα του) σε κράτος μέλος, ανεξαρτήτως του που βρίσκεται η κατοικία του ενάγοντα. Μάλιστα, ο κανονισμός εφαρμόζεται και όταν ο ενάγων κατοικεί σε τρίτη χώρα[4]. Τούτο διότι, κατ΄ αρχήν, το σύστημα διεθνούς δικαιοδοσίας που καθιερώνεται από τον κανονισμό στηρίζεται στον βασικό κανόνα, που περιλαμβάνεται στο άρθρο 2 παρ. 1 του κανονισμού, κατά τον οποίο «τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων αυτού του κράτους μέλους, ανεξάρτητα από την ιθαγένεια τους.» Ο χαρακτήρας γενικής αρχής που έχει ο ανωτέρω κανόνας διεθνούς δικαιοδοσίας, κανόνας που αποτελεί έκφραση της αρχής actor sequitur forum rei, εξηγείται, όπως επισημαίνει το ΔΕΚ, από το γεγονός ότι ο κανόνας αυτός καθιστά δυνατόν, στον εναγόμενο, να αμυνθεί ευκολότερα[5]. Μόνο κατά παρέκκλιση από τη θεμελιώδη αυτή αρχή της διεθνούς δικαιοδοσίας των δικαστηρίων του κράτους στο έδαφος του οποίου ο εναγόμενος έχει την κατοικία ή την έδρα του, ο κανονισμός προβλέπει περιπτώσεις, περιοριστικά απαριθμούμενες, στις οποίες ο εναγόμενος πρέπει, όταν η κατάσταση εμπίπτει σε κανόνα αποκλειστικής διεθνούς δικαιοδοσίας (π.χ., για τα ακίνητα) ή όταν πρόκειται για παρέκταση διεθνούς δικαιοδοσίας, να μην εναχθεί ενώπιον δικαστηρίου του κράτους της κατοικίας του.» Από το πνεύμα και το γράμμα των συνδυασμένων προνοιών του Κανονισμού, άρθρου 4
(1)ανωτέρω, προκύπτει ότι ο Κανονισμός δεν εφαρμόζεται μόνο στις ακόλουθες περιπτώσεις: αν ο εναγόμενος δεν έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους, σε περίπτωση συντρέχουσας αποκλειστικής διεθνούς δικαιοδοσίας ή εκεί όπου προκύπτει παρέκταση διεθνούς δικαιοδοσίας, άρθρα 24 και 25 του Κανονισμού. Στην τελευταία περίπτωση δεν απαιτείται ο εναγόμενος να έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέρους αλλά είναι αρκετό ένα από τα διάδικα μέρη να πληροί την εν λόγω προϋπόθεση. Αποκλίσεις από τα γενικά κριτήρια της κατοικίας του εναγομένου που τίθενται χάριν προστασίας ειδικών κατηγοριών (ασφαλισμένους ή δικαιούχους, καταναλωτές, εργαζόμενους, σε ατομικές συμβάσεις εργασίας), ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στις κατηγορίες των εν λόγω προσώπων, τους οποίους ο Κανονισμός θεωρεί κατά τεκμήριο ως ασθενέστερο μέρος, να τύχουν δικαστικής προστασίας σε άλλη περίπτωση από εκείνη της κατοικίας του εναγομένου, δεν συντρέχουν στην υπό κρίση περίπτωση. " Αναφέρεται εδώ ότι στην προκειμένη περίπτωση καταρτίστηκε μια σύμβαση έργου ήτοι για παροχή υπηρεσιών και ή εκτέλεσης εργασιών και δεν ισχύει κάποια εκ των ειδικών κατηγοριών που αναφέρονται στο απόσπασμα ανωτέρω. Για τις συμβάσεις δε σχετικό είναι το άρθρο 7 του Κανονισμού, το οποίο εξειδικεύει κάποιες περιπτώσεις στις οποίες μπορεί να διαφοροποιηθεί ο γενικός κανόνας του άρθρου 4, δηλαδή πως η αγωγή εγείρεται στον τόπο διαμονής του εναγομένου. Όμως το άρθρο αυτό δεν θέτει αποκλειστική δικαιοδοσία, όπως συμβαίνει αλλού στον Κανονισμό. Λέγοντας αυτά έρχομαι στο άρθρο 25 του Κανονισμού 1215, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου): «
  1. Αν τα μέρη, ανεξαρτήτως του τόπου κατοικίας τους, συμφώνησαν ότι ένα δικαστήριο ή τα δικαστήρια κράτους μέλους θα δικάζουν τις διαφορές που έχουν προκύψει ή που θα προκύψουν από συγκεκριμένη έννομη σχέση, το δικαστήριο αυτό ή τα δικαστήρια του κράτους αυτού έχουν διεθνή δικαιοδοσία, εκτός αν η συμφωνία είναι άκυρη ως προς την ουσιαστική της ισχύ της βάσει της νομοθεσίας του οικείου κράτους μέλους. Αυτή η δικαιοδοσία είναι αποκλειστική εκτός αν τα μέρη συμφώνησαν άλλως. Η συμφωνία διεθνούς δικαιοδοσίας καταρτίζεται: α) είτε γραπτά είτε προφορικά με γραπτή επιβεβαίωση· β) είτε υπό μορφή ανταποκρινόμενη στην πρακτική που έχουν καθιερώσει οι συμβαλλόμενοι στις μεταξύ τους σχέσεις· ή γ) είτε, στο διεθνές εμπόριο, υπό μορφή ανταποκρινόμενη στις συνήθειες τις οποίες τα μέρη γνωρίζουν ή οφείλουν να γνωρίζουν και οι οποίες είναι ευρέως γνωστές σ' αυτού του είδους την εμπορική δραστηριότητα και τηρούνται τακτικά από τους συμβαλλόμενους σε συμβάσεις του είδους για το οποίο πρόκειται στη συγκεκριμένη εμπορική δραστηριότητα.
  2. Κάθε διαβίβαση διά της ηλεκτρονικής οδού που επιτρέπει μεταγενέστερη πρόσβαση στο περιεχόμενο της συμφωνίας λογίζεται ότι έχει καταρτισθεί «γραπτά».
  3. Το δικαστήριο ή τα δικαστήρια ενός κράτους μέλους στα οποία απονέμει διεθνή δικαιοδοσία η συστατική πράξη ενός trust έχουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία ως προς αγωγές κατά του ιδρυτή, του trustee ή του δικαιούχου ενός trust, αν πρόκειται για σχέσεις μεταξύ των προσώπων αυτών ή για δικαιώματα ή υποχρεώσεις τους από το trust.
  4. Οι συμφωνίες διεθνούς δικαιοδοσίας, καθώς και οι ανάλογες ρήτρες της συστατικής πράξεως του trust δεν παράγουν αποτελέσματα, αν είναι αντίθετες προς τις διατάξεις των άρθρων 15, 19 ή 23 ή αν τα δικαστήρια τη διεθνή δικαιοδοσία των οποίων αποκλείουν έχουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία σύμφωνα με το άρθρο
  5. Συμφωνία καθορισμού της διεθνούς δικαιοδοσίας που αποτελεί στοιχείο σύμβασης λογίζεται ως συμφωνία ανεξάρτητη από τους λοιπούς όρους της σύμβασης. Η εγκυρότητα μιας συμφωνίας καθορισμού της διεθνούς δικαιοδοσίας δεν επιδέχεται προσβολής εκ μόνου του λόγου ότι η σύμβαση δεν είναι έγκυρη.» Στην υπόθεση Open Joint Stock Company κ.α. ν Proscento Trading Limited, ECLI:CY:AD:2018:A138, ECLI:CY:AD:2018:A138, Πολ. Έφ. 253/12, 29/03/2018, αναφέρθηκαν τα εξής (με τη διευκρίνιση ότι οι αναφορές σε Κανονισμό αφορούν τον Κανονισμό 44/2001 που αναφέρθηκε ανωτέρω και ότι η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου): « Είναι πρόδηλο από τις πιο πάνω σαφείς πρόνοιες των δύο άρθρων του Κανονισμού ότι για τα εταιρικά θέματα που αναφέρονται στο άρθρο 22.2 αποκλειστική αρμοδιότητα έχουν τα δικαστήρια όπου και η έδρα της εταιρείας. Σε τέτοιες δε περιπτώσεις, ακόμη και στην περίπτωση που ένας διάδικος εκούσια υπαχθεί στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, το άλλο δικαστήριο δεν αποκτά δικαιοδοσία εκδίκασης της υπόθεσης. Παραθέτουμε επί του προκειμένου το πιο κάτω απόσπασμα από τις σελ. 382-383 του συγγράμματος του Σπυρίδωνα Βρέλλη «Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο», Γ΄ Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, το οποίο υιοθετείται πλήρως για τους σκοπούς της παρούσας. «Β. Σιωπηρά παρέκταση. Αν ο εναγόμενος παραστεί σε δικαστήριο Κράτους μέλους, χωρίς να αμφισβητήσει εγκαίρως τη διεθνή δικαιοδοσία του, το δικαστήριο αυτό αποκτά (και μόνον εξ αυτού του λόγου) διεθνή δικαιοδοσία. Εξαίρεση υπάρχει, δηλ. δεν χωρεί παρέκταση σε μια τέτοια περίπτωση, όταν κάποιο άλλο δικαστήριο έχει αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία σύμφωνα με το άρθρο 22 Καν. ή με το άρθρο 16 Σύμβ. (άρθρο 25 Καν., άρθρο 18 Συμβ.). Χωρεί όμως σιωπηρά παρέκταση, ακόμη και αν οι διάδικοι είχαν προηγουμένως προσδιορίσει συμβατικώς το αρμόδιο δικαστήριο (με ρητή δηλ. συμφωνία παρεκτάσεως). Γεννήθηκε το ζήτημα, κατά πόσον η επικουρική προβολή ισχυρισμών επί της ουσίας της υποθέσεως μετά την κύρια προβολή ενστάσεως ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας εξουδετερώνει την ένσταση και επάγεται σιωπηρά παρέκταση. Ορθότερη είναι η αρνητική απάντηση». Συνεπώς με βάση όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω δεν παραμένει καμία αμφιβολία ότι δυνάμει των προνοιών του Κανονισμού 1215, εκεί όπου τα μέρη προαποφασίζουν το Δικαστήριο που επιθυμούν να τους δικάσει, και η συμφωνία δεν είναι άκυρη ως προς την ουσιαστική της ισχύ, τότε αυτό το Δικαστήριο κέκτηται αποκλειστική δικαιοδοσία και δεν νοείται παρέκκλιση από αυτή. Παρεμβάλλω ότι ουδείς εδώ μιλά για ακυρότητα της συμφωνίας. Σύμφωνα δε με το άρθρο 25 πιο πάνω η συμφωνία για παρέκταση διεθνούς δικαιοδοσίας οδηγεί σε αποκλειστική δικαιοδοσία, εκτός αν η συμφωνία των μερών προβλέπει κάτι άλλο. Στο σημείο αυτό σημειώνω την θέση των συνηγόρων των εναγόντων, με παραπομπή στον Περί Συμβάσεων Νόμο και Κυπριακή Νομολογία, ότι επειδή η σύμβαση δεν καθορίζει τόπο πληρωμής και οι εναγόμενοι πρέπει να «προστρέξουν» στον τόπο του πιστωτή για να καταβάλουν το χρέος, ο τόπος που εκτελείτο το έργο ή υπήρξε διάρρηξη της συμφωνίας και η έδρα της εταιρείας τους είναι η Λάρνακα, το Δικαστήριο Λάρνακας έχει δικαιοδοσία. Με δεδομένο βεβαίως ότι οι ενάγοντες έχουν την έδρα τους στη Λεμεσό, ως αναφέρεται στον τίτλο της αγωγής και στην έκθεση απαίτησης τους, δεν είναι κατανοητό γιατί επικαλούνται τη Λάρνακα σαν τόπο που θα έπρεπε οι εναγόμενοι να πληρώσουν ή γιατί αναφέρεται στην αγόρευση, σε αντίθεση με τη δικογραφημένη θέση τους, πως η έδρα τους είναι η Λάρνακα. Σε κάθε περίπτωση όμως είναι σαφές πως η εισήγηση παραγνωρίζει εντελώς την ύπαρξη του Κανονισμού 1215, ο οποίος από τη θέσπιση του εφαρμόζεται άνευ ετέρου από όλα ανεξαιρέτως τα κράτη μέλη (βλ. Ironhold Estates Ltd v. Travelworld Vacation Ltd,
(2010)1(A) A.A.Δ. 452) και η όποια αρχή που ενδεχομένως να ίσχυε στην απουσία του Κανονισμού, με βάση άλλες προϋπάρχουσες πρόνοιες της ημεδαπής νομοθεσίας και νομολογίας, δεν έχει καμία σημασία (βλ. Πολ. Έφ.61/2011,
  1. Magnion, κ.α. v.
  2. Αναστασιάδη, κ.α. ημερ.03/07/14, ECLI:CY:AD:2014:A459). Κοντολογίς διαπιστώνω ότι το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα αγωγή. Παρόλο που με τη διαπίστωση πιο πάνω το αποτέλεσμα της παρούσας έχει κριθεί, προχωρώ να εξετάσω πολύ επιγραμματικά και τα υπόλοιπα θέματα που εγείρονται για την περίπτωση που η κατάληξη του Δικαστηρίου ανατραπεί από ανώτερο Δικαστήριο. Β. Παράλειψη σφράγισης του κλητηρίου πριν καταχωρηθεί και μη λήψη άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Ευθέως αναφέρω πως οι εν λόγω ισχυρισμοί των εναγόμενων απορρίπτονται ως αβάσιμοι αφού ως εμφαίνεται στην εισαγωγή της παρούσας ανωτέρω έχουν γίνει τούτες οι ενέργειες. Γ. (α) Έχει επιδοθεί στην εναγόμενη αυτούσιο το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και όχι η προβλεπόμενη ειδοποίηση με βάση τη Δ.6 Θ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ενώ δεν έχουν επιδοθεί το διάταγμα σφράγισης και το διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, δεόντως μεταφρασμένα. (β) Επίσης δεν υπάρχει επιβεβαίωση της ορθότητας της μετάφρασης των εγγράφων που έχουν επιδοθεί.
  3. Κατ' αρχήν έχει σημασία να λεχθεί ότι οι εναγόμενοι, πέραν από τη γενική αναφορά ότι δεν έχει υπάρξει επιβεβαίωση της ορθότητας της μετάφρασης, δεν επισημαίνουν οποιοδήποτε σημείο στα έγγραφα που έχουν επιδοθεί από το οποίο να καταδεικνύεται εσφαλμένη μετάφραση. Εν πάση όμως περιπτώσει αναφέρεται ότι η ορθότητα της μετάφρασης των εγγράφων που έχουν επιδοθεί επιβεβαιώνεται από την ορκωτή μεταφράστρια που φαίνεται στις βεβαιώσεις του τεκμ. Γ της ένστασης. Από εκεί και πέρα αναφέρεται πως τα έγγραφα έχουν επιδοθεί μεταφρασμένα στην Ολλανδική γλώσσα, δηλ. στην γλώσσα του κράτους μέλους παραλαβής και την οποία προφανώς είναι σε θέση να κατανοήσουν οι εναγόμενοι, και οι εναγόμενοι ενημερώθηκαν γραπτώς ότι μπορούν να αρνηθούν την παραλαβή εάν δεν υπάρχει τέτοια μετάφραση (βλ. τεκμ.Δ στην ένσταση και τεκμ.2 της αίτησης), χωρίς να αρνηθούν την παραλαβή. Όμως σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να τονιστεί πως ούτως ή άλλως οι εναγόμενοι φαίνεται να κατανοούν και την Ελληνική γλώσσα. Ο Σωφρονίου αναφέρει στην παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσης του ότι ενημέρωσε τον διευθυντή των εναγόμενων γραπτώς με επιστολή και ότι ο τελευταίος απάντησε, επισυνάπτοντας τις εν λόγω επιστολές ως τεκμ. Ζ. Αυτά δεν έχουν αμφισβητηθεί και όπως διαφαίνεται από μελέτη του εν λόγω τεκμηρίου ο διευθυντής των εναγόμενων έχει ελληνικότατο όνομα και η επικοινωνία μεταξύ τους έγινε στην ελληνική γλώσσα. Με βάση αυτά θεωρώ πως υπήρξε πλήρης συμμόρφωση με το άρθρο 8 του Κανονισμού (ΕΚ) 1393/07 του Ευρωπαικού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης/11/2007, περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξώδικων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις (στο εξής ο Κανονισμός 1393). Ας σημειωθεί εδώ πως η θέση που προβάλλεται πως τα έγγραφα αφέθηκαν στην αναφερόμενη Sepulveda, η οποία βρισκόταν μεν στο εγγεγραμμένο γραφείο των εναγόμενων αλλά αυτή δεν είχε καμία σχέση με τους εναγόμενους, κρίνεται γενική, αόριστη και μη πειστική. Η βεβαίωση επίδοσης, τεκμ.Δ στην ένσταση και η επιστολή του δικαστικού επιμελητή, τεκμ.2 στην αίτηση, συνηγορούν ότι η επίδοση έγινε κανονικά στην υπάλληλο των εναγόμενων Sepulveda με βάση τις πρόνοιες του Κανονισμού 1393 που αναφέρεται ανωτέρω. Κανένα στοιχείο δεν έχει παρουσιαστεί για να αντικρούσει αυτό το γεγονός.
  4. Είναι γεγονός ότι οι ενάγοντες δεν έχουν επιδώσει την μονομερή αίτηση ημερ.13/03/20 και την ένορκη που τη συνόδευε. Τούτο προκύπτει και από το τεκμ.Γ στην ένσταση, στο οποίο παρουσιάζονται τα έγγραφα που έχουν μεταφραστεί και τα εν λόγω έγγραφα δεν συμπεριλαμβάνονται. Με βάση την Δ.48 Θ.13 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας «Όποτε επιδίδεται δυνάμει των παρόντων Κανονισμών διάταγμα που εκδόθηκε μετά από μονομερή αίτηση, επιδίδεται ταυτόχρονα και η μονομερής αίτηση μαζί με την ένορκο δήλωση που τυχόν τη συνόδευσε.» Χωρίς να μου διαφεύγει ότι στο διάταγμα που εξεδόθη στις 30/06/20 δεν δόθηκαν οδηγίες για επίδοση των εν λόγω εγγράφων, αναμφίβολα η μη επίδοση τους, έχοντας υπόψη την πρόνοια του θεσμού πιο πάνω, συνιστά παρατυπία. Όμως ευθέως αναφέρω πως κατά την κρίση μου πρόκειται για θεραπεύσιμη παρατυπία. Οι εναγόμενοι σημειώνεται εδώ θα μπορούσαν να μεριμνήσουν να εξασφαλίσουν τα εν λόγω έγγραφα μόλις περιήλθε στην κατοχή των δικηγόρων τους το διάταγμα ημερ.30/06/20, πριν ακόμη καταχωρήσουν την επίδικη αίτηση, ή τουλάχιστον, αμέσως μετά τη λήψη της ένστασης των εναγόντων στην επίδικη αίτηση τους και περιήλθε σε γνώση τους όλη η σχετική πληροφόρηση. Αν το έπραξαν ή όχι δεν αναφέρεται. Όφειλαν όμως ενεργώντας επιμελώς να το πράξουν. Ούτε αναφέρουν ότι θα μπορούσαν αν είχαν επιδοθεί τα έγγραφα να προβάλουν κάποιο επιπλέον λόγο ακύρωσης. Εν πάση περιπτώσει αναφέροντας ότι η παρατυπία δεν συνδέεται με ερημοδικία, ούτε φαίνεται να προκύπτουν δυσμενείς συνέπειες για τους εναγόμενους ή επηρεασμός των δικαιωμάτων τους, δεν θεωρώ ότι το θέμα θα πρέπει να με απασχολήσει περαιτέρω. Παραπέμπω δε σχετικά στην Πολ. Έφ.208/2012,
  5. Koza, κ.α. v. Τράπεζας Κύπρου, ημερ.24/11/17, ECLI:CY:AD:2017:A415 και στην Alpha Bank Cyprus Ltd v. Dau Si Senh κ.α.
(2013)1 ΑΑΔ 1935. Παρεμβάλλω δε εδώ, όσον αφορά την επίκληση από τους εναγόμενους της υπόθεσης Consortia Europe Ltd v. Fregata Holdings Ltd, Πολ. Εφ.387/11, ημερ. 17/10/14, ότι προφανώς διέλαθε της προσοχής των ευπαίδευτων συνηγόρων ότι στην Koza ανωτέρω αναφέρθηκαν τα εξής : « Προτού αφήσουμε την απόφαση, θα ήταν παράλειψη μας εάν δεν αναφέραμε τη διαφορετική προσέγγιση της πλειοψηφίας του Εφετείου στην υπόθεση Consortia Europe Ltd v Fragata Holdings Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 387/2011, ημερομηνίας 17.10.2014 αναφορικά με τις συνέπειες μη συμμόρφωσης με τις πρόνοιες της Δ.48,θ.13 των Θεσμών. Λέχθηκαν συναφώς τα ακόλουθα: «Όσον αφορά την παράβαση της Δ.48 θ.13, η οποία επιβάλλει την επίδοση ταυτόχρονα με το διάταγμα που εκδίδεται μετά από μονομερή αίτηση, και της ίδιας της μονομερούς αιτήσεως, μαζί με τη συνοδευτική ένορκη δήλωση της, το μόνο που οφείλεται να τονισθεί είναι ότι το λεκτικό της είναι σαφές και επιτακτικό και δεν χωρεί απόκλιση από αυτό ώστε η απόκλιση αυτή να θεωρείται θεραπεύσιμη κάτω από τη Δ.64 ως παρατυπία.» Έχοντας ληφθεί κατά παραγνώριση της προηγούμενης απόφασης του Εφετείου στην Alpha Bank (του 2013, ανωτέρω) - το αιτιολογικό της οποίας μας βρίσκει σύμφωνους - η Consortia θεωρείται ότι αποφασίστηκε per incuriam, (βλ. Ιωσηφίδης ν Δημοκρατίας
(1998)3 ΑΑΔ 490), καθιστώντας μη αναγκαία και την περαιτέρω ενασχόληση μας με την παρατηρηθείσα διάσταση.» Επίσης στις Πολ. Εφ. Αρ.23/2013-29/2013, Alpha Bank Cyprus Ltd v.
  1. Si Senh Dau, κ.α., ημερ.12/04/16, ECLI:CY:AD:2016:A194, λέχθηκαν τα εξής: « Δεν επιθυμούμε να σχολιάσουμε τα αποφασισθέντα στην Consortia, εφόσον σ' εκείνη την υπόθεση δεν λήφθηκε υπόψη το δικαστικό προηγούμενο της απόφασης στην παρούσα έφεση (Alpha Bank Ltd v. Dau Si Senh κ.α., ανωτέρω), προφανώς επειδή δεν τέθηκε ενώπιον του Εφετείου.»
  2. Ερχόμενος στο θέμα της επίδοσης του κλητηρίου και όχι ειδοποίησης του κλητηρίου (ως προνοούσε και το διάταγμα ημερ. 03/06/20) αναφέρονται τα εξής. Οι εναγόμενοι με την αγόρευση των συνηγόρων τους αναφέρουν ότι ο Κανονισμός 1393 δεν υποκαθιστά τη Δ.6 Θ.6, η οποία συνεχίζει να εφαρμόζεται, εντός όμως του πλαισίου του Κανονισμού. Άρα θα έπρεπε να επιδοθεί ειδοποίηση κλητηρίου και όχι το κλητήριο κάτι που αποτελεί μη θεραπεύσιμη παρατυπία με βάση τη Δ.
  3. Η θέση των εναγομένων ευθέως αναφέρω πως δεν με βρίσκει σύμφωνο. Στην Πολιτική Έφεση Αρ. 113/2012, V.K.C. QUALITY INVESTMENTS LTD v. SHAMMUSI-DEEN, ημερ. 4 Μαρτίου 2014, ECLI:CY:AD:2014:A157, αναφέρθηκαν τα εξής: « Το πρωτόδικο δικαστήριο κατά την άποψή μας έσφαλλε στη θεώρηση του ότι ήταν αναγκαία η επίδοση Ειδοποίησης Κλητηρίου και ότι η αποστολή αντιγράφου του Κλητηρίου παραβίαζε την Δ.6 θ.
  4. Αυτή η προσέγγιση παραγνωρίζει την ύπαρξη του ενιαίου Ευρωπαϊκού χώρου και της ανάγκης για διασφάλιση της εσωτερικής αγοράς που ήταν και ένας από τους πρωταρχικούς σκοπούς για τη θέσπιση του ΕΚ 1393/
  5. Για διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του Ευρωπαϊκού Κανονισμού προβλέπεται ότι από τη στιγμή που αποσταλεί η Βεβαίωση Επίδοσης σύμφωνα με τον ΕΚ 1393/2007, μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις θα πρέπει να είναι δυνατή η άρνηση της επίδοσης. Πράγματι ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός προσπάθησε να άρει τους διάφορους φραγμούς στην επίδοση δικαστικών εγγράφων και να επιταχύνει και βελτιώσει την επίδοση μεταξύ κρατών μελών, σε μια προσπάθεια να διασφαλίσει τα πλεονεκτήματα της ενιαίας αγοράς και γι' αυτό οι πρόνοιες του θα πρέπει να τυγχάνουν εφαρμογής. Το γεγονός ότι η Δ.6 θ.6 «δεν έχει τύχει οποιασδήποτε εξέτασης και αναπροσαρμογής» ενόψει της εισαγωγής του ΕΚ 1393/2007, δεν θα έπρεπε να ανησυχήσει ιδιαίτερα την ευπαίδευτη πρωτόδικη δικαστή, εφόσον προείχε η εφαρμογή του Ευρωπαϊκού Κανονισμού. Εν πάση περιπτώσει, είναι κοινή διαπίστωση ότι οι δικοί μας Θεσμοί χρήζουν εκσυγχρονισμού. Όμως μέχρι να γίνει αυτό κατορθωτό, τα δικαστήρια έχουν υποχρέωση να τους ερμηνεύουν με τέτοιο τρόπο ώστε να διευκολύνουν τη διαδικασία, που είναι εξάλλου και ο πρωταρχικός σκοπός για τον οποίο έχουν θεσπιστεί οι Θεσμοί (βλ. HE.NI.PA. Estates Co Ltd v. Club Dido Gesmbh
(1995)1 CLR 371). » Σημειώνεται δε περαιτέρω ότι ο έντιμος ΠΕΔ (όπως ήταν τότε) κ.Τ.Οικονόμου, στην απόφαση του ημερ. 23/05/14 στην αγωγή 8400/12 Ε.Δ.Λευκωσίας, Cyprus Popular Bank Public Co Ltd v. 1.Βγενόπουλου, κ.α., ECLI:CY: EDLEF:2014:A224, αφού προηγουμένως έκανε αναφορά στην V.K.C. QUALITY INVESTMENTS LTD ανωτέρω, κατέληξε ως εξής: « Στην υπόθεση Alpha Bank Cyprus Ltd v. Dau Πολ. Έφεση Ε23/2013 ημερ. 13/9/2013, αποφασίστηκε ότι τόσο το κλητήριο, όσο και η ειδοποίησή του αποτελούν τα εναρκτήρια έγγραφα της διαδικασίας. Συνεπώς, έχει πλέον αποκρυσταλλωθεί κατά τρόπο αυθεντικό ότι προκειμένου για επίδοση σε κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μπορεί να επιδοθεί είτε αντίγραφο του κλητηρίου είτε η ειδοποίηση του κλητηρίου.» Συνοψίζοντας όσα αναφέρθηκαν και στα 3 σημεία πιο πάνω θεωρώ πως η ουσία τους πράγματος έγκειται στο ότι οι εναγόμενοι έλαβαν γνώση περί της αγωγής μέσω των εγγράφων που τους επιδόθηκαν και είχαν την ευκαιρία να αποταθούν σε δικηγόρους και ακολούθως στο Δικαστήριο με την παρούσα αίτηση, αφού προηγουμένως καταχώρησαν εμφάνιση υπό διαμαρτυρία. Προέβαλαν δε μέσω της αίτησης τους όλους τους λόγους ακύρωσης που επιθυμούσαν και δεν παρατηρείται κανένας δυσμενής επηρεασμός των δικαιωμάτων τους. Εφόσον διαπιστωνόταν λοιπόν ύπαρξη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου η αίτηση θα απορρίπτετο. Κατάληξη Η Αίτηση εγκρίνεται και η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Εναγόμενων - Αιτητών και εναντίον των Εναγόντων - Καθ' ων η Αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.